Πώς έβλεπαν τους Ελληνες οι Λατίνοι

0
125

του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή

Τα πρώτα ξένα, ευρωπαϊκά, μάτια που κατέγραψαν την ελληνική εικόνα είναι τα ρωμαϊκά. Οι ουσιαστικές επαφές της Ρώμης με την Ελλάδα αρχίζουν μέσα στον δεύτερο προχριστιανικό αιώνα. Είναι η περίοδος της ελληνιστικής οικουμένης, όταν η κυρίως Ελλάδα, στρατιωτικά καθυποταγμένη στη Ρώμη, αποτελεί εν τούτοις γλωσσική και πολιτισμική υπερδύναμη. Ετσι, οι Ρωμαίοι, ενώ εορτάζουν τον στρατιωτικό και πολιτικό θρίαμβό τους, ομολογούν την πολιτισμική αιχμαλωσία τους.

Η ιστορική αυτή συγκυρία είναι ο γενέθλιος χώρος δύο φαινομένων που διατηρούν τη σημασία τους ως σήμερα: αφενός του φιλελληνισμού που αναπτύσσεται στους κόλπους της ιθύνουσας ρωμαϊκής τάξης ως αποτέλεσμα ιδεαλιστικής πρόσληψης της ελληνικής κουλτούρας ως μήτρας ανθρωπιστικών αξιών· αφετέρου της διάκρισης ανάμεσα στην αίγλη του ελληνικού παρελθόντος και στη σύγχρονη παρακμή.

Οι κοινοί τόποι του φιλελληνισμού εμφανίζονται για πρώτη φορά σε ρωμαϊκά κείμενα. Ετσι, ο Κικέρων (πολιτικός, ρήτορας και φιλόσοφος, 106-43 π.Χ.) γράφει επιστολή προς τον αδελφό του Κόιντο και τον παροτρύνει να μεταχειριστεί ως επαρχιακός διοικητής με σεβασμό τους Ελληνες «που δίδαξαν πολιτισμό στην ανθρωπότητα». Ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορικά μαρτυρημένη προνομιακή μεταχείριση ελληνικών κοινοτήτων από ρωμαίους στρατιωτικούς διοικητές λόγω προτέρου ενδόξου βίου. Οι μαρτυρίες είναι άφθονες και σε αυτές εύκολα ανακαλύπτει κανείς ότι τουλάχιστον οι όροι με τους οποίους παινεύουμε το σπίτι μας δεν είναι δική μας επινόηση.


Αλλά η φιλελληνική ρητορική του Κικέρωνα καταλήγει συχνά με ένα «αλλά». Γράφει πάλι στον αδελφό του: «Πρόσεχε, ωστόσο, και μην αναπτύσσεις μεγάλες οικειότητες με τους Ελληνες, εκτός ελαχίστων που είναι άξιοι των προγόνων τους». Δεν γνωρίζουμε αν ο Ρωμαίος διέθετε στατιστικά στοιχεία γι’ αυτή την ευγενή μειονότητα, αλλά η απογοήτευσή του (που προαναγγέλλει νεότερους ευρωπαϊκούς σχετλιασμούς) οφείλεται στην πεποίθησή του ότι οι σύγχρονοί του Ελληνες είναι «στη συντριπτική τους πλειοψηφία αναξιόπιστοι και επιπόλαιοι και έχουν μάθει, λόγω της μακροχρόνιας υποτέλειάς τους, να φέρονται με εξαιρετική δουλοπρέπεια».

* Πληθωρισμός λόγων και έλλειμμα έργων

Η ριζική αμφιθυμία του Κικέρωνα απέναντι στην Ελλάδα και στους Ελληνες δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι προφανές ότι το πολιτικό συμφέρον, ο επιθετικός εθνικισμός και η κλασικιστική ιδεοληψία έπαιξαν το ρόλο τους· αλλά ένας άλλος, ζωτικός παράγοντας είναι η συντεταγμένη κοινωνική ιδεολογία και ηθικολογική ρητορική των Ρωμαίων, στο πλαίσιο της οποίας δοξολογούνται οι αρετές της πρακτικής νηφαλιότητας, της σταθερότητας του χαρακτήρα, της κοινωνικής αξιοπιστίας, της σοβαρότητας, της λιτότητας, της συνείδησης οικογενειακού και δημοσίου καθήκοντος. Πολλές επίσημες ρωμαϊκές φωνές, ενώ αναγνωρίζουν το κλέος της ελληνικής κουλτούρας, αρνούνται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στους Ελληνες αυτό που θεωρούν ιδιάζουσα αρετή των Ρωμαίων: την κοινωνική, ηθική και πολιτική αξιοπιστία.

Ηταν αδιαπραγμάτευτη πεποίθηση των Ρωμαίων ότι οι Ελληνες είχαν καλπάζοντα πληθωρισμό λόγων και τεράστιο έλλειμμα έργων. Η μομφή αναφέρεται ειδικότερα στο πολιτικό ήθος. Τίποτε το εκπληκτικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα ινδάλματα της παραδοσιακής πολιτικής σκέψης των Ρωμαίων ήταν: σκυθρωποί, λακωνικοί και αστόλιστοι ζευγολάτες, που παράτησαν στη μέση το όργωμα, κράτησαν την εξουσία, όσο χρειάστηκε για να ξεπεραστεί η κρίση, και ύστερα έσκυψαν πάλι αμίλητοι πάνω στο αλέτρι. Οι διαγνώσεις για την ελληνική ακράτεια λόγων είναι συναφείς προς τη ρωμαϊκή αντίληψη ότι οι Ελληνες δεν έχουν κατά κανόνα καλή αίσθηση του μέτρου και της περίστασης: όπου και με όποιους κι αν βρεθούν μιλούν πολύ για όλα, σαν να τα ξέρουν όλα. Αν πραγματικά υπήρχε τόση πολυπραγμοσύνη και αμετροέπεια σε μια εποχή που δεν διέθετε στήλες, κανάλια και παράθυρα, τότε θα πρέπει να αναψηλαφηθούν οι αληθινές αιτίες του σύγχρονου πληθωρισμού.

Πάντως, ο Κικέρων θεωρεί την έλλειψη μέτρου συγγενές ελληνικό αμάρτημα και ενεργώντας, ως πολιτικός ο ίδιος, τη νεκροψία του ελληνικού μεγαλείου, βεβαιώνει ότι το πρόβλημα της σύγχρονής του Ελλάδας είναι η ανεύθυνη συμπεριφορά και η κακώς εννοούμενη παρρησία που χαρακτηρίζουν τις πολιτικές συγκεντρώσεις. Αυτό, γράφει, αποτελεί τη σημερινή μάστιγα και αυτό κατέστρεψε την παλιά ένδοξη Ελλάδα. Εξάλλου, η συνολική μαρτυρία της λατινικής γραμματείας καλλιεργεί την εντύπωση ότι το μελανότερο από τα μελανά σημεία του ελληνικού χαρακτήρα είναι η ροπή του στην απάτη.

* Οι εξαπατώντες και οι εξαπατώμενοι

Το ρωμαϊκό κωμικό θέατρο του δεύτερου π.Χ. αιώνα επιμένει ότι η απάτη είναι ο επιούσιος άρτος του ελληνικού ιδιωτικού βίου και διακρίνει δύο βασικές κατηγορίες Ελλήνων: τους εξαπατώντες και τους εξαπατωμένους. Αν οι συμβάσεις της κωμωδίας επιβάλλουν την καρικατούρα και την υπερβολή, είναι πολύ ενδιαφέρον ότι αυτή η άποψη για το ελληνικό γένος μνημειώνεται και στο εθνικό έπος των Ρωμαίων, την «Αινειάδα» του Βιργιλίου. Η αλήθεια είναι ότι από τα μέσα περίπου του δεύτερου π.Χ. αιώνα η Ρώμη δέχεται μαζική εισροή ανθρώπων από την Ελλάδα και την ελληνόφωνη Ανατολή. Πολλοί από αυτούς κινούνται τυχοδιωκτικά στις παρυφές της κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής· μόνο που στην περίπτωση αυτών των μεταναστών το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ανεργία όσο η ελληνικού τύπου πανουργία. Ο σατιρικός Γιουβενάλης, που δεν ήταν ο πρώτος και δεν έμελλε να είναι ο τελευταίος αντισημίτης στην Ευρώπη, είχε πρόβλημα και με τους «Γραικύλους» που ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτόν, και για πολλούς άλλους Ρωμαίους, οι Ελληνες δεν φέρονταν σαν απατεώνες αλλά οι απατεώνες φέρονταν σαν Ελληνες.

Μια άλλη όψη της ελληνικής εικόνας είναι, απλώς, «ροζ». Οι Ρωμαίοι δεν διέθεταν αρχικά ιθαγενή «ντόλτσε βίτα». Η βιομηχανία του θεάματος και των «σόου μπίζνες», τα κυκλώματα των «κολ γκερλ», τα «ρέιβ πάρτι» και τα όμοια ήσαν ελληνικής εισαγωγής. Το συνολικό φάσμα της ηδυπάθειας συνδέθηκε με το ελληνικό όνομα και την ελληνική πρακτική. Οι πρώτοι ρωμαίοι γλεντζέδες βγήκαν από ελληνικά σεμινάρια και το ρήμα «ασωτεύω» στα λατινικά παράγεται από το Graecus. Για άλλη μια φορά οι Ελληνες δεν είναι σαν τους ηδονοθήρες αλλά οι ηδονοθήρες είναι σαν τους Ελληνες.

* Από τον φιλελληνισμό ως την εχθρότητα

Στο σύνολό τους οι μαρτυρίες που έχουμε συνθέτουν ένα αμφίθυμο και αμφίσημο χρονικό. Γενικά, οι Ρωμαίοι, ενώ αναγνωρίζουν τη διανοητική ευστροφία, την καλλιτεχνική ευρηματικότητα, το στοχαστικό βάθος και την υψηλή αντίληψη αισθητικής των Ελλήνων, κατά κανόνα αμφισβητούν την κοινωνική ευσυνειδησία τους, την πολιτική φρόνησή τους και την ηθική σοβαρότητά τους. Η ρωμαϊκή στάση καλύπτει όλο το φάσμα, από τον ένθερμο φιλελληνισμό, διά μέσου της κριτικής αποδοχής και της δυσπιστίας, ως την απροκάλυπτη εχθρότητα. Η Ρώμη διέθετε, τηρουμένων των αναλογιών, και Μπάυρον και Κάνινγκ και Φάλμεραϊερ και Μέτερνιχ· προκειμένου να εδραιώσει τη δική της τάξη πραγμάτων και την Pax Romana, ξόδευε ελεγχόμενες ποσότητες καλής διάθεσης απέναντι στην «ένδοξη Ελλάδα ως κοιτίδα του πολιτισμού», αλλά συνέχιζε να σχεδιάζει στο Καπιτώλιο τη στρατηγική της χωρίς συναισθηματισμούς και με επικερδή επίγνωση των ελληνικών αδυναμιών. Το αποτέλεσμα, από την ελληνική πλευρά, ήταν η πικρία, η προγονόπληκτη εσωστρέφεια και, πολύ συχνά, ποικίλες παραλλαγές του μοτίβου «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες εσείς τρώγατε βελανίδια». Τίποτε δεν είναι τόσο καινούργιο όσο φαίνεται.

Προφανώς ένα μεγάλο μέρος των αρνητικών εκτιμήσεων των Ρωμαίων για την Ελλάδα και τους Ελληνες ανήκει στην κατηγορία των εθνικών στερεοτύπων. Η διαμόρφωση και διάδοση τέτοιων στερεοτύπων αποτελεί παλαιά βιομηχανία, η οποία στην πιο εμπορική και εύπεπτη μορφή της παράγει ανέκδοτα. Εν πάση περιπτώσει, οι παραπάνω γραμμές δεν φιλοδοξούν να διερευνήσουν το πρόβλημα της ιστορικής αλήθειας καθ’ εαυτήν. Οσοι, παρ’ όλα αυτά, επιμένουν σ’ αυτήν θα πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να προβληματιστούν πάνω στη σχέση εθνικού τύπου και εθνικού στερεοτύπου. Είναι ανάλογη προς τη σχέση ιστορίας και μύθου ή προς τη σχέση φωτιάς και καπνού;

Το ανωτέρω κείμενο γράφτηκε με αφορμή την πληροφορία που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» τής 11.5.1997 ότι η κυβέρνηση, με πρωτοβουλία του υπουργού Τύπου, ανέθεσε σε μεγάλες εταιρείες δημοσκοπήσεων στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στη Γαλλία και στη Γερμανία έρευνα με στόχο να μάθουμε «από πρώτο χέρι» τις απόψεις που διαμορφώνονται σήμερα στις χώρες αυτές για την Ελλάδα και τους Ελληνες. Δεδομένου ότι αυτό θα είναι το χρονολογικά πιο πρόσφατο επεισόδιο της σειράς «Πώς μας βλέπουν οι ξένοι», θεωρήσαμε ότι θα ήταν ενδιαφέρον (και πιθανώς επωφελές) να ανατρέξουμε στο ιστορικά πρώτο, όχι ευρέως γνωστό, επεισόδιο με τίτλο «Πώς μας είδαν οι Ρωμαίοι». Οι διαφορές της παρούσας «δημοσκόπησης» από την αναμενόμενη είναι βασικά δύο: πρώτον, δεν κατορθώσαμε να έχουμε απόψεις των ρωμαίων διαμορφωτών της κοινής γνώμης (opinion makers) για την ελληνική οικονομία, αν και υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που βεβαιώνουν ότι οι επιχειρηματίες της τότε Εσπερίας θεώρησαν την Ελλάδα επενδυτικό παράδεισο· δεύτερον, η παρούσα δημοσκόπηση κόστισε πολύ λιγότερο από 100 εκατ. δρχ.

Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

πηγή:  Το ΒΗΜΑ, 08/06/1997

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here