π. Δημήτριος Στανιλοάε, ο θεολόγος-ποιητής της αγάπης του Θεού (μέρος 1ο)

0
47

Ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους του 20ου αιώνα, με βαθιά επίδραση στη χώρα του αλλά και σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, υπήρξε ο ρουμάνος πρωτοπρεσβύτερος π. Δημήτριος Στανιλοάε, με μαρτυρημένη μάλιστα την σχέση του με την ποίηση. Το έργο του, πάντα πιστό στην παράδοση, συνδυάζει σπάνια πρωτοτυπία και δυναμισμό έκφρασης, καθώς μάλιστα ο εν λόγω θεολόγος στάθηκε ικανός να μεταφράσει το εκκλησιαστικό δόγμα σε γλώσσα εντελώς σύγχρονη.
Πλησιάζοντας κανείς τα γραπτά του, εντυπωσιάζεται από το πόσο εμβαθύνει στις έννοιες και απομακρύνεται από τις κατ’ ουσίαν πλανερές κοινοτοπίες. Ένα από τα θέματα που τον απασχολούν είναι αυτό του «αποφατισμού» και της σχέσης του με την καταφατική, ή αλλιώς «λογική» θεολογία. Αντιτιθέμενος στον δυτικό σχολαστικισμό, δηλαδή την διδασκαλία κατά βάση του Θωμά Ακινάτη, αλλά και των πολυαρίθμων δυστυχώς ορθοδόξων μιμητών του, ο π.  Δημήτριος διατείνεται ότι αυτοί οι δύο κλάδοι θεολογίας στην ουσία δεν αποκλείονται αμοιβαία, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Γνωρίζουμε λίγο ως πολύ τι είναι καταφατική θεολογία: η γνώση που εξισώνει τον Θεό με την δημιουργική και συνεκτική αιτία του κόσμου, αυτή που μιλά για το Θεό «λογικά», συμπεραίνοντας Αυτόν αναλογικώς από τα του κόσμου. Αντιθέτως, πραγματικός αποφατισμός δεν είναι μια συνεχής συσσώρευση αρνήσεων (όπως στον θωμισμό), καθώς μια τέτοια περί Θεού γνώση εξακολουθεί  στην ουσία να παραμένει λογική, απλά με αρνητικούς όρους. Ο γνήσιος αποφατισμός αφορά την βίωση του Θεού ως μυστικής παρουσίας, ως αμεσότητας – ως προσωπικής δηλαδή παρουσίας. Είναι αυτή η παρουσία του Θεού ως προσώπου που κάνει την καθαρά λογική γνώση του Θεού αληθινά, θα λέγαμε, «ποιητική», βιωματική, υπαρξιακή. Παράδειγμα: η θεία απειρία είναι ένα από τα ιδιώματα του Θεού που γνωρίζει και ο καταφατισμός. Ωστόσο, η θεία απειρία παύει να είναι μια επικίνδυνη δίχως νόημα άβυσσος, πέλαγος μονοσημαντότητας και καταναγκαστικής εξαντικειμένισης, μόλις σκεφθούμε τον Θεό ως πρόσωπο. Τότε η απειρία δεν μας εξουθενώνει (όπως πχ το άπειρο ενός ξόανου), αλλά μας συγκλονίζει, που θα πει μας κινητοποιεί ως υπάρξεις, δεν μας απολιθώνει. «Ποίηση» σημαίνει κινείσθαι, φέρεσθαι προς το νόημα, και ιδού που η θεία απειρία γίνεται αληθινά επιβλητική, σαν τα μεγάλα ποιήματα που είναι «υψηλά», αλλά πάντα ζωογόνα, ζωοποιά.
Ωστόσο, αυτό δεν αποβαίνει εις βάρος του έλλογου στοιχείου, δεδομένου ότι η λογική γνώση βοηθά τον άνθρωπο να εκφράσει το αποφατικό βίωμα. Ο λόγος είναι στο βάθος «έκφραση», όχι σκληρή καθυπόταξη της πραγματικότητας. Ο λόγος είναι κάτι περισσότερο από την δυτική φιλοσοφική «ratio», και έτσι κρίνεται και αυτός απαραίτητος προκειμένου να μην ξεπέσει η θεολογία σε μυστικισμό. Κατάφαση και απόφαση είναι και τα δύο συνεπώς εξίσου αναγκαία.
Η σχολαστική θεολογία, και δι’ αυτής μέρος της ορθόδοξης, θεωρούσε την γνώση του Θεού που προκύπτει από την θεία Αποκάλυψη ως μέρος της «καταφατικής» θεολογίας, επειδή, υποτίθεται, αυτή μας παρείχε θετικές γνώσεις για τον Θεό, μαθαίναμε τι Αυτός δηλαδή ήταν. Αντιθέτως, και πάλι ο π.  Δημήτριος θεωρεί ότι η Αποκάλυψη, καθώς πρόκειται πάντα για το φανέρωμα ενός Προσώπου, είναι κατά βάθος μέρος του αποφατισμού, δεδομένου ότι εδώ είναι ακριβώς που γίνεται αισθητός ο Θεός ως «mysterium tremendum». Πράγματι, πού αλλού παρά στην ποίηση του Σινά αποκαλύφθηκε καλύτερα ο Θεός ως υπερβατικός; Και μάλιστα, οι Άγιοι, που έχουν άμεση θέα του Θεού, αντιλαμβάνονται πολύ καλύτερα τον Θεό ως «υπέρλογο» παρά εμείς οι άλλοι. Η αποφατική αυτή βίωση του Θεού είναι που εμποτίζει την διανοητική έκφραση της θεολογίας των αγίων, και την καθιστά αληθινά υπαρξιακή –και όχι απλά θεωρητική.
Η αποφατικότητα του Θεού καθιστά και τον κόσμο πραγματικά «λογικό», που θα πει ότι αυτός έχει νόημα, είναι δηλαδή ένα μελωδικό άσμα του Θεού, και μάλιστα εν αναπτύξει. Και έτσι, τελείως ενάντια στα παραδοσιακά νοησιαρχικά σχήματα, ο αποφατισμός δεν εξαφανίζει τον κόσμο. Ίσα-ίσα αυτός γίνεται εξαιτίας του τελείως διαφανής, καθώς μέσα του λάμπει ολοκάθαρα ο Θεός, και μάλιστα ως α-όριστος, ξεπερνώντας δηλαδή τα όποια λογικά μας σχήματα. Μελετώντας το έργο του π. Δημητρίου, αντιλήφτηκα ότι αυτός διψά βαθιά ακριβώς για διαφάνεια, υπεραγαπά το καθάριο, διαυγές νερό, που αφήνει μέσα του να λάμψουν  οι πολύτιμοι λίθοι που κρυστάλλινα καλύπτει. Πρόκειται ασφαλώς για ηθική καθαρότητα, για άρση κάθε κρυψίνοιας, κάθε παραχωμένου λογισμού, κάθε διαστήματος που διαχωρίζει. Είναι για την ακρίβεια οντολογική δίψα, πόθος για ακτινοβόλημα των πρόσωπων και μεταξύ τους ασυγχώνευτη συνύπαρξη, σαν  πολλών δεσμών φωτός που η μια επιτρέπει στην άλλη να διέλθει δι’ αυτής, και όλες μαζί λάμπουν συνάμα σε ένα αρμονικό όλον. Αυτή η ποιητική εικόνα συνέχει την σκέψη του, αυτή είναι κατ’ αυτόν άλλωστε η ουσία της Ορθοδοξίας (δηλαδή η τριαδικότητα), για την οποία κάποια λόγια θα πούμε παρακάτω.  Απαιτείται, γράφει ο κορυφαίος θεολόγος του 20ου αιώνα, άπειρη πνευματική ευαισθησία για να εισδύσει κανείς στο μυστήριο της θεότητας- και μου κάνει εντύπωση ότι ο π. Στανιλοάε επιμένει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ορθόδοξο ειδικό στο ότι ο Θεός είναι όντως «Πνεύμα», αλλά και, ας πούμε, «ευαισθησία», την οποία εμείς χρειάζεται να μιμηθούμε. Στην πραγματικότητα, εξάλλου, αν στοχαστεί κανείς και εμβαθύνει στα των Γραφών, θα δει ότι ο άνθρωπος είναι πολύ πιο βαθιά «κατ’ εικόνα» Θεού από ό,τι συνήθως νομίζουμε. Για παράδειγμα, ο κορυφαίος θεολόγος λέγει κάπου ότι στον άνθρωπο προσφέρεται η δυνατότητα να μετάσχει στην ίδια την απειρία του Θεού, και πράγματι, ως όντως πρόσωπο, είναι και ο άνθρωπος «άπειρος» (πχ μπορεί να προοδεύει ανεξάντλητα προς τον Θεό). Μπορεί να μην υπάρχει συνεχές ουσίας ανάμεσα στην κτίση και τον Θεό, ωστόσο, ο Θεός μπορεί να δίνει στο κτίσμα την χαρά της κοινωνίας μαζί Του. Η αγάπη είναι που διαφυλάσσει την προσωπική σχέση, διαφυλάσσει και εμάς ως πρόσωπα. Και αυτό είναι δυνατόν, καθότι η αγάπη δεν είναι μια απειρία πάντα ταυτόσημη με τον εαυτό της (όπως πχ συμβαίνει στον νεοπλατωνισμό), αλλά μια διαρκής καινότητα, μοιάζει, θα λέγαμε, με ένα ατελεύτητο πρωινό, που ξυπνά ολοκαίνουργια και πάντα ολοκάθαρη μπροστά μας η φύση. Θεμελιωμένη στον χριστιανισμό επί του προσώπου, και όχι στο γενικό, αδιαφόρετο «Εν» του Πλωτίνου ή τον μετά τον Πλωτίνο «Πλωτίνων», η αγάπη έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό να γεννά τον πόθο, την μη στατική επιθυμία, που δείχνει πάντα, «σημαίνει», με μια ριζικά ηρακλείτεια έννοια, την πηγή της: το Απόλυτο δηλαδή Πρόσωπο. Αυτό θα πει «αποφατισμός»: να «σημαίνεται» πάντα η πηγή, να καταδεικνύεται η θεία Υπόσταση που ξεπερνά την όποια ιδιότητά Της.
                                …………………..
Ακόμη μια διαφορά με τον νεοπλατωνισμό -που είναι μυστικισμός αλλά όχι αποφατισμός- είναι το ότι για να φθάσει κανείς στον Χριστό, δεν πρέπει να εγκαταλείψει τον κόσμο, αλλά να διέλθει δι’ αυτού. Ο Χριστός, ως Πρόσωπο, είναι η λεγόμενη «περιεκτική των όντων δύναμις», οπότε αποτελεί την  Κεφαλή της κτίσεως, και όχι την αναίρεση αυτής. Πρέπει να βλέπουμε  την δόξα του Θεού στην κτίση για να φτάσουμε στο Απόλυτο. Ο Χριστός, ως «Λόγος» του κόσμου, περιλαμβάνει με μια έννοια όλα τα κτίσματα, και μονό Αυτός τα λογο-ποιεί. Καθώς προοδεύουμε στην τήρηση των εντολών του Χριστού, καθαιρόμαστε, και ο κόσμος γίνεται όλο και πιο διαφανής, εφόσον ανάμεσα σε Αυτόν και τα κτίσματα δεν υπάρχει καμία αντίφαση.
Συναφές είναι και το ζήτημα της χρήσης της γλώσσας από την θεολογία, εν γένει την Εκκλησία. Λοιπόν, μας λέγει ο π. Δημήτριος, οι λέξεις ενώπιον του Θεού πρέπει να είναι και αυτές εύθραυστες. Ποιητικά, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχουμε συνδυάσει την ευθραυστότητα με την ομορφιά, την ιδιότητα του ευάλωτου με το κάλλος. Αν ο Αχιλλέας αξίζει ως ήρωας, είναι γιατί είναι τρωτός. Ακόμη και ο Κύριός μας, ακούμε στους ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδος, γίνεται με τον θάνατό Του «ανείδεος» νεκρός, που θα πει ότι ανέλαβε εκουσίως την ευθραυστότητα της ανθρώπινης φύσης, κάνοντάς την αμετάτρεπτη αγάπη και πηγή ζωής. Το λοιπόν, οι λέξεις πρέπει και αυτές, αν ποθούν να γίνουν αλήθεια, να είναι «διαφανείς», να μην καταντούν είδωλα, να παραπέμπουν η μία στην άλλη, και πάλι ποιητικώ τω τρόπω. (Αυτό, σημειωτέον, δεν αποβαίνει εις βάρος της δογματικής ακριβείας, όπως εξηγεί ο πρωτοπρεσβύτερος). Πρέπει να διαβαίνουμε πέρα από τις λέξεις, μας προτρέπει σοφά ο πρωτοπρεσβύτερος, πρέπει να προοδεύουμε σε πιο υψηλά, και άρα διαφανή, νοήματα. Νομίζω ότι ο π. Δημήτριος καταφάσκει εδώ την μυσταγωγική και ιεροπρεπή γλώσσα της θείας Λειτουργίας, που είναι, όπως εξηγούν και άλλοι ειδικοί, «συμβολική», με την πιο βαθιά σημασία του όρου: μεθεκτική του ακτίστου κάλλους του Θεού, και όχι βέβαια μονοσήμαντη. Το σύμβολο αποκαλύπτει, γεννά μάλλον τον λόγο, παρά εμπίπτει στην δικαιοδοσία του. Η μητέρα με τον λόγο  της με καλεί στην ύπαρξη, για τούτο και η ομιλία της γίνεται βεβαία αντιληπτή, αλλά ποτέ δεν «αποδομείται» ολωσδιόλου, όπως νομίζουν μερικοί ανοήτως σήμερα.
Όλα αυτά δεν αποβαίνουν εις βάρος – να μια άλλη λέξη που αγαπά πολύ ο θεολόγος-  της «συνειδητότητας», και όχι απλώς της συνειδητοποίησης. Βυθιζόμενος ο άνθρωπος στο ανείπωτο και το ακατάληπτο της θεϊκής παρουσίας, το παράδοξο είναι ότι δεν χάνει την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται. Με άλλα λόγια και ο άνθρωπος, στην πορεία του προς τον Θεό, διαφυλάσσει την προσωπική του ιδιότητα, δεν καταπίνεται από καμία άβυσσο. Υπάρχει «κοινωνία» Θεού και ανθρώπου, όχι απορρόφηση του δευτέρου από τον Πρώτο. Πρέπει μάλιστα να πούμε ότι γνωρίζουμε τον Θεό, αλλά και την πιο πνευματική διάσταση του κόσμου, όχι με τις δικές μας, λογικές δυνάμεις, αλλά βοηθούμενοι από την δύναμη του Θεού, που, όντας Πρόσωπο, μας χαρίζει την ικανότητα για συνειδητή γνώση Αυτού και του κόσμου. Συνειδητότητα σημαίνει να γίνονται όλα καθαρά για εμάς, το πνεύμα να μας φωτίζει και να μας θερμαίνει, να ακτινοβολούμε από την γνώση του Ακτίστου Θεού αλλά και των δημιουργημάτων Αυτού, χωρίς να αποβάλλουμε  το «ηγεμονικόν» του νοός μας, την ελεύθερη ύπαρξή μας. Πάντα με ταπεινό φρόνημα, είμαστε ικανοί να υπάρχουμε ως συνειδητά όντα, εξ ου, φρονώ, και η απέχθεια της ορθόδοξης θεολογίας για τον μυστικισμό και τις χριστιανικές, συνήθως προτεσταντικές, μορφές απώλειας της συνείδησης.
                           ……………………….
«Ο Θεός αγάπη εστί». Ο Θεός λοιπόν -και αυτό είναι μάθημα για την φιλοσοφία του 20ου αιώνα και την συντεχνιακή στενομυαλιά της- σχετίζεται αληθινά με τον κόσμο, και δεν μένει μακριά από οποιαδήποτε ρεαλιστική επαφή με αυτόν. Ο Θεός κινείται προς τον κόσμο, λόγω των ιδιοτήτων Του, ωστόσο, αυτές θα παρέμεναν για εμάς ένα αφηρημένο θεωρητικό ιδεολόγημα, αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες ενέργειες του Θεού, με τις οποίες διευκρινίζονται και γίνονται σαφείς οι ιδιότητες αυτές. Αν ο π. Δημήτριος νιώθει τελείως αδήριτη την ανάγκη για διαύγεια, το ίδιο συμβαίνει και με αυτό που θα λέγαμε «διευκρίνηση». Τι θα ήταν η μητρική αγάπη, δίχως το φιλί που την «διευκρινίζει;». Τι θα σήμαινε για μας «ο Θεός αγάπη εστίν», αν ο Κύριός μας δεν σταυρωνόταν και ανασταινόταν; Άρα, οι πράξεις του Θεού, οι ενέργειές Του Τον αποκαλύπτουν στην κτίση, καλύτερα ίσως και από τους λόγους, ή ίσως μαζί με αυτούς.
Ωστόσο, και εισερχόμαστε τώρα στα παράδοξα της παλαμικής θεολογίας, ο Θεός δωρίζεται ολόκληρος μέσα σε καθεμιά ενέργειά Του. Και συνάμα, συνεχώς νέες πράξεις του Θεού, με βαθιά συνοχή, που όλες αποτελούν μαζί μια αδιάκοπη συμφωνία, διευκρινίζουν τα του Θεού. Και παράλληλα, πάντα ο Θεός είναι επέκεινα των ιδιοτήτων Του, ως «απαθής», μια λέξη που θα πει ότι δεν έχει κανέναν δεσμευτικό γι’ αυτόν άξονα αναφοράς. Ο Θεός είναι τελείως δυναμικός, υπερύπαρξη, και όχι απλά ύπαρξη. Και καθώς, όντας Πρόσωπο, δεν αποδεικνύεται, γεννά σε μας την Πίστη. Ταυτόχρονα όμως, έχοντας την εμπειρία του Θεού, η Πίστη γίνεται και έλλογη, καθώς άλλωστε και η ίδια η ανθρώπινη λογική, όταν δεν είναι βεβιασμένη, έχει ως υποστάτη της, τον Ίδιο τον Θεό. Πιστεύουμε λοιπόν στον Θεό, που αποκαλύφθηκε πρωτίστως ως Τριαδική κοινωνία υποστάσεων, επί του οποίου ο π.  Στανιλοάε γράφει πολλά και θαυμαστά, τα οποία, ελλείψει χώρου, δυστυχώς παραλείπω.
Θα αναφερθώ μόνο στο ζήτημα του γιατί ενανθρώπησε ο Υιός, και όχι ο Πατήρ ή το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δεν είναι καθόλου σχολαστικό ερώτημα και αφορά άμεσα την ίδια την ουσία του χριστιανισμού, καθώς, αν σκεφτούμε καλά, ο Θεός καμιάς άλλης μονοθεϊστικής θρησκείας δεν γινόταν να ενανθρωπήσει (η Παλαιά Διαθήκη προτυπώνει βέβαια την κένωση του Υιού).  Λοιπόν, μόνο στον χριστιανισμό υπάρχει ένα Πρόσωπο, που, όντας  Θεός, βρίσκεται σε Υιική σχέση με κάποιο Άλλο, τον Πατέρα, και μπορεί μάλιστα να παραμένει σ’ αυτήν την εγκάρδια Υιική σχέση και ως άνθρωπος. Πιο απλά, αν σαρκωνόταν ένας μη τριαδικός Θεός, που εκλαμβάνεται έστω ως πρόσωπο, η θεότητά Του θα απορροφούσε την ανθρωπότητα, και θα έπαιρνε μια μορφή ηθικής καταδυνάστευσης και μοραλιστικής αυστηροποίησης. «(Ακόμη) και αν ενσαρκωνόταν, (ο Θεός αυτός) θα έδινε την εντύπωση ότι είναι η υπέρτατη πραγματικότητα και ως άνθρωπος», δεν θα μπορούσε δηλαδή ποτέ να εντάξει τους ανθρώπους στην υιική σχέση με τον Πάτερα (η «υιότητα» άλλωστε θα ήταν άγνωστη για την φύση αυτιού του Θεού). Ενσαρκωνόμενος ένας τέτοιος Θεός, θα ήταν αδύνατον να διδάξει την ταπεινοφροσύνη, μήτε καν ο ίδιος θα ήταν ταπεινός. Ο Κύριος όμως, έγινε «υπήκοος τω Πατρί», καθώς, όπως μας πληροφορεί το Ευαγγέλιο, ακόμη και ως Θεός, «ην προς τον Πάτερα» – με όλο το οντολογικό βάρος που κουβαλά εδώ η πρόθεση «προς». Ο Κύριος πρόσφερε το Ευχαριστιακό δείπνο όχι στη δική Του, ασφαλώς θεϊκή, Υπόσταση , αλλά στον Πατέρα –σε ποιον θα την πρόσφερε ένας μη τριαδικός Θεός;
Και κλείνουμε, για να μην νομιστεί ότι ο Υιός, όπως διδάσκουν μερικοί καθολικοί, έχει κάποια παθητικότητα έναντι του Πατρός, και υποδεέστερη θέση, με την παρατήρηση ότι η ορθόδοξη Θεολογία δεν λέγει μόνο ότι ο Πατήρ «γεννά» τον Υιό, αλλά και ο Υιός «γεννάται» εκ του Πατρός. Αυτό σημαίνει ότι ο Πατήρ, γεννώντας τον Υιό, δεν τον κάνει αντικείμενό Του – η θεία διυποκειμενικότητα είναι πλήρης και βασίζεται στην ισοτιμία. Το ένα υποκείμενο βιώνει τα άλλα δύο επίσης πλήρως ως υποκείμενα, και όχι στο ελάχιστο ως αντικείμενα. Αυτήν την διυποκειμενικότητα, όχι βέβαια στο βαθμό που χαρακτηρίζει το άκτιστο, καλούμαστε να βιώσουμε κι εμείς – να νιώσουμε τον άλλο ως «εγώ».
Και μ’ αυτήν την παρατήρηση εισαγόμαστε στο δεύτερο μέρος, που αφορά περισσότερο τον ίδιο τον άνθρωπο, την σταυροαναστάσιμη πορεία του, και τον χαρακτήρα της αρετής του.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here