ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ: Χρήστος Γιανναράς

23
2315

O πιο εύκολος τρόπος για ν’αποφύγουμε τα διλήμματα που μας θέτει η ζωή, ν’αποφύγουμε την ίδια τη ζωή, είναι να επιβιώνουμε με γενικότητες. Λέμε: η θρησκεία, η πολιτική, ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός, η παιδεία….Λέμε: η πόλη, το οικιστικό πρόβλημα…..Λέω ότι έτσι αποφεύγουμε τη ζωή γιατί έτσι μέσα από τις γενικότητες κάνουμε την πραγματικότητα ιδέες, την κάνουμε νοήματα.

Στη σειρά εκπομπών της ΕΤ1 “Περιμένοντας την Ανάσταση”, παραγωγής  1987  με  σκηνοθέτη το Νίκο Φατούρο, ο  Χρήστος Γιανναράς  αναφέρεται στο Θείο Δράμα της Μεγάλης Βδομάδας και στο περιεχόμενο της Μεγάλης Δευτέρας.

Κατά τη διάρκεια της εκπομπής ακούγονται ύμνοι της Μεγάλης Δευτέρας. Ψάλλει η βυζαντινή χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου.

Χρ.Γιανναράς: Περιμένοντας την Ανάσταση
Στη σειρά εκπομπών της ΕΤ1 “Περιμένοντας την Ανάσταση”, παραγωγής 1987, δείτε σήμερα:
“O Χρήστος Γιανναράς αναφέρεται στο Θείο Δράμα στη Μονή Δαφνίου και στη Μεγάλη Βδομάδα”.
Σκηνοθεσία: Νίκος Φατούρος

[…Αυτό που λέμε πόλη,είναι αυτό το πλήθος, αυτές οι σφηκοφωλιές οι απέραντες, οι ατέλειωτες μικρές φωλιές,σε όλα ετούτα τα τσιμεντένια διαμερίσματα,που μέσα κάποιοι άνθρωποι πονάνε,χαίρονται,ερωτεύονται,αγαπάνε,παλεύουν….. Και που αυτός ο πόνος,αυτός ο έρωτας,αυτός ο αγώνας, δεν έχει να κάνει τίποτα με τις γενικότητες, τίποτα με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό,τίποτα με την πολιτική στη γενικότητά της.

Φοβάμαι, λοιπόν,ότι ακόμα κι αυτό που λέμε ”η Μεγάλη Εβδομάδα” κινδυνεύει να είναι μια γενικότητα.
Τί θα πει Μεγάλη Εβδομάδα; Για πάρα πολλούς θα πει κάτι για διακοπές, κάτι για παιδικές αναμνήσεις, έτσι….ρομαντικές, κάποιο φολκλορικό στοιχείο,…τη Μ.Παρασκευή οι λυπητερές καμπάνες, τη νύχτα της Ανάστασης από έθιμο το κερί στο χέρι και μετά ένα καλό φαγητό, η παραδοσιακή μαγειρίτσα…..
Τί σημαίνουν όλ’αυτά για τη ζωή και το θάνατο;
Τί σημαίνουν όλ’αυτά για τον μοναχικό άνθρωπο,τον χωμένο μέσα σε κάποια απ’αυτές τις τρύπες τις τσιμεντένιες που μας κυκλώνουν εδώ;
Τί σημαίνει για τον άνθρωπο ο οποίος έχει φθάσει στην αποκάλυψη που είναι η βλάβη;
….Μέσα στη ζωή,δλδ,κυλάνε όλα καλά,όλα τρέχουν θαυμάσια,το επάγγελμα,οι πολιτικές ιδεολογίες,οι διαξιφισμοί στις εφημερίδες,οι απογευματινοί τίτλοι, και ξαφνικά η βλάβη. Σε τελείως προσωπικό επίπεδο. Ένας καρκίνος,ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα,κάτι….Κι όλα ανατρέπονται.
Και τότε από την επιβίωση,απ’τη φαινομενολογία της πραγματικότητας,περνάς για πρώτη φορά στη ζωή…
Και μπαίνει το ερώτημα :Τί είναι ζωή και τί είναι θάνατος;
Είναι το μόνο μέτρο και κριτήριο για να μπορέσουμε να καταλάβουμε….να ψηλαφήσουμε γιατί αυτή η εβδομάδα…κατά τί είναι Μεγάλη….
Με ποιό μέτρο μετριέται το μέγεθος αυτής της εβδομάδας;
Ο τρόπος που γλιστράμε στις γενικότητες, κατ’εξοχήν διευκολύνεται με τη γλώσσα, γι’αυτό και τώρα, κι εγώ γενικότητες λέω….Αλλά μέσα απ’την πάλη των λέξεων, ίσως μπορέσουμε να κοινωνήσουμε σε μια προσωπικη χειραψία….
Λοιπόν με ποιό μέτρο ζωής είναι Μεγάλη αυτή η εβδομάδα;
Για μένα είναι ένα μέτρο φανερώσεων.Φανερώνει κάποια πράγματα τα οποία είναι πολύ μεγάλα.
Μέσα στις γενικότητες είναι και ο Θεός.
Για σκεφτείτε,ο καθένας μας ας σκεφτεί ξεχωριστά,πώς μπήκε στη ζωή του αυτή η λέξη;
Φοβούμαι,τελείως αυτονόητα,μηχανικά,ασυνείδητα. Ο Θεός. Μία έννοια. Κάποιο υπέρτατο ον. Κάποιο πρόβλημα με το οποίο, επιτέλους,στη σοβαρότερη περίπτωση, πάλαιψε η φιλοσοφία αιώνες να το προσδιορίσει….κάποιο, σε πολύ πεζό επίπεδο, κάποιο αντικείμενο που το εκμεταλλεύονται ορισμένες τάξεις ανθρώπων.
Αυτή η εβδομάδα τον Θεό τον κάνει επώνυμο.Φεύγει το νόημα,φεύγει το ιδεολόγημα,και πρόκειται για ένα πρόσωπο.
Το πρόσωπο αυτό έχει όνομα. Χριστός Ιησούς.Κι αυτό το επώνυμο πρόσωπο,σ’αυτήν την εβδομάδα…..εικονίζεται η σχέση Του μ’εμένα, η σχέση του με τον κάθε άνθρωπο….Που είναι μια σχέση ερωτική ενός μανικού έρωτα.
«Αὐτός ἡμῶν ήράσθη πρῶτος, ἡμῶν ἐχθρῶν καί πολεμίων ὑπαρχόντων… Καί οὐκ ἠράσθη μόνον, ἀλλά καί ἠτιμάσθη ὑπέρ ἡμῶν, καί ἐρραπίσθη καί ἐσταυρώθη καί ἐν νεκροῖς ἐλογίσθη καί διά τούτων ἁπάντων τόν περί ἡμᾶς αὐτοῦ παρέστησεν ἔρωτα» (Μ. Φώτιος).
Δεν είναι μια νοηματική σχέση….κάποιος καλός Θεός,κάποιος κακός άνθρωπος …..αμαρτάνει ο κακός άνθρωπος,δλδ αποτυγχάνει,δεν πετυχαίνει να ζήσει αδιάστατα και αδιάλλειπτα….Κι έρχεται ο καλός Θεός και πληρώνει για τις αμαρτίες του ανθρώπου και…..
Γενικότητα κι αυτό,σχήμα…..όχι.
Εδώ πρόκειται για μια προσωπική σχέση. Έχεις έναν Θεό που είναι μανικά,τρελά, ερωτευμένος με τον κάθε άνθρωπο και που το δείχνει με μια ιστορική πράξη. Με μια ένσαρκη ιστορική πράξη.
Αυτές τις ιστορικές πράξεις και την προσωπική σχέση ,δεν τις πλησιάζεις ποτέ με ιδεολογήματα,ούτε με νοήματα.
Την πλησιάζεις από άλλο δρόμο. Όπως γνωρίζεις ένα πρόσωπο. Είναι δυνατόν όταν είσαι ερωτευμένος,να έγινες ερωτευμένος διαβάζοντας βιβλία κι επειδή μελέτησες περί του προσώπου που αγαπάς;
Είσαι ερωτευμένος μέσα στα όρια μιας σχέσης,μιας αμεσότητας σχέσης. …….
Εάν θες να γνωρίσεις τον Θεό,τον επώνυμο Θεό,τον Νυμφίο Αυτό, Τον Εραστή,πρέπει ν’ακολουθήσεις την οδό της σχέσης.
Και η σχέση έχει μια πρακτική.Έχει μια αμεσότητα.Δεν είναι θεωρία.
Λοιπόν,αυτή η εβδομάδα,από μέρα σε μέρα,δηλώνει και δείχνει την πρακτική αυτής της σχέσης.Τήν πρακτική αυτού του έρωτα. Όχι μόνο του έρωτα που έρχεται προς εμένα αλλά και του τρόπου που μπορώ να δείξω τον έρωτά μου,σαν ανταπόκριση στον μανικό Έρωτα του Χριστού.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι και ένα πείσμα. Είναι το πείσμα της ζωής ν’αντιστέκεται.
Ν’αντιστέκεται σε τί;
Ν’αντιστέκεται ,κατ’αρχήν,στο χλευασμό. Έχει περισσέψει ο χλευασμός για τη ζωή.
Σήμερα,φοριέται,περνάει πάρα πολύ να είσαι άθεος,ας πούμε.Σχεδόν η λέξη προοδευτικός έχει ταυτιστεί με το άθεος.
Προοδευτικός.Σκοπεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό…..Αυτό είναι το πρώτο. Το πρώτο. Το πρώτο δεν είναι ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Το πρώτο ,νομίζω πως ,πραγματικά,είναι αυτή η φοβερή κλεψύδρα του χρόνου.
Κι αυτή τη στγμή που μιλάμε, την κάθε στιγμή,κάποιες χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν.
Τελειώνουν τη βιωτή τους. Κι εκατομμύρια χρόνια συμβαίνει το ίδιο. Αυτή η κλεψύδρα τρέχει συνεχώς,κι η δική μου προσωπική ύπαρξη,αυτό το κορμί με το οποίο χαίρομαι τη ζωή και τον κόσμο,η ψυχή με την οποία έχω τις ευαισθησίες να προσλαμβάνω τη ζωή και τον κόσμο,θα χαθεί μέσα σάυτήν την κλεψύδρα σαν μια στιγμή,μέσα στα πολυάριθμα άτομα που καταπίνει συνεχώς η κλεψύδρα.
Λοιπόν,με το θάρρος του μελλοθάνατου,χλευάζω κι εγώ,καγχάζω μάλλον,μπροστά στην απολυτοποίηση των γενικοτήτων.
Η Μεγάλη Εβδομάδα με ξαναφέρνει να θυμηθώ, ότι υπάρχει κάτι πιο πραγματικό απ’ όλες τις γενικότητες. Πιο πραγματικό αλλά και γι’αυτό πάρα πολύ άπιαστο.
Τα πιο πραγματικά πράγματα είναι άπιαστα. Ο εαυτός μου.Αυτό που λέμε υποκείμενο.
Λένε οι σημερινοί σοφοί…άνθρωποι που δαπάνησαν ολόκληρο το βίο στην έρευνα τέτοιων προβλημάτων….”Το υποκείμενο αναδύεται στον τόπο του Άλλου”.
Μια διανοουμενίστικη κουβέντα; Όχι.
Δεν υπάρχει υποκείμενο έξω απ’την σχέση.Δεν υπάρχει υποκείμενο δίχως αναφορά.
Το βρέφος έρχεται στην ύπαρξη,κι είναι ολόκληρο μια αναφορά, μια δίψα σχέσης….
για γάλα,για συγκεκριμένα πράγματα, δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς.  Αλλ’αυτή η σχέση πάει αλλού.Δεν μπορεί να κορεστεί μόνον με τροφή.Το βρέφος θέλει τη χειρονομία, το χάδι,το λόγο…έτσι μόνον θα μπει το βρέφος στον κόσμο της γλώσσας και των συμβόλων.Στον ανθρώπινο κόσμο.  Στον κόσμο των σχέσεων.
Αυτή η σχέση,λοιπόν,είναι που συνιστά την ίδια την ύπαρξή μας,το υποκείμενο,την υπόσταση.Δεν είναι γενικότητες ή ετικέττες.
Έτσι, λοιπόν, αυτή τη Μ.Εβδομάδα,όλα μας σπρώχνουν, όλα..αυτή η παράδοση που σώζεται κι αντιστέκεται ως ζωή,μέρα με τη μέρα στη Μεγάλη Εβδομάδα,μας καλεί να δούμε το συγκεκριμένο γεγονός της σχέσης ως γεγονός Ζωής.
Ο Θεός δεν είναι ιδεολόγημα.
Βέβαια, ξέρω ότι ο χλευασμός γι’αυτό το χώρο της Ζωής έχει περισσέψει σήμερα,γιατί είναι μια αντίδραση,σε μια τάση ή κατεύθυνση πολλών ανθρώπων που αυτή την προστατευτική ομπρέλα την βρίσκουν κάτω από την γενικότητα Θεός, θρησκεία, δόγμα, τυπική προσαρμογή, δηλαδή πάλι έξω απ’τη διακινδύνευση της ζωής,απ’την αμεσότητα της σχέσης,απ’το ρίσκο που έχει κάθε ερωτική σχέση.
Γίνεται κι ο Θεός ένα είδος ποδόσφαιρο, πολιτικό κόμμα, συνδικαλισμός, ομπρέλα προστατευτική για το αδύνατο άτομο.
Στη Μεγάλη Εβδομάδα, μέρα με τη μέρα, έχουμε να συναντήσουμε ένα Πρόσωπο.
Και το να φτάσεις να συναντήσεις ένα πρόσωπο είναι μια πάλη, ένας αγώνας διηνεκής.
Λέει ένας από τους σοφούς της Χριστιανικής παράδοσης, ο αγ.Γρηγόριος Νύσσης :
”Τούτο έστιν αληθώς το ευρείν τον Θεόν, το αεί αυτόν ζητείν, το ουδέποτε της επιθυμίας κόρον ευρείν”.
Αυτό είναι να βρείς τον Θεό.  Το να Τον ζητάς αδιάκοπα.  Γιατί δεν είναι δυνατόν να βρεις ένα πρόσωπο και να το κατέχεις.Τότε δεν είναι σχέση πια. Είναι ο θάνατος της εγωκεντρικής αυτάρκειας. Των ψευδαισθήσεων της αυτάρκειας. Το να βρεις τον Θεό, το να βρεις ένα πραγματικό πρόσωπο απέναντί σου,σε μια σχέση ερωτική είναι να το ζητάς συνεχώς..να το κερδίζεις καθημερινά…]
Ευχαριστίες στην φίλη της ιστοσελίδας Α. Θ. για την απομαγνητοφώνηση.
Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γεννήθηκε τὸ 1935 στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ σπούδασε Θεολογία, ἐνῷ συνέχισε μὲ σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Βόννη καὶ τὸ Παρίσι. Διδάκτωρ Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης. Διετέλεσε καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικῶν καὶ Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀθήνας, στὸ Τμῆμα Διεθνῶν καὶ Εὐρωπαϊκῶν Σπουδῶν. Ἐπίσης, ἔχει διδάξει βυζαντινὴ θεολογία καὶ Φιλοσοφία στὸν Ἅγιο Σέργιο Παρισίων, στὸ Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν (Παρίσι), στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Γενεύης, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Κρήτης (Ρέθυμνο) κ.ἀ.

23 Σχόλια

  1. Μου φέρνει απορία η απουσία, ώς τώρα, σχολίων στην προκείμενη ανάρτηση.
    Το μόνο που μπορώ να εικάσω, είναι ότι υπάρχουν φορές στις οποίες, ενώπιον αυτού που ακούμε, απομένουμε άφωνοι.

    Πρέπει να μαγνητοσκοπήθηκε γύρω στα 1990. Αναρωτιέμαι καμμιά φορά τι είχαν καταλάβει, άραγε, από την εποχή τους, οι νέοι τότε εκείνοι άνθρωποι που δεν είχαν γνωρίσει ετούτο τον λόγο – και, μαζί, τις παραπομπές του. [i]Πόσο[/i], εν τέλει, [i]την έζησαν[/i]…

  2. Η μόνιμη και γνωστή επωδός τού Χ. Γιανναρά: Ορθοδοξία είναι ο σχεσιακός Περσοναλισμός μέσω τού μανικού έρωτα.

    Αλλά, πώς απ’ τη μια λέει ότι η θρησκεία είναι ένα γενικευμένο ιδεολόγημα, και απ’ την άλλη ότι η θρησκεία είναι ένστικτο; Και, τότε, πιο κοντά στο ένστικτο τι βρίσκεται: η αγάπη ή ο έρωτας;

  3. Η διάκριση έρωτα και αγάπης είναι ένα απ’ τα πνευματικά θεμέλια του δυτικού πολιτικού στη ριζική διαφορά του προς την ορθόδοξη χριστιανική ανατολή, για την οποία δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Θα τολμούσα να πω ότι το ζήτημα αυτό χωρίζει τους δύο κόσμους εξίσου ή και περισσότερο από το filioque. Χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη είναι το κλασικό έργο του Λουθηρανού επισκόπου και καθηγητή συστηματικής θεολογίας Anders Nygren, Eros och Agape (Έρως και Αγάπη), 1930-1936, με το οποίο ο Σουηδός προτεστάντης κατηγορεί τους Πατέρες της Εκκλησίας ότι επηρεασμένοι από την ελληνική φιλοσοφία μπέρδεψαν τις δύο αυτές έννοιες, προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία (μέχρι «ευτυχώς» να έρθει ο Λούθηρος για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους). Το ότι για όλους μας σήμερα είναι σχεδόν αυτονόητο ότι άλλο αγάπη κι άλλο έρως, είναι ενδεικτικό της βαθειάς και βιωματικά χωνεμένης αποξένωσης που έχουμε απ’ το χριστιανικό ορθόδοξο ήθος κι από την ελληνική σκέψη. ΒΞ

  4. Θα συμφωνήσω με τον Βασίλη Ξυδιά, ότι η διάκριση μεταξύ έρωτα και αγάπης αποτελεί απομάκρυνση από το χριστιανικό ορθόδοξο ήθος και από την ελληνική σκέψη, αν παραδεχτεί ότι η αποξένωση αυτή χρονολογείται από το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο οποίος πράγματι δεν εκφράζει την ελληνική σκέψη της εποχής του, ιδιαίτερα η φριχτή θεωρία περί έρωτα που ο Πλατωνοσωκράτης εμφανίζει την Διοτίμα να διδάσκει και πρώτιστα το “θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μίγνυται”. Το θέμα χρειάζεται ξεκαθάρισμα, γιατί πρόσφατα ο π. Λουδοβίκος ισχυρίστηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ακριβώς σε αυτό το ανόητο ρητό, μολονότι όλοι θυμούμαστε ότι πλήθος θρησκευτικών δογμάτων και εκδοχών των αρχαίων Ελλήνων, λαϊκών και πιό “φιλοσοφημένων”, φρονούσαν ότι ο θεός με τον άνθρωπο μίγνυται και παραμίγνυται, ενίοτε και απρεπώς, κατηγόρησαν δε τον Σωκράτη και αργότερα τον Πλάτωνα ότι εισάγουν καινά (ή κενά;) δαιμόνια. Το λάθος τους ήταν ότι του έδωσαν το κώνειο, ενώ έπρεπε μόνο να τον ειρωνευτούν, όπως αριστουργηματικά έκανε ο ευσεβής Αριστοφάνης. (Φυσικά μιλώ για τον Πλατωνοσωκράτη. Οι άλλες σχολές δεν συμφωνούσαν με την πλατωνική εκδοχή του Σωκράτη, αν θυμάμαι καλά).

  5. Αγαπητέ Νίκο Δεληνικόλα, η ουσιαστική ταύτιση αγάπης και έρωτα ισχύει κατ’ εξοχήν στον Πλάτωνα και στο Συμπόσιο. Αγαπάμε αυτό που μας ελκύει· δεν υπάρχει αγάπη χωρίς έρωτα. Μπορεί να υπάρχει παραπάνω από ένα είδος αγάπης ή έρωτα (πιο ενστικτώδες ή πιο πνευματικό κλπ), αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με την υποτιθέμενη διαφορά μεταξύ των δύο.

  6. Κύριε Ξυδιά, θα πρέπει να προσδιορίσετε τι εννοείτε ψυχολογικά (και με παραπομπές) ως έρωτα και τι φιλοσοφικο-θεολογικά ως αγάπη, δεδομένου, για παράδειγμα, ότι ο ίδιος ο Kierkegaard που είχε εμπεδώσει τον Σωκράτη, διακρίνει μεταξύ δυο ειδών “αγάπης”. Αν ως έρωτα εννοείτε τη σφοδρή αγάπη, το κατανοώ, αν και στους Πατέρες τής Εκκλησίας αποφεύγεται ο όρος έρως, διότι υπαινίσσεται ένα δυαδικό πάθος, ενώ η αγάπη μια ελεύθερη, συνειδητή και λογική δοτικότητα προς πάντας. Ο όρος “μανικός έρως” για τον Θεό είναι ανθρωπομορφικά παιδαγωγικός. Εν πάση περιπτώσει, για να μη συγχέουμε τα πράγματα, θα πρέπει να συμφωνήσουμε, κατ’ αρχήν, ότι άλλος ο αρχαιοελληνικός τρόπος τού σκέπτεσθαι και άλλος ο ιουδαιοχριστιανικός (βλ. Α. Χαστούπη), πράγμα που τόσο ο Καθηγητής Γιανναράς, όσο και ο κ. Ξυδιάς αρνούνται, όπως φαίνεται. Κανείς δεν μπορεί αυθαίρετα και ατομικά να μονοπωλεί και εκφράζει το φρόνημα της “Ορθόδοξης χριστιανικής Ανατολής” και το “χριστιανικό ορθόδοξο ήθος”, ακόμα και αν βρείτε μια παραπομπή σε ένα μόνο Πατέρα τής Εκκλησίας (βλ. Consesus Patrum). Απαιτείται η διαχρονική σπουδή όλης τής Πατερικής Παράδοσης. Ο Καθηγητής κ. Γιανναράς αγωνίζεται χρόνια να μας πείσει ότι η Ορθοδοξία είναι απλώς η συνέχεια της Ομηρικής εποχής, με τις “κοινότητες” κ.λπ. Έτσι, προσέλαβε και κατανόησε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οριζόντια μάλλον ως μια διαπροσωπική (αγαπητική ή μάλλον ερωτική) σχέση. Παρακαλώ, ψάξτε στις πηγές και παραπέμψτε σε αυτές. Οι γενικολογίες δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή επιστημονική συζήτηση. Κύριε Ξυδιά, νομίζετε ότι η σχέση αγάπης και έρωτα είναι απλώς ποσοτική. Πόθεν προκύπτει ο απόλυτος αφορισμός σας αυτός; Αυτό είναι λάθος και γραμματολογικά (ιστορικά και πολιτιστικά), και εμπειρικά, και ψυχολογικά, και φιλοσοφικά, και θεολογικά (Πατερικά). Αλλ’ εν πάση περιπτώσει, αν η θρησκεία είναι έρωτας, γιατί ο κ. Γιανναράς την ξορκίζει ως “ένστικτο”; Γιατί προφανώς δεν αποδέχεται μια εξωστρεφή και κατώτερη (τυπολατρική) θρησκευτικότητα, αλλά μια ανώτερη ή βαθύτερη πνευματικότητα, η οποία ωστόσο δεν λειτουργεί με ορμέμφυτα.

  7. απορούσα, πώς η ενδιαφέρουσα παρέμβαση του κ. Τσιτσίγκου δεν είχε ανάψει τα αίματα και τα πνεύματα. Για εμένα είναι σαφές πώς η συζήτηση παραπέμπει στην ανάγκη ορισμών. Κατά τον Αριστοτέλη η αγάπη είναι πάθος (!), ενώ η φιλία έξη και η αρετή ανάμεσα στους όμοιους. Βλέπετε εύκολα ότι οι όροι χρησιμοποιούνται άλλως απ’ ότι στον Χριστιανισμό. Επομένως, ερώτημα: τί σημαίνει “αγαπάτε αλλήλους”;

    αγαπητέ μου Γιώργο συγχώρεσέ μου την ελαφριά ειρωνία, εάν πω ότι το ερώτημά σου “τι είχαν καταλάβει, άραγε, από την εποχή τους, οι νέοι τότε εκείνοι άνθρωποι που δεν είχαν γνωρίσει ετούτο τον λόγο – και, μαζί, τις παραπομπές του. Πόσο, εν τέλει, την έζησαν…” Όπως βλέπουμε σήμερα: τίποτε και καθόλου…

  8. Αγαπητέ Βασίλη Ξυδιά. Η αγάπη προϋποθέτει συνείδηση, επομένως είναι ανεξάρτητη από το τί μας ελκύει…
    Η καλή σου καρδιά σε κάνει πάντα να ζητάς την επικοινωνία και γι αυτό φιλτράρεις ό,τι ακούς και διαβάζεις, επιλέγοντας την καλύτερη δυνατή άποψη. Υπερεκτιμάς και παραβλέπεις από αγάπη και αυτό είναι η μεγάλη αρετή του ειρηνοποιού. Είμαι σίγουρος ότι θα ακολουθούν μεγάλες πίκρες. Η δική μου στάση διαφέρει. Μόνο όταν καταλάβω σε τι διαφωνώ, μπορώ να θεμελιώσω τις προσωρινές μου συμμαχίες. Γι αυτό δεν απογοητεύομαι από τους ανθρώπους ποτέ. Και από παιδί με εξαγρίωναν τα παραμυθιάσματα και οι μισές αλήθειες. Να λοιπόν που καταλαβαίνουμε εντελώς διαφορετικά και τον κ. Πλάτωνα και τον κ. Λιερό.
    Στο συμπόσιο δεν υπάρχει ούτε Αγάπη, που είναι Θεία Ενέργεια, ούτε Έρως, που είναι η επιθυμία της αλλά και η εκδήλωσή της, είτε δεν την έχω και μου λείπει είτε την έχω και δεν την χορταίνω. Όπως στον Κρίτωνα δεν υπάρχει ίχνος δημοκρατίας και σεβασμού της Πολιτείας και των νόμων αλλά υποτίμηση του λαού, της συνείδησής του, που είναι η βασιλεία του Θεού εντός μας, και παράλληλη υπερεκτίμηση των ειδημόνων και τεχνοκρατών, αυτών που δήθεν “γνωρίζουν”.
    Ο έρωτας στο Συμπόσιο είναι ένα τέλειο παράδειγμα “ιδεολογήματος κατά Γιανναρά”. Ο τρόπος που περιγράφεται το πώς ρίχνεται ο Αλκιβιάδης στον Σωκράτη και πώς ο Σωκράτης τον απωθεί, το αποδεικνύει περίτρανα. Ας μην μιλήσουμε για την φαιδρή και ανεφάρμοστη ασκητική τού “βλέπετε, μα μην αγγίζετε”, ικανή μόνο να φιάξει νευρώσεις και διανοητική σύγχυση. Εντελώς αντίθετα από εκείνον τον Σαλό Άγιο που πέρασε μέσα από την πόλη αγκαλιά με δύο πόρνες, τις οποίες έκανε μοναχές, δείχνοντάς τους τον πραγματικό τρόπο να διοχετεύσουν τον έρωτά τους, αντί να είναι πατσαβούρες του ενός και του άλλου, ή από την φιλοξενία μιας γυναίκας στο κελί του Οσίου Λουκά, χωρίς θεατρινισμούς και ασκητικές ακροβασίες, απλά και σεμνά. Θυμήθηκα μία ιστορία του Ζεν Βουδδισμού, πολύ πιό “ελληνική και χριστιανική” από τα μυθιστορήματα του ιδεόπληκτου Πλάτωνα. Μία ευσεβής αγρότισσα φιλοξένησε έναν ασκητή σε ένα καλυβάκι στην άκρη του κτήματός της. Μετά από καιρό, του έστειλε για να τον δοκιμάση μία υπηρέτριά της, με οδηγίες να του ριχτεί. Ο ασκητής έμεινε ατάραχος στην στάση του λωτού, ό,τι και αν έκανε η κοπέλλα. Είπε μόνο “σαν τα βρύα στον κρύο βράχο”, δηλώνοντας την τεχνική διαλογισμού του. Μόλις η υπηρέτρια έδωσε την αναφορά της στην κυρά της, η αγρότισσα τον θεώρησε απατεώνα, τον πέταξε έξω και έκαψε την καλύβα. Όταν την ρώτησαν, απάντησε: “Αν ήταν πραγματικός ασκητής θα μπορούσε να απωθήσει μία κυρία ευγενικά”.
    Η ιδιαίτερη λειτουργία της τέχνης στην νηπτική άσκηση δεν έχει καμμία σχέση με τα ιδεολογήματα περί ενατένισης της ομορφιάς του Πλάτωνα, ο οποίος ήταν μόνο βιβλιοφάγος, μαθητής επιφανειακός και κατασκευαστής απλοϊκών θεωριών.

  9. ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ/ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΠΡΩΤΟΣ ΗΓΑΠΗΣΕΝ ΗΜΑΣ ΕΩΣ ΤΕΛΟΥΣ! ΟΤΑΝ ΦΘΑΣΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ ΚΑΙ ΖΗΣΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΤΕ ΠΡΟΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΜΑΖΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΗΝ ΑΝΕΣΠΕΡΟ ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ! Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΑΝΑΝΕΩΝΕΙ ΣΤΟ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΩΣ ΠΛΗΡΟΥΜΕΝΗ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ, ΟΔΗΓΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ!
    ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ>ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΤΕ ΠΟΣΟ ΣΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΣΠΑΡΤΑΡΑΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΑ ΣΑΣ!!

  10. Κύριε Δεληνικόλα, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το σχόλιο σας. Το θέμα της πρόσληψης του Πλάτωνα είναι τελικά κεντρικό και επανέρχεται συνεχώς. Προ δύο ετών θα έλεγα τα αυτά, τα οποία λέτε κι εσείς. Είναι εξωφρενικό το τι βλέπει κανείς να λέγετε για τον Πλάτωνα, κι όχι μόνο. Υπάρχει πάντα στην αποθέωση κάτι εργαλειακό. Ένα αίτημα και μια συνάφεια ερήμην του αποθεωμένου. Εξετάστε λοιπόν το ενδεχόμενο ο Πλάτωνας στον οποίο αναφέρεστε να είναι ένας συγκεκριμένος Πλάτωνας συνδεδεμένος με συγκεκριμένες ανάγκες και ατζέντες, με αλλα λόγια με τις Ιστορικές ανάγκες του (εν πολλοίς) Γερμανικού αφηγήματος. Μιλώ για το ενδεχόμενο η εξέλιξη της σκέψης του Πλάτωνα να μπορεί να περιγραφεί διαφορετικά και να μην καταλήγει στην “Πολιτεία”, δηλαδή να μην κλείνει όπως όπως τα ζητήματα αλλά να καταλήγει στην 7 επιστολή (κατά μίαν έννοια όχι απόλυτα αυστηρή το αναφέρω εδώ) και να ανοίγει στην σιωπή και την θεωρία.
    Ελπίζω να αναγκάσετε τον κ. Ξυδιά να μιλήσει κάποια στιγμή ολοκληρωμένα για αυτό το ζήτημα. το ζήτημα είναι τεράστιο, με φοβερές επιπτώσεις. Έχει κάτι να πει μια που είναι το αντικείμενο της μελέτης του εδώ και πολλά πολλά χρόνια αλλά μόνο νύξεις κάνει περί αυτού. Η ανάγνωση του θα μπορούσε ίσως να μαλακώσει την κατά τ’ άλλα απολαυστική διατύπωση :”ήταν μόνο βιβλιοφάγος, μαθητής επιφανειακός και κατασκευαστής απλοϊκών θεωριών” Τι ωραία που το είπατε!

  11. Κι εγώ ευχαριστώ για τα κείμενά σας κ. Αλέξανδρε Μιστριώτη, που μου αρέσουν μάλλον διότι συμφωνώ, αλλά πολύ περισσότερο για τα σκίτσα και τα φίλμ με τις κινούμενες “μουντζούρες”, που με ικανοποιούν χωρίς να γνωρίζω γιατί. Πώς γίνεται ορισμένοι άνθρωποι να δημιουργούν κόσμους, ενώ άλλοι πλήξη;

    Δεν θα ήμουν τόσο απόλυτος σε όσα λέω τελευταία για τον Πλάτωνα, αν δεν με είχε τόσες φορές απογοητεύσει για δεκαετίες. Γιατί θα πρέπει να δίνουμε τόσες πολλές ευκαιρίες σε ανθρώπους που η επιρροή τους υπήρξε τόσο βλαπτική; Ο χρόνος μας είναι λιγοστός και πλήθος σίγουρα σπουδαίων έργων έχει χαθεί για πάντα, ενώ το τί διατηρήθηκε από το παρελθόν είναι ένας συνδυασμός συμπτωματικών καταστροφών και σκόπιμης εξόντωσης των καλύτερων έργων. Ας θυμηθούμε μέσα από ποιά ποσότητα χαριτωμένων ή αφόρητων ανοησιών διαχωρίστηκαν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

    Πριν από χρόνια έλεγα ότι ο Πλάτωνας, ακόμη και αν διαφωνείς με κάθε λέξη του, σε βοηθά να σκεφτείς και να σχηματίσεις την δική σου άποψη. Ήθελα να είμαι επιεικής και είχα βρεί αυτή την πρόφαση. Τώρα πια βλέπω ότι το έργο του δεν βοηθά την σκέψη μας, διότι την εκτρέπει σε λάθος κατεύθυνση, γιά να χαθεί σε άγονες ερήμους. Χαρακτηριστικός ο προπηλακισμός του Θρασύμαχου στο πρώτο κεφάλαιο της Πολιτείας, που καταλήγει μία μορφή αμείλικτης πνευματικής εξόντωσης. Το κάνει γιατί πρέπει να εξυπηρετηθεί με κάθε μέσον η αριστοκρατική και ολιγαρχική ιδεολογία, που πάντα θα οδηγεί στον ολοκληρωτισμό, την βαρβαρότητα και την κυριαρχία ανίκανων φεουδαρχών και των υπηρετών τους τραμπούκων επιστατών.

    Αυτές τις μέρες, ένας επί τριαντατρία έτη πολύτιμος φίλος, ξεχώρισε και μου έστειλε τα αποσπάσματα από την 7η επιστολή που εικάζει ότι μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι ο Πλάτωνας είχε κάποια βιωματική ασκητική εμπειρία και δεν ήταν ένας φλύαρος θεωρητικολόγος. Πριν δύο μήνες μου είχε ξαναθυμίσει αυτή την επιστολή που, διαβάζοντάς την και πάλι, μου είχε φανεί μόνο παραλήρημα ενός φοβισμένου γέρου. Αντιγράφω τα αποσπάσματα, χωρίς προς το παρόν να αναρτήσω την απάντησή μου, που είναι ακόμη πολύ ακατέργαστη. Βέβαια, δεν με έπεισε.

    Πράγματι πολλά υπόσχονται οι ακόλουθες παράγραφοι, όπως συνήθως συμβαίνει στον Πλάτωνα:

    [i][b]“Τοσόνδε γε μὴν περὶ πάντων ἔχω φράζειν τῶν γεγραφότων καὶ γραψόντων, ὅσοι φασὶν εἰδέναι περὶ ὧν ἐγὼ σπουδάζω, εἴτ᾽ ἐμοῦ ἀκηκοότες εἴτ᾽ ἄλλων εἴθ᾽ ὡς εὑρόντες αὐτοί· τούτους οὐκ ἔστιν κατά γε τὴν ἐμὴν δόξαν περὶ τοῦ πράγματος ἐπαΐειν οὐδέν. Οὔκουν ἐμόν γε περὶ αὐτῶν ἔστιν σύγγραμμα οὐδὲ μήποτε γένηται· ῥητὸν γὰρ οὐδαμῶς ἐστιν ὡς ἄλλα μαθήματα, ἀλλ᾽ ἐκ πολλῆς συνουσίας γιγνομένης περὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ τοῦ συζῆν ἐξαίφνης, οἷον ἀπὸ πυρὸς πηδήσαντος ἐξαφθὲν φῶς, ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον αὐτὸ ἑαυτὸ ἤδη τρέφει. Καίτοι τοσόνδε γε οἶδα, ὅτι γραφέντα ἢ λεχθέντα ὑπ᾽ ἐμοῦ βέλτιστ᾽ ἂν λεχθείη· καὶ μὴν ὅτι γεγραμμένα κακῶς οὐχ ἥκιστ᾽ ἂν ἐμὲ λυποῖ.
    Εἰ δέ μοι ἐφαίνετο γραπτέα θ᾽ ἱκανῶς εἶναι πρὸς τοὺς πολλοὺς καὶ ῥητά, τί τούτου κάλλιον ἐπέπρακτ᾽ ἂν ἡμῖν ἐν τῷ βίῳ ἢ τοῖς τε ἀνθρώποισι μέγα ὄφελος γράψαι καὶ τὴν φύσιν εἰς φῶς πᾶσιν προαγαγεῖν; Ἀλλ᾽ οὔτε ἀνθρώποις ἡγοῦμαι τὴν ἐπιχείρησιν περὶ αὐτῶν λεγομένην ἀγαθόν, εἰ μή τισιν ὀλίγοις ὁπόσοι δυνατοὶ ἀνευρεῖν αὐτοὶ διὰ σμικρᾶς ἐνδείξεως, τῶν τε δὴ ἄλλων τοὺς μὲν καταφρονήσεως οὐκ ὀρθῆς ἐμπλήσειεν ἂν οὐδαμῇ ἐμμελῶς, τοὺς δὲ ὑψηλῆς καὶ χαύνης ἐλπίδος, ὡς σέμν᾽ ἄττα μεμαθηκότας. Ἔτι δὲ μακρότερα περὶ αὐτῶν ἐν νῷ μοι γέγονεν εἰπεῖν· τάχα γὰρ ἂν περὶ ὧν λέγω σαφέστερον ἂν εἴη λεχθέντων αὐτῶν.
    Ἔστι γάρ τις λόγος ἀληθής, ἐναντίος τῷ τολμήσαντι γράφειν τῶν τοιούτων καὶ ὁτιοῦν, πολλάκις μὲν ὑπ᾽ ἐμοῦ καὶ πρόσθεν ῥηθείς, ἔοικεν δ᾽ οὖν εἶναι καὶ νῦν λεκτέος.”
    [/b][/i]

    Σύντομα όμως αποκαλύπτονται φρούδες οι ελπίδες, όταν μας εξηγεί με σαφές παράδειγμα τι εννοεί. Τις Ιδεούλες του εννοεί στην ακόλουθη παράγραφο, που δεν αντιγράφω ολόκληρη:

    [i][b]“Ἔστιν τῶν ὄντων ἑκάστῳ, δι᾽ ὧν τὴν ἐπιστήμην ἀνάγκη παραγίγνεσθαι, τρία, τέταρτον δ᾽ αὐτή–πέμπτον δ᾽ αὐτὸ τιθέναι δεῖ ὃ δὴ γνωστόν τε καὶ ἀληθῶς ἐστιν ὄν–ἓν μὲν ὄνομα, δεύτερον δὲ λόγος, τὸ δὲ τρίτον εἴδωλον, τέταρτον δὲ ἐπιστήμη. …..· ὧν ἕνεκα νοῦν ἔχων οὐδεὶς τολμήσει ποτὲ εἰς αὐτὸ τιθέναι τὰ νενοημένα ὑπ᾽ αὐτοῦ, καὶ ταῦτα εἰς ἀμετακίνητον, ὃ δὴ πάσχει τὰ γεγραμμένα τύποις”.[/b][/i]

  12. Χριστός ανέστη! Ευχαριστώ και τους δυο σας, Νίκο Δεληνικόλα και Αλέξανδρε Μιστριώτη, για τον διάλογο. Έχω την εντύπωση ότι καλά πάμε. // Εν τω μεταξύ, για να μην βαραίνουμε με άσχετα σχόλια την ανάρτηση του Χρ. Γιανναρά, ετοίμασα ένα ανεξάρτητο κείμενο ώστε να μεταφερθεί εκεί ο διάλογος περί αγάπης, έρωτα, Πλάτωνα κλπ. // Δυστυχώς, Νίκο Δεληνικόλα, το έκανα πριν προλάβω να δω τα δύο τελευταία σχόλιά σου. Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς το θέμα που θέτεις είναι πολύ ευρύτερο. Επιφυλάσσομαι για κάτι σοβαρότερο επ’ αυτού.

  13. Φαντάζομαι ότι το πρόβλημα που έχει ο Ν. Δεληνικόλας με τον Πλάτωνα είναι σοβαρότερο απ’ την ανάγνωση του Πόπερ. Και κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα δεν είναι ο Πόπερ, που κατηγορεί τον Πλάτωνα για ολοκληρωτισμό (απλοϊκή κατηγορία, που έχει πολλαπλώς καταρριφθεί από αρκετούς πλατωνιστές). Το ζήτημα έχει να κάνει με το σύνολο σχεδόν της σύγχρονης πρόσληψης τού Πλάτωνα που τον υπαγάγει, εν επιγνώσει ή ανεπίγνωστα, στις νεωτερικές προϋποθέσεις (σαν να ψάχνουν να βρουν σ’ αυτόν τις απαντήσεις που δίνει σε “γνωστά” προβλήματα). Ενώ το ιδιάζον και το μεγαλειώδες σ’ αυτόν δεν είναι οι “απαντήσεις” που δίνει ή νομίζουμε ότι δίνει, αλλά κυρίως αυτή καθεαυτή η επανατοποθέτηση του προβλήματος. Επανατοποθέτηση ανατρεπτική των πνευματικών προϋποθέσεων, όχι μόνο των δικών μας σήμερα, αλλά και των συγχρόνων του και συμπατριωτών του (γι’ αυτό και είναι λάθος να διαβάζουμε τον Πλάτωνα σαν εκφραστή των “ελληνικών” απόψεων της εποχής του). Τώρα, το ποιο είναι αυτό το πρόβλημα με το οποίο κατ’ εξοχήν καταπιάνεται ο Πλάτων (δείχνει να είναι η πολιτική), πώς το ανασκευάζει , και τί μπορεί να σημαίνει αυτό είτε για την πολιτική όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είτε γενικότερα για τον Άνθρωπο, αυτό είναι μεγάλο ζήτημα. Υποσχέθηκα να πω κάποια στιγμή κάποιες σκέψεις επ’ αυτού – όχι βέβαια σαν “ειδικός”, που δεν είμαι, αλλά … [Όμως επειδή το πράγμα τραβάει σε μάκρος, το κόβω εδώ και θα τα πούμε κάποια στιγμή πιο διεξοδικά.] Χριστός ανέστη και ζωή πολιτεύεται. Φιλιά προς όλους. Β.Ξ.

  14. Πολύ ενδιαφέρουσα η συζήτηση περί έρωτος και αγάπης.
    Καλό είναι, νομίζω, να κάνουμε μια διάκριση.
    Αφενός η πόλωση ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη ως οιονεί αντίθετα μπορεί να είναι αρκετά δυτική και σύγχρονη και μένει να αποδειχθεί αν έχει ερείσματα στην πατερική παράδοση.
    Αφετέρου όμως, ακόμη κι αν οι δύο όροι μπορεί κάποιες φορές να συγχέονται δεν σημαίνει ότι ταυτίζονται στα έργα των Πατέρων. Θα αναφέρω εδώ το παράδειγμα του Μάξιμου Ομολογητή (580-662). Η αγάπη στον Μάξιμο έχει διττή σημασία. Α) Είναι η ιδιάζουσα αρετή του θυμού, του θυμικού μέρους της ψυχής. Β) Είναι η συνισταμένη όλων των αρετών. Ο έρωτας αντιθέτως ανήκει στο επιθυμητικό. Αυτό σημαίνει λίγο πολύ το εξής. Ο Μάξιμος ακολουθεί μια μεταπλασμένη πλατωνική ψυχολογία, όπου η ψυχή έχει νου-λόγο, θυμό και επιθυμία. Σύμφωνα με ένα ψυχολογικό- μεταφυσικό “πέταλο” τα δύο άκρα, νους-λόγος και επιθυμία συναντώνται στον Θεό. Ο νους-λόγος με την θεωρία συνοδεύεται από τον έρωτα της επιθυμίας για να γνωρίσει ερωτικά τον Θεό. Ο θυμός είναι το μέσον, όπου διαπορθμεύεται η επίτευξη του νου και της επιθυμίας προς τον πλησίον. Για αυτό και η αγάπη έχει ως αντικείμενό της τον πλησίον. Ενώ ο έρωτας τον Θεό κινώντας και την προσευχή και την γνώση του νου. Με αυτήν την έννοια η αγάπη έχει ως αντίθετό της το μίσος, ενώ συμβαίνει ως μια υπέρβαση του φαύλου κύκλου λύπης (μνησικακίας)- οργής, που αποτελεί το αντίστοιχο στο επίπεδο του θυμού του φαύλου κύκλου ηδονής- οδύνης στην επιθυμία, ή της γεννήσεως- θανάτου γενικότερα. Η αγάπη όμως έχει και μια ευρύτερη έννοια ως στάση ανοικτότητας στον Θεό με αντίθετο την φιλαυτία.
    Αυτό που θέλω να πω είναι ότι υπάρχουν συγκεκριμένες διδασκαλίες για την διάκριση αγάπης και έρωτα στους Πατέρες και το γεγονός ότι οφείλουμε να επισημαίνουμε ό,τι αποτελεί νεωτερική διδασκαλία που έχει προβληθεί στους Πατέρες δεν πρέπει να μας κάνει να φτάνουμε στο άλλο άκρο, δηλαδή να αποκλείουμε ότι υπάρχουν διακρίσεις και στους Πατέρες. Είμαι σίγουρος ότι παρόμοιες διδασκαλίες θα υπάρχουν και σε άλλους Πατέρες που αξίζει να μελετήσουμε.

  15. Ένας ανεπανάληπτος δάσκαλος!!! Η πρώτη μου επαφή με τη θεολογία… Το Πάσχα του 1987. Τελειώνοντας τη β’ λυκείου… Θυμάμαι ότι συγκλονίστηκα με τούτη την εκπομπή… Δάσκαλε Χρήστο Γιανναρά, θερμές ευχαριστίες. Ο Θεός να σ’ έχει πάντα καλά, δίνοντάς σου μακροημέρευση. Ευχαριστώ και το Αντίφωνο που μέσω του facebook μ’ έφερε πάλι κοντά σε αυτή την όμορφη και δημιουργική στιγμή της προσωπικής μου κατήχησης και σπουδής.

  16. Διαβάζω με προσοχή τα σχόλια περί έρωτος και αγάπης και μπορώ να πω πως τούτοι οι όροι δίχως αυστηρό προσανατολισμό μόνο σύγχυση δύνανται να προκαλέσουν. Ο όρος μάλιστα, Έρως, που έχει μια ποικιλία νοημάτων κυρίως κατά χρονικές περιόδους και περιοχές, πολιτογραφήθηκε πολύ εύκολα στην πατερική θεολογία, και μεταπλασμένος έγινε συνώνυμος του όρου αγάπη. Ωστόσο σε γενικές γραμμές καθιερώθηκε με το νόημα μιας ορμής και έκστασης του όντος που αγαπά και προσφέρεται σε μια ετερότητα.[1] Οφείλουμε όμως να αναφέρουμε τις ουσιαστικές διαφορές των υπαρξιακών επιπέδων αποφεύγοντας έτσι τη σύγχυση που δύναται να δημιουργείται λόγω της «κατάχρησης» των εν λόγω εννοιών. Ο Πλωτίνος επί παραδείγματι, μας μιλά για τον έρωτα του Καλού: «Καὶ ὅτῳ μὲν καθαρὸς ὁ τοῦ καλοῦ ἔρως, ἀγαπητὸν τὸ κάλλος μόνον εἴτε ἀναμνησθέντι εἴτε μή», όσο και για τον έρωτα του Αγαθού: «καὶ τῷ νῷ πιστεύειν ἄλλα ὁρᾶν… καὶ τοῦ μέν καλοῦ ἤδη οἷον ἐδόσι καὶ ἐγρηγορόσι ἡ ἀντίληψις καὶ τὸ θάμβος καὶ τοῦ ἔρωτος ἡ ἔγερσις· τὸ δ᾽ ἀγαθόν, ἅτε πάλαι παρόν εἰς ἔφεσιν σύμφυτον, καὶ κοιμωμένοις πάρεστι και οὐ θαμβεῖ ποτε ἰδόντας». Αναγνωρίζοντας όλοι τον Πλωτίνο ως νεοπλατωνικό μπορούμε να πούμε πως ενώ η αρχαιότητα δεχόταν έναν έρωτα για το «αγαθό», ο χριστιανισμός βλέπει στην αγάπη τον φορέα της αξίας του «καλού», με τη αρχέγονη έννοια της λέξης. Υπάρχει μια αγάπη για όλες τις αξίες ή μάλλον για όλα τα αντικείμενα λόγω των αξιών που παριστούν· αλλά δεν υπάρχει «αγάπη για το αγαθό», θα πω μάλιστα ότι η αγάπη για το αυτούσιο καλό είναι άσχημη, επειδή οδηγεί απαραιτήτως στον φαρισαϊσμό, του οποίου το δίδαγμα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: «Αγάπα το καλό» ή «Αγάπα τους ανθρώπους καθόσον είναι καλοί» και «Να μισείς το κακό ή τους ανθρώπους καθόσον είναι κακοί».[2] Εδώ πρέπει βέβαια να αναφέρουμε ότι ο Αριστοτέλης επιχείρησε να ορίσει την «αγάπη» για να φωτίσει τη σημασία της «φιλίας»: θεωρούσε τη φιλία ειδική περίπτωση διαπροσωπικής αγάπης. Έλεγε ότι για να αγαπάμε ένα πρόσωπο, πρέπει να επιθυμούμε το καλό του για χάρη του και όχι για δική μας χάρη.[3] Αν και τούτη η αριστοτελική σύλληψη της αγάπης ζυγώνει περισσότερο τον χριστιανικό λόγο, παρόλο που αυτός την υπερβαίνει, η επίδραση του Πλάτωνα στη χριστιανική διανόηση ήταν που υπερίσχυσε, διότι όπως γνωρίζουμε ο Πλάτων δεν επηρέασε μόνο τη μετέπειτα φιλοσοφική σκέψη (βλ. Πλωτίνος) αλλά και τη θεολογική. Η παρουσία του στο χώρο της χριστιανικής θεολογίας και διανόησης γίνεται αισθητή από τον 2ο αιώνα. Πολλές από τις διδασκαλίες του θεωρούνται συγγενείς με τις χριστιανικές και αντιμετωπίζονται με συμπάθεια από τους πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.[4] Είπαμε λίγο παραπάνω ότι ο χριστιανικός λόγος υπερβαίνει την αριστοτελική σύλληψη της αγάπης και αυτό είναι σίγουρο, αλλά μπορούμε να πούμε με την ίδια σιγουριά πως υπερβαίνει και την πλατωνική, διότι όσο παράλογα θα θεωρούσε ο Αριστοτέλης τα λόγια του Ιησού: «Αγαπάτε τους εχθρούς σας» (Ματθ. ε’ 44), (όπως ακριβώς θεωρούσε παράλογο να πούμε για τα πράγματα ότι θέλουμε το καλό τους για χάρη τους), άλλο τόσο παράλογα θα τα θεωρούσε και ο Πλάτων καθώς και ο Σωκράτης. Τη λέξη «παράλογα» δεν την βάζω τυχαία διότι η χριστιανική ηθική υποτάσσει ρητώς το έλλογο στην αγάπη, στην αγάπη που «προσφέρει μακαριότητα πέρα από το έλλογο» (Άγιος Αυγουστίνος). Η αγάπη και η caritas διακρίνονται αυστηρά από τον «έρωτα» και τον amor. Η χριστιανική αγάπη είναι μια υπερφυσική πρόθεση του πνεύματος, η οποία διαρρηγνύει και κατά κάποιο τρόπο ανακόπτει τον ρυθμισμένο φυσικό μηχανισμό της ζωής (μίσος για τους εχθρούς, λαχτάρα για εκδίκηση και ανταπόδοση, κ.λπ.) προάγοντας τη ζωή του ανθρώπου σε άλλο επίπεδο.[5] Ο έρωτάς μπορεί να χαρακτηριστεί ως πόθος για τη ζωή και την τελείωση, ενώ η αγάπη είναι πλήρωμα και πηγή ζωής. Η αγάπη δεν είναι πόθος για τη ζωή, αλλά άπλωμα και έκρηξη της ζωής ανεξάντλητα. Για αυτό όποιος αγαπά δωρίζει, ενώ όποιος κυριαρχείται τυραννικά από τον έρωτα ζητάει κατοχή και κατακτήσεις. [6] Ο Πλάτων λέγει κιόλας: «αν ήμασταν θεοί δεν θα γνωρίζαμε τον έρωτα». Διότι το τέλειο Ον δεν ενέχει «ροπή» και «ανάγκη». Όμως η ανθρώπινη ψυχή απορρίπτεται τελικά από τον κόσμο διά του πόνου και οριστικώς διά του θανάτου, η ερωτική έλξη που ασκεί ο κόσμος επάνω της δεν δύναται να την κρατήσει. Και εδώ αποκαλύπτεται η ασυμμετρία ψυχής και κόσμου. Αυτή η ασυμμετρία προκύπτει από την οντολογική σύσταση της ψυχής, που με τον Ιησού αποκαλύπτεται ως αιωνιότης του προσώπου. Το οποίο πρόσωπο μέσα στην χρονικότητα μόνον οδύνη και θάνατο δοκιμάζει. Και εκζητείται η σωτηρία του. Την οποία ευαγγελίζεται ο Ιησούς διά της αναστάσεως, και μόνον, ύστερα από την ευτελιστική απόρριψή του από τον κόσμο διά του θανάτου. Διότι ο έρωτας δεν καταργεί τον θάνατο. Και το μόνο πρόβλημα του ανθρώπινου προσώπου στον κόσμο είναι ο θάνατός του. Όταν λοιπόν η ψυχή «μελετά» τον θάνατο δεν δύναται να είναι ερωτική ούτε χωρεί ερωτικός πειρασμός. Ο οποίος κείται πολύ εντεύθεν. Σε εκείνη την ολετήρια στιγμή που είναι κλήρος του κάθε αληθινού προσώπου στον κόσμο το μόνο που ισχύει είναι όχι ο έρως, αλλά η αγάπη. Η αγάπη είναι η έγκυρη απάντηση των προσώπων έναντι της έσχατης απειλής τους από τον κόσμο.[7] Καλή ανάσταση!

    [1] ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ – ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ ΝΙΚΟΣ, σ.128,129

    [2] ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑΣ – ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΗΣ ΘΥΜΙΚΗΣ ΖΩΗΣ, MAX SCHELER, σ.239,240

    [3] ΠΛΑΤΩΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ – ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΛΑΣΤΟΣ, σ.28,31,

    [4] Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ, ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΥΤ. ΜΠΙΤΣΑΚΗ σ.104

    [5] Ο ΜΝΗΣΙΚΑΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ – SCHELER MAX, σ.64

    [6] βλ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, σ.149

    [7] ΔΟΚΙΜΙΑ ΙΔΕΩΝ – ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ, σ.172,173

  17. Απορώ που κανείς δεν συνδέει τις όποιες διακρίσεις-ταυτίσεις έρωτος και αγάπης με το υποκείμενο επί του οποίου κατηγορούνται. Το υποκείμενο γνωρίζει «καλή αλλοίωση» και «κακή αλλοίωση», δεν είναι άτρεπτο. Δεν είναι ούτε στάσιμο: γνωρίζει πρόοδο αλλά και υποστροφή. Κάτι περισσότερο: γνωρίζει μεθηλικιώσεις, σωματοψυχικές και ψυχοπνευματικές. Ο απλός κόσμος λέει: «δεν έχει ψυχή μέσα του». Ή είναι «μικρόψυχος». Για έναν τρίτο: τι «μεγαλόψυχος» άνθρωπος! Η ψυχή, λοιπόν, είναι κάτι που “υπάρχει” και δεν “υπάρχει”. Που “μεγαλώνει” και “μικραίνει”. Διακρίνει επίσης ο λαός μας τον «καλόψυχο» από τον «κακόψυχο», αλλά και τον «σκατόψυχο». Δηλαδή η όποια ψυχή μπορεί να έχει “καλή” και “κακή” ποιότητα. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί αναφέρονται σε υπαρκτικές διαφοροποιήσεις-διαβαθμίσεις της ψυχής. (Όχι της ηθικής!) Υπονοούν ότι ο άνθρωπος δεν γεννιέται άνθρωπος, αλλά γίνεται άνθρωπος με όχημα το αυτεξούσιό του μέσα στην κοινωνία (όχι μόνο στον ιδιωτικό του χώρο!). Γι’ αυτό ο παραδοσιακός πατέρας συμβούλευε το γιο του: «κοίταξε παιδί μου να γίνεις άνθρωπος!».

    Δεν είναι παράλογο να εξετάζουμε τη σχέση έρωτος-αγάπης χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις αυτονόητες αυτές ανθρωπολογικές διαβαθμίσεις; Που αν σκεφθούμε γενικότερα γενικότερα μας ταξινομούν ίσως σε μια κλίμακα δυνατοτήτων σωματοψυχικής και ψυχοπνευματικής εξέλιξης; (Τι εννοώ: Στο «Περί ύψους» του Λογγίνου, για παράδειγμα, τίθεται το ερώτημα αν ο Δούλος μπορεί να σταθεί στο βήμα ως ρήτορας. Και εξηγεί γιατί η ψυχή του δεν του το επιτρέπει. Μόνο ο Ελεύθερος έχει τις ψυχικές προϋποθέσεις. Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσε κάλλιστα να τεθεί και ως προς τον έρωτα, την αγάπη και τη διαφορά τους.)

    Αν υποθέσουμε ότι ο έρως και η αγάπη «ταυτίζονται» (ή «διαφοροποιούνται») επί ποίου αναβαθμού υποκειμενοποιητικής ανάπτυξης εντοπιζόμενη η όποια απόφανσή μας αληθεύει; Πόσο «έρωτα» και πόση «αγάπη» μπορούμε να βρούμε στο επίπεδο του «άψυχου», του «μικρόψυχου», του «μεγαλόψυχου» κλπ; (Τι εννοώ: Υπάρχει ένα έντομο που στον έρωτά του το θηλυκό καταβροχθίζει το αρσενικό. Η διαφορά με το αντίστοιχο ανθρώπινο είναι ότι την καταβρόχθιση δεν την κάνει μόνο το θηλυκό… Ο ένας καταβροχθίζει τον άλλο και το τι απομένει ας μην το συζητήσουμε.)

    Το Ευαγγέλιο μας μιλά για μια ανθρωπολογική κατάσταση όπου δεν είμαι ένας αλλά «λεγεώνα», δηλαδή κάθε φορά τα ηνία της «προσωπικότητάς» μου τα κατέχει ένα από τα «εγώ» που απαρτίζουν την εσωτερική οχλοκρατία των παθών μου. Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση (που δεν είναι μόνο τωρινή, αφού όπως μετά λόγου γνώσεως είχε πει ο Οδ. Ανδρούτσος: «κάθε Έλληνας κρύβει μέσα του δώδεκα λεγεώνες διαβόλων»), το αφετηριακό ερώτημα είναι για ποιου «εγώ» τον «έρωτα» ή την «αγάπη» μιλάμε; Διότι το ένα και μοναδικό Εγώ που υποθέτουμε ως φορέα τους, απλά δεν υφίσταται. Τίθεται επομένως το ερώτημα: Μήπως δεν είμαστε καν στο επίπεδο, όπου οι έννοιες αυτές έχουν νόημα;

    Με συγχωρείτε, αλλά πριν κοιτάξουμε τον Πλάτωνα ή τους Πατέρες, σαν ίσοι προς ίσους, δεν θα ήταν καλύτερα να κοιτάξουμε λίγο μέσα μας, για να δούμε αν έχουν εκεί και τι είδους αντίκρισμα, οι μεγάλες αυτές έννοιες; Αν το κάνουμε είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα τρομάξουμε. (Γι’ αυτό άλλωστε αποφεύγουμε να το κάνουμε.)

    Είμαστε στον Άδη, αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Εκεί ως γνωστόν ούτε έρως υπάρχει ούτε αγάπη. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Αλλά όπως λέει κι ο γνωστός άγιός μας, δεν πρέπει να απελπιζόμαστε. Αφού υπάρχει Ανάσταση. Την οποία και εύχομαι ολόψυχα σε όλους τους αγαπητούς μου συναντηχούντες.

  18. Καλησπέρα κ. Ζιάκα, στην τελευταία παράγραφο, στο σχόλιο μου θίγω ακριβώς αυτό με άλλα λόγια. Οι ανθρωπολογικές διαβαθμίσεις οι οποίες αναφέρετε υποδηλώνουν το “ανοίκειο”. Η ανθρώπινη ψυχή επαγρυπνεί λόγω τούτης της πνευματικής αστάθειας, αλλιώς θα ήταν καταδικασμένη σε μια “ύπουλη” ανθρωποκτόνον λήθη. Η αδιαφορία είναι φαινομενική καθώς κάθε άνθρωπος βρίσκεται εν αγωνία ενδόμυχα. Οι εσωτερικές εμπειρίες, ενοράσεις αλλά και η ενδόμυχη αγωνιά είναι καταστάσεις απρόσιτες από τον “Άλλον”, οπότε αυτό που διακρίνει ο λαός ίσως είναι κάτι διαφορετικό, που μάλλον τελικά δεν δύναται να αποφύγει την ηθική διάστασή του. (Όταν ο Ιησούς εν αγωνία προσεύχεται, οι μαθητές κοιμούνται). Η εσωτερική αγωνία του καθενός κείται πέραν της διυποκειμενικότητας. Αυτός ο μικρόψυχος για τον κόσμο Ιούδας πόσο πολύ συνέβαλε στη σωτηρία ημών; Αυτή λοιπόν η ασυμμετρία «ψυχής» και «κόσμου» είναι η σωτηρία μας. Εγώ θα συμφωνήσω όμως με το σχόλιο Σ. Τσιτσίγκου (αν και εν μέρει διότι δεν είναι δυνατόν να θέτεις τα πάντα εις το βωμό της επιστημονικής τεκμηρίωσης, πόσο μάλλον τα σχόλια σε ένα άρθρο) διότι κάποιος φορές πρέπει να προσανατολιζόμαστε και να καταλαβαίνουμε γιατί μιλάμε αλλιώς η συζήτηση θα αμφιταλαντεύεται αέναα.

    Είναι η ψυχή ένα ξένο επί γης – Γκέοργκ Τρακλ

  19. Σχετικά με τη διάκριση πλατωνικού έρωτα-χριστιανικής αγάπης νομίζω ότι πολύ κατατοπιστικά είναι τα όσα γράφει ο Συκουτρής στην εισαγωγή του στο Πλατωνικό Συμπόσιο. Με παραξένευσε μάλιστα που κανείς σχολιαστής δεν αναφέρθηκε στις απόψεις Συκουτρή έστω και για να τις αναιρέσει. Ως έναυσμα για περαιτέρω σκέψη απλά θυμίζω ότι:
    1. Ο έρωτας είναι πλουτισμός μου από τον άλλον, ενώ η αγάπη είναι κένωση, έκχυση δηλαδή από το δικό μου πλούτο χάριν του άλλου και
    2. (Που είναι και το σπουδαιότερο), η (χριστιανική) αγάπη σε αντίθεση με τον έρωτα δεν έχει κίνητρο είναι δηλαδή χωρίς λόγο και χωρίς σκοπό, πράγμα που ο Συκουτρής έθεσε με προκλητικό τρόπο λέγοντας ότι αν ο διάβολος ρωτούσε το Θεό γιατί αγαπά τους ανθρώπους ο Θεός δεν θα ήξερε να απαντήσει.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here