Περί Ταυτότητας

0
177

Αριστοτέλης Διακομόπουλος

Α. Το Ισλάμ και ο Άγιος Ρώμης

Η διάλεξη του Πάπα στο Regensburg μου έδωσε αφορμή για σκέψεις σχετικές με την ερμηνεία της συμπεριφοράς φορέων συλλογικών ταυτοτήτων όπως τα έθνη οι θρησκευτικές κοινότητες και τα ιδεολογικά κινήματα. Τις σκέψεις αυτές παραθέτω ξεκινώντας από το συμπέρασμα :Αυτό που σε πρώτο βαθμό εξηγεί την συμπεριφορά του φορέα μιας συλλογικής ταυτότητας έναντι άλλων αντίστοιχων φορέων είναι η θέληση και η προσπάθεια που αυτός καταβάλει να παραμείνει αυτοτελής ανεξάρτητος και ετοιμοπόλεμος και σε δεύτερο μόνο βαθμό οι πραγματικές ή φανταστικές προσβολές που δέχονται η ταυτότητα και το αξιακό του σύστημα, όπως ο ίδιος τα προσδιορίζει.

Ο Πάπας στο Regensburg χρησιμοποίησε τα λόγια του Μανουήλ του 2ου του Παλαιολόγου και βρήκε το μπελά του. Οι μουσουλμάνοι, σ’ αυτή την περίπτωση όχι κάποιοι ακραίοι αλλά σχεδόν το σύνολο, αντέδρασαν γιατί ο Πάπας προσέβαλλε δήθεν το Ισλάμ επειδή κατά την γνώμη τους υιοθέτησε την άποψη του Μανουήλ, ότι το Ισλάμ είναι θρησκεία βίας. Οι αντιδράσεις τους φυσικά δεν έχουν καμιά σχέση με το τι πραγματικά είπε ο Πάπας. Οι αντιδράσεις τους έχουν σχέση με την διάθεση τους να παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν το θύμα άδικων επιθέσεων και προκαταλήψεων, πιστεύοντας ότι αυτό εξυπηρετεί τον αγώνα για την διατήρηση και ενίσχυση της δικής τους ιδιαίτερης ισλαμικής ταυτότητας.

Το ενδιαφέρον όμως στοιχείο εδώ είναι άλλο. Κατά την γνώμη μου στην διάλεξη του Πάπα υπάρχουν πλευρές που λειτουργούν υπέρ της ισλαμικής ταυτότητας και κατά συνέπεια η διάλεξη του θα έπρεπε αντίθετα να τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης από τους μουσουλμάνους: Με λίγα λόγια ο Πάπας διατύπωσε την άποψη ,ότι ενώ η ευρωπαϊκή ταυτότητα συγκροτείται από την έννοια ενός θεού αξεχώριστου- (ίσως και δεσμευμένου)- από τον ορθό λόγο, η ισλαμική ταυτότητα συγκροτείται από την έννοια ενός θεού απόλυτα υπερβατικού και αδέσμευτου. Στο βαθμό μάλιστα που το στοιχείο αυτό με ιδιαίτερη υπερηφάνεια και έμφαση τονίζεται από τους ίδιους τους μουσουλμάνους, αναρωτιέται κανείς προς τι το μίσος και η οργή. Ο λόγος είναι απλούστατα ότι η προσβολή της ταυτότητας και του συστήματος αξιών κάποιου φορέα δευτερευόντως μόνο επηρεάζει την συμπεριφορά του ,αυτή πρωτευόντως εξαρτάται από την επιθυμία του για σύγκρουση. Το σημαντικό είναι πάντα η διαρκής υπενθύμιση της ύπαρξης του εχθρού και η προετοιμασία για πόλεμο.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι μουσουλμάνοι αδιαφόρησαν για τη σωστή ,σύμφωνη με τον δικό τους αυτοπροδιορισμό, περιγραφή από τον Πάπα του ακρογωνιαίου λίθου της ισλαμικής τους ταυτότητας και προτίμησαν να αναδείξουν την δήθεν προσβολή τους από την απλή παράθεση που έκανε των απόψεων του Μανουήλ.

Από τους μουσουλμάνους αυτοί που δικαιολογημένα θα έπρεπε να αντιδράσουν και δεν αντέδρασαν είναι εκείνοι που διεκδικούν για το Ισλάμ ρόλο συστατικό της ευρωπαϊκής ταυτότητας , θεωρώντας το ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού ορθολογισμού, εξ’ αιτίας της πνευματικής συνεισφοράς σπουδαίων μουσουλμάνων διανοητών του 9ου ,10ου, 11ου και 12ου αιώνα.. Αυτοί με λίγα λόγια από τους μουσουλμάνους που επιθυμούν να συμπεριλαμβάνουν τον εαυτό τους στην ευρωπαϊκή ταυτότητα, στο βαθμό που ο παπικός ορισμός της ταυτότητας αυτής τους αφήνει απ’ έξω ,είχαν κάθε λόγο να αντιδράσουν, πράγμα όμως που δεν έκαναν γιατί αυτό ακριβώς θα τους εμφάνιζε ενάντιους σε αυτό στο οποίο θέλουν να συμπεριληφθούν .

Από την άλλη πλευρά ο Πάπας βρήκε το μπελά του και από μη μουσουλμάνους, υπήρχαν και άλλοι που ενοχλήθηκαν .Ενοχλήθηκαν π χ .αυτοί που πιστεύουν ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα προσδιορίζεται ως κατ εξοχήν κοσμική, με συνέπεια η προσπάθεια του Πάπα να την προσδιορίσει σύμφωνα με την μία ή την άλλη αντίληψη για τον θεό να χαρακτηρίζεται όχι απλά λανθασμένη αλλά ανεπίτρεπτη.

Ενοχλήθηκαν αυτοί που πιστεύουν ότι η προσπάθεια μονοπώλησης του ορθού λόγου από την Ευρώπη είναι ρατσιστική. Ενοχλήθηκαν οπαδοί του διαθρησκευτικού διαλόγου για την, όπως πιστεύουν, αναίτια επιβάρυνση του κλίματος .Τέλος ενοχλήθηκαν οι αυτολογοκρινόμενοι ραγιάδες (dhimmis) φοβούμενοι πιθανά μουσουλμανικά αντίποινα.

Δεν ενοχλήθηκαν αντίθετα αυτοί που κατά την γνώμη μου κυρίως θα έπρεπε να ενοχληθούν και να αντιδράσουν δηλαδή οι σιωνιστές, οι νεοσυντηρητικοί και οι προτεστάντες φονταμενταλιστές, αυτοί δηλαδή που καιρό τώρα καλλιεργούν την άποψη του ιουδαιοχριστιανισμού. Την άποψη που θέλει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ταυτότητας να βρίσκονται στην Βίβλο και υποβαθμίζει μέχρις εξαφανίσεως τον ρόλο όχι μόνο του αρχαιοελληνικού πνεύματος αλλά και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Την άποψη που αδιαφορεί για το γεγονός ότι το στοιχείο που ο πάπας αποκλειστικά απέδωσε στην ισλαμική αντίληψη περί θείου (το στοιχείο της υπερβατικότητας ) είναι εξ ίσου το βασικό στοιχείο και της αντίστοιχης ιουδαϊκής αντίληψης. Μιας αντίληψης μάλιστα , που ιδιαίτερα γαλβανίστηκε και περιχαρακώθηκε στα πλαίσια μιας έντονης αντιπαλότητας με την ελληνική φιλοσοφία και νοοτροπία κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Και πάλι θα ισχυριστώ ότι η μη ενόχληση αυτών των κύκλων οφείλεται στους ίδιους λόγους που οδήγησαν στην ενόχληση των μουσουλμάνων: Παρ’ όλο που η λογική συνέπεια της παπικής θέσης είναι ότι η ιουδαϊκή αντίληψη όχι μόνο δεν βρίσκεται στα θεμέλια αλλά τελείως εκτός της ευρωπαϊκής ταυτότητας αυτό παραγνωρίζεται ως δευτερεύον γιατί απλούστατα αναδεικνύεται και πάλι το πρωτεύον που είναι η περιχαράκωση από τον εχθρό, εν προκειμένω το Ισλάμ

Επίσης και οι εξ ημών Ρωμιοί δεν φαίνεται να αντιλήφθηκαν ότι και αυτούς ο Πάπας τους εξόρισε από τον παράδεισο της ευρωπαϊκής ταυτότητας μια και η Ρωμαίικη αντίληψη για τον θεό –τουλάχιστον σε ότι αφορά την υπερβατικότητα –δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την ιουδαιομουσουλμανική. Εκτός και αν το αντιλήφθηκαν αλλά δεν ενοχλήθηκαν γιατί απλούστατα βρίσκουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα ανάξια λόγου κατάλληλη μόνο για τους ευρωλιγούρηδες

Αλλά και οι εξ ημών έλληνες έμειναν ασυγκίνητοι στην ευγενική υπενθύμιση εκ μέρους του Πάπα της σπουδαιότητας του ρόλου του ελληνικού ορθολογισμού στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τις διαμαρτυρίες που προκάλεσε μόλις πριν λίγα χρόνια η απόπειρα κάποιων να ταυτίσουν την Ευρώπη αποκλειστικά με την κληρονομιά του Καρλομάγνου, η απουσία θετικών εκδηλώσεων στην παπική αυτή θέση θα ήταν δυσεξήγητη αν δεν ίσχυε και εδώ το αρχικό βασικό συμπέρασμα: Αδιάφορο αν η παπική θέση όπως διατυπώθηκε στο Regensburg έρχεται εξ’ αντικειμένου προς επιβεβαίωση της κυρίαρχης εθνικής μας ιδεολογίας του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ο πάπας εξακολουθεί να παραμένει ιστορικός εχθρός και ως τέτοιος αναγκαστικά στερήθηκε την συμπαράσταση που λογικά του οφείλαμε.

Άρα δεν είναι οι διαφορετικές ταυτότητες και οι ενίοτε ανταγωνιστικοί αυτοπροσδιορισμοί που δημιουργούν τους εχθρούς και τους πολέμους αλλά αντίθετα το πλέγμα των πολεμικών σχέσεων μεταξύ de facto εχθρών που αποκρυσταλλώνονται σε ανταγωνιστικές ταυτότητες.

Γιατί σε τελευταία ανάλυση ο αυτοπροσδιορισμός μας δεν είναι παρά η οριοθέτηση του ζωτικού μας χώρου στο επίπεδο του φαντασιακού, κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που κάνουν οι σκύλοι όταν κατουρώντας τις κολόνες ελπίζουν ότι η μυρωδιά τους θα αποτρέψει την παρουσία ανταγωνιστών. Επομένως η απόδοση της ευθύνης για την ύπαρξη συγκρούσεων ανάμεσα σε συλλογικότητες στον τρόπο που αυτές προσδιορίζουν τον εαυτό τους και η συνακόλουθη αντίληψη ότι οι συγκρούσεις αυτές θα τελειώσουν όταν ο τρόπος αυτός αλλάξει, ισοδυναμεί με το να ισχυριστεί κάποιος ότι οι σκυλοκαβγάδες θα σταματήσουν όταν οι σκύλοι εμποδιστούν να ταλαιπωρούν τις κολόνες .

Είναι όμως βέβαιο ότι όσο οι φορείς των διαφόρων συλλογικών ταυτοτήτων διατηρούν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και επομένως εννοούν να μην παραιτούνται από το δικαίωμα στο ζωτικό τους χώρο, η απουσία εχθρών θα παραμένει ουτοπία και από την ιστορία –σε πείσμα του Φουκουγιάμα – δεν θα γλιτώνει κανείς.

Β. Αυτοκρατορία και ταυτότητα

1. Πτολεμαίοι, Σελευκίδες και Ρωμαίοι

Μέχρι τώρα στο στόχαστρο της προσοχής μας είναι οι ανταγωνιστικές σχέσεις και συμπεριφορές φορέων συλλογικών ταυτοτήτων στο ευρύτερο πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό πεδίο με ιδιαίτερη αναφορά στο κρίσιμο ζήτημα της εποχής μας που είναι οι σχέσεις μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης. Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή του τρόπου που αυτού του είδους οι σχέσεις λειτούργησαν στα πλαίσια μεγάλων πολιτισμικών ενοτήτων.

Σε κάθε περίπτωση η όλη προβληματική γύρω από την έννοια της ταυτότητας και η λίγο ή πολύ συνειδητή διαδικασία αυτοπροσδιορισμού ενός υποκειμένου εμφανίζονται με διαφορετική ένταση σε διαφορετικές εποχές. Πολύ αμφιβάλλω π.χ. κατά πόσον ο αρχαίος σπαρτιάτης ή ο αρχαίος αθηναίος αφιέρωναν έστω και την παραμικρή σκέψη για να προσδιορίσουν ή να αμφισβητήσουν την ταυτότητα τους.

Αντιθέτως οι άνθρωποι κατά την ελληνιστική εποχή- εποχή κατά την οποία είχαμε την ταυτόχρονη υποχώρηση της σημασίας της πόλης και των θεσμών της με την ανάδυση της έννοιας της οικουμένης και των σχετικών με αυτήν αντιλήψεων,- όντας αντιμέτωποι με την αύξηση της ρευστότητας των κοινωνικών σχέσεων και την συμβίωση στα πλαίσια των ελληνιστικών πόλεων με ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης και νοοτροπίας, σταμάτησαν να αντιμετωπίζουν τις όποιες κοινωνικές θεσμίσεις ως αυτονόητες και άρχισαν να αναζητούν τα ‘’οικουμενικά’’ εκείνα στοιχεία με την βοήθεια των οποίων θα ύφαιναν τον φαντασιακό ιστό που θα νομιμοποιούσε και θα εκλογίκευε τις νέες θεσμίσεις.

Κοντολογίς συνειδητοποιήθηκε ότι ο ‘άλλος’ δεν αποτελεί πλέον περιστασιακή κατάσταση αλλά παρουσία μόνιμη με την οποία πρέπει να συγκροτηθεί ένα είδος κοινωνίας.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως, η ανθρωπολογικά δεδομένη και διαχρονική επιδίωξη της αυτοσυντήρησης εκ μέρους των διαφόρων ομάδων είχε δύο συνέπειες: Από την μια την αύξηση της έντασης στην διαδικασία του αυτοπροσδιορισμού τους ως συνειδητής πλέον προσπάθειας ορισμού των στοιχείων εκείνων που περιχαρακώνουν το ‘εμείς’ έναντι των ‘άλλων’, και από την άλλη μια προσπάθεια επηρεασμού του περιβάλλοντος χώρου με τρόπο ώστε αυτός να καταστεί λιγότερο απειλητικός. Ένα ακραίο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποτέλεσε η αυστηροποίηση των κανόνων που αφορούσαν την περιτομή ενόψει των χειρουργικών επεμβάσεων αποκατάστασης της ακροβυστίας που είχαν γίνει της μόδας στους σημιτικούς πληθυσμούς . Άλλο παράδειγμα, καθόλου ακραίο αυτή τη φορά είναι οι διάφορες εθνικές ιστορίες απολογητικού ή και πολεμικού χαρακτήρα που γράφονται στα ελληνικά-lingua franca της εποχής. Αυτές κάνουν την εμφάνιση τους με προφανή στόχο να διαβαστούν τόσο από τους ‘άλλους’ όσο και από τους αμφιταλαντευόμενους της ίδιας ομάδας και να καταδείξουν το αυτονόητο της ισότιμης συμμετοχής των διαφόρων εθνοτικών ομάδων στις πολυεθνικές κοινωνίες των ελληνιστικών βασιλείων αρχικά και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αργότερα.

Οι εθνοτικές συγκρούσεις αποκτούν έτσι καινούργια χαρακτηριστικά και δεν περιορίζονται όπως παλιά στην επιδίωξη της κατάκτησης του ‘άλλου’ ή της απελευθέρωσης από τον ‘άλλο’, στην καταλήστευση του, στον εξανδραποδισμό του και στην επιβολή εις βάρους του φόρων ή στην άμυνα έναντι όλων αυτών.

Στα πλαίσια της ελληνιστικής πόλης όπου συμβιώνουν ‘πολίτες’ διαφορετικής προέλευσης αναπτύσσονται τώρα πλέον, από τις διάφορες εθνοτικές ομάδες, στρατηγικές συχνά αντιφατικές που επιδιώκουν την ανάδειξη τους σε θέση ισότιμη με την εθνοτική ομάδα της κυρίαρχης ελίτ είτε μέσω της ολοκληρωτικής προσχώρησης τους στον τρόπο ζωής της είτε μέσω μιας a la carte τέτοιας προσχώρησης είτε ακόμα μέσω της διεκδίκησης του καθεστώτος της αυτοδιοικούμενης κοινότητας.

Η έλευση στην περιοχή της Ρωμαϊκής εξουσίας και η συν τω χρόνω πολιτογράφηση των κατακτημένων με τον τρόπο που έγινε -(την κατάτμηση του σώματος των πολιτών σε γένη)- σηματοδοτεί ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία μια συνειδητή – de jure– παραίτηση από την αρχή της καθολικής ισχύος του εφαρμοζόμενου νόμου.

Βέβαια συνθήκες πολιτιστικής αυτονομίας ήταν δεδομένες και σε προγενέστερες εποχές και ιδιαίτερα την εποχή της διακυβέρνησης της περιοχής όπου πρωτοεμφανίζονται τα νέα αυτά φαινόμενα -(περιοχή της μέσης ανατολής)- από την δυναστεία των Αχαιμενιδών. Η ποιοτική διαφορά όμως της εποχής που εξετάζουμε συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ κατά την περσική περίοδο οι τοπικές κοινωνίες συνέχιζαν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους ουσιαστικά ανεπηρέαστες- υφιστάμενες απλά την παρουσία μιας φρουράς, την υποχρέωση της καταβολής φόρων και την στράτευση σε περίοδο πολέμου- κατά την ελληνιστική περίοδο οι τοπικές κοινωνίες μεταλλάσσονται εκ βάθρων με την μαζική παρουσία ελλήνων εποίκων και μεταναστών ,την ίδρυση νέων πόλεων, την συνοίκηση σε αυτές ετερογενών πληθυσμών και την λειτουργία πρωτόγνωρων και εξωτικών για αυτές θεσμών.

Η κοσμοϊστορικής σημασίας ιδιαιτερότητα του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αντανάκλαση των νέων αυτών συνθηκών στο θεσμικό οικοδόμημα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν συνίσταται στην de facto αναγνώριση μιας πολιτικής αναγκαιότητας στα πλαίσια μιας πρακτικής διευθέτησης ανάμεσα στην κατά τα άλλα απόλυτα κυρίαρχη Ρωμαϊκή εξουσία και μια ηττημένη ομάδα. Συνίσταται αντίθετα στην θεσμοθέτηση του αυτοπεριορισμού των κυριαρχικών και εξουσιαστικών δικαιωμάτων του Imperium έναντι συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών ως πάγια αρχή δικαίου που θεμελιώνεται ακριβώς στην διαφορετικότητα αυτών των κατά τα άλλα ισότιμων πολιτών. Εδώ αναφέρομαι στην χορήγηση απαλλαγής σε εβραίους αρχικά και χριστιανούς αργότερα από την υποχρέωση να λατρεύουν τον αυτοκράτορα σαν θεό.

2.Ρωμιοσύνη

Φαίνεται όμως ότι η Ιστορία, ακριβώς όπως και η φύση, απεχθάνεται το καινό και για αυτό το καθεστώς της έλλειψης καθολικότητας σύντομα ανατράπηκε μετά από μία σειρά κοινωνικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συγκρούσεων που οδήγησαν στην επικράτηση του Χριστιανισμού και μέσω αυτού στην εκ νέου επιδίωξη της οικουμενικότητας.

Όμως η νέα οικουμενικότητα, θεσμίζοντας τον προσδιορισμό του ‘άλλου’ όχι πλέον στο γεγονός ότι ο ‘άλλος’ ανήκε σε μια ηττημένη ή απλά διαφορετική ομάδα αλλά στο γεγονός ότι η ‘αλλότητα’του εθεωρείτο το αποτέλεσμα μιας κακής προσωπικής επιλογής, όχι μόνο απότυχε να ενσωματώσει το εν τοις πράγμασι διαφορετικό αλλά κατόρθωσε να αποξενώσει και το μέχρι πρότινος οικείο στο μέτρο που αυτό επέλεγε να διαφοροποιείται από τη εκάστοτε κυρίαρχη νόρμα.

Έτσι οι διαμάχες μεταξύ αιρετικών και ορθοδόξων δεν είχαν ως ζητούμενο την παράλληλη ύπαρξη αυτόνομων κοινοτήτων στα πλαίσια ενός ανεκτικού αν όχι ουδέτερου κράτους κατά τα πρότυπα του καθεστώτος των γενών και της συνθήκης των Μεδιολάνων αλλά τον προσεταιρισμό της κρατικής εξουσίας για την ολοκληρωτική επιβολή των μεν εναντίον των δε.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή της εσωτερικής συνοχής αυτών των κοινωνιών που σε συνδυασμό με την απόσταση από το αυτοκρατορικό κέντρο οδήγησε στην υποταγή τους στις νομαδικές φυλές της ερήμου.

3.Ισλάμ

Η προσφερόμενη κατά την επόμενη περίοδο λύση εκ μέρους του Ισλάμ απετέλεσε μια ιδιαίτερα ωφέλιμη για το ίδιο σύνθεση των προγενέστερων αντιλήψεων. Συγκεκριμένα το Ισλάμ δεν παραιτήθηκε ποτέ από το δικαίωμα να εξουσιάζει ολοκληρωτικά το σύνολο των υπηκόων του και η όποια ανοχή του προς τους αλλόθρησκους έγινε με τρόπο που ούτε στο ελάχιστο δεν μείωνε την απαίτηση για την καθολική και οικουμενική ισχύ του.

Κατ’ αρχάς ανοχή επέδειξε μόνο, έναντι των ‘’ανθρώπων του βιβλίου’’ ,οι οποίοι κατά μίαν έννοια αντιμετωπίζονται σαν ένα είδος μη ολοκληρωμένων μουσουλμάνων εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι το Ισλάμ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν την ολοκλήρωση των θεϊκών παρεμβάσεων στην Ιστορία που ξεκίνησαν με τον Αβραάμ και τον Μωυσή, συνεχίστηκαν με τον Ιησού και ολοκληρώθηκαν με τον Μωάμεθ.

Η ανοχή της διαφορετικότητας χριστιανών και εβραίων γίνεται επομένως, όχι ως συνέπεια της αναγνώρισης της οικουμενικής αξίας της ‘διαφορετικής’ ανθρωπιάς τους αλλά στη βάση της υπέρτερης και μοναδικής αξίας της ιδιότητας του μουσουλμάνου στην οποία με τον ιδιόμορφο τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω μετέχουν και οι άνθρωποι του βιβλίου. Ακόμα και έτσι όμως, ή ανοχή και η προστασία τους δεν θεμελιώνεται με έναν απόλυτο τρόπο στην βάση αυτής της συγκεκριμένης τους ιδιότητας αλλά συσχετίζεται με την αποδοχή του ρόλου που τους επιφυλάσσεται και την εκ μέρους τους ενεργητική εκδήλωση αυτής της αποδοχής. Ακριβώς εδώ, όχι σε δευτερεύουσας σημασίας στοιχεία, όπως ο ειδικός φόρος και η ξεχωριστή ενδυμασία, βρίσκεται κατά την γνώμη μου η ουσία και η ποιοτική διαφορά του ισλαμικού τρόπου θέσμισης της αποδοχής του διαφορετικού. Στο γεγονός με άλλα λόγια ότι μέσω της ειδικής διαχείρισης και της μερικής ενσωμάτωσης του διαφορετικού, το Ισλάμ καταφέρνει να το μετατρέψει από στοιχείο έμπρακτης αμφισβήτησης της δικιάς του οικουμενικής ισχύος, στο ακριβώς αντίθετο.

Η ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα αυτής της διευθέτησης, της (dhimma), αφ’ ενός έδωσε στο Ισλάμ το συγκριτικό πλεονέκτημα στην κοσμοϊστορική του διαμάχη με τον κόσμο της Ρωμιοσύνης και αφ’ ετέρου σφράγισε με τελεσίδικο τρόπο την μοίρα των κατοίκων της Μέσης Ανατολής.

Η ιστορική περιγραφή των βασικών προδιαγραφών αυτής της μοίρας ,που δεν είναι άλλη από την ιστορία της επιβολής της dhimma, συσκοτίζεται από την χωρίς μέτρο αναβάθμιση της σημασίας σημαντικών ιστορικών γεγονότων όπως οι σταυροφορίες αρχικά και η αποικιοκρατική διείσδυση με αποκορύφωμα την ίδρυση του Εβραϊκού κράτους αργότερα. Αυτό συνετελέσθη με την άκριτη αποδοχή της ερμηνείας αυτών των γεγονότων αλλά και της αφήγησης της ιστορίας της περιοχής με τον τρόπο που προτείνεται από την πλευρά της κριτικής στον ‘οριενταλισμό’.

Η ερμηνεία αυτή που με ολοκληρωτικό τρόπο κυριαρχεί τα τελευταία 40 χρόνια, εκτός από την διαστροφή της ιστορικής πραγματικότητας έχει επιφέρει στην συνείδηση των λαών της δυτικής Χριστιανοσύνης αλλά και των λαών- υπολειμμάτων της Ρωμιοσύνης μια παραλυτική σύγχυση.

Χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτής της σύγχυσης είναι η εξομοίωση της ισλαμικού τύπου διευθέτησης του διαφορετικού –της dhimma– με την μεταμοντέρνας έμπνευσης, πραγματικά υφιστάμενη ή φανταστική και επιδιωκόμενη, πολυπολιτισμικότητα .

Έτσι η οθωμανικού ή ανδαλουσιανού τύπου ‘convivencia’ παρουσιάζεται σε τέτοιο βαθμό εξιδανικευμένη ώστε τόσον η reconquista όσον και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των περιοχών του πρώην ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να εκλαμβάνονται ως εγκλήματα ενός καθ’ έξη εγκληματικού και στην βαθύτερη ουσία του βάρβαρου χριστιανικού κόσμου. Τα δε αποτελέσματα των ‘εγκλημάτων’ αυτών, δηλαδή η απελευθέρωση παραδοσιακά χριστιανικών περιοχών, να παρουσιάζονται ως ισοδύναμα με την έξωση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο.

Με τον τρόπο αυτό τα όποια πραγματικά δείγματα εγκληματικής συμπεριφοράς του χριστιανικού κόσμου δεν γίνονται κατανοητά ως περιστασιακές παρεκτροπές ενός κατά τα άλλα ισότιμου ως προς την ηθική και την ανθρωπιά ‘άλλου’, αλλά ως εκφράσεις της εγγενώς διαβολικής του φύσης, πράγμα που έχει ως τελική του συνέπεια να θεωρούνται επίσης εγκληματικές και οι εκ μέρους των χριστιανών νόμιμες και εύλογες προσπάθειες προστασίας του ζωτικού τους χώρου.

Από την άλλη οι όποιες εγκληματικές συμπεριφορές παρουσιάστηκαν ή παρουσιάζονται στην πλευρά του ισλαμικού κόσμου, μπορεί ενίοτε να θεωρούνται υπερβολικές ,κατά κανόνα όμως, θεωρούνται δικαιολογημένες αντιδράσεις ενός κόσμου που αδικείται και βρίσκεται σε άμυνα. Έτσι οι αντιισλαμικές αιχμές της αντιτρομοκρατικής φιλολογίας που έγιναν συχνότερες μετά την 11η Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνουν μάλλον τον κανόνα γιατί σχεδόν πάντα συνοδεύονται από διακηρύξεις που σε όλους τους τόνους βεβαιώνουν ότι ακριβώς πρόκειται για περιστασιακές παρεκτροπές ενός κατά τα άλλα ισότιμου ως προς την ηθική και την ανθρωπιά ‘άλλου’.

Θύμα στο βωμό της διατήρησης της ακεραιότητας αυτού του ιδεοληπτικού κατασκευάσματος είναι η αλήθεια της αφήγηση του παρόντος των Χριστιανών της Μέσης ανατολής και του παρελθόντος των χριστιανών των Βαλκανίων και της Μικρασιατικής χερσονήσου. Εξ’ αιτίας αυτής της αφήγησης οι Χριστιανοί της ανατολής υφίστανται την πιο αδυσώπητη μορφή ρατσισμού .Συγκεκριμένα αυτοί που κατάφεραν να παραμείνουν ζωντανοί αντιμετωπίζονται από τους ‘άλλους’ σαν άνθρωποι που κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκροί, η εξόντωση των προγόνων τους αντιμετωπίζεται σαν κάτι φυσικό και αυτονόητο και οι όποιες προσπάθειες να απαλλαγούν από την dhimma, ή να αποκτήσουν νεωτερικού επιπέδου δικαιώματα –με την αξιοποίηση ενίοτε της υστερόβουλης ‘βοήθειας’ των αποικιοκρατικών δυνάμεων-θεωρούνται εγκλήματα καθοσιώσεως .

Οι ψυχολογικές αιτίες για την αποδοχή αυτής της αφήγησης θα μπορούσε να είναι ή ένα παραλυτικό αίσθημα ενοχής για τα εγκλήματα που διέπραξε η Δύση εις βάρος του ‘άλλου’, είτε αυτός ήταν μουσουλμάνος την εποχή των σταυροφοριών είτε εβραίος στον δεύτερο πόλεμο, ή ένας διεστραμμένος ναρκισσισμός που υποκρύπτεται πίσω από την υποκριτική και ανέξοδη αυτοκριτική για τα ίδια αυτά εγκλήματα-γιατί στο κάτω-κάτω όταν εγκληματεί η ‘πολιτισμένη’ Δύση είναι προφανώς παράλογο και άδικο να αναμένουμε να μην εγκληματεί η ‘καθυστερημένη’ Ανατολή. Ιδιαίτερα μάλιστα σε σχέση με τους χριστιανούς της Ανατολής που ουκ ολίγα υπέστησαν από τους χριστιανούς της Δύσης.

4.Δύση

Η διαφοροποίηση της μοίρας του άλλου λαού του βιβλίου, συγκεκριμένα των εβραίων της Μέσης ανατολής, οφείλεται στην δημιουργία του Εβραϊκού κράτους, η οποία ασχέτως αν δεν έγινε με δικιά τους πρωτοβουλία αλλά με την πρωτοβουλία των ομοθρήσκων τους της Ευρώπης, σαν συνέπεια είχε την υλοποίηση μιας ‘λύσης’, στην πράξη ανάλογης με την λύση της ανταλλαγής των πληθυσμών που δόθηκε το 22 στους έλληνες Μικρασιάτες και το 47 στην ινδική υποήπειρο.

Οι προαναφερόμενες διευθετήσεις που είτε προγραμματισμένα είτε de facto συνδυάστηκαν με την πρακτική της ανταλλαγής πληθυσμών, κατά μία εκδοχή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτυχημένης εφαρμογής των νεωτερικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης και της λαϊκής κυριαρχίας και κατά μία άλλη αποδεικνύουν το λανθασμένο της άποψης που αντί να θεωρεί το σύγχρονο κράτος δημιούργημα του προϋπάρχοντος έθνους θεωρεί αντίθετα το έθνος επακόλουθο δημιούργημα των θεσμίσεων του κράτους.

Από την άλλη θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι τα παραπάνω παραδείγματα είναι άστοχα και αυτό γιατί από τη στιγμή που το φαινόμενο των εθνικών κρατών ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην ευρωπαϊκή εμπειρία, η όποια προσπάθεια επιβολής του εκτός Ευρώπης, ήταν εκ των προτέρων και σε κάθε περίπτωση καταδικασμένη.

Ας δούμε λοιπόν τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η Ευρωπαϊκή εμπειρία, αφού πρώτα εξαιρέσουμε από αυτήν τον κόσμο της Ρωμιοσύνης, έναν κόσμο που μέχρι και την πτώση του συνέχισε σε γενικές γραμμές να πολιτεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως και κατά το διάστημα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο έως τον Ηράκλειο. Έναν τρόπο που κατά μία εκδοχή συνίσταται στην προσπάθεια ένταξης των αναγκών του Ρωμαϊκού Imperium στο οικοδόμημα της ορθόδοξης σωτηριολογίας και κατά μία άλλη στην προσαρμογή της ορθόδοξης σωτηριολογίας στις ανάγκες της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Επομένως μιλώντας για ευρωπαϊκή εμπειρία ουσιαστικά μιλάμε για την εμπειρία της νεωτερικότητας που αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητας και του αξιακού συστήματος μιας Δύσης η οποία συνήθιζε να προσδιορίζει τις καταγωγικές τους αφετηρίες : Άλλοτε στη βάση μιας λατινικότητας που εκλαμβάνεται ανταγωνιστικά προς την ελληνικότητα και επομένως απορρίπτει την πολιτιστική ενότητα του Ρωμαϊκού κόσμου. Άλλοτε θεωρώντας εαυτήν ως την μόνη γνήσια κληρονόμο ενός ενιαίου αυτή την φορά ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Άλλοτε αναφερόμενη στις χριστιανικές ιδιαίτερα προτεσταντικές της ρίζες ως βάση της οικονομικής της εξέλιξης .Άλλοτε υπερτονίζοντας την πρωτοτυπία των φεουδαρχικών αρχικά και των νεωτερικών στην συνέχεια θεσμών της. Άλλοτε δοξάζοντας την επαναστατική υπέρβαση αυτών των θεσμών. Και τελευταία απορρίπτοντας την ίδια την ιδέα για την αντικειμενική υπόσταση κάποιας ιδιαίτερης δυτικής ταυτότητας και προβάλλοντας στη θέση της το γεγονός της συνύπαρξη εντός της πολλών ισοδύναμων ταυτοτήτων και της δυνατότητας για τον οποιοδήποτε να επιλέγει ανάμεσα σε αυτές.

Μιλάμε επίσης για την εποποιία της ενσωμάτωσης ολόκληρου του πλανήτη σε ένα ενιαίο οικονομικό σύμπαν και την σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση του αξιακού συστήματος της νεωτερικότητας σε όλο τον κόσμο. Για την προσωρινή αποκοπή από αυτό το σύμπαν του σοσιαλιστικού πλανήτη, την κατάρρευση του και την επανένταξη των υπολειμμάτων του. Ακόμα για την εντυπωσιακή ενσωμάτωση της Κίνας και την προοπτική μέσω αυτής της διαμόρφωσης ενός συστήματος που θα συνδυάζει την αποτελεσματικότητα της οικονομίας της αγοράς με την απουσία των υπολοίπων χαρακτηριστικών θεσμών της νεωτερικότητας.

Συνοψίζοντας λοιπόν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δυτικής εμπειρίας σε σχέση με το ζήτημα της διαχείρισης διαφορετικών ταυτοτήτων, θα τολμούσα να πω ότι αυτό συνίσταται στο γεγονός ότι από την ναυμαχία της Ναυπάκτου και μέχρι πρόσφατα , η Δύση είχε την πολυτέλεια να μην αντιμετωπίζει πραγματικούς ‘άλλους’. Και ότι με την εξαίρεση της Ιαπωνικής πρόκλησης, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η παγκόσμια ιστορία είναι ουσιαστικά η ιστορία ενός παρατεταμένου ευρωπαϊκού εμφυλίου που εκτυλίχτηκε σε πλανητικό επίπεδο. Ότι μετά από αιώνες σφαγών στο όνομα της μεταρρύθμισης και της καθολικής ορθοδοξίας οι ευρωπαϊκές ελίτ, συσπειρωμένες γύρω από μονάρχες και στο όνομα της προστασίας των εξ’ ίσου ιερών δικαιωμάτων τους, αποφασίζουν να συγχωρήσουν μια νέα αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοσμική αυθεντία αναβαθμίζεται σε σχέση με τη θρησκευτική, με αποτέλεσμα την ανάδυση μιας νέας οικουμενικότητας η οποία αν και ομνύει στον Λόγο, εν τούτοις αποφεύγει να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του.

Με αυτό τον τρόπο η Δύση προετοιμάστηκε για να αναλάβει τον αυτοκρατορικό της ρόλο. Σε σχέση δε με το Ισλάμ, το οποίο κατά την ανοδική του φάση ήταν δεσμευμένο από την ανάγκη διατήρησης της εσωτερικής συνοχής του, η Δύση χωρίς κανένα πλέον περιορισμό από τις ανάγκες οποιασδήποτε θρησκευτικής συνοχής και ενδυναμωμένη από τις επιστημονικές της κατακτήσεις, ξεχύθηκε στον κόσμο αναδημιουργώντας τον καθ’ εικόνα και ομοίωση.

Μετά απ’ αυτό, όλα έδειχναν ότι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, σε βαθμό που ο συμπαθέστατος κύριος Φουκουγιάμα διακήρυξε το τέλος της Ιστορίας.

Όμως σε συμφωνία και με όσα έχουν ήδη ειπωθεί πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα εννοούν να υπερασπίζονται την ακεραιότητα του φαντασιακού τους οικοδομήματος και τον ζωτικό οικονομικό τους χώρο, επιδεικνύοντας παράλληλα την ανάλογη πολεμική ετοιμότητα.

Έτσι δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη ότι γρήγορα εμφανίστηκαν οι δυνάμεις της αμφισβήτησης. Εμφανίστηκαν δε σε ένα περιβάλλον όπου οι εξαντλούμενοι πόροι του πλανήτη ασκούν την δική τους ιδιαίτερη πίεση.

Φορείς αυτής της αμφισβήτησης είναι από τη μια οι πλατιές λαϊκές μάζες σε Δύση και Ανατολή που ενεργοποιούνται από το κάλεσμα του ριζοσπαστικού Ισλάμ και από την άλλη ο οικονομικός δυναμισμός της Κίνας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι η αμφισβήτηση που εκδηλώνεται παράλληλα και σε άλλα σημεία του πλανήτη έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Συνήθως συνίσταται σε αμφισβήτηση του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ και συντελείται στα πλαίσια της Δύσης όχι απέναντι της. Κατά την γνώμη μου ακόμα και η παλαιότερη αμφισβήτηση που εκφράστηκε από την Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της, ήταν και αυτή μια ειδική περίπτωση του παρατεταμένου ενδοδυτικού εμφυλίου. Αυτό υπό την έννοια ότι ένας σοβιετικός πλανήτης θα εξακολουθούσε να είναι ένας Δυτικός πλανήτης, που θα διαμόρφωνε έναν επίσης δυτικό ανθρωπολογικό τύπο.

Κάτι που σίγουρα δεν συμβαίνει ούτε με την περίπτωση της Κίνας ούτε με αυτήν του Ισλάμ.

Γ . Επίλογος

Σε κάθε περίπτωση όμως έχω την πεποίθηση ότι η σημερινή Δυτική αυτοκρατορία σε σχέση πχ με την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι σε πολύ πιο ευνοϊκή θέση. Γιατί ενώ η δεύτερη υπέκυψε από τον συνδυασμό του πολεμικού δυναμισμού των νομάδων της Κεντρικής Ασίας και της παθιασμένης συνέπειας του ισλαμικού Jihad, ένας αντίστοιχος συνδυασμός του οικονομικού δυναμισμού της Κίνας με το Jihad του σήμερα δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανός.

Το πρόβλημα της Δύσης συνίσταται μάλλον στην προσπάθεια των δυτικών ελίτ να εξασφαλίσουν την διατήρηση των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από την ηγεμόνευση μιας αυτοκρατορίας ,μέσα από διευθετήσεις που ευθέως στρέφονται εναντίον των δυτικών λαών.

Η προσπάθεια αυτή σε πρακτικό επίπεδο συνίσταται αφ’ ενός , σε μία πολιτική προσέλκυσης των ελίτ των χωρών της περιφέρειας σε μια συν-ομωσία στις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού και αφ’ ετέρου στην προσέλκυση του πλεονάζοντος πληθυσμού των ίδιων αυτών χωρών στη Δύση. .

Η ανάλογη προσπάθεια στον χώρο του φαντασιακού εκδηλώνεται με την ανάδειξη σε ταμπού των μειοψηφικών δικαιωμάτων, με την ηθική αιτιολόγηση της λειτουργικής απαξίωσης της πολιτικής διαδικασίας ,με την παράλληλη αναγόρευση των διαδικασιών της οικονομίας της αγοράς σε απόλυτο κριτή των πάντων, με την καθιέρωση της πολιτικής ορθότητας και την κατασκευή της πολυπολιτισμικότητας ως ύψιστης ηθικής επιταγής..

Με τον όρο λειτουργική απαξίωση της πολιτικής διαδικασίας εννοώ την αφαίρεση απ’ αυτήν κάθε αρμοδιότητας που σχετίζεται με τις πραγματικές διακυβεύσεις της πολιτικής όπως η ανακατανομή του εισοδήματος και η ρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Κοντολογίς έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση ιστορικά ανάλογη με την ελληνιστική περίοδο ως προς το ότι ο αυτόνομος πολίτης μετατράπηκε σε ετερόνομο υπήκοο. Μένει δε να δούμε αν οι σημερινοί άρχοντες θα γίνουν υποτελείς στους σύγχρονους αμφισβητίες με την ίδια ευκολία ή ακόμα και προθυμία όπως οι άρχοντες των ελληνιστικών βασιλείων έγιναν υποτελείς στη Ρώμη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here