π. Κ. Καλλιανός: Πραγματικότητες καί διαπιστώσεις ποιμαντικῆς ἀκροβασίας

1
78

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Στόν Ἀλέξανδρο Κοσματόπουλο, πού  ξέρει καλά κι ἀνάγνωση καί γραφή…

Γιά νά γράψουμε ἤ ἔστω γιά νά καταθέσουμε στό χαρτί τό λογισμό, τόν προβληματισμό καί τίς προτάσεις μας, ὁπωσδήποτε χρειάζονται καί τά ἀνάλογα ἐρεθίσματα, τά ὁποῖα συμβάλλουν στήν ἀναζήτηση, ὕστερ’ ἀπό σωστή καί ἔγκοπο ἐπεξεργασία, ἰκανῶν συμπερασμάτων.

Ἀπό κάποια μελέτη πού πού συνέδραμε τόν συλλογιμό μου, δανείζομαι τά παρακάτω, τά ὁποῖα στή συνέχεια θά σχολιάσω μέ τό δικό μου τρόπο καί, φυσικά, μέ βάση τήν ποιμαντική ἐμπειρία τῶν εἰκοσιεφτά μου  χρόνων: ἔστω κι ἄν αὐτά τά χρόνια τά θήτευσα στήν ἐπαρχία…. τῆς ἐπαρχίας[1].

Ἄν δέν θέλουμε νά αὐταπατώμεθα, θά πρέπει μᾶλλον νά τείνουμε πρός τήν παραδοχή ὅτι στήν Ἑλλάδα ὑπάρχουν δύο θρησκεῖες: Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμός (ὁ ὁποῖος κοινωνικά μειοψηφεῖ) καί κάτι ἄλλο πού ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξος Χριστιανισμός ἀλλά ἀποτελεῖ συνοθύλευμα ἀντιχριστιανικῶν πλατωνικῶν διδασκαλιῶν, παγανιστικῶν ἀντιλήψεων, φολκλορικῶν στοιχείων, ἀτομικοῦ εὐσεβισμοῦ κ.λ.π. Αὐτό συνιστᾶ τήν κοινωνικά κυρίαρχη θρησκεία.”[2]

Φοβᾶμαι, πώς ἡ διαπίστωση αὐτή ἀπό κάποιους ἔχει ὁπωσδήποτε παρεξηγηθεῖ. Κι ἀναφέρομαι στούς αἰθεροβάμονες ἐκείνους, πού στέκονται στό γεγονός τῆς εἰσέτι εὐλάβειας τοῦ νεοέλληνα, καθώς μέ στατιστικές καί μέ ἔρευνες προσπαθοῦν νά τή συμπεράνουν ἤ ἔστω νά τήν παραδεχτοῦν. Ὡστόσο τά πράγματα διαφορετικά δείχνουν, ἐνῶ ἐμεῖς, ὡς ἄμεσοι γνῶστες τοῦ ζητήματος-ὅσοι δηλαδή δέν ἐπιθυμοῦμε νά κλείνουμε τά μάτια μας ἤ νά ὀνειρευόμαστε-προσπαθοῦμε νά βάλουμε μιά τάξη μέσα μας καί, φυσικά, νά βλέπουμε τά  πράγματα ὥς ἔχουν καί λειτουργοῦν, γιά νά ξέρουμε πώς θά πλεύσουμε. Θά πῶ ἀμέσως τί ὑποννοῶ.

Ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων-κατά τόν Παπαδιαμάντη- μπορεῖ νά ζήσαμε καί νά συναντηθήκαμε μέ στιγμές καί Μορφές ὡσάν κι αὐτές πού διαβάζουμε στά Σκιαθίτικα κυρίως  διηγήματά του,  ὅμως αὐτά, ὕστερα ἀπό τή λεγόμενη “τουριστική ἀξιοποίηση καί ἀνάπτυξη”, ἀποτραβήχτηκαν στήν ἀντίπερα ὄχθη κι ἀπόμειναν γιά τόν σύγχρονο ἐπαρχιώτη μουσειακά ἀντικείμενα, τά ὁποῖα σερβίρονται μέ τό ἀνάλογο κόστος στόν ἀστό πού ἐπιδιώκει νά εἶναι κι αὐτός “in”, στήν ὅλη φολκλορική ἀτμόσφαιρα, τήν ὁποία τοῦ διαφημίζουν, ὅπως διαφημίζουν κι ἐκτιμοῦν τήν Ὀρθόδοξη εἰκόνα, χωρίς ὡστόσο, νά ὑπεισέρχονται στό περιεχόμενό της καί νά σέβονται ή νά κατανοοῦν τό περιβάλλον πού  τήν ἐδημιούργησε[3].

Θά μιλήσω χωρίς ἄλλες θεωρητικές ἀναλύσεις, ἀλλά βασιζόμενος στήν ἐμπειρία μου.  Αὐτό /αλλωστε νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖ κι ὁ ἀναγνώστης μου.

Συνήθως ὁ πιστός τῶν δικῶν μας μικρῶν ἐνοριῶν ἄρχισε τελευταῖα νά πατάει μέ τό ἕνα του πόδι στήν Ὀρθόδοξη παράδοση καί μέ τό ἄλλο στά σύγχρονα ρεύματα πού τόν βομβαρδίζουν ἀπό κάθε μεριά καί μέ κάθε μέσον. Ἔτσι, ἀρέσκεται λ.χ. στό νά τιμᾶ τόν ἅγιο τοῦ ἐξωκκλησιοῦ πού ἐπιτροπεύει, ἀλλά τό τραπέζι δέν θά τό στρώσει ἀπόλειτουργα, ὅπως γινόταν παλιότερα, μά μετά τήν ἀπόλυση τῆς λεγόμενης “ἀγρυπνιᾶς”, τοῦ πανηγυρικοῦ δηλ. Ἑσπερινοῦ. Ἐπίσης, δέν τό θεωρεῖ κακό ἄν εἶναι Τετάρτη ἤ Παρασκευή, στό νά κρατήσει ἔστω τά προσχήματα καί νά μήν καταλύσει τή νηστεία, ἀλλά πορεύεται μέ γνώμονα τήν εὐχαρίστηση τῶν “συνεορταστῶν”.

Ἐπίσης ἕνα ἄλλο φαινόμενο ἀρκετά κρίσιμο καί κορυφαῖο εἶναι ἡ ἀποχή τῶν πιστῶν ἀπό τήν Θεία Μετάληψη, τόσο κατά τίς ἡμέρες αὐτές, τῶν πανηγυριῶν δηλαδή, ὅσο καί κατά τίς γιορτές καί τίς Κυριακές. Καί σ’αὐτό τό σημεῖο θέλω νά ὑπογραμμίσω καί νά πῶ, ὅτι μεγάλη εἶναι ἡ “συνεισφορά”καί κάποιων κληρικῶν, πού ὑποχρέωναν τούς ἀνθρώπους σέ πολύ μεγάλες καί ἐξαντλητικές νηστεῖες, ὅπως ἐπίσης καί κάποιων λαϊκῶν, εὐσεβιστικῶν ἤ ἀκραίων ἀποχρώσεων, πού τόνιζαν μέ ἔμφαση τήν ἀποχή ἀπό τή συχνή Θεία Κοινωνία, “γιατί ἡ Κοινωνιά δέν εἶναι σοῦπα” (μεταφέρω ἐδῶ αὐτούσια τήν λαϊκή ἔκφραση, τήν ὁποία ἐφεῦρε ὁ φαρισαϊκός ἐγκέφαλος κάποιων αὐτόκλητων πνευματικῶν καί “σωτήρων”)!

Ὡστόσο, ἐκεῖ πού διαπιστώνεται ἡ βαθειά ρωγμή μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί “Ὀρθοδοξίας” εἶναι τίς λεγόμενες καλές ἡμέρες, τοῦ ἱ. Δωδεκαημέρου δηλαδή καί τοῦ Πάσχα, ὅπου μπερδεύονται μικροί καί μεγάλοι μέ τή νέα διάρθρωση τῶν πραγματων, καθώς ὁ ἅγιος Βασίλειος δέν ἔρχεται ἀπό τήν Καισαρία, ἀλλ’ ἀπό τή Λαπωνία ἤ ἔστω ἀπό τήν Ἀμερική[4] καί γενικότερα ἀπό τή Δύση. Μάλιστα, ἡ ἄφιξη τοῦ ἁγίου δέ γίνεται τήν Πρωτοχρονιά [5], ἀλλά τά Χριστούγεννα. Κι αὐτό δυστυχῶς, τείνει πιά νά παγιωθεῖ, καθώς ἡ ἀγορά εὐνοεῖ τήν εἰσβολή αὐτοῦ τοῦ ξένου κατά πάντα κι ἄσχετου μέ τήν παράδοσή μας “ἔθίμου”.

Ἀπό τή ἄλλη τίς ἡμέρες τῶν λεγομένων διακοπῶν τοῦ Πάσχα, δηλαδή ἀπό τή Μ. Παρασκευή καί μέχρι τή Δευτέρα τῆς Λαμπρῆς, παρατηρεῖται μιά ἐκδρομική κίνηση, ἡ ὁποία θυμίζει περισσότερο κοσμική ἔξοδο, παρά θρησκευτική ἀναζήτηση γιά πλέον βιωματική μετοχή στό κορυφαῖο γεγονός τῆς Ἀποκαθηλώσως καί τῆς Ταφῆς τοῦ Κυρίου. Ἄν δοῦμε δέ καί τήν Ἀνάσταση, αὐτή ἔχει πιά καταντήσει κοσμική συγκέντρωση, χωρίς καμμιάν εὐαισθησία, ἀπό τούς περισσότερους, σεβασμοῦ τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Φυσικά, δέν γίνεται ἐδῶ λόγος γιά τήν παράλλογη χρήση ἐκρηκτικῶν κι ἄλλων τοιούτων μέσων ἀπό τῆν ἀρχή τῆς ἀκολουθίας τῆς Παννυχίδος, πού δέν ἐπιτρέπουν στούς ἐλάχιστους πιστούς νά γευτοῦν χαρμοσύνως καί εὐλαβῶς τόν “καλό τό λόγο”, ὅπως συνηθίζεται νά λέγεται στήν Ἐπαρχία τό “Χριστός Ἀνέστη”[6].

Τέλος, αὐτό πού τά τελευταῖα χρόνια ἐπιχειρεῖται νά υἱοθετηθεῖ ἀπό τόν σύγχρονο νεοέλληνα εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ σεβασμοῦ του σέ αὐτό πού ὀνομάζουμε Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ, τόν Δεκαπενταύγουστο δηλαδή.

Παλιότερα θυμᾶμαι στά δικά μας τά μέρη οἱ μέρες αὐτές ἦταν σημαδεμένες ἀπό τήν κατάνυξη τῶν ἀπόβραδων Παρακλητικῶν Κανόνων, τή Γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως, τή νηστεία, πού τήν σέβονταν καί τιμοῦσαν ἰδιαίτερα,[7] μέ κορύφωση τήν γιορτή τῆς Παναγίας, τόσο στόν Ἑσπερινό, ὅσο καί στόν Ὄρθρο καί τή Θ. Λειτουργία, στήν ὁποία ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στή Θεία Μετάληψη ἦταν ἀριθμητικά πολύ σημαντική.

Σήμερα τό μάρκετινκγ τῆς σύχγρονης ἀντίληψης ἀπόκαθηλώνει σιγά-σιγά ὅ, τι ἀποτελοῦσε καποτε θεμέλιο ζωῆς, καί τὀ ἀντικαθιστᾶ ἤδη μέ μιά νέα τυπολογία, ἡ ὁποία ἐξαφανίζει τό ἱερό ἀπό τόν ὄντως εὐλογημένο μῆνα Αὔγουστο καί τό ἀντικαθιστᾶ μέ τό ἀνυπόστατο “ἐρωτικό”: “ὁ ἐρωτικός μῆνας Αὔγουστος”, ἰσχυρίζονται καί διατείνουν ὅλα τά κοσμικά περιοδικά καί τά Μ.Μ.Ε, ἐπειδή τίς μέρες αὐτές ὁ νεοέλληνας ἀδειάζει, δηλαδή παραιτεῖται τῶν ἔργων αὐτοῦ. Ἑπομένως ὅ,τι σχετίζεται μέ τήν πίστη καί τήν παράδοσή του ἄς καταλυθεῖ ἐξ ὀνόματος τῆς “ἀδείας”-διαθερισμό τήν ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Γι᾿ αὐτό καί τά νησιά καταλύουν ὅ, τι τό εὐλογημένο καί δυναμικά σχετιζόμενο μέ τή νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου, τήν προσέλευση στή Θεία Κοινωνία, στίς Παρακλήσεις καί γενικά στήν εὐλογημένη ἐκείνη συνήθεια τῶν παλαιῶν, νά σέβονται καί νά τιμοῦν τίς μέρες αύτές. Φυσικά ἐπινοήθηκαν ἄλλου εἴδους τελετές, ὅπως ὀ Ἐπιτάφιος τῆς Παναγίας, ὅπου ναί μέν προσέρχονται πολλοί, ὅμως αὐτή ἡ τελετή γιά νησιά ὅπως εἶναι τό δικό μας, μέ αὐστηρό παραδοσιακό-κολλυβαδικό πνεῦμα εἶναι μιά ἀνορθογραφία, ἀταίριαστη παντελῶς μέ τήν ἀρχαία τυπική διάταξη τοῦ Πανηγυρικοῦ ἑσπερινοῦ, πού οἱ ρίζες του ἀναταμώνουν τέλεια μέ τίς αἰώνιες ρίζες τῆς Ἁγιορειτικῆς λειτουργικῆς παράδοσης καί ζωῆς.[8]

Σέ ὅλ᾿ αὐτά ἔρχονται νά προστεθοῦν κάι τά λέγόμενα “λαϊκά δρώμενα”τίς ἡμέρες τοῦ Τριωδίου. Ἰδιάιτερα τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς μέ τά διάφορα “κοσμικά” πανηγύρια, σημαντικές ἀκολουθίες, ὅπως τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς συγγνώμης ἀποτελοῦν, παρ᾿ ὅλες τίς παρεναίσεις καί τίς παρακλήσεις μας, δευτερευοὐσης σημασίας γεγονότα, ἀφοῦ προέχει ἡ πομπή τῶν μεταμφιεσμένων, οἱ ὁποιοι, μάλιστα, περνώντας ἀπό τά προαύλια κἀοποιων ἐνοριακῶν ναῶν ἀνερυθριάστως βωμολοχοῦν, γιατί τό “καλεῖ ἡ μέρα”! ! Κι ὅλ᾿ αὐτά γιά χάρη τῆς Παράδοσης! Ἀλήθεια, ποιᾶς;

Θεωρῶ, λοιπόν, καίρια τή διαπίστωση τοῦ Θανάση Παπαθανασίου κάι πολύ ἐπιβεβλημένη στό νά μελετηθεῖ βαθύτερα. Γιατί λέμε καί κοπτώμεθα περί τῆς ἐκοσμικέυσεως μέσα στόν Ἐκκλησιαστικό χῶρο, ὅμως πόσο εὔκολο εἶναι νά τήν ἀντιμετωπίσεις, ὅταν ἔχει κακοφορμίσει γιά τά καλά στό σῶμα τῶν πιστῶν;

Σκόπελος

 

Σημειώσεις

1 Ἀπό πολλούς ἡ ἐπαρχία θεωρεῖται ἀκόμα, ὡς    ὁ κατεξοχήν (ἰδεατός) χῶρος
στόν ὁποῖο καί  ἐγκατοικεῖ ἡ πεμπτουσία τοῦ Ὀρθόδοξου πληρώματος. Μόνο πού τά πράγματα διαφοροποιοῦνται ὁσο περνάει ὁ καιρός, γιατί μέ τήν εἰσβολή τῆς εἰκόνας μέσω τῆς τηλεόρασης νοθεύτηκε ἡ ἀμιγής παραδοσιακή κοινωνία καί ζωή τῆς γνήσιας  ἐπαρχίας, τήν ὁποία συνθέτουν χωριά μέ αὐστηρή καί κλειστή συμβίωση μέ βάση πάντα καί κέντρο της τήν Ὀρθόδοξη ἐνοριακή ζωή καί δραστηριότητα. Ὁ ἐνδιαφερόμενος γιά μιάν πιό ἀναλυτική καί μέ σοβαρότητα γραμμμένη μελετη γύρω ἀπό τή σέση τῆς Ἐπαρχίας μέ τήν Ἐκκλησία, ἄς δεῖ τή μελέτη τοῦ π. Σταύρου Κοφινᾶ, Ἐκκλησία καί Ἐπαρχία, ΣΥΝΑΞΗ, τ.42 , Ἀπρ.- Ἰουν.1992, σελ. 15-25
2 Θανασης Ν. Παπαθανασίου, Ἀνεστιότητα καί παραπεμπτικότητα. Κριτικές προσεγγίσεις στά Θεολόγικά Δρώμενα, Ἁρμός Ἀθήνα 1998, σελ.54
3 Γιά νά μή λέω πράγματα δικά μου παραπέμπω τόν ἀναγνώστη μου στά ὅσα ἔγραψε πρίν ἀπό ἕνα περίπου αἰῶνα ὁ Παπαδιαμάντης σχετικά μέ τό θέμα τῆς Ὀρθόδοξης εἰκόνας καί τή δημιουργία Μουσείου.
4 Bλ. Κων. Ζορμπᾶς, Ἐξωτικά Χριστούγεννα-ἐξωτικοί βασίληδες, περ. ΨΗΦΙΔΕΣ, ΔΕΚ.1999, τευχ. 36, ἔτρος 5ο, Βόλος. Ἱ. Μ. Δημητριάδος.
“Ὁ ἅγιος Βασίλειος μέ τό κόκκινο καπέλο του (ἐμφανίστηκε περίπου τό 1900), τήν κόκκινη φορεσιά του καί τήν μαύρη ζώνη του (σχεδιαστής της ἦταν ὀ ἀμερικανός Τόμας Νάστ τό 1863) κατάφερε νά μπεῖ μστή ζωἠ μας ἐγκαινιάζοντας μιά διαφήμηση τῆς Κόκα-Κόλα…! “
5 Πόσο /ομορφα και συγκινητικά τά παρουσιάζει «ο ξεχασμένος σήμερα Μωραϊτίδης
6 Τελευταῖα ἄρχισε νά γίνεται μόδα κι ἡ ἀπουσία τοῦ Πασχάλιου χαιρετισμοῦ τῶν πιστῶν”Χριστός Ἀνέστη-Ἀληθῶς Ἀνέστη ἤ Ἀληθῶς ὁ Κύριος”, μέ τό γενικό  κι ἀόριστο, “Χρόνια Πολλά.
7 Εἶναι ἄξιο μνήμης τό γεγονός τῆς τιμῆς πρός τήν Παναγία τῶν ἁπλῶν γυναικῶν, οἱ ὁποῖες γιά τή Χάρη Της ντύνονταν στά μαῦρα, συμμετέχοντας ἔσι κι ἐξωτερικά στό ὅλο εὐκατάνυκτο κλῖμα τῶν ἡμερῶν τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Σήμερα ἡ συνήθεια αὐτή ὅσο πάει κι ἐξαφανίζεται.
8 Ἄν ἐπιθυμεῖ ὁ ἀναγνώστης ἄς καταφύγει στό διήγημα τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταύγουστου, ( ΑΠΑΝΤΑ, ἐκδ. ΔΟΜΟΣ, τ. ) ὅπου θά δεῖ τήν ἀκραιφνῆ τυπική διάταξη τῆς πανηγυρικῆς ἀγρυπνίας, ἁγιορειτικοῦ τύπου, χωρίς ὑπερβολές ἤ καινοτομίες.  Περισότερα βλ. στοῦ Ἀνέστη Γ. Κεσελόπουλου, Ἡ λειτουργική παράδοση στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 19 ἑξ.

πηγή: Aντίφωνο, περιοδικό “Σύναξη” τ. 103, σ. 77.

1 σχόλιο

  1. Καταλαβαίνω, π. Κωνσταντίνε, τον πόνο και την ποιμαντική αγωνία σας.
    Εργάζεσθε ευσυνείδητα και με φόβο Θεού και θέλετε να δείτε κάποιους καρπούς των προσπαθειών σας. Και θλίβεστε επειδή βλέπετε ελάχιστους.

    Καλές είναι η λειτουργική ευταξία και η έλλογη και συνειδητή συμμετοχή των πιστών στις ακολουθίες και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Καλό θα ήταν ο κόσμος να είχε κολλυβάδικο πνεύμα, όπως συνέβαινε πριν από δυο τρεις γενιές στα νησιά σας. Η μετοχή στα μυστήρια και τις ακολουθίες εξαγιάζει τον πιστό.

    Όμως, αυτό που προσέχει περισσότερο ο Θεός είναι οι καρδιά του καθενός πιστού. Αυτό που θέλει είναι το “πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”. Κι είναι δύσκολο ο άνθρωπος να δει τι διεργασίες γίνονται στις καρδιές των άλλων. Πολλές φορές αυτές κρατούν χρόνια. Έχω δει αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων να έχουν μια πολύ χαλαρή κι εξωτερική -έτσι τουλάχιστον φαινόταν- σχέση με την Εκκλησία, σαν αυτές που περιγράφετε στο άρθρο σας, και στο τέλος της ζωής τους να παρουσιάζουν μια καταπληκτική ωρίμανση και μια βαθειά μετάνοια. Και νομίζω πως αυτά ήταν αποτέλεσμα των αφανών διεργασιών που συνέβαιναν μἐσα τους τόσα χρόνα και οι γύρω τους δεν τις καταλάβαιναν. Αλλά ο Θεός ήταν Αυτός που ενεργούσε.

    Ας μη χάνουμε, λοιπόν, την ελπίδα μας. Εφόσον Αυτός αγαπά όλους περισσότερο απ’ ό,τι οι ίδιοι μπορούν ν’ αγαπήσουν τον εαυτό τους, πάντα υπάρχει ελπίδα για σωτηρία, έως την ύστατη στιγμή. Ο ποιμένας σπέρνει τον σπόρο, αλλά ο Θεός ενεργεί την καρποφορία του. Ας τ’ αφήσουμε όλα, “ἑαυτούς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν”, σ’ Αυτόν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here