Περί της ακολουθίας του ‘Ορθρου της Μ. Πέμπτης

0
502

Σύμφωνα με το Συναξάρι του Όρθρου της Μ. Πέμπτης (στο εξής ΟΜΠ), που τελείται στους ενοριακούς ναούς μας Μ. Τετάρτη βράδυ, γιορτάζουμε «τον μυστικό δείπνον, δηλαδή την παράδοσιν των καθ’ υμάς φρικτών Μυστηρίων)», την κατά τον μυστικό δείπνον «υπερφυά προσευχήν» του Κυρίου, το πλύσιμο των ποδιών των Μαθητών Του (Ιερός Νιπτήρ) και την προδοσία του Ιούδα.

Κάνει εντύπωση ότι στο Συναξάρι, για τα γεγονότα της Μ. Πέμπτης ακούμε την λέξη «ἑορτή»: «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι Πατέρες… παρέδωκαν ἡμῖν ἑορτάζειν». Εορτάζουμε; Ποια γιορτή τελούμε σήμερα; Σήμερα που ο Ιούδας «καθ’ ἑαυτόν ἐμελέτησε τήν προδοσίαν» και με «τους πόδας ους ενίψατο ηυτρέπισε προς προδοσίαν» και «δολίῳ φιλήματι παρέδωκε τόν Σωτῆρα καί Κύριον» (ΟΜΠ); Οι τρείς πρώτες εισαγωγικές και κατανυκτικές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, δηλαδή Δευτέρα, Τρίτη, και Τετάρτη (που βοηθούν την κατάνυξη, θυμίζοντας μας το τέλος και τον θείο Νυμφώνα), έχουν ήδη παρέλθει. Σήμερα το βράδυ εισερχόμαστε στο Μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, με δύο παράδοξα.

Πρώτο παράδοξο. Γιατί γιορτάζουμε ένα τέτοιο βράδυ;
Γιορτάζουμε «Πάσχα καινόν, Αἷμα, Σῶμα Δεσπότου «(Φιλο)Ξενίας δεσποτικῆς, καί ἀθανάτου τραπέζης» (ΟΜΠ), το Ποτήριο Εκείνο με το οποίο, Κύριε, «τούς σούς Μαθητάς ἐπότισας εὐφροσύνης» (ΟΜΠ). Γιορτάζουμε «τό πάθος τό πᾶσι, τοῖς ἐξ Ἀδάμ πηγᾶσαν ἀπάθειαν» και την εκούσια «ἐξ ἀφάτου ἀγάπης» «σφαγῆς, δι’ ἧς ἡμεῖς ἐλυτρώθημεν» (ΟΜΠ). Τον θάνατο του Θεού, που ανέστησε τον άνθρωπο. Γιορτάζουμε τα «φρικτά μυστήρια», τα οποία «αὐτός γάρ σεαυτόν ἱερούργεις, Πίετε βοῶν τό Αἷμα μου, και πίστει στερεωθήσετε» (ΟΜΠ), διότι Σύ Κύριε «εἶ ὁ προσφέρων, καί προσφερόμενος, καί προσδεχόμενος, καί διαδιδόμενος» (Θ. Λειτουργία ι. Χρυσοστόμου).

Η ενότητα των αντιθέτων, «σφαγῆς» και «εὐφροσύνης», είναι φυσιολογική στο πρόσωπο του Θεού και Λόγου, ο οποίος «Κύριος ών πάντων, και Κτίστης και Θεός, το κτιστόν ο απαθής, πτωχεύσας εαυτώ ήνωσεν» (ΟΜΠ) « γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλ. 2, 8). Η ενότητα του Θεανθρώπου με τη δική μας, κατά Χάρη, θεανθρωποποίηση εκφράζεται, φυσιολογικά, ήδη στα δύο πρώτα τροπάρια της ακολουθίας: Ἡ πανταιτία, καί παρεκτική ζωῆς, ἡ ἄπειρος σοφία τοῦ Θεοῦ… Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν» «τήν ψυχοτρόφον ἑτοιμάζει τράπεζαν, ἀμβροσίας… κιρνᾶ κρατῆρα πιστοῖς» (ΟΜΠ). Ο Κύριος παρέχει τροφή απαθείας και αιωνίου ζωής με τον θάνατό Του.
Υπάρχει πλέον δρόμος ανοικτός: «Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐμέ μιμεῖσθε». Δρόμος συγκεκριμένος: «ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω ἔσχατος· ὁ δεσπότης ὡς ὁ διάκονος» (ΟΜΠ, Δοξαστικό εορτής).

Το δεύτερο παράδοξο, πέραν της ενότητας θανάτου και Ζωής, σφαγής και εορτής, είναι ότι ο Χριστός παραδίνει τα «φρικτά μυστήρια» του Πάθους Του, πρίν το Πάθος, και τα παραδίνει για να τελούνται, και μετά τα Πάθη Του, μέχρι την Δεύτερη Παρουσία Του. «Λάβετε φάγετε… Πίετε εξ αυτού πάντες». «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν· ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον, καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν ἐμόν θάνατον καταγγέλλετε, τήν ἐμήν ἀνάστασιν ὁμολογεῖτε». Το παράδοξο είναι προφανώς ότι τα «φρικτά μυστήρια» δεν διασπώνται σε πολλές στιγμές και πολλά σημεία, αλλά παραμένουν Ένα Γεγονός, «ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον, καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε»! Το Μυστήριο που νοηματοδοτεί και ενοποιεί όλα τα άλλα είναι το Μυστήριο του μοναδικού Προσώπου του Χριστού.

Επί του Ακτίστου δεν υπάρχει διάτμηση χώρου και χρόνου. Για να δώσουμε ένα πτωχό παράδειγμα μιας σύγχρονης υπέρβασης του χώρου και του χρόνου, αναφέρουμε την εξής πραγματικότητα, που αποκάλυψε η φύση του κτιστού. Μια φωνητική έκφραση, που καταγράφεται με ηλεκτρομαγνητικές μεθόδους, μπορεί να ακούγεται από ένα σημείο σε τεράστιες αποστάσεις σε όλο τον πλανήτη και σε μελλοντικούς χρόνους ολοζώντανη, σαν την πρωτότυπη. Είναι η ίδια φωνή: ο λόγος της, το ήθος, το νόημα και το πνεύμα της. Δεν είναι άραγε ένα κάποιο μυστήριο της “φυσικής πραγματικότητας“, που θα ακουγόταν ως κάτι ακατανόητο, έως και παράλογο, σε παλαιότερους καιρούς, μόνο και μόνο διότι δεν υπήρχε τότε η σχετική εμπειρία; Επιπλέον, γνωρίζουμε από την πείρα της Εκκλησίας ότι η υπέρβαση του χώρου χαρίζεται ακόμη και σε ζώντες αγίους. Η εκκλησιαστική μας ζωή είναι, άλλωστε, πλούσια σε θαυμαστά γεγονότα, που μπορούμε να βρούμε σε παλαιότερα και σύγχρονα συναξάρια.

Λοιπόν, «Πιστέψτε ότι και τώρα είναι εκείνο το Δείπνο στο οποίο παρακαθόταν ο Χριστός… Επειδή και τούτο και εκείνο Αυτός το προσφέρει», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας πάλι διασαφηνίζει: «Ὁ ἄρτος οὗτος, τὸ σῶμα τοῦτο, ὅπερ ἐνθένδεν ἀπὸ τῆς τραπέζης ταύτης ἐκεῖ κομίζοντες ἥξουσι, τοῦτό ἐστιν ὅπερ ἐπὶ τῶν νεφελῶν τότε φανεῖται πᾶσιν ὀφθαλμοῖς, καὶ δείξει τὴν ὥραν (ὡραιότητα) ἀνατολῇ καὶ δύσει δίκην ἀστραπῆς ἐν μιᾷ χρόνου ῥοπῇ».

Ο «ιστορικός» Ιησούς Χριστός, ο Άρτος της Θ. Ευχαριστίας, και ο εσχατολογικός Χριστός είναι Ένας. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «αὐτός ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος σαρκωθείς, πρόδρομος τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ παρουσίας γεγένηται˙ παιδαγωγῶν τάς ψυχάς διά τῶν οἰκείων λόγων πρός ὑποδοχήν τῆς ἐμφανοῦς αὐτοῦ θεϊκῆς παρουσίας». Δεν είναι άλλος ο «ιστορικός» Χριστός και άλλος ο εσχατολογικός. Μεταξύ τους υπάρχει μια μόνο διαφορά: η ένταση της αποκαλύψεως της «εμφανούς αυτού θεϊκής παρουσίας» ανάμεσα στο τώρα και στο τότε. Κατά τον άγιο Σωφρόνιο (Σαχάρωφ) το Φώς του Θεού, ο Θεός ως Φώς, είναι «η Βασιλεία εκείνη «Βασιλέα της οποίας ωνόμαζεν Εαυτόν ο Χριστός (Ιωαν. 18, 36-37)». Η Βασιλεία γίνεται και θα είναι, επειδή υπάρχει ο Βασιλέας.

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας επισημαίνει: «Φανερώνεται («σημαίνεται») δε η Εκκλησία μέσα στα άγια μυστήρια (=Θ. Ευχαριστία»)… αν μπορούσε κανείς να την ιδή (την εκκλησία) ενωμένη με το Χριστό και μετέχουσα στο σώμα Του, τίποτε άλλο δεν θα έβλεπε, παρά μόνο το σώμα του Κυρίου». Υπάρχει πλήρη ταύτιση του Θεανθρώπου Χριστού και του Σώματός Του στην Θεία Ευχαριστία. Και η Εκκλησία φανερώνεται (δεν ταυτίζεται αποκλειστικά), με τον πιο τέλειο τρόπο στην Θ. Ευχαριστία «ενωμένη με το Χριστό και μετέχουσα στο σώμα Του». Το Μυστήριο του Χριστού, του αϊδιου δημιουργικού Λόγου και Θεού, που σαρκώθηκε, για να μας θεώσει, είναι η προϋπόθεση του Μυστήριου της Θ. Ευχαριστίας, που Αυτός μας παρέδωσε, και όχι αντίστροφα.

Η Θεία Ευχαριστία, ως Θεία Κοινωνία, δεν είναι βέβαια ένα μόνο «σύμβολο», «τρόπος υπάρξεως του Χριστού» ή «εικόνα των εσχάτων». Η Θεία Ευχαριστία μπορεί να λεχθεί ότι είναι και όλα τα προηγούμενα, και άλλα ακόμη, υπό την θεμελιώδη βεβαίωση ότι είναι ο σαρκωθείς Λόγος και Θεός, ο Σταυρωθείς, ο Αναστάς, ο Αναληφθείς στους Ουρανούς Θεός και άνθρωπος, που ο ίδιος παρέδωσε τον Εαυτό Του σε μας.
Το Φως του Χριστού, η Βασιλεία του Θεού, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός γίνεται κατεξοχήν οικείος με την βρώση του Σώματος και του Αίματος Του, κατά τον βαθμό της ετοιμασίας υποδοχής Του, με την ορθή πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. Η Θ. Ευχαριστία, χαρίζεται πραγματικά σε όσους αξίως μεταλαμβάνουν: Η «ἐπὶ τὰ θεῖα προσέλευσις τὴν πρὸς τὸ ὅμοιον αὐτῶν κοινωνίαν τοῖς προσιοῦσι χαρίζεται. Αντιθέτως, τους «οὐχ ὁσίως αὐτῷ καὶ ὁμοτρόπως τὰ ἱερὰ συνδειπνήσαντα» «ἀποκληροῖ (=αποκληρώνει) δικαιότατα» (Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης).

Ας δίνει ο Θεός να είναι τέτοια η προσέλευσή μας στις ιερές ακολουθίες των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου και την Θεία Κοινωνία, ώστε να μας χαρίσει «τὴν πρὸς τὸ ὅμοιον… κοινωνίαν» και «ὁμοτροπίαν (τοις αδελφοίς) ἔνθεον ὡς ὁμοτρόφοις» (Αγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης).

*Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, πρ. καθηγητής ΔΠΘ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here