Προσευχή με αλήθεια, προσευχή με αγάπη: είδη ουσιώδη εν ανεπαρκεία».

0
120

O π. Βασίλειος Θερμός μίλησε τον Ιούνιο του 2010 σε μια παρέα φίλων (μέθεξη).

Προσπάθησα να προετοιμαστώ όσο γινόταν καλύτερα, στα πλαίσια του εφικτού όμως, γιατί το θέμα της προσευχής το βρίσκω αρκετά δύσκολο. Είναι ένα θέμα το οποίο απαιτεί εμπειρία και αν δεν υπάρχει αρκετή εμπειρία προσευχής γνήσιας και ουσιαστικής πρέπει να καταφύγεις στην εμπειρία άλλων. Να συγχαρώ που μια τόσο ζεστή μέρα και ευχάριστη, ανάμεσα σε άνοιξη και καλοκαίρι, μπήκατε και χωθήκατε σε ένα σπίτι μέσα να ακούσετε για την προσευχή. Κι αυτό πραγματικά δίνει πολύ ισχυρό κίνητρο.

“κατεβάστε” εδώ το αρχείο ΗΧΟΥ της ομιλίας με δεξί “κλίκ” & save target/link as

Έδωσα τον τίτλο «Προσευχή με αλήθεια, προσευχή με αγάπη: Είδη ουσιώδη εν ανεπαρκεία». Αυτή είναι μία φράση που οι παλιοί κάπως τη θυμόμαστε, οι νεώτεροι δεν την ξέρετε. Χαρακτήριζαν διάφορα είδη του εμπορίου αν είναι ουσιώδη εν επαρκεία ή ουσιώδη εν ανεπαρκεία κλπ. Θα έχετε ακούσει ότι η προσευχή έχει χαρακτηριστεί ως ο κεντρικός άξονας, η σπονδυλική στήλη δηλαδή της πνευματικής ζωής, και ότι η ποιότητά της καθορίζει γενικότερα την ποιότητα της σχέσης με το Θεό. Έχω την αίσθηση ότι η προσευχή, όσο σημαντική είναι, άλλο τόσο είναι και παρεξηγημένη, και καμιά φορά εκπλήσσομαι όταν βλέπω ανθρώπους μέσης ηλικίας, που έχουν κάνει μια πορεία στη ζωή, είναι επιτυχημένοι σε διάφορους τομείς, οικογενειακούς και επαγγελματικούς, η προσευχή τους να είναι σχεδόν όπως την έκαναν στα δέκα τους χρόνια. Δηλαδή έχουν εξελιχθεί σε όλα τα ζητήματα και σε όλο τον προβληματισμό τους, αλλά δεν έχουν εξελιχθεί στην προσευχή. Ίσως γιατί την προσευχή τη συνοδεύουν διάφορες παρερμηνείες, δηλαδή ότι είναι μια ανακοίνωση προς τον Θεό κάποιων πραγμάτων, μια υποβολή αιτημάτων προς το Θεό. Από εκει προκύπτουν και οι γνωστές απορίες που θα έχετε ακούσει όλοι π.χ. «εντάξει, γιατί είναι ανάγκη να τα πούμε στον Θεό, δεν τα ξέρει;» ή το άλλο μπέρδεμα που ακολουθεί την προσευχή, ότι έχει νόημα κυρίως όταν περνάμε δύσκολα και μετά την ξεχνάμε.
Για να καταλάβουμε το θέμα μας σήμερα, γιατί η προσευχή χρειάζεται αλήθεια και αγάπη, θα χρειαστεί να συνειδητοποιήσουμε τη φύση της προσευχής. Η προσευχή κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει για να λέμε στο Θεό κάτι, να τον πληροφορούμε για κάτι ή να του ζητούμε κάτι. Η προσευχή υπάρχει για να συγκροτηθούμε ως πρόσωπα απέναντι στον Θεό. Ο τρόπος που ζούμε, με περισσότερες ή λιγότερες διαφορές, ανάλογά με τον άνθρωπο και τις συνθήκες, εμπεριέχει πάρα πολλά εμπόδια προς την αλήθεια και πάρα πολλά εμπόδια προς την αγάπη, μέσα στην καθημερινότητα. Συχνά χάνουμε τον εαυτό μας και το νόημα της ζωής, από λεπτό σε λεπτό δηλαδή και καμιά φορά μπορεί να περάσουν μέρες που ολόκληρη τη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, κυκλοφορούμε σε ένα χώρο που δεν είναι αληθινός και δεν έχει αγάπη. Γι’ αυτό το λόγο, χρειαζόμαστε μία κατάσταση, η οποία να μας συγκροτήσει ως πρόσωπα, δηλαδή με αλήθεια και αγάπη. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε μια κατάσταση στην οποία θα σταθούμε ενώπιος ενωπίω ο καθένας με τον Θεό.
Ένας άλλος τρόπος να εξηγήσω το τι είναι προσευχή, θα ήταν να πω ότι η προσευχή μας φέρνει σε μια προσωπική και υπεύθυνη σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους. Επειδή ακριβώς η ζωή μας, όπως έχει διαμορφωθεί και όπως παρασυρόμαστε μέσα από την καθημερινότητα και μέσα από τις άλλες δυσκολίες, εσωτερικές από τον δικό μας ψυχισμό, αλλά και εξωτερικές, μας δίνει διαρκώς ευκαιρίες να δραπετεύουμε από την υπευθυνότητα, απέναντι στο Θεό και απέναντι στους ανθρώπους και να μην το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αυτό. Θα έλεγε κανείς ότι, ενώ η εικόνα περί ανθρώπου που είχε ο Δυτικός κόσμος πριν από τον Φρόιντ και πριν από την ψυχανάλυση, ήταν μια εικόνα που, τουλάχιστον στα νεότερα χρόνια, είχε βασιστεί πάρα πολύ στο συνειδητό εγώ και αγνοούσε σε μεγάλο βαθμό τις παγίδες του ασυνείδητου και επειδή τώρα πια έχει ήδη παλιώσει κιόλας η εμπειρία του ασυνειδήτου και η γνώση γι’ αυτό, θα έλεγε κανείς ότι στην εποχή μετά την ανακάλυψη του ασυνειδήτου, έχουμε περισσότερους λόγους να χρειαζόμαστε την προσευχή, από όσο πριν.
Διότι η εικόνα του Διαφωτισμού για το ανθρώπινο πρόσωπο, ήταν μια εικόνα βασισμένη υπερβολικά στο συνειδητό εγώ, δηλαδή δεν ήταν υποψιασμένος ο άνθρωπος για τις παγίδες απέναντι στην αλήθεια του προσώπου, τις παγίδες τις οποίες στήνονται και από εσωτερικούς και από εξωτερικούς μηχανισμούς. Δεν ήταν υποψιασμένος ο νεωτερικός άνθρωπος για το  υπαρξιακό του ψέμα, το οποίο λιγότερο ή περισσότερο μας διακατέχει όλους και μας διαπερνά και αλλοιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και κάνει ώστε πολλά όνειρα να καταλήγουν σε εφιάλτες. Πίστεψε πάρα πολύ στη δύναμη του συνειδητού εγώ και γι’ αυτό ίδρυσε και τις ιδεολογίες και πολλές ιδεολογίες κατέληξαν σε εφιάλτη, διότι βγήκαν στην επιφάνεια οι ασυνείδητες περιοχές του εγώ, οι πολύ αρχαϊκές. Θα ήθελα να πω λοιπόν ότι, αν η προσευχή μια φορά χρειαζόταν τότε, δηλαδή η συγκρότησή μας ως προσώπων υπεύθυνα μπροστά στο Θεό και τους ανθρώπους πολύ περισσότερο τη χρειαζόμαστε τώρα που έχουμε υποψιαστεί τις παγίδες του ασυνείδητου.
Για το λόγο αυτό, επειδή η προσευχή μας συγκροτεί ως πρόσωπα, της είναι απαραίτητες η αλήθεια και η αγάπη. Διότι ξέρουμε από την εμπειρία μας, ότι σε κάθε διαπροσωπική μας σχέση είναι αυτά τα δύο βασικά στοιχεία που χρειαζόμαστε: αλήθεια και αγάπη. Πολλά χρειαζόμαστε, αλλά αυτοί είναι οι δύο οντολογικοί άξονες που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο και τις σχέσεις του. Όχι τυχαία έρχεται ο ίδιος ο Χριστός στα Ευαγγέλια να δηλώσει ότι είναι αλήθεια και αγάπη. Δηλαδή έρχεται και φανερώνει, ότι αυτοί οι δύο οντολογικοί άξονες ταυτίζονται με το πρόσωπό Του. Δεν είναι τυχαία η επιλογή.
Γιατί μίλησα για την εμπειρία μας από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο μας ενοχλεί και μας κουράζει και μας βλάπτει το ψέμα του άλλου, αλλά λιγότερες φορές καταλαβαίνουμε πόσο ενοχλεί τους άλλους και τους κουράζει το ψέμα το δικό μας. Όλοι ενοχλούμαστε αν δεν παίρνουμε αγάπη από τους άλλους και λιγότερες φορές αντιλαμβανόμαστε πόσο κουράζει τους άλλους το ότι δεν δίνουμε εμείς την αγάπη που έχουν ανάγκη.
Αυτό ήδη μας εισάγει στο γεγονός ότι η προσευχή χαρακτηρίζεται από κάποιους νόμους, οι οποίοι χαρακτηρίζουν όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, με κάποιες ιδιομορφίες βέβαια (μήπως όλες οι διαπροσωπικές μας σχέσεις δεν έχουν ιδιομορφίες η καθεμιά;) Αλλά έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά επειδή είναι διαπροσωπικές σχέσεις. Υπάρχουν και επί μέρους διαφορές ανάλογα με το είδος του προσώπου που βρίσκεται απέναντί μας. Εδώ υπάρχουν κάποιες ιδιομορφίες από το είδος του προσώπου προς το οποίο μιλάμε και απευθυνόμαστε, που είναι ο Θεός, αλλά δεν παύει να υπακούει στους νόμους κάποιων διαπροσωπικών σχέσεων. Παράδειγμα: σε όλες μας τις διαπροσωπικές σχέσεις αντιμετωπίζουμε την πρόκληση να μάθουμε να διαβάζουμε τη σιωπή του άλλου. Η σιωπή του άλλου δεν είναι πάντα απουσία του και δεν είναι απόρριψη πάντα. Όπως αυτό το έχουμε συνειδητοποιήσει για τις σχέσεις με ανθρώπους, έτσι χρειάζεται ερμηνεία και η σιωπή του Θεού στην προσευχή, που και αυτό συχνά το ζούμε. Άσε που μπορεί να μην είναι και σιωπή εν τέλει.
Σε όλες τις διαπροσωπικές μας σχέσεις αντίπαλός μας είναι το υπαρξιακό μας ψέμα, δηλαδή όχι μόνο όταν ψευδόμαστε στον άλλον συνειδητά, αλλά όταν ψευδόμαστε ασυνείδητα, όταν είμαστε ψεύτικοι απέναντί του, προκειμένου να κερδίσουμε κάτι. Ένα είναι αυτό, ο εχθρός της αλήθειας. Και δεύτερον, η φιλαυτία, η οποία είναι ο εχθρός της αγάπης. Αυτοί είναι οι δύο βασικοί εχθροί όλων των διαπροσωπικών μας σχέσεων. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι και η αλήθεια και  η αγάπη βρίσκονται σε μία αλληλεξάρτηση, που την καλύτερη περιγραφή της έχω βρει σε μια διήγηση του Γέροντα Ζωσιμά από τους αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, όταν συμβουλεύει «να μην λέτε ψέματα, και κυρίως πάνω από όλα λέει να μην λέτε ψέματα στον εαυτό σας. Γιατί αν συνηθίσετε να λέτε ψέματα στον εαυτό σας, σιγά – σιγά με τον καιρό θα χάσετε την ικανότητα να αγαπάτε». Μία σύνδεση όχι τόσο εύκολα ορατή, αλλά που νομίζω περιέχει πάρα πολλή σοφία.
Τι προκύπτει όταν η προσευχή μας έχει αλήθεια απέναντι στο Θεό και όταν έχει αγάπη; Να το πω με ένα διαφορετικό τρόπο, να έχει αλήθεια η προσευχή μας εννοώ να το θεωρούμε αρκετά γελοίο να είμαστε ψεύτικοι μπροστά στο Θεό. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να οικοδομήσουμε μία πλήρη αλήθεια απέναντι στο Θεό, αυτό ίσως ανήκει στη σφαίρα της ουτοπίας, ελάχιστοι άνθρωποι μπορεί να το πετύχουν, αλλά τουλάχιστον να διατηρούμε την αίσθηση του γελοίου, όταν εμφανιζόμαστε κάπως ψεύτικοι απέναντι στον Θεό. Στο βαθμό που επιτυγχάνουμε κάποια αλήθεια (γιατί αυτά τα πράγματα είναι ποσοτικά, δεν είναι άσπρο ή μαύρο), τότε η αλήθεια της προσευχής μάς γνωρίζει περισσότερο τον εαυτό μας και μας γνωρίζει και τον Θεό, αυτά πάνε μαζί. Η γνώση του εαυτού μας φέρνει και γνώση του Θεού. Γιατί; Διότι καθαρίζονται κάπως τα γνωστικά όργανα του ανθρώπου και μπορεί να γνωρίσει τον Θεό περισσότερο. Το έλεγε ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος αυτό, ότι «σε αυτόν που γνώρισε πλήρως τον εαυτό του, του έχει δοθεί η γνώση όλων των μυστηρίων του κόσμου και του Θεού». Αυτό επιτυγχάνουμε με το να είναι αληθινή η προσευχή μας. Σταδιακή διαδικασία βέβαια.
Όταν η προσευχή μας έχει αγάπη τι επιτυγχάνουμε; Αυτή μας συνδέει με τον Θεό και τους ανθρώπους. Γιατί θα ήταν κάτι μετέωρο και εντελώς θεωρητικό να υπάρχει αλήθεια, δηλαδή γνώση, χωρίς αγάπη. Τι να το κάνουμε; Κάτι ανάλογο θα εύρισκε κανείς στο σύγχρονο στίχο του τραγουδιού που λέει «Ελευθερία χωρίς αγάπη, φώς μου, είναι ποτάμι χωρίς νερό». Στη γλώσσα της Αγίας Γραφής μάλιστα η λέξη γνώση σημαίνει μετοχή. Μετέχω στον άλλον. Εξ ου και στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει η φράση ότι «ο τάδε γνώρισε τη γυναίκα του», δηλαδή είχαν σεξουαλική επαφή, μετείχαν ο ένας στον άλλον. Και αυτή η ίδια λέξη χρησιμοποιήθηκε και στη σχέση ανθρώπου και Θεού.
Επομένως, βλέπουμε ακριβώς ότι η αλήθεια συνδέεται άρρηκτα με την αγάπη, δηλαδή η αλήθεια οδηγεί σε γνώση η οποία ορίζεται ως μετοχή στο Θεό και τους ανθρώπους. Λέει εδώ ο γέροντας Σωφρόνιος στον οποίο θα αναφερθώ αρκετές φορές απόψε- τον έχετε ακούσει, ίσως να έχετε διαβάσει και τα βιβλία του τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά. Λέει λοιπόν: «Η ζωή του όντως Όντος Θεού εισχωρεί εν ημίν δια του αγωγού της προσευχής», δηλαδή γίνεται μετάγγιση ζωής.
Τώρα αυτά όλα ακούγονται αρκετά θεωρητικά για τον σημερινό άνθρωπο και εδώ θα βρίσκεται ένα στοίχημα για τον καθένα από μας, που είμαστε παιδιά της εποχής μας, πώς θα μπορέσουμε χωρίς να βγούμε από την εποχή μας να  μυηθούμε μέσα στη νοοτροπία της Εκκλησίας. Είναι ένα στοίχημα να μπορέσουμε να συλλάβουμε κάπως αυτές τις αλήθειες, διότι ο σημερινός άνθρωπος δεν πολυενδιαφέρεται γι’ αυτά που λέμε μέχρι τώρα. Ο λόγος που τον ενδιαφέρει η προσευχή τον σημερινό άνθρωπο, αν τον ενδιαφέρει, είναι για να ηρεμεί. Γι’ αυτό του χρησιμεύει η προσευχή, είτε βρίσκεται στο σπίτι του, είτε σε μία εκκλησία. Και τη βρίσκει πολύ χρήσιμη την προσευχή γι’ αυτό το σκοπό. Πράγματι τον ηρεμεί, αλλά αυτό, χωρίς να είναι καθόλου αμελητέο μέσα στο άγχος και την ένταση που ζούμε, ενώ το χρειαζόμαστε, αποτελεί κυριολεκτικά πάρεργο, εντελώς δευτερεύον ως προς την ουσία της προσευχής και τα αποτελέσματά της. Αν εκεί επικεντρωθούμε, στο να μας ηρεμεί η προσευχή, τότε ανοίγει ο δρόμος για μια ψυχολογική «πνευματικότητα», με την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται σήμερα διεθνώς. Όταν λένε spirituality οι άνθρωποι εννοούνε εμπειρίες ψυχολογικές, οι οποίες περιέχουν ηρεμία, ειρήνη, υπέρβαση, έξοδο από τον εαυτό, ένα άνοιγμα στο σύμπαν και στο ιερό αορίστως.
Ο γέροντας Σωφρόνιος πήρε πολύ στα σοβαρά την προσευχή. Και πραγματικά πιστεύω ότι μπορούν να μας μεταδώσουν το τι είναι προσευχή άνθρωποι που υπήρξαν «επαγγελματίες» της. Λοιπόν γράφει (και μάλιστα με αυτή τη φράση αρχίζει το βιβλίο του περί προσευχής): «Προσευχή είναι ατελεύτητος δημιουργία».
Για κοιτάξτε, ας το συνδέσουμε αυτό με τα ανθρώπινα δεδομένα μας. Όλοι ξέρουμε τη συνεχή δημιουργικότητα. Την έχουμε ζήσει, σε διάφορες καταστάσεις της ζωής μας, στο επάγγελμά μας, σε χόμπι μας, σε ασχολίες μας διάφορες κλπ. Όποιος δημιουργεί δε ζη σε μια διαρκή κατάσταση έκστασης. Έχετε να παραδώσετε μία εργασία για το Πανεπιστήμιο ή για τη δουλειά σας, ή να γράψετε ένα μυθιστόρημα ή να ζωγραφίσετε κτλ. και δουλεύετε ένα χρονικό διάστημα. Άλλοτε το χαίρεστε και το απολαμβάνετε. Άλλοτε όμως σκουπίζετε τον ιδρώτα σας, ξεφυσάτε, σβήνετε, διορθώνετε, απογοητεύεστε, επιμένετε, εκπλήσσεστε, ενθουσιάζεστε, μαθητεύετε. Σε κάθε είδος δημιουργίας υπάρχει μια αλληλουχία, ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων, η οποία δημιουργεί γέννα, φέρνει έναν τοκετό αυτού του πράγματος που δημιουργούμε.
Το παράξενο είναι ότι αυτό είμαστε έτοιμοι να το αναγνωρίσουμε σε οποιοδήποτε είδος δημιουργίας του ανθρώπου, εκτός από την προσευχή. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί ένα πολύ συχνό επιχείρημα είναι «δεν έχω κίνητρο» ή «δεν έχω πάντα όρεξη» ή «ξεκινάω, αλλά κουράζομαι». Διάφορες ενστάσεις ακούγονται, οι οποίες πραγματικά δεν θα μας απασχολούσαν σοβαρά εάν το είχαμε δει ως μια διαδικασία δημιουργίας. Σαν να υποκρύπτεται πίσω από αυτά μια προσδοκία ότι η προσευχή θα είναι μια διαρκής κατάσταση έκστασης. Που αν ακούγαμε κάποιον μη δεσμευμένο να φαντάζεται ότι αν έχει μία σχέση ή αν παντρευτή ο γάμος του/της θα είναι μια διαρκής ευτυχία, ένας διαρκής «οργασμός», θα του λέγαμε «μα τι λες; δεν θα είναι έτσι». Θα του διδάσκαμε τι είναι μια σχέση, πως παλεύεται, πως μαθητεύετε σιγά – σιγά.
Κατά έναν περίεργο τρόπο δεν είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε αυτό το κόστος μιας μαθητείας, μιας συστηματικής δουλειάς, η οποία μερικές φορές μοιάζει άχαρη. Γιατί πράγματι όταν έχουμε ένα project να παραδώσουμε, να ολοκληρώσουμε, ακόμη και κάτι που δεν είναι υποχρεωτικό από κάποιον άλλον αλλά από τη δική σας ελεύθερη απόφαση προκύπτει, και αυτό το έργο σε κάποια φάση θα έχει άχαρες στιγμές, δεν είναι πάντα ευτυχισμένη η πορεία. Αν το βλέπαμε έτσι, τότε νομίζω θα παίρναμε πιο σοβαρά την προσευχή και ίσως καταλαβαίναμε γιατί και ο Antony Bloom το πρώτο βιβλίο, από τα πολλά που έγραψε περί προσευχής, το ονόμασε «School For Prayer», Σχολείο Προσευχής. Δηλαδή υπάρχει μέθοδος, υπάρχει διαδικασία.
Επίσης κάτι άλλο που έχει η δημιουργία είναι ότι μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Έτσι λοιπόν, λέει ο Γέροντας Σωφρόνιος κάπου αλλού: «Πολλοί εισέρχονται σε χειροποίητους ναούς για να προσευχηθούν, αλλά ελάχιστοι φθάνουν μέχρι την σκηνή του Θεού». Είτε η προσευχή γίνεται μέσα σε χειροποίητους ναούς, δηλαδή στην λατρεία της Εκκλησίας, είτε γίνεται στο σπίτι μας, πράγματι ελάχιστοι φθάνουν μέχρι τη σκηνή του Θεού. Πραγματικά πιστεύω (δεν είναι φυσικά ο μόνος λόγος αυτός) ότι μερικές φορές είναι και ποσοτικό θέμα. Όσο κι αν φαίνεται πολύ μπανάλ εξήγηση. Δηλαδή αισθάνομαι ότι μερικές φορές τελειώνουμε την προσευχή πριν καν αρχίσει ουσιαστικά, όταν είναι ακόμη στον προθάλαμο και ουσιαστικά δεν έχει ζεσταθή ο άνθρωπος.
Επίσης κάτι άλλο παρήγορο, ακριβώς γιατί οι σπουδαίοι άνθρωποι, σαν τον Γέροντα Σωφρόνιο που έφτασε σε πολύ καθαρή προσευχή, είναι και επιεικείς και ζουν τα πράγματα χριστοποιητικά, δηλαδή αποκτούν νου Χριστού, οπότε γίνονται επιεικείς όπως ο Χριστός. Ας πούμε, δεν μας λέει «εκεί αν φτάσεις, αυτό ονομάζεται προσευχή». Ακούστε τι λέει. «Πολλές φορές προσευχή είναι το να ομολογούμε στο Θεό την αθλία κατάστασή μας». Κι αυτό μπορεί να είναι γνήσια προσευχή. Μετά θα έρθει μια πιο αληθινή προσευχή, αν πατήσουμε πάνω σε αυτό το σκαλοπάτι. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πολλές φορές προσευχή είναι το να ομολογούμε στο Θεό ότι δεν έχουμε εκείνη την ώρα διάθεση η δυνατότητα προσευχής, αλλά το να παραμείνουμε σε μια στάση ενώπιος ενωπίω, σε μια στάση που μας συγκροτεί ως πρόσωπα.
Συμπεραίνουμε λοιπόν πως η προσευχή απαιτεί ένα μίνιμουμ αλήθειας και ένα μίνιμουμ αγάπης για να ξεκινήσει. Αν υπάρχουν αυτά τα ελάχιστα, τότε αλληλοαυξάνονται. Αμοιβαία το ένα αυξάνει το άλλο. Ποτέ πλήρης αλήθεια δεν θα υπάρξει στην προσευχή του ανθρώπου, εκτός από ελάχιστους. Θα έλεγα είναι ένα δώρο που δίνεται σε καρδιές που έχουν πάρα πολύ καθαρή προαίρεση και σκληρό αγώνα. Αλλά επίσης και ποτέ μια πλήρης αγάπη δεν θα μπορούσε να υπάρξει σε έναν άνθρωπο, παρά μόνο σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που η προσευχή του μιμείται την προσευχή του Χριστού στη Γεθσθημανή.
Πριν τελειώσω να θυμηθούμε κάτι που λέει ο Απόστολος Παύλος και αυτό είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβουμε, γιατί αποτελεί ένα είδος συνεργασίας Θεού και ανθρώπου, που είναι οπωσδήποτε μυστήριο. Λέει ο Απόστολος Παύλος ότι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αυτό που μας διδάσκει το πώς να προσευχόμαστε είναι το Άγιο Πνεύμα. Και προχωρεί ακόμη περισσότερο: ότι κάποιες φορές το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται μέσα μας. Γενικά η σχέση μας με το Άγιο Πνεύμα είναι λίγο παραμελημένη, αισθάνομαι, ίσως επειδή δεν έχει κάτι το αισθητό, όπως με το Χριστό. Αλλά στην πραγματικότητα η πορεία του ανθρώπου είναι από το Άγιο Πνεύμα που τον οδηγεί στον Χριστό. Και ο Χριστός τον οδηγεί στον Πατέρα.
Δεν έχουμε αποκτήσει αρκετή οικειότητα με το Άγιο Πνεύμα. Ο Απόστολος Παύλος λέει αυτή τη μυστηριακή αλήθεια, ότι το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται μέσα μας. Είναι λίγο δύσκολο να το κατανοήσουμε. Πάντως η φράση του είναι «ελάβατε πνεύμα υιοθεσίας». Αυτό είναι το Χρίσμα που έχουμε λάβει μετά τη Βάπτιση. Λαμβάνοντας το χρίσμα γίναμε παιδιά του Θεού, με το οποίο Πνεύμα υιοθεσίας μπορούμε να φωνάζουμε Πατέρα το Θεό.
Θυμηθήτε ότι στη λειτουργία προς το τέλος, πριν κοινωνήσουμε, είναι η ώρα του Πάτερ Ημών, όταν όλο το εκκλησίασμα, (κανονικά θα πρέπει όλοι μαζί) να ομολογήσει το Θεό ως Πατέρα, να ομολογήσει τη δωρεά της υιοθεσίας. Πιο πριν, όταν έχουμε φέρει τα δώρα στη Μεγάλη Είσοδο και τα βάλαμε στην Αγία Τράπεζα, η ευχή που κάνει ο ιερέας τότε είναι «στείλε το Άγιο Πνεύμα πάνω στα δώρα αυτά και πάνω σε όλους εμάς», εννοώντας τη στιγμή του καθαγιασμού. Δηλαδή, ζητούμε να μας επισκιάσει το Άγιο Πνεύμα για να μπορούμε να πούμε το Θεό Πατέρα σε λίγο, στο Πάτερ Ημών, και μετά να γευτούμε το αποτέλεσμα της Υιοθεσίας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here