Πατρίδα ὁ τόπος συνάντησης τοῦ «ἄλλου»

0
704

Σὲ καιρὸ ζοῦμε, ὅπου ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας ἀντιμετωπίζεται συχνὰ μὲ ἐπιφυλακτικότητα, ἐνίοτε ἀκόμα καὶ μὲ ἐχθρότητα. Ἡ τοποθέτηση κάποιου ἔναντι τῆς πατρίδας σχετίζεται ἐν πολλοῖς μὲ τὴν εὐρύτερη ἀνθρωπολογικὴ θεώρηση τὴν ὁποία ἐμπιστεύεται. Ἔχει νὰ κάνει δηλαδὴ μὲ τὸ πῶς ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸν ἄνθρωπο ὡς πρὸς τὴ φύση του, ὡς πρὸς τὸν λόγο τῆς ὑπάρξεώς του.

Ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία ἔχει ὡς ἀφετηρία της τὴ βιβλικὴ μαρτυρία πὼς ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται «κατεκόνα κακαθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ.

Τὸ «κατεκόνα» σημαίνει ἀπὸ τὴ μία, πὼς ἔχει πλασθεῖ μὲ ὁρισμένα θεῖα χαρακτηριστικὰ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν δωρήματα τοῦ Δημιουργοῦ του. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν ἐπιθυμεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ. Δὲν ὑπάρχει νομοτελειακά, ἀφοῦ ἡ ὕπαρξή του ὁρίζεται ἀπὸ κάποιον «Ἄλλον», ἀπὸ τὸ θέλημά Του καὶ τὴν ἀγάπη Του.

Τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» σημαίνει ἀπὸ τὴν ἄλλη, πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του στατικός. Ὀφείλει νὰ πορευτεῖ ἀξιοποιώντας αὐτὸ ποὺ εἶναι, ὥστε νὰ γίνει ἐκεῖνο ποὺ δύναται. Ὥστε νὰ ἐκπληρώσει, δηλαδή, τὸν λόγο τῆς ὑπάρξεώς του: Νὰ ἀξιωθεῖ τῆς ὁμοιότητας μὲ τὸν Θεό.

Ἡ ἀνθρωπολογία τῆς μετανεωτερικότητας, παρὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐκφάνσεών της, ἐκκινεῖ ἀπὸ ἕνα ἀφετηριακὸ προαπαιτούμενο. Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ προορισμός του δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν σχέση μὲ τὸ θεῖο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν κατανοεῖται μεταφυσικὰ ἀλλὰ μονάχα φυσικά.

Στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» ἀλλὰ «εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του». Τὸ τί εἴμαστε τὸ καθορίζει ἡ αὐτόβουλη συνείδησή μας καὶ ὄχι κάποιος ἄλλος (σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἕνας ἄνδρας μπορεῖ νὰ αὐτοπροσδιορίζεται ὡς γυναίκα ἢ ἕνας Σλάβος νὰ ἀξιώνει τὴν ἀναγνώρισή του ὡς Μακεδόνα).

Στὸ ἐρώτημα ποιὸς ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι ἡ ὁμοίωση μὲ τὸν Θεὸ ἀλλὰ ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας πρὸς αὔξηση, ὥστε νὰ καταστεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος κέντρο τῆς ζωῆς. Τὸ τί θὰ γίνουμε τελικὰ ὁρίζεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἐπιθυμία μας.

Τοῦτο τὸ ἀνθρωπολογικὸ πλαίσιο εἶναι συνεπές, ὅταν τοποθετεῖται ἀρνητικὰ ἔναντι τῆς ἔννοιας τῆς πατρίδας. Γιατὶ ἡ παραδοχὴ ὅτι ὑπάρχει μία πατρίδα γιὰ τὸν καθένα μας, σημαίνει καὶ κατάφαση στὴν ἐπίγνωση, ὅτι ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τὸ εἶναι του ἀπὸ κάποιους ἄλλους, πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γεννιέται ἀπὸ συγκεκριμένους γονεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δέχεται μία πρώτη ὕλη σωματικὴ καὶ ψυχική. Ἀνατρέφεται μέσα σὲ μία οἰκογένεια καὶ σὲ ἕνα πολιτιστικὸ περιβάλλον τὰ ὁποῖα τὸν μορφώνουν. Ἀποδέχεται κοινωνικοὺς κώδικες, ἤθη, ἔθιμα, κανόνες ποὺ τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ζεῖ συλλογικά. Τελικὰ τὸ μετανεωτερικὸ δόγμα τοῦ ἀνθρώπινου ὀντολογικοῦ αὐτοκαθορισμοῦ δοκιμάζεται σκληρὰ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς πατρίδας, ἀφοῦ ὁ «ἄλλος» τελικά, προβάλλει καθοριστικὸς γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν προοπτικὴ τοῦ κάθε ἀτόμου. Τόσο καθοριστικὸς ὥστε τὸ ἐρώτημα τοῦ Θεοῦ νὰ παραμένει ἀναπάντεχα ἀνοικτό.

Ἡ ὀρθόδοξη ὀντολογία ἀπὸ τὴν πλευρά της καταφάσκει στὴν ἔννοια τῆς πατρίδας, γιατὶ ἀναγνωρίζει πὼς ὁ καθένας ὑπάρχει ὡς πρόσωπο μέσα στὸ πλαίσιο τῶν σχέσεών του. Οἱ δεσμοὶ τοῦ αἵματος κι ἐκεῖνοι τοῦ πνεύματος, πλάθουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ γεννήτορες καὶ οἱ προπάτορές μας γίνονται γιὰ μᾶς τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς φέρνουν στὴν ὕπαρξη. Κατόπιν προσλαμβάνουμε τὴ γῆ ποὺ μᾶς τρέφει, μὲ ζωντανά, μὲ καρπούς, μὲ ὕδατα· μὲ εἰκόνες, μὲ ἤχους, μὲ εὐωδίες· κι ἔτσι ὅ,τι μᾶς περιβάλλει, ἔρχεται σὲ ἑνότητα μὲ μᾶς, γίνεται κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Κι ὕστερα ἡ σπουδὴ στὰ ἐπιτεύγματα τῶν πατέρων μας, στὶς τεχνουργίες καὶ τὰ οἰκοδομήματα, στὶς ζωγραφιὲς καὶ τὶς μουσικές, στοὺς λόγους καὶ τὰ ποιήματα, ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ χέρια τους, μᾶς παιδαγωγεῖ στὸ μυστήριο τῆς συνάντησής μας μὲ τὸν ἀληθινό μας ἑαυτό.

Ἐν τέλει ἡ πατρίδα γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὁ εὐλογημένος τόπος συνάντησης μὲ τὸν «Ἄλλον» καὶ μὲ τοὺς «ἄλλους»· οἱ ὁποῖοι δὲν νοοῦνται ὡς ἐχθροί, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ καταστείλουν τὴν ἐλευθερία καὶ νὰ ἀναιρέσουν τὶς ἐπιθυμίες μας, ἀλλὰ ὡς ἐγγυητὲς τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς προόδου τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς.

Κάθε «μορφη καὶ παράξενη πατρίδα» εἶναι τὰ πρόσωπα κι ἡ γῆ ποὺ μᾶς «ἔλαχαν», ὥστε ὁ κόσμος νὰ καταστεῖ γιὰ μᾶς οἰκεῖος, ὥστε νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ κάπου νὰ ἀγαπᾶμε. Ἀρνούμενοι τὴν πατρίδα μας, δὲν κάνουμε τὸν κόσμο καλύτερο, ἀλλὰ τὸν καταδικάζουμε νὰ στέκει ἀπέναντι, πάντοτε ξένος, διαρκῶς ἀπειλητικός.

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα είναι δημιουργία του Χρήστου Μποκόρου

Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τεύχος 312 (αφιέρωμα: “Η πατρίδα”) Μάρτιος 2019. 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here