A. Βασιλοπούλου: Ποιός φοβείται τον πολιτικό κυνισμό;

0
82

Αγγελική Βασιλοπούλου*

Ως πολιτικός κυνισμός θεωρείται η δυσπιστία στην ειλικρίνεια, την ακεραιότητα και τις προθέσεις των πολιτικών αρχών, του πολιτικού προσωπικού και των πολιτικών θεσμών, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του εκλογικού σώματος και ο ίδιος ο πυρήνας του πολιτικού κυνισμού θεωρητικά χαρακτηρίζεται από την απουσία εμπιστοσύνης. Δεν είναι απλός σκεπτικισμός, αλλά ‘αυτο- εκπληρούμενος’ αρνητισμός απέναντι στην πολιτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, υποσκάπτει τη δημοκρατία, καθώς οδηγεί σε μειωμένη πολιτική συμμετοχή, σε απάθεια και αποξένωση. Προτού όμως κάποιος μιλήσει για πολιτικό κυνισμό, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του την ηθική διάσταση της Πολιτικής, αλλά και του γενικότερου σύγχρονου κυνισμού που χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες. Η ηθική διάσταση της πολιτικής, αποτελεί μια από τις ουσιαστικότερες προϋποθέσεις για μια υγιή κοινωνία, καθώς υποδεικνύει συμπεριφορές και διαμορφώνει τα ήθη και τους τρόπους του ζειν. Πώς είναι δυνατόν το χάρισμα της ευγλωττίας να ευνοεί την δημαγωγία και το ψεύδος; Μήπως έχουμε αποδεχτεί το γεγονός ότι τα ‘’κατά συνθήκη ψεύδη’’ στην πολιτική αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της; Διότι αν έχουμε αποδεχτεί κάτι τέτοιο, τότε σίγουρα παρεννοήσαμε τις ηθικές παραμέτρους της πολιτικής. Η ηθική και συνειδησιακή προέκταση της Πολιτικής φιλοσοφίας ομοιάζει μάλλον με ένα συνδετικό κρίκο που ενώνει την ηθικοπλαστική της αποστολή με την ανάγκη για επικοινωνιακή φιλαλήθεια και σε αυτό δε χωράει κανενός είδους ψεύδος.

Από την άλλη πλευρά, μιας αήθης Πολιτική μορφοποιεί και μεταμορφώνει τις πολιτικές επιλογές κάποιων σε λαϊκή ανάγκη, χρησιμοποιώντας μέσω των εκπροσώπων της πολιτικών προσώπων φράσεις, όπως: είναι ‘πρόσταγμα των καιρών’, είναι ‘κοινή απόφαση’, είναι ‘λαϊκή θέληση’. Το πρώτο ερώτημα εδώ θα μπορούσε να είναι ποιό είναι το πρόσταγμα των καιρών και από ποιούς αξιολογείται; Σε ποιά κοινή απόφαση οδηγηθήκαμε όλοι μαζί; Άραγε, είμαστε όλοι σύμφωνοι όταν λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας ή τελικώς γίνεται παραποίηση της περίφημης λαϊκής βούλησης; Ποιός είναι τελικά αυτός που βούλεται και στο όνομα ποίου; Μάλλον όλα αυτά μοιάζουν με ρητορικά επικοινωνιακά τεχνάσματα και παίγνια που δεν έχουν ευγενή στόχο, αλλά οδηγούν στην πνευματική υποδούλωση ενός λαού, ίσως πιο ακραία στην υποτίμηση της αξίας του.

Η έκπτωση, λοιπόν, των ηθικών και ηθικολογικών στοιχείων στην πολιτική που εκφράζονται μέσα από έναν πολιτικό κυνισμό, είναι άμεσα συνδεδεμένα με το χαμηλό ποσοστό εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ πολιτών και πολιτικών. Οδηγηθήκαμε σε αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης, όχι αίφνης αλλά ύστερα από χρόνια βεβήλωσης των αρχών που διέπουν τη δημοκρατία, επαναλαμβάνοντας με ‘’εντυπωσιακή’’ παράνοια λάθη σε κοινωνικό, εθνικό και πολιτικό επίπεδο, φτάνοντας στα ύψη την διαφθορά. Ο πολιτικός κυνισμός επομένως και ο τρόπος με τον οποίο θνήσκει σταδιακά η εθνική ταυτότητα μιας χώρας, είναι απόρροια διαφθοράς της εξουσίας, των εκφραστών και αντιπροσώπων της και του κατά πως αυτοί χειρίζονται ή απαξιώνουν τους θεσμούς της δημοκρατίας. Οι σοβαρές συνέπειες της απληστίας και της έλλειψης ηθικής στην πολιτική δεν άργησαν να φέρουν και την Ελλάδα στην παρούσα φάση. Μια Ελλάδα που πειραματίζεται με τα όνειρα των νέων πριονίζοντας καθημερινά την ελπίδα.

Οι συνέπειες δεν άργησαν να σηματοδοτηθούν από επεισόδια, οργή και μαζική αμφισβήτηση της πολιτικής μιας τύποις αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία επέμενε να λειτουργεί φορμαλιστικά και όχι δυναμικά και ουσιαστικά. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αναξιοπιστίας και ανακολουθίας λόγων και έργων, ο πολιτικός κυνισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος να αποκαλύψει το σκληρό του προσωπείο αποδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητα και τα τρωτά σημεία της δημοκρατίας. Δεν διστάζει πολλές φορές και να το δηλώσει ανοιχτά. Ο πολιτικός κυνισμός δεν απλώς είναι μια γνωστικού ή λεκτικού τύπου εκτίμηση και δεν εξαντλείται στη δυσπιστία απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς. Απεναντίας, είναι μια σύνθετη θυμική κατάσταση αποτελούμενη από ειρωνεία, σαρκασμό, διακωμώδηση, δυσφορία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, αυτολύπηση, απελπισία, σκεπτικισμό, καγχασμό, δυσπιστία, κακοπιστία, μοιρολατρία, αγανάκτηση, επιφυλακτικότητα, ψυχολογική βία και μνησικακία. Επίσης, ο πολιτικός κυνισμός δεν είναι ένας για όλους. Έτσι, είναι άλλος ο σαρκαστικός και ειρωνικός κυνισμός, ο κυρίαρχος που αποκαλύπτει τη μάσκα του, αλλά χαμογελά με κατανόηση στον αδύναμο αντίπαλό του συνεχίζοντας να τον καταπιέζει, και είναι άλλος ο καγχαστικός και μοιρολατρικός κυνισμός που λειτουργεί ως ψυχική παρακαμπτήριος της ντροπής και ως άμυνα απέναντι σε δύσκολες συνθήκες ζωής που δεν μπορούν να αλλάξουν.

Ομοίως, μπορεί κανείς να διακρίνει ανάμεσα σε έναν εποικοδομητικό και σε έναν καταστροφικό πολιτικό κυνισμό. Συναποτελούμενος από ειρωνεία, σκεπτικισμό, επιφυλακτικότητα, και δυσπιστία, ο πρώτος είναι συμβατός με τη δημοκρατία καθώς ευνοεί την αποστασιοποίηση από μισαλλόδοξες «αλήθειες» και την ανεκτικότητα απέναντι στον άλλο. Αντίθετα, ο έτερος τύπος είναι ασύμβατος με τη δημοκρατία καθώς στηρίζεται στην κακοπιστία, το μηδενισμό και τη διακωμώδηση των πάντων. Πράγματι, τότε είναι που προκαλείται κρίση εκπροσώπησης. Στην περίπτωση όμως ενός εποικοδομητικού κυνισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν κρυμμένες δυνατότητες και να αλλάξουν οι όροι του πολιτικού ανταγωνισμού. Αναρωτήθηκα, πόσες απαξιωτικές, καυστικές και εν τέλει κυνικές δηλώσεις δημοσίων προσώπων και εκπροσώπων της πολιτικής χωράνε μέσα σε ένα άρθρο; διαπιστώσεις απογοητευτικές. Πώς αλήθεια ακουγόταν και τί παράδειγμα έδιδε η δήλωση του πρώην επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου: ‘οι Έλληνες βρίσκονται στο βούρκο με τα….και μάλιστα πολύ βαθιά’, δικαιολογώντας αργότερα τη δήλωσή του ως εκλαϊκευμένη. Πόσο σοκαριστικές, απαξιωτικές και κυνικές μπορεί να ακουστούν στα αυτιά ενός έθνους με Ιστορία και αγώνες υπέρ της ελευθερίας και δημοκρατίας, φράσεις Ευρωπαίων εταίρων, όπως ‘πουλήστε παραλίες’ ή ‘χωρίς εμάς θα είχατε πέσει στην άβυσσο’ ή ακόμα και το ‘πουλήστε την Ακρόπολη’ από τον γερμανικό τύπο.

Η αποξένωση και ο κυνισμός μεταφέρονται με λόγο και εικόνα μέσα από έναν εμπειροτεχνικό τρόπο αναπαράστασης της “καθημερινής’ ομιλίας, μιας ξύλινης τηλεοπτικής πολιτικής επικοινωνίας. Πού χάθηκε το ‘μηδέν άγαν’, το μέτρο, μέσα σε μια εξαθλιωμένη και θλιβερή ρητορεία των πολιτισμένων, των προοδευτικών και προηγμένων; Η διαμόρφωση της στάσης και της κοινής γνώμης, σαφώς και δεν προσδιορίζεται από τέτοιου είδους δηλώσεις- statements, ακόμα και αν αυτές προέρχονται από επιφανείς πολιτικούς. Στη δημοκρατία πρώτο λόγο έχει η Πολιτεία. Αυτή οφείλει να τηρεί τις υποσχέσεις της απέναντι στους πολίτες που την εξέλεξαν. Κανείς πολίτης, καμίας εθνικότητας δεν θα ήθελε να ζει σε μια διεφθαρμένη δημοκρατία. Γιατί είναι ο ίδιος πολίτης που το 1821 έκανε επανάσταση ρακένδυτος, αμόρφωτος και αγράμματος, γιατί μάλλον δε σκέφτηκε να φορέσει το καλό του κοστούμι για να πάει στον πόλεμο. Και είναι σίγουρο πως δε χρειαζόμαστε άλλες Μήδειες για να μας υποδείξουν με τη στάση τους το ήθος μιας δικής τους ερμηνείας περί της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, αυτή που κλυδωνίζεται από άκρατο πολιτικό κυνισμό και ανηθικότητα, μήπως έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να αμφισβητείται ακόμα και η ποιότητα του λαού της; Πώς γίνεται το πλέον δημοκρατικό μέσο εκλογής πολιτικών προσώπων να μην είναι αρκετό για να βρεθεί ο ικανότερος και λιγότερο κυνικός;

Φοβούμαι, πως αν η κρίση την οποία διάγει με πόνο η χώρα μας, δεν σταθεί ως αφορμή να διορθωθούν τα κακώς κείμενα της δημοκρατίας, θα πέσει πάλι θύμα οικονομικών μηχανισμών και εκμετάλλευσης. Εδώ ανακαλώ μια φράση ενός σπουδαίου Έλληνα καθηγητή Φιλοσοφίας, του Δημ. Λιαντίνη, ο οποίος σχολιάζοντας την έννοια του πόνου, είπε: ‘Υπερβαίνω τον πόνο του κόσμου δεν σημαίνει ότι δημιουργώ μια νέα πραγματικότητα ζωής, στην οποία δεν υπάρχει πόνος. Η εξαφάνιση του πόνου θα σήμαινε εκτροπή του φαινομένου της ζωής σε άλλη οντική μορφή, όπως η αφαίρεση του οξυγόνου από το νερό. Η υπέρβαση του πόνου γίνεται μόνο δια του πόνου.” Και συνεχίζει: ‘«Πάσχει από αθεράπευτο ρομαντισμό, σπαρταριστή αφέλεια και ελαφρόνοια άμετρη εκείνος που νομίζει ότι ο κόσμος διορθώνεται ή ότι φταίει ο Αμερικάνος ή ο Ρούσος, ή όποιος άλλος, για το κακό μας. Αλλοίμονο στον άνθρωπο που πλάστηκε τέτοιος. Μια μόνο υπάρχει δυνατότητα: η επιστροφή και η καταφυγή στον εαυτό μας. Φαίνεται αυτό σαν καταδικάσιμος αριστοκρατισμός, στο βάθος όμως είναι η επιλογή του δυνατού μικρότερου κακού.» Η λύση ενάντια στον γενικότερο κυνισμό όλων των δυτικών κοινωνιών είναι ακριβώς αυτή. Η στροφή προς τον καλό εαυτό μας ή ας μου επιτραπεί να την ονομάσω θεραπευτική δημοκρατία.

Η δημοκρατία λειτουργώντας ‘θεραπευτικά’, όχι μόνο υπό την έννοια της κοινωνικής και πολιτικής κάθαρσης, αλλά και της εξυγίανσης και καλυτέρευσης των σχέσεων μεταξύ πολιτών και πολιτικών, θα στόχευε στην ανάκτηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο αυτών και στην εξομάλυνση της επικοινωνίας τους. Επικοινωνία άμεση, διαδραστική και ισοβαρής ευθυνών, ούτως ώστε να μειωθεί το όποιο παθογόνο νόσημα της κοινωνίας εγκαίρως και να ελαχιστοποιηθεί η δικαιολογία του ‘είμαι κυνικός γιατί αναγκάστηκα’. Και πώς όμως να μην γίνονται κυνικοί οι πολιτικοί, όταν εμείς οι ίδιοι λειτουργούμε αγελαία και με ελλιπή παιδεία; Πώς να αποτραπούν φραστικά επεισόδια στη μάχη των εντυπώσεων για επιβολή, όταν εμείς οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας να πράττουμε ενωμένα και όχι ατομικιστικά; Ας μην περιμένουμε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την επιμελημένη αποστασιοποίηση των πνευματικών ανθρώπων, να μας συμβουλέψουν να καλλιεργούμε την ατομικότητά μας δημιουργικά και όχι με μηχανική υποστήριξη.

Έχει διαπιστωθεί κοινωνιολογικά πως η επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλοιώνει πολλές φορές την πραγματικότητα, καταλήγοντας να βιώνουμε τη διακυβέρνηση ενός λαού μέσα από τηλεοπτικά παράθυρα και όχι στις πλατείες και στην άμεση σχέση του πολιτικά εκλεγμένου με τον εκλογέα του. Φτάσαμε στο σημείο να φυγαδεύονται πολιτικοί από το ελληνικό Κοινοβούλιο ή να διαπομπεύονται σε κάθε δημόσια εμφάνισή τους ως αποτέλεσμα μιας απρόσωπης κυνικής αντιμετώπισης των προβλημάτων του πολίτη, αυτό που κάποιος Ευρωπαίος ομόλογος το ονόμασε ‘φυσιολογικό θυμό’. Πόσο θυμό αντέχουμε να συσσωρεύουμε; Μέσα σε ένα καθεστώς ανελευθερίας, ο πολιτικός κυνισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος να διακλαδωθεί, αποξενώνοντας ολοένα τον πολίτη από τους ιθύνοντες. Ακόμα και ο πιο δύσπιστος πολιτικά θα επείθετο αν εξακολουθεί να απουσιάζει ο πνευματικός κόσμος από τα τεκταινόμενα ή να μην του δίδεται εκείνη η παιδεία που θα είναι συνώνυμη της ελευθερίας. Όροι που συναντούμε κυρίως στις δυτικές κοινωνίες όπως “αλλοτρίωση”, “δυσφορία”, “αποξένωση” , ανομία, αρνητισμός, “αδυναμία” και ούτω καθεξής, ανακύπτουν ως συνέπειες του όρου Πολιτικός Κυνισμός. Επομένως, τόσο η πολιτική αλλοτρίωση- αποξένωση, όσο και ο πολιτικός κυνισμός όταν εμφανίζονται, δεν επενεργούν συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα και την πολιτική συμπεριφορά, αλλά ως απόρροια μιας γενικότερης κρίσης στη διαχείριση του πολιτικού συστήματος. Παρατηρούμε επίσης, πως παράγοντες συντελεστικοί στην επιδείνωση του κυνισμού στην πολιτική, όπως η κρίση ορθολογικότητας απέναντι σε μεγάλες αποφάσεις για το μέλλον μιας χώρας, η αποδυνάμωση της εθνικής ενότητας και ταυτότητας, η χαλαρότητα στην εφαρμογή των νόμων, η τάση απόρριψης νέων ιδεών στην πολιτική ζωή και η αποστείρωση του πολιτικού λόγου, μεγαλώνουν το χάσμα επικοινωνίας και διάδρασης πολιτικής και κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο, διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: πώς γίνεται να έχουμε απ’τη μια πλευρά αλλοτριωτικές τάσεις του πολιτικού μηχανισμού, ενώ ουσιαστικά δεν θίγεται η αντίληψή μας για την πολιτική; Προφανώς γιατί η αντίληψη που έχουμε για την πολιτική είναι άρρηκτα συνυφασμένη με μηχανισμούς, άλλοτε αποτελεσματικούς και άλλοτε αναποτελεσματικούς, σαν να είναι μια διαδικασία αναμενόμενη (η αρνητική ή θετική έκβαση των μηχανισμών), σχεδόν αναπόφευκτη ή και αυτονόητη. Να επινοήσουμε μήπως πολιτικές και μηχανισμούς τέτοιους που να είναι ωφέλιμοι τόσο για τον πολίτη όσο και για την ίδια την ουσία της πολιτικής; Νομίζω το κάναμε ήδη και αποτύχαμε. Μήπως λοιπόν, είναι καιρός να αναθεωρήσουμε τις αρχές της πολιτικής, δίνοντας έμφαση όχι στην αποτελεσματικότητα, αλλά στην συνειδητοποίηση και την αξία της αποτελεσματικότητας, αποτρέποντας έτσι την παρερμήνευση και συνέπεια έργων- λόγων;

H συνειδητοποίηση και η αξία της αποτελεσματικότητας της πολιτικής είναι τόσο σημαντική όσο και η ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικών τους εκπροσώπων. Μιλάμε εν προκειμένω, για την οικοδόμηση μιας ουσιαστικής αμφίδρομης σχέσης εξουσίας – πολίτη, όπου καταργούμε το ψευδοδημοκρατικό λεκτικό παίγνιο ‘ο πολίτης έχει τον πρώτο λόγο’ αντικαθιστώντας το με το ‘ο πολίτης έχει λόγο’ ή ‘ο πολιτικός έχει λόγο’, λόγο για τον οποίο επελέγη, εκλέχτηκε και οφείλει να υπηρετεί, λόγο σύμφωνο με τα έργα που προτίθεται να κάνει. Θα προσπαθήσω να δώσω ένα παράδειγμα οικοδόμησης της εμπιστοσύνης. Χτες είδα ένα ντοκιμαντέρ με καρχαρίες. Οι λεγόμενοι καρχαρίες maco, το πιο επικίνδυνο και παρεξηγημένο είδος μεγάλου λευκού καρχαρία που οσμίζεται μια σταγόνα αίματος ανάμεσα από εκατομμύρια σταγόνες θαλάσσιου νερού. Μια ομάδα ερευνητών ήρθε αντιμέτωπη με την παράδοξη διαπίστωση, πως αν ταΐζουν αυτόν τον καρχαρία με τον ίδιο τρόπο και χωρίς σημάδια απειλής του ανθρώπου προς τον καρχαρία, ο καρχαρίας θα συνεχίζει να τρώει το φαγητό του χωρίς να απειλεί και εκείνος τον άνθρωπο. Μάλιστα, ένας από τους ερευνητές χάιδευε τον καρχαρία καθώς τον τάιζε με τεράστια πιθανότητα να χάσει το χέρι του. Ούτε το χέρι του έχασε και ο καρχαρίας ετράφη όλες τις φορές, χωρίς να αισθάνεται την ανθρώπινη απειλή. Όσο ακραίο είναι το παράδειγμα της φύσης, τόσο ακραία μπορεί να γίνει η σκληρή πραγματικότητα, αν δεν έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτών και πολιτικών. Τα επεισόδια και οι βαρβαρότητες στο κέντρο της Αθήνας είναι νωπά ακόμα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν απλώς άλλο ένα είναι μεμονωμένο επεισόδιο, είναι η τραγική απόληξη του πολιτικού κυνισμού. Και θα συμβαίνουν διαρκώς τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες χώρες οπόταν οι πολιτικοί δεν έχουν λόγο σύμφωνο με τα έργα που υπόσχεται.

Ποιος φοβείται περισσότερο τον πολιτικό κυνισμό; Οι πολιτικοί μακιαβέληδες ή οι πολίτες; Είναι ο πολιτικός κυνισμός η σκληρή απεικόνιση της πραγματικής διάστασης της πολιτικής; Κατά πόσο η διάδοση του κυνισμού αυτού επηρεάζει το οικονομικό κλίμα και πόση ανηθικότητα κρύβεται πίσω από αυτόν; Χαρακτηρίζεται εθνοκτόνος, βέβηλος, βωμολόχος, ασυνεπής και δίγλωσσος. Μήπως οφείλει ο πνευματικός κόσμος που αναπαύεται πάνω στις εκλεκτικιστικές του ιδέες να αναπροσδιορίσει κάποιες έννοιες της Πολιτικής Παιδείας, ούτως ώστε να αποφεύγουμε κάθε φορά να θέτουμε ως εκπροσώπους μας ανόητους και λωποδύτες πολιτικούς; Ή μήπως να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του καρχαρία αυτοτραυματισμούς; Κυνισμός στην πολιτική δεν σημαίνει να λέμε φωναχτά αυτό που σκεφτόμαστε. Ούτε μπορώ να αποδεχτώ πως ένας κυνικός πολιτικός είναι ένας απογοητευμένος ιδεαλιστής. Προβλέψιμο. Ισχύει ότι αν απουσιάζει η ηθική από την πολιτική είναι γιατί περιστοιχίζεται από κάποιους κακούς διαχειριστές της; Λάθος. Αν απουσιάζει πια η ηθική είναι γιατί ‘το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν’.

 

*Φιλόλογος, Υπ. Διδ. Φιλοσοφίας Παν/μιου Αθηνών

 

πηγή: Aντίφωνο

Ισοκράτης, 436338 π.Χ., Αθηναίος ρήτοραςπ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here