“Πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες”

1
135

μοναχός  Θεολόγος  Ιβηρίτης

Θεολογικές προϋποθέσεις για την προσέγγιση της Αγίας Γραφής

“Των την ένσαρκον του Θεού Λόγου παρουσίαν λόγω, στόματι,καρδία και νω, γραφή τε και εικόσιν ομολογούντων …Των πιστευόντων και διακηρηκευομένων, ἤτοι εὐαγγελιζομένων, τοὺς λόγους επί γραμμάτων, τα πράγματα επί σχημάτων, και εις μίαν εκάτερον συντελείν ωφέλειαν, την δια λόγων ανακήρυξιν, και την δι’ Εικόνων της αληθείας βεβαίωσιν … Των τω λόγω αγιαζόντων τα χείλη, είτα τους ακροατάς δια του λόγου … Αιωνία η μνήμη.”1

Την εύσημη Κυριακή της Ορθοδοξίας, μαζί με τους αγίους ομολογητές και διδασκάλους της Εκκλησίας, τιμώνται και μνημονεύονται οι άγιοι προφήτες και απόστολοι, οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής. Κι έχει μοναδική σημασία για τους χριστιανούς αυτό το άγιο Βιβλίο, όχι γιατί απλώς μας παραδίδει γραπτά τα γεγονότα της θείας Οικονομίας -και τα Απόκρυφα περιέχουν ιστορικές πληροφορίες για τη ζωή του Κυρίου και των αποστόλων, πολλές από τις οποίες δέχεται η Εκκλησία- ούτε γιατί μας παρέχει κάποιον ηθικό κώδικα ζωής -μόνος του θα ήταν ανεπαρκής-, αλλά επειδή εκφράζει αυθεντικά την εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι λόγος κτιστός, αγιασμένος από την άκτιστη Χάρη, λόγος που καθαίρει τα χείλη και τη διάνοια, φωτίζει τον νου, τρέφει την ψυχή, αγιάζει όποιον ευλαβικά τον πλησιάζει.

Μετά την πτώση ο άνθρωπος αποξενώθηκε από τον Θεό. Μόνη παρηγοριά τού έμεινε ο φυσικός και, στη συνέχεια, ο γραπτός νόμος. Ακολουθώντας τον ο “εν ανομίαις γεννηθείς” είχε την ελπίδα της σωτηρίας δια του Θεού Λόγου και του μυστηρίου του Σταυρού, που, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, μυστικά “ενηργείτο” στους εκλεκτούς (προφήτες, δικαίους, πατριάρχες του Ισραήλ)2.
Τα λόγια του νομοθέτη Μωυσή και των λοιπών συγγραφέων της Παλαιάς Διαθήκης έκρυβαν μέσα τους τη χάρη του Λόγου που εμφανίστηκε σ’ αυτούς. Όμως, για να κοινωνήσει κανείς με τη χάρη τους και να αντιληφθεί τον κεκρυμμένο σκοπό τους, χρειάζεται να έχει καθαρθεί από την αμαρτία, περιρρέουσα και εσωτερική. Αλλά οι Ιουδαίοι έμειναν προσκολημμένοι στις κτιστές παραστάσεις του Νόμου, στο γράμμα του. Μια τέτοια στάση εγκλωβίζει τον άνθρωπο στη φυλακή των αισθήσεων. Αποκτείνει και δεν ζωοποιεί.
Σαρκώθηκε όμως ο Χριστός κι έκανε δικά Του όλα τα δικά μας. Αγίασε και τον λόγο μας, γραπτό και προφορικό. Αποκάλυψε και φώτισε τον “νουν” της Παλαιάς Διαθήκης με το φως της ενανθρωπήσεως. “Και πάσα γραφή”, γράφει ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, “και πας λόγος Θεού, ή Αγίου τινός, ή των αισθητών ή των νοητών κτισμάτων, σκοπόν έχει εν εαυτώ κεκρυμμένον· ου μόνον δε, αλλά και πας ανθρώπινος λόγος. Και ουδείς γινώσκει τον νουν του τυχόντος ρητού, ει μη δι’ αποκαλύψεως”3.
Οι απόστολοι έζησαν εν Αυτώ. Γνώρισαν την Αγία Τριάδα, Έγιναν κοινωνοί της αιωνίου ζωής. “Αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν”4. Και διδάχτηκαν από τον μόνο Καθηγητή και Διδάσκαλο την απλανή οδό για τη σωτηρία, για την κοινωνία με τον Θεό. Έγιναν θεοφόροι. Το Άγιο Πνεύμα ενοίκησε μέσα τους και τους δίδαξε “πάσαν την αλήθειαν”. Τους έκανε γνωστό και τον άνθρωπο, την πραγματική του φύση, και το πώς μπορεί να θεωθεί. Μ’ αυτά τα εφόδια σαγηνεύουν την Οικουμένη. Είναι μάρτυρες του Ιησού Χριστού, φορείς της μιας Αλήθειας. Γι’ αυτό, “αγράμματοι όντες, πολλούς σοφίζουσι”. Γίνονται οδηγοί του λαού.
Εκτός από τον προφορικό λόγο που “ηύξανε”, οι ανάγκες επέβαλαν και τον γραπτό. Η μυσταγωγία -η κατήχηση- ασφαλίζεται με τα κείμενα, κατά τον ευαγγελιστή Λουκά5.
Θαυμαστό είναι το μεγάλο κύρος που έχει μεταξύ των αποστόλων ο Παύλος, ο οποίος δεν συνάντησε τον Χριστό στην επίγεια ζωή Του, κι όμως δίδαξε όλη την Οικουμένη και την πρόσφερε σ’  Αυτόν. Το Άγιο Πνεύμα δεν τον φώτισε λιγότερο από τους Αποστόλους που ήσαν στο υπερώο. Γι’ αυτόν τον λόγο ιστορείται στο κέντρο της εικόνας της Πεντηκοστής, να δέχεται την επιφοίτησή Του, κορυφαίος του χορού. Και αναδεικνύεται ο πολυγραφότερος των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης.
Η ζωή στην Εκκλησία είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Καταργούνται τα κλείθρα του τόπου και του χρόνου. Όποιος, δια της τηρήσεως των εντολών, καθαρθεί από την αμαρτία με τη χάρη του Χριστού, μπορεί να γευτεί την ίδια με τους αποστόλους εμπειρία. Να του εμφανιστεί ο Χριστός. Ν’ ακούσει “άρρητα ρήματα ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι”6. Να διδαχτεί τα μυστήρια του Θεού και να διδάξει στους ανθρώπους την Οδό.
Έτσι φωτίζεται το πρόβλημα της ερμηνείας της Αγίας Γραφής, που ταλαιπωρεί επί αιώνες την ακαδημαϊκή θεολογία. Αυθεντικοί ερμηνευτές είναι οι θεοφόροι, όσοι γνώρισαν τον Θεό κατά χάριν, ανεξάρτητα από τόπο, χρόνο και τις κατά κόσμον γνωστικές προϋποθέσεις. Γράφει ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής: “Η μάθησις, μέρος ελάχιστον λαμβάνουσα γνώσεως, το παν εά μηδενί λόγω κρατούμενον. Η δε κατά χάριν γνώσις όλην έχει δίχα μελέτης, την εφικτήν ανθρώποις σοφίαν”7. Έχει την ίδια αυθεντία ο μέγας Αντώνιος, που δεν ήξερε ελληνικά ούτε ανάγνωση και γραφή κι όμως γνώριζε τη θεία Γραφή με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, κι ο ελληνομαθέστατος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος, που η καρδιά του έγινε αγία γραφή, κι ο σχεδόν σύγχρονός μας άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, που μελετούσε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη κάθε εβδομάδα. Ο “αμαθής” όσιος του Γεροντικού, που προσευχόταν στον Θεό κι έπαιρνε από τον ίδιο την απάντηση στις αγιογραφικές απορίες που του είχαν θέσει, κι ο φιλοσοφικότατος άγιος Μάξιμος με την “Περί διαφόρων απόρων της αγίας Γραφής” ερμηνεία του.
Υπάρχει μια θαυμαστή ενότητα μέσα στην Εκκλησία. Και ένα αλάνθαστο κριτήριο της διδαχής της, η μετοχή στη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δι’ αυτής οι Άγιοι γνωρίζουν το ένα μυστήριο και ερμηνεύουν αυθεντικά τα πάντα: “Και ούτως εις τους λόγους των όντων εισάγομαι κατά πάντας τους λόγους των πάντων συνημμένων εις ένα μυστικόν λόγον, και τα των Γραφών πάντα εις εκείνον τον λόγον ορώ καταλήγοντα· και πολλ’ άττα μυστήριά μοι αποκαλύπτονται εν τω ενί εκείνω αναγόμενα, και δι’ ενός εκείνου φαινόμενα τοις ορώσιν εν αληθεία και πνεύματι”8.
Δι΄ αυτής της χάριτος οι Άγιοι διδάσκουν τον λαό, κι ο λαός, κατά το ευσεβές φρόνημά του, δέχεται και ακολουθεί “τας των αγίων θεοπνεύστους θεολογίας”9. Μ’ αυτήν τη βάση η Εκκλησία καταρτίζει τον κανόνα της Αγίας Γραφής και περιλαμβάνει όσα πηγάζουν από την εν Χριστώ θέωση και συνάμα οδηγούν σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και δεν την ενδιαφέρει τόσο η ταυτότητα του συγγραφέα όσο η συμφωνία των γραφομένων με το ευσεβές φρόνημά της, η ταυτότητα της εμπειρίας. Παρά τις αμφισβητήσεις διαφόρων, αποδέχεται τη γνησιότητα της προς Εβραίους επιστολής ή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, διότι εκφράζουν αυθεντικά την εμπειρία των Αγίων με των οποίων τα ονόματα έχουν παραδοθεί.
Έτσι διαφαίνεται και η φύση του αγιογραφικού λόγου. Όπως αγιάζεται η ύλη των Ευαγγελίων κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, έτσι και τα λόγια του Χριστού και των θεοφόρων είναι αγιασμένα από την ενυπάρχουσα άκτιστη χάρη. Όπως “δια των αγίων εικόνων αγιάζεται τα όμματα των ορώντων”10, έτσι και “αυτή καθ’ εαυτήν των βιβλίων η όψις οκνηροτέρους ημάς προς την αμαρτίαν εργάζεται και προς δικαιοσύνην μάλλον διανίστασθαι προτρέπεται”11. Όπως αγιάζεται ο πιστός, ψυχή τε και σώματι, με την επίθεση των χεριών των ιερέων, όπως αγιάζεται ο λαός με τις λειτουργικές συμβολικές κινήσεις, έτσι αγιάζονται τα αυτιά με την ακρόαση, τα μάτια με την ανάγνωση, η διάνοια με τη μνημόνευση, η καρδιά με τη φύλαξη, ο νους με τη γεύση των πνευματικών λογίων, που είναι “γλυκύτερα υπέρ μέλι και κηρίον”… Αγιάζεται όλος ο άνθρωπος, αρκεί να είναι ταπεινός, καθαρός και ανοιχτός.
Οι λέξεις δεν είναι εργαλεία, αλλά σύμβολα -ανάκραση νοητής παραστάσεως και προφορικής εκφωνήσεως-, στενά συνδεμένες με αυτό που εκφράζουν. Και τα λόγια της Γραφής έχουν μια συμβολική, μυστική σχέση με την πηγή τους, το Άγιο Πνεύμα. Συμβάλλει το άκτιστο με το κτιστό, χωρίς το πρώτο να εξαντλείται στην κτιστή διατύπωση. Μένει τόπος για μια κοινωνία υπέρ αίσθησιν.
Όσοι φωτίζονται από τη θεία χάρη αισθάνονται μια νοητή ακτίνα ανάμεσα στους στίχους που τους καθιστά ικανούς να διακρίνουν τα υψηλά νοήματα που κρύβονται κάτω από τους “ψιλούς λόγους”, γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος12. Το πριν αυτονόητο φωτίζεται και αποκαλύπτει το κρυμμένο βάθος του. Ο εκ πρώτης όψεως απλός λόγος έτσι αποκτά τεράστια σημασία.
Τα θεία λόγια μάς μεταδίδουν τη χάρη των αγίων συγγραφέων τους. Προξενούν αλλοίωση μέσα μας. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, αναφερόμενος στην παραβολή της μικράς ζύμης, γράφει: “Τοιούτον τι και εν ημίν ο θείος εργάζεται λόγος· γεγονώς γαρ εν ημίν, αγίους και αμώμους αποτελεί· και εις νουν και καρδίαν εισδεδυκώς, πνευματικούς αποφαίνει”.13
Ο ἀνθρωπος είναι πλασμένος για τον Θεό. Κάθε τι δικό του εν Αυτώ βρίσκει τον προορισμό του, αυξάνει, καρποφορεί και τελειούται “εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού”14. Η ψυχή λιμώττει χωρίς πνευματική τροφή, που να τη συγκρατεί. Και βρίσκει τον αγγελικό και ουράνιο άρτο στην “εν Χριστώ των Γραφών πνευματικήν θεωρίαν και γνώσιν … ην δίδωσι δαψιλώς επιχορηγουμένην τοις αγαπώσιν αυτόν ο Θεός”15. Ο νους “δια της καρδιακής προσευχής και της μελέτης των Γραφών καθαίρεται και άρχεται βλέπειν τα κεκρυμμένα εν ταις θείαις Γραφαίς μυστήρια”16. Γεύεται τον καρπό της γνώσεως, επανορθώνοντας την προπατορική αποτυχία.
Με την εργασία των εντολών τρέφεται κανείς και αυξάνει πνευματικά. Η προσευχή και η μελέτη των Γραφών χαρακτηρίζονται από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά ως κατ’ εξοχήν εντολές του Θεού17. Όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος, οι ησυχάζοντες της εποχής του, εγγράμματοι και μη, εντρυφούσαν στη μελέτη των θείων Γραφών ή τις γνώριζαν από στήθους18.
Μέχρι ν’ αποκτήσει κανείς τη θεία Χάρη μέσα του “ως πηγήν ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον”19, είναι απαραίτητη η εργασία των εντολών: “Έως ου δέξηται ο άνθρωπος τον παράκλητον, δέεται των θείων γραφών, ίνα η μνήμη των αγαθών εντυπωθή εν τη διανοία αυτού, και εκ της αδιαλείπτου αναγνώσεως ανακαινισθή εν αυτώ η προς το αγαθόν κίνησις, και φυλάξη την ψυχήν αυτού εκ της λεπτότητος των οδών της αμαρτίας”20.
Η Γραφή αγιάζει τον όλο άνθρωπο. Γι’ αυτό, δεν προσεγγίζεται μόνο εγκεφαλικά. Ακόμα κι όταν ο νους λειτουργεί πλημμελώς, αρκεί ο πόθος που γεννά η μελέτη, “του δήσαι τους λογισμούς αυτού ισχυρώς εν ενί λογισμώ του θαύματος, του εμποδίσαι αυτούς μη δραμείν προς την φύσιν του σώματος”21.
Η Αγία Γραφή βρίσκει τη θέση της στην Εκκλησία. Το Ευαγγέλιο μένει πάνω στην Αγία Τράπεζα. Οι ακολουθίες και η λειτουργική απαγγελία περιβάλλουν με ιερότητα τα θεία λόγια. Η προσευχή είναι η απαραίτητη εισαγωγή, “αι κλείδες των νοημάτων των αληθινών των εν ταις θείαις Γραφαίς”22. Με την εργασία των εντολών ο άνθρωπος “αναγινώσκει δια πράξεως και μη … επί ψιλοίς τοις νοήμασι φυσιούμενος”23· κι έτσι καθαρός, δέχεται τον φωτισμό του Χριστού και γνωρίζει τα “εν τη θεία Γραφή εγκεκρυμμένα μυστήρια”24. Και μετά από πολλή υπομονή και αγώνα, ακολουθεί η φωτεινή σαν τον ήλιο θεωρία, μπροστά στο μεγαλείο της οποίας το φως των Γραφών μοιάζει με λύχνο που φέγγει σε τόμο αυχμηρό25.
Είναι θαυμαστή η πολυσημία της Αγίας Γραφής. Ο ένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά από τον άλλο τα νοήματά της, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση που βρίσκεται. Όμως είτε καθαίρεται, είτε φωτίζεται, είτε θεούται, οδηγείται από τα λόγια της και αγιάζεται από τη χάρη τους, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Σημειώσεις

1 (Όσων ομολογούν την ένσαρκη παρουσία του Θεού Λόγου με το στόμα, την καρδιά και τον νου, τη γραφή και τις εικόνες … Όσων πιστεύουν και κηρύττουν, δηλαδή ευαγγελίζονται, τους λόγους με τα γράμματα, τις πράξεις με τα σχήματα κι ότι και τα δύο προξενούν την ίδια ωφέλεια, δηλαδή και το κήρυγμα με τα λόγια και η βεβαίωση της αλήθειας με τις εικόνες … Όσων αγιάζουν τα χείλη τους με τα λόγια και μετά τους ακροατές με τα λόγια τους … ας είναι η μνήμη αιώνια.) Τριώδιον, Α΄ Κυριακή των Νηστειών, Συνοδικόν της Ορθοδοξίας.

2 Βλ. Ομιλία ια΄, 3-15, στο Γρηγορίου Παλαμά έργα, τ. 9, σσ. 284-304.

3 (Και κάθε Γραφή ή λόγος Θεού ή κάποιου Αγίου ή των αισθητών ή των νοητών δημιουργημάτων, έχει μέσα του κρυμμένο ένα σκοπό· το ίδιο, και κάθε ανθρώπινος λόγος. Και κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τη βαθύτερη έννοια οποιουδήποτε φράσης, παρά μόνο με αποκάλυψη.) Φιλοκαλία, έκδ. “Αστέρος”, τ. Γ΄, σ. 96.

4 (Αυτή είναι η αιώνια ζωή: το να γνωρίζουν εσένα, τον μοναδικό αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό τον οποίο έστειλες.) Ιω. 17,3.

5 Βλ. Λουκ. 1, 1-4.

6 (λόγια που δεν λέγονται κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα προφέρει) Β΄ Κορ. 12,4.

7 (Με τη μάθηση κανείς αποκτά ένα ελάχιστο μέρος της γνώσεως, ενώ το παν μας ξεφεύγει, γιατί κανείς λόγος δεν μπορεί να το ορίσει. Όμως, με τη γνώση στην οποία μας οδηγεί η χάρη, αποκτά κανείς, χωρίς μελέτη, όλη τη σοφία που είναι δυνατό να κατακτήσει ο άνθρωπος.) PG 90 1232B.

8 (Κι έτσι οδηγούμαι στη γνώση των αιτίων κάθε ύπαρξης, διότι όλες οι αιτίες όλων έχουν συγκεντρωθεί σ’ ένα μυστικό λόγο ύπαρξης, και βλέπω πως όλα όσα γράφουν οι Γραφές καταλήγουν εκεί· και μου αποκαλύπτονται πολλά μυστήρια που όλα οδηγούν σ’ αυτόν τον ένα λόγο, και δι εκείνου τα βλέπουν όσοι βλέπουν δι’ αληθείας και του Αγίου Πνεύματος.)  Άγιος Κάλλιστος Κωνσταντινουπόλεως, Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σ. 325.

9 Βλ. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας

10 ό.π.

11 (και μόνο το να βλέπουμε τα βιβλία μας κάνει πιο οκνηρούς στο να αμαρτήσουμε και μας παρακινεί  ν’ αγωνιστούμε πιο έντονα για την αρετή.) Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, PG 65, 16.

12 Τα ευρεθέντα ασκητικά, λόγος α΄, σ. 5, στην έκδοση Σπετσιέρη.

13 (Κάτι τέτοιο κάνει μέσα μας κι ο λόγος του Θεού· διότι όταν τον ενστερνισθούμε, μας κάνει άγιους και αψεγάδιαστους· κι όταν εισέλθει στον νου και στην καρδιά, μας αναδεικνύει πνευματικούς, δηλαδή μετόχους του Αγίου Πνεύματος.) PG 72, 773-6.

14 Εφεσ. 4, 13.

15 (στη πνευματική θεωρία και γνώση των Γραφών δια του Χριστού … την οποία χαρίζει άφθονη ο Θεός σε όσους τον αγαπούν) Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, PG 90, 1361C.

16 (με την καρδιακή προσευχή και τη μελέτη των Γραφών γίνεται καθαρός κι αρχίζει να βλέπει τα μυστήρια που είναι κρυμμένα μέσα  στις Γραφές.) Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, Φιλοκαλία, τ. Γ΄, σ. 104.

17 Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 2, 1, 38.

18 ό.π., 2, 1, 11.

19 (πηγή που θ’ αναβλύζει νερό αιώνιας ζωής) Ιω. 4, 14.

20 (Μέχρι ν’ αξιωθεί ο άνθρωπος να δεχτεί μέσα του το Άγιο Πνεύμα, χρειάζεται τις θείες γραφές, για να τυπωθεί μέσα στο μυαλό του η θύμηση των καλών, και, με τη συνεχή ανάγνωση, ν’ αρχίσει και πάλι η κίνηση προς το καλό και να προφυλάξει την ψυχή του από τους τρόπους της αμαρτίας τους οποίους χρειάζεται κανείς πολλή διάκριση για να τους αναγνωρίσει.) Αββάς Ισαάκ, ό.π., νϛ΄, σ. 227.

21 (να προσκολλήσει με ένταση τις σκέψεις του στη μια και μόνη σκέψη των θαυμαστών λόγων της Γραφής, για να τους εμποδίσει να στραφούν στη φύση του σώματος) ό.π. α΄, σ. 4.

22 (τα κλειδιά των αληθινών νοημάτων των Γραφών) ό.π. ογ΄, σ. 288.

23 (διαβάζει κάνοντας πράξη όσα μελετά και δεν … ξυπάζεται με τα σκέτα λόγια) Άγιος Μάρκος ο ασκητής, PG 65, 9.

24 Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, κατήχησις κδ΄, S.C. 113, 38.

25 Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 2, 3, 8.

 

πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “ΣΥΝΑΞΗ”, τεύχος 15, Ιούλ.- Σεπ. 1985

1 σχόλιο

  1. Ένα πολύ ωραίο κείμενο που δίνει πολλές απαντήσεις στην “συζήτηση” που είχα με τον κ. Λούμπεν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here