Ποιά παράδοση και ποιά πρόοδος (B΄μέρος)

0
82

Λάκης Προγκίδης

Για τα εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη 

Ένα από αυτά τα έργα είναι το «Καμίνι». Διήγημα δημοσιευμένο το 1907. Το «Καμίνι» μπορεί νομίζω να θεωρηθεί σαν το πιο αντιπροσωπευτικό τεκμήριο της γόνιμης και για τις δύο πλευρές σχέσης του Παπαδιαμάντη με την τέχνη του μυθιστορήματος.

Πέντε σελίδες στην έκδοση του Δόμου. Τέσσερα περίπου ίσα στην έκταση μέρη απαρτίζουν το διήγημα. Τετράπτυχο. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει αναγνώστης που στην πρώτη ανάγνωση δεν θ’ αναφωνήσει: Λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένα. Πράγματι το έργο φαίνεται να πάσχει φοβερά από ενότητα. Όχι μόνο τα τέσσερα μέρη του δεν συνδέονται γερά μεταξύ τους, εκτός κάπως το τρίτο με το τέταρτο, αλλά και το καθένα είναι φτιαγμένο από άλλη στόφα. Αν το δούμε σαν μυθιστόρημα, σαν ένα μικροσκοπικό μυθιστόρημα πέντε σελίδων, το «Καμίνι» απαρτίζεται από ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα (μέρος πρώτο), ένα λυρικό ποίημα σε πεζό (μέρος δεύτερο), ένα κοινωνικο-ρεαλιστικό μυθιστόρημα (μέρος τρίτο) κι ένα μελό (τελευταίο μέρος). Τι ενότητα να βρεθεί ανάμεσα σε τόσο ετερόκλητα αισθητικά στοιχεία;

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Καμίνι είναι το όνομα ενός απόκρυμνου βαθουλωτού βράχου στην άκρη της θάλασσας. Γι’ αυτόν τον βράχο ή για κάποιο επεισόδιο που σχετίζεται μαζί του έχει σκοπό να μας μιλήσει ο συγγραφέας. Αρχίζει όμως το διήγημά του ως εξής: «Δεν γράφω εδώ διά το καμίνι όπου λάμπει κοκκίνην λάμψιν την νύκτα επάνω στο πλάγι του βουνού…». Περίεργη αρχή. Αφού δεν θέλει να γράψει για το καμίνι που είναι στο βουνό γιατί το αναφέρει; Ίσως για να δείξει ότι η ίδια λέξη σημαίνει δυο διαφορετικά πράγματα. Δεν αρκείται όμως σ’ αυτή τη νύξη. Το καμίνι για το οποίο δηλώνει ότι δεν θα μιλήσει καταλαμβάνει όλο το πρώτο μέρος, ήτοι το ένα τέταρτο του διηγήματος! Οπότε όχι μόνο η ενότητα πάει περίπατο αλλά και η ισορροπία του όλου.

Το θαλασσινό καμίνι εμφανίζεται επιτέλους στο δεύτερο μέρος. «Εκεί», διαβάζουμε σχεδόν στην αρχή αρχή, «άμα κάμψης τον κάμβον της Πούντας [….] εκεί σχηματίζεται μέγα επιστρεφές άντρον, με πλατύ χάσμα κυκλοτερές υψηλά….». Τώρα στη σκηνή ανεβαίνει ο ποιητής. Την περιγραφή αναλαμβάνει ο μέγας αλχημιστής των λέξεων. Από τα βάθη της εκκλησιαστικής παράδοσης φτάνει στα χείλη του η θαυματουργή «κάμινος» των «τριών παίδων» καθώς και η «κάμινος» ως σύμβολο της Θεομήτορος. Ο βαθουλωτός βράχος μεταμορφώνεται, ποιητικώ τώ τρόπω, σε κόλπο της Παρθένου, σε «πρότυπον όλων των καμινίων», σε καμίνι «προωρισμένον να μην ανάπτη, να μην καίη, να μην ερεύγεται φλόγας αλλά να δροσίζη καρδίας, και οφθαλμούς και μέτωπα ανδρών».

Αλλαγή σκηνικού. Στο τρίτο μέρος έρχεται η σειρά της πεζής καθημερινότητας. Ιδού η αρχή: «Η Τσούλα, κόρη του Μανδράκια, του βοσκού, εφύλαγε τα ολίγα πρόβατα του πατρός της επάνω εις την ράχιν της Πούντας…» Πατέρας και συγγενείς έχουν βαλθεί να την παντρέψουν στα δεκαοκτώ της μ’ έναν βοσκό χήρο με δυο παιδιά. Η Τσούλα δεν λέει ούτε ναι ούτε όχι. «Δεν είχεν αισθανθεί έως τώρα τους παλμούς της καρδίας της». Μόνο να, τώρα, εδώ ψηλά, ακριβώς πάνω από το Καμίνι, φέρνει στο μυαλό της τον νεαρό ναύτη που είχε συναντήσει μια και μόνη φορά και που τον άκουγε πού και πού να τραγουδάει:

Ξύπνα, γλυκειά μ’ αγάπη, κ’ η νύχτα είναι βαθειά ̇

κ’ η βάρκα μας προσμένει στην ακροθαλασσιά.

Μέρος τέταρτο και τελευταίο. Η Τσούλα, μη ξέροντας πώς ν’ αντιδράσει στις απαιτήσεις των συγγενών της, παίρνει τους δρόμους στα χαμένα. Φθάνει «μέχρι του χείλους του θαλασσίου Καμινίου». Ανάκατες σκέψεις της θολώνουν το μυαλό. Κοιτάζει κάτω βαθειά. Η ομορφιά του γυαλού την συνεπαίρνει. Αλήθεια, σκέπτεται, τι θα γινόταν αν έδινα έναν πήδο; Το βλέμμα της σταματάει στα κοχύλια και θυμάται την ωραία κοχύλα που της χάρισε στην μοναδική τους συνάντηση ο … διστάζει να προφέρει τ’ όνομά του… «ο Νίκος!» λέει αποφασιστικά. «Την ιδίαν στιγμήν, ώ θαύμα! Εις ναύτης με την βαρκούλαν του εισέπλευσε μέσα εις το Καμίνι» κλπ. «Ο γάμος ετελέσθη την ιδίαν εσπέραν εις το χωρίον». Τέλος.

Ο μη προσεκτικός γενικά αναγνώστης, και ειδικά ο σημερινός ο οποίος με την κάθε επόμενη εικόνα που του σερβίρει η πανταχού παρούσα τηλεόραση ξεχνάει την προηγούμενη, όποια και νάναι, θα μείνει με την εντύπωση του ειδυλλίου. Μόνο που ο Παπαδιαμάντης δεν τιτλοφορεί το διήγημά του «Τσούλα και Νίκος» αλλά «Το Καμίνι». Το κέντρο βάρους είναι λοιπόν το καμίνι. Η ιστορία αφορά το καμίνι. Οι παραλλαγές έχουν για θέμα το καμίνι. Αλλά ποιο καμίνι; Αυτό του βουνού, το τεχνολογικό ας πούμε καμίνι, αυτό της θάλασσας, το φυσικό καμίνι, ή το θείο; Ολοφάνερα, με τη μορφή που επέλεξε, ο Παπαδιαμάντης αγγαλιάζει και τα τρία. Και ο σύνδεσμος; Πώς ενώνονται αυτά τα τρία τόσο διαφορετικά καμίνια; Με τη λέξη και μόνο; Νάναι τάχα ο Παπαδιαμάντης ένας πριν την ώρα του μεταμοντέρνος συγγραφέας που μας διασκεδάζει με τα ποικίλα νοήματα που ξεπηδούν από το ίδιο λεκτικό υπόβαθρο; Η υπόθεση θα ήταν θεμιτή αν ο Παπαδιαμάντης είχε αρκεστεί στο δεύτερο μέρος, το ποιητικό, ή αν είχε γράψει όλο το διήγημα με την τεχνική του δεύτερου μέρους.

Ο κάπως πιο προσεκτικός αναγνώστης θα συμπεράνει ότι παρομοιάζοντας ο Παπαδιαμάντης την Παρθένο Μαρία με τη βαθουλωτή μορφή του βράχου θέλει να δείξει πως το θαύμα της αγάπης έλαβε χώρα στον κόλπο της. Πολύ σωστά. Με το θαύμα, τα δύο καμίνια, το θείο και το θαλασσινό, συμπλέκονται. Αξίζει νομίζω τον κόπο να σταθούμε λίγο σ’ αυτή τη μερική ενότητα. Μία από τις κύριες προσλήψεις του Παπαδιαμαντικού έργου, ίσως μάλιστα εδώ και μερικά χρόνια η κυρίαρχη, είναι αυτή σύμφωνα με την οποία σ’ αυτό το έργο παντρεύονται θαυμάσια η παγανιστική φύση η «πλήρης θεών» των Αρχαίων Ελλήνων με τα κατοπινά χριστιανικά ιδεώδη του ελληνικού λαού. Αυτή η πρόσληψη, με σημαντικότερο εκπρόσωπό της τον Άγγελο Σικελιανό, διαδίδεται ευρέως ανάμεσα σε ποιητές, καλλιτέχνες, κριτικούς και ερευνητές. Το μεγάλο της πλεονέκτημα είναι ότι κολακεύει το καλώς νοούμενο εθνικό μας εγώ. Μας προικίζει αισθητικά μ’ ένα ασύλληπτο βάθος πεδίου. Μας πάει από τον Όμηρο μέχρι το σήμερα. Και το πιο σημαντικό μας οδηγεί στο ν’ αγκαλιάσουμε, καθησυχαστικά, τους δυο πολιτισμούς μας. Σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ ανάμεσά τους θανάσιμος ανταγωνισμός. Σαν, βάλε ο ένας βάλε ο άλλος να τα βρήκαν κάποτε, να συμβιβαστήκαν και να καταλήξαν σε τούτο το υπέροχο λογοτεχνικό κράμα που λέγεται Παπαδιαμάντης. Μέχρι σήμερα, μακάρι να κάνω λάθος, δεν γνωρίζω κανέναν εκτός από τον Λάμπρο Καμπερίδη, που να εξεγέρθηκε εναντίον αυτής της πιο γλυκειάς και λαοπλάνας ερμηνείας του έργου του συγγραφέα των «Μαγισσών». Βέβαια αν απομονώσουμε το δεύτερο μέρος του «Καμινιού», αν διαχωρίσουμε το ποιητικό εμβόλιμο από τα συμφραζόμενα είναι εύκολο να δικαιώσουμε από μια πρώτη ματιά τη σικελιανή ερμηνεία. Αλλά, ακόμα κι έτσι, ξεκομμένο από τα υπόλοιπα, το δεύτερο μέρος, αν διαβαστεί με προσοχή, στρέφεται χωρίς την παραμικρή αμφιβολία κατά της παγανιστικο-χριστιανικής όσμωσης. Γιατί η Παναγία δεν είναι μέσα στο βράχο όπως ήταν για παράδειγμα η Εκάτη μέσα στη σελήνη. Αντίθετα: ο βράχος είναι μέσα στην Παναγία. Θεόκτιστον το αποκαλεί το θαλασσινό καμίνι ο Παπαδιαμάντης, υπογραμμίζοντας τη λέξη. Η φύση δεν είναι εδώ «πλήρης θεών». Ο Θεός είναι πλήρης φύσεως. Θεόκτιστο είναι το καμίνι, και τα κοχύλια τα οποία προστατεύει, και οι άνθρωποι οι οποίοι το θαυμάζουν, και τα συναισθήματά τους. Όλα είναι στον κόλπο του Θεού.

Και τώρα τι γίνεται με το πρώτο μέρος; Τι τον έπιασε τον κυρ Αλέξαντρο και πρόταξε στο διήγημά του αυτήν την εκτεταμένη αναλογικά με το υπόλοιπο κείμενο αναφορά στο βουνίσιο καμίνι; Δεν θα ήταν όλα πιο όμορφα και πιο λογικά αν μας διηγιόταν κατευθείαν το πώς το βραχώδες καμίνι θαυματούργησε και πώς γλύτωσε η χάρη του τους δυο νέους από τους συνθλιπτικούς κοινωνικούς καταναγκασμούς; Και άντε μιας και τόσο αρέσκεται στις παρεκβάσεις ας το θυμόταν το άλλο του καμίνι κάπου ενδιάμεσα, αλλά στην αρχή αρχή! Αστειεύομαι βέβαια. Για να το φτιάξει έτσι κάτι θα ήξερε ο μάστορας.

Με την υπόθεση ότι το «Καμίνι» είναι ένα μικρούτσικο μυθιστόρημα βάφτισα το εισαγωγικό κομμάτι αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Για την ακρίβεια πρόκειται για μυθιστόρημα μαθητείας. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος ο Παπαδιαμάντης μας εξηγεί από πού ανακρατάει η αισθητική του παιδεία. Τα τρία μέρη που θ’ ακολουθήσουν μετά πρέπει λοιπόν να διαβαστούν σε συνάρτηση με το αισθητικό του πιστεύω. Το καμίνι στο βουνό αντίκρυ, να εκπέμπει κάθε νύχτα την κατακόκκινη λάμψη του, το θυμόταν λέει ο συγγραφέας από τα μικράτα του. Το ατένιζε για ώρα πριν τον πάρει ο ύπνος «σιμά εις την αγκάλην της μάμμης του» κάτω από την «αμυδρά γλυκειά απολαμπή των κανδηλίων, όπου [έφεγγαν] εμπρός εις τα παλαιά εικονίσματα των αμαυρών μελαγχολικών Αγίων». Ώρα μοναδική. Ώρες μοναδικές. Κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ πριν βυθιστεί οριστικά στον ύπνο, το παιδικό του βλέμμα προσηλωνόταν στο καμίνι του μόχθου, στο θηρίο στο οποίο ολημερίς και ολονυκτίς οι άνθρωποι αφιερώναν τη ζωή τους, ενώ, παράλληλα, ενσταλάζονταν στη μνήμη του τα παραμύθια της γιαγιάς. Έξω και μέσα, ταυτόχρονα. Έξω, η πάλη του ανθρώπου με την ύλη. Μέσα, η μετάγγιση της παράδοσης. Άλλο καμίνι και τούτο, το καμίνι όπου εκκολάπτεται ο ατομικός δημιουργός. Ο Παπαδιαμάντης δεν το κατονομάζει. Το φέρνει απλά στο προσκήνιο. Είναι η πιο κρίσιμη, η πιο αποφασιστική στιγμή ολόκληρης της ζωής του.

Τέλος, όταν ενύκτωσε, το καμίνι με την αναλαμπήν της φλογός του εκοκκίνησεν εις το βουνό αντικρύ, και συ, παιδίον, εκοιμήθης εις τους κόλπους της μάμμης σου, με ονειροπολήματα αίγλης και μαρμαρυγής εις την κεφαλήν σου. Και δεν σ’ έμελε δια τα βάσανα των ανθρώπων, ούτε δια την σκληράν πάλην της ζωής. Αλλ’ από τους μαστούς τους στειρεύσαντας ως από πέτραν άγονον εζήτεις να θηλάσης γάλα, πόμα καινόν, ως άλλην πηγήν αφθαρσίας.

Και συνεχίζει, ώστε να μην μας μείνει καμιά αμφβολία για το ποιος κόσμος είχε τελεσίδικα κερδίσει την νεαρή ψυχή του.

Και δεν ανελογίσθης πως οι μυθώδεις εκείνοι δράκοι, οι Κύκλωπες, οπού ενυκτέρευον μακράν εκεί, εις το όρος, επότιζον με ιδρώτα τας πέτρας και τα ξύλα και τους κορμούς τους αδρούς, προσπαθούντες δια του πυρός εκείνου να παράγωσι χρήσιμόν τι ευτελές πράγμα, όπως λάβωσι μικρά αργύρια και θρέψωσι και αυτοί μικρούς ανθρωπίσκους, προωρισμένους να είναι ισοβίως σκλάβοι άλλων πάλιν νεαρών τυράννων. Ώ ματαιότης!

Τέλος του πρώτου μέρους. Μετά το απαραίτητο διαχωριστικό κενό διαβάζουμε: «Αλλά το Καμίνι αυτό, περί ου ο λόγος τώρα, ήτο άσπιλον, έκτακτον και μοναδικόν… ‘Ητο θαλάσσιον καμίνι». Ξεκινώντας το «κυρίως» καμίνι του με τον χαρακτηρισμό του άσπιλου, είναι φανερό, για όποιον διαθέτει έστω και ελάχιστη χριστιανική παιδεία, ότι ο Παπαδιαμάντης έχει στο μυαλό του την Παναγία. Παπαδιαμάντης είναι, στις εκκλησίες σύχναζε, θρησκευτικά είναι συνήθως τα θέματά του, αργά ή γρήγορα στην Παναγία θα το γύριζε το αφήγημά του, που αλλού; σκέφτεται ο αφελής αναγνώστης. Και καλά να σταματούσε εδώ το ζήτημα. Το κακό είναι ότι τούτη η αφέλεια έχει διαπεράσει ακόμα και τα ανώτερα στρώματα της πνευματικής ζωής του Έθνους. Η αυστηρή προσκόλληση του συγγραφέα του «Καλόγερου» στη χριστιανική πίστη και στο ορθόδοξο τυπικό, σκέφτονται ουκ ολίγοι, τον εμπόδισε να ζήσει τον κόσμο του και να εκφράσει τα μεγάλα προβλήματα του καιρού του. Μιλώ για αφέλεια γιατί ένα πράγμα είναι ν’ αποστρέφεσαι και ν’ αντιμάχεσαι τη χριστιανική θρησκεία, ελεύθερος είσαι θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, και τελείως άλλο πράγμα να διαβάζεις θεόστραβα το έργο ενός χριστιανού συγγραφέα.

Θέλω να πω ότι τα καλλιτεχνικά έργα δεν φτιάχνονται με το θρησκευτικό πιστεύω αλλά με το αισθητικό. Μπορούμε βέβαια, εθισμένοι στον ασίγαστο πόλεμο των κλισέ, να ξεχνάμε εύκολα αυτόν τον σημαντικότατο κανόνα αλλά ας το κάνουμε τουλάχιστον αυτό όταν ο ίδιος ο συγγραφέας είναι απών και όχι όταν παίρνει πρώτος το λόγο για να μας τον υπενθυμίσει. Δράττεται λοιπόν της ευκαιρίας του «θαυματουργού βράχου» που ονομάζεται από τους ντόπιους καμίνι για να κάνει μνεία του «βιομηχανικού» καμινιού των παιδικών του χρόνων και να μας μπάσει έτσι στο προσωπικό του εσωτερικό καμίνι, εκεί όπου σφυρηλατήθηκε η καλλιτεχνική του φύση. Εκεί λοιπόν, πλάι στη γιαγιά, ήταν σαν να γεννήθηκε καλλιτεχνικά στον κόλπο του Θεού. Εκεί ρούφηξε τη θρησκεία του σαν «νάμα», σαν ομορφιά, σαν παραμύθι και νανούρισμα. Πράγμα που αποστείρωσε τον καλλιτεχνικό οργανισμό του άπαξ διά παντός και δεν του χρειαστήκαν αργότερα εκκενώσεις του θείου (όπως στην περίπτωση του Κλωντέλ) για να βρει το δρόμο του. Αλλά, όπως είδαμε, ο Παπαδιαμάντης δεν αρκείται στη δήλωση της πίστης του. Μιλάει για τη «στροφή» του όντας ακόμα νήπιο, ριγμένο, θάλεγε ο φιλόσοφος, στα σπλάχνα μιας ανθρωπότητας εξαρτημένης παντελώς από την τεχνολογία. Μιλάει για έναν αισθητικό προσανατολισμό όταν η φαντασία του ήταν ακόμα στα σπάργανα, ανόθευτη από τις επιταγές του νου και τις παρορμήσεις της καρδιάς. Ναί, αυτή η τρυφερή ψυχή αποζητάει ήδη «άλλην πηγήν αφθαρσίας». Όχι όμως σαν καταφύγιο. Όχι γιατί σκιάζεται τον κόσμο. Όχι γιατί θέλει ν’ αγνοεί τα προβλήματά του. Όχι σαν επιλογή ατομικής σωτηρίας. Αλλά σαν αντιπαράθεση. Σαν κρίση και κριτική. Σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους αφοσιωμένους τυφλά στην Πρόοδο επικριτές του, συγκαιρινούς του και μελλούμενους.

Ο Παπαδιαμάντης, αν κρίνουμε από το έργο, δεν αμφέβαλε ποτέ για την πίστη του. Η συνείδησή του δεν ταλαιπωρήθηκε από καμία κρίση. Ίσως γιατί δεν ξέχασε ποτέ την τιτανομαχία που έλαβε χώρα μέσα του στα παιδικά του χρόνια και από την οποία γλίτωσε ως εκ θαύματος. Τιτανομαχία. Από τη μια το καντήλι, οι μελαγχολικοί Άγιοι και το μουρμουρητό της γιαγιάς. Από την άλλη οι μοντέρνοι «Κύκλωπες» που μέρα νύχτα υπηρετούν το τεχνολογικό καμίνι, το καμίνι των προκατασκευασμένων αναγκών, το καμίνι της εξέλιξης και της προόδου, το μοναδικό πλέον καμίνι του κόσμου μας, το μάταιο καμίνι όπου αφεντικά και δούλοι αλληλοδιαδέχονται οι μεν τους δε, φτιάχνοντας οι μεν τους δε εις τους αιώνας των αιώνων.

Οι θιασώτες της εξέλιξης, της προόδου, του εκσυγχρονισμού των κοινωνιών και ό,τι άλλο παρόμοιο βάλει ο νους του αφέντη και ιδιοκτήτη της φύσης, βρίσκουν ότι ο Παπαδιαμάντης αδιαφόρησε για τους αγώνες των «δούλων» της εποχής του. Αδιαφόρησε; Εκατόν τέσσερα χρόνια μετά το «Καμίνι» καλό θα ήταν οι αιώνιοι προοδευτικοί ν’ αρχίσουν να σκέφτονται τη δική τους ύπαρξη με βάση την «προαίσθηση» του Παπαδιαμάντη ότι το καμίνι που στήθηκε τάχα για ν’ ανταποκριθεί στις υποτιθέμενες ανάγκες μας θα καταντήσει κάτεργο για όλους μας και εκπαιδευτήριο από το οποίο θ’ αποφοιτούμε πότε σαν πειθήνια όργανα και πότε σαν αποτρόπαιοι τύραννοι. Συνήθως η προσήλωση στην παράδοση εκλαμβάνεται, και σωστά νομίζω, σαν άρνηση της σκληρής και ανελέητης πραγματικότητας. Στον Παπαδιαμάντη το πρόβλημα, το είδαμε μόλις, τίθεται τελείως διαφορετικά. Η παράδοση δεν είναι κρησφύγετο. Είναι το βασίλειο της ελευθερίας μπροστά στη σκλαβιά της εξέλιξης στην οποία υποκύπτουμε όλο και πιο εθελούσια έως και μετά χαράς.

page17image21312
page17image21584
page17image21856

Μένει, παρά όλ’ αυτά, πάντα ανοιχτό το κεφάλαιο της ενότητας του έργου. Αφού ο Παπαδιαμάντης ήθελε, σύμφωνα με την εισαγωγική του δήλωση, να μας αφηγηθεί την ιστορία της Τσούλας και του Νίκου γιατί ενέπλεξε και τον εαυτό του; Τι σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην πρώτη αγάπη του για την ελευθερία και το ευτυχισμένο ειδύλλιο της βοσκόπουλας με το ναυτόπουλο; Πώς να εναρμονίσουμε τόσο παράταιρες αφηγηματικές λογικές όπως θα έλεγαν σήμερα οι ειδικοί των λογοτεχνικών κανόνων; Πώς να πλεύσουμε πατώντας σε δυο διαφορετικές βάρκες όπου η κάθε μια τραβάει τον δρόμο της; Ας μη βιαστούμε. Ας μην καταλήξουμε πριν αφήσουμε το διήγημα να δουλέψει μέσα μας. Και όχι μόνο το διήγημα. Ολόκληρη την τέχνη από την οποία ανακρατάει.

Τα πολύ παλιά λοιπόν μυθιστορηματικά χρόνια, οι πρωτομάστορες της τέχνης του μυθιστορήματος συνήθιζαν να παίρνουν μέρος στα έργα τους. Σαν μυθιστορηματικά πρόσωπα κι αυτοί ανάμεσα στ’ άλλα πρόσωπα που γεννούσε η φαντασία τους. Σκέφτηκα αρκετά γύρω από αυτή την περίεργη συμπεριφορά των πρώτων μυθιστοριογράφων και τολμώ να κάνω την εξής υπόθεση. Αν πράγματι η τέχνη του μυθιστορήματος σκάει μύτη για να γελοιοποιήσει τον κόσμο που μιζάρει όλο του το είναι και όλο του το έχει στην εξέλιξη και την πρόοδο της επιστήμης του, αν σε κάθε βήμα αυτού του κόσμου προς το ιδεώδες του, προς τον απόλυτο και μη ανατρέψιμο θρίαμβο του τεχνολογικού καμινιού και τον υποβιβασμό του ανθρώπου σε αψεγάδιαστο γραναζάκι του όλου συστήματος, σε υποδειγματικό σκλάβο, αν λέω όντως ο μυθιστοριογράφος εμφανίστηκε για ν’ αντιτείνει κοροϊδευτικά χίλια άλλα δυνατά (ήτοι φανταστικά) ανθρώπινα πρόσωπα στη μονόδρομη και μονοσήμαντη εξέλιξη, δεν θα ήταν τελείως λογικό, ο νέος αυτός καλλιτέχνης, ο νέου τύπου αυτός προφήτης, ο νέος αυτός αντίρροπος στο χώρο της συλλογικής φαντασίας μοχλός, έχοντας αισθανθεί, εν μέσω ιαχών θριάμβου απ’ όλες τις μεριές, την αυτοκτονική στροφή που πήρε ο κόσμος του, δε θα ήταν λέω και πάλι τελείως λογικό να θελήσει να βρεθεί, έστω και στον λιγοστό χρόνο του έργου του, από την άλλη πλευρά της κουρτίνας, συντροφιά με τ’ αγαπημένα του πρόσωπα τα οποία, αυτά τουλάχιστον, είχαν κερδίσει την αιωνιότητα σαν όντα ελεύθερα, απείθαρχα στα κελεύσματα των καιρών τους; Τίποτα δεν πάει χαμένο στο χώρο της τέχνης. Τίποτε εδώ δεν είναι μάταιο. Όπως κι αν έχει, τούτη η συνάρθρωση, τούτη η σύζευξη ατομικού βιώματος και φαντασίας έτσι όπως την καλλιεργούν τα πρώτα μυθιστορήματα ενσταλάζει μέσα μας, σε μας τους αναγνώστες, την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να γίνει ίσος και ταυτόσημος με το ερμηνευτικό σύστημα που υιοθετεί για να εξηγήσει και να χτίσει τον κόσμο του, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί, ό, τι κι αν κάνει, ν’ απαλείψει από το είναι του τη διάσταση του μυστηρίου και του απρόβλεπτου.

page18image22128
page18image22400
page18image22672
page18image22944

Και επανέρχομαι στο «Καμίνι». Είχε δίκιο ο Παπαδιαμάντης όταν σημείωνε στην αρχή του διηγήματός του ότι δεν θα έγραφε για το καμίνι του βουνού. Πράγματι δεν έγραψε για τίποτ’ άλλο εκτός από την ιστορία της Τσούλας και του Νίκου. Για το θαύμα της αγάπης και μόνο μίλησε. Αποκλειστικά. Και το μυθιστόρημα μαθητείας τι το κάνουμε, το πετάμε; Όχι προς Θεού! Χωρίς αυτό το κομμάτι όλο το οικοδόμημα καταρρέει. Αλλά η ενότητα δεν δηλώνεται ανοιχτά. Για να την βρούμε και για να την αποκαταστήσουμε πρέπει ν’ αναγεννηθούμε, όπως το έκανε ο Παπαδιαμάντης, στη μεγάλη παράδοση του μυθιστορήματος. Παίζοντας και αυτός στο ίδιο του το έργο, όπως και οι άλλοι μεγάλοι δάσκαλοι, φωτίζει το μυστήριο της ανθρώπινης δημιουργίας μέσω της εμπειρίας των ηρώων του. Η Τσούλα και ο Νίκος απαλλάχτηκαν από τις ασφυκτικές κοινωνικές προδιαγραφές χάρη στο θαύμα της Παναγιάς. Αλλά μήπως και για τον ίδιο τον αφηγητή δεν έγινε κάτι παρόμοιο; Τι άλλο εκτός από θαύμα ήταν αυτό που τον έσωσε μια για πάντα από τον αδηφάγο, αδίστακτο και ίσο πάντα με τον εαυτό του δράκοντα της Προόδου; Και γιατί άραγε, το ένα θαύμα δεν μας φτάνει; Όχι βέβαια. Το θαύμα του διηγήματος είναι επινοημένο, φανταστικό. Το θαύμα της μεταμόρφωσης του Παπαδιαμάντη σε συγγραφέα είναι βιωματικό, πραγματικό. Μόνο η σύζευξή τους, μόνο η ενότητα τους –ιδού τελικά η βαθύτερη ενότητα του διηγήματος– μας κάνει να αισθανθούμε τον άνθρωπο ανοιχτό στο θαύμα, να αισθανθούμε ότι ίσως κάπου ένα θαύμα μας περιμένει κι εμάς.

Όσο προχωράει ο καιρός τόσο πιο έντονα νιώθω ότι ο κόσμος μας έχει ανάγκη από τον Παπαδιαμάντη. Θα με ρωτήσετε: Από τον χριστιανό ή από τον μυθιστοριογράφο; Απαντώ: Και από τους δύο ταυτόχρονα. Και σπεύδω να διευκρινίσω: ο κόσμος μας έχει επιτακτική ανάγκη από αυτό με το οποίο ο χριστιανισμός του Παπαδιαμάντη πλούτισε την ιστορία του μυθιστορήματος. Γιατί εάν είναι αλήθεια ότι ο Παπαδιαμάντης «έφερε το μυθιστόρημα στην Ελλάδα», άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι ζύμωσε τούτη τη τέχνη με την υπαρξιακή εμπειρία του θαύματος.

Παρίσι, Αύγουστος 2011, διαβάστε εδώ το Α΄μέρος

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here