Ο Παπαδιαμάντης μεταξύ Ελλάδας και Δύσης

17
122

O Δημήτρης Μαυρόπουλος μίλησε για το έργο του Παπαδιαμάντη που, συνιστά «έναν διάλογο με τα πνευματικά και πολιτικά ρεύματα της εποχής του. Διάλογο που γίνεται υπογείως, με υπαινιγμούς, και απευθύνεται κυρίως τους πνευματικούς ταγούς του τόπου του. Μια — κατ’ ουσίαν — κριτική και προφητική στάση και θέση σε σχέση με άξονες αναφοράς που ήδη έχουν διαμορφωθεί ή τείνουν να διαμορφωθούν στο νεοπαγές κράτος και στην κοινωνία του. Αφετηρία και τέλος της κριτικής του στάσης είναι η Ορθοδοξία», υποστηρίζοντας πως «στο διάλογο αυτό ο «τρόπος» της Δύσης αποτελεί εκτροπή από τη συνθήκη αληθούς ζωής, όπως την αντιλαμβάνεται και την ζει μέσα στον «τρόπο» της ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης.

Η ορθόδοξη ελληνική παράδοση και η σχέση της με τα χριστιανικά ρεύματα  της Δύσης, απασχόλησε την πρώτη εκδήλωση του Κύκλου «Η Ελλάδα και η Δύση» στο πλαίσιο του Megaron Plus. ( Δευτέρα 14 Οκτωβρίου  2013)

17 Σχόλια

  1. Πρέπει όμως να πούμε ότι ο Γ. Βαλέτας αναστήλωσε το έργο του Παπαδιαμάντη. Στα 1954 έδωσε τους πέντε τόμους με το έργο του. Η δε μελέτη του για τη ζωή, το έργο και την εποχή του Παπαδιαμάντη ήταν έτοιμη από τα 1936. Στα 1938 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών (Βραβείο νεοελληνικών μελετών Εμμανουήλ Ροΐδη). Η πρώτη έκδοση της εν λόγω μελέτης τυπώθηκε στα 1940. Η δεύτερη έκδοση τυπώθηκε στα 1955 (Τόμος ΣΤ´), συμπληρώνοντας τα Άπαντα του Παπαδιαμάντη υπό του “Αρχαίου Εκδοτικού Οίκου Δημ. Δημητράκου” και του Εκδοτικού Οίκου “Βίβλος”.

  2. Ὅλα καλά, ἀλλὰ γιατί ἀφήνει ὁ κος.Μαυρόπουλος νὰ ἐννοηθῇ πὼς οἱ ῥῖζες τοῦ Ἑλληνικοῦ δένδρου δὲν περιλαμβάνουν τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν εὐκόλως καὶ ἀναλγήτως παραδίδει εἰς κινήματα Δυτικά κ.λπ. θεωρῶν, ὡς ὑποθέτω ὡς ῥίζαν τὸ Βυζάντιον ἢ τὴν ὀρθοδοξίαν μόνα;
    Παράδοξον γιὰ τέτοιο μεστὸ λόγο… Κρῖμα.

  3. Στις αναφορές του στα διηγήματα του Σκιαθίτη «αγίου» ο Δημήτρης Μαυρόπουλος αναρωτιέται αν οι ιδέες του έχουν την οποιαδήποτε σχέση με τις αντίληψεις που έχουν για τον Θεό τους οι παπικοί και οι προτεστάντες, ανεξαιρέτως. Οι οποίοι από τότε που ο Άνσελμος διατύπωσε το σχετικό δόγμα του, θέλουν να εμφανίζουν το μυστήριο του Σταυρού ως εξιλασμό του Θεού-Πατέρα για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Η ανωτέρω θυσιαστική ανάγνωση του Ευαγγελικού κειμένου αποτελεί την προκειμένη των συλλογισμών με τους οποίους κάποιοι σύγχρονοι στοχαστές εξομοιώνουν τη Χριστιανική θρησκεία με τις θρησκείες του παρελθόντος ·συγκατελέγεται έτσι και αυτή στο βιβλίο του ανθρώπινου πολιτισμού, που έχει θεμέλιό του την αρχέγονη θυσία του αποπομπαίου θύματος. Έτσι, ενώ το θυσιαστικό θεμέλιο του πολιτισμού επιτρέπει τη βία, η δυτική εκδοχή του Χριστιανισμού τη διαχωρίζει σε νόμιμη (που την επιτρέπει) και παράνομη (την οποία τιμωρεί), εξ ου και η δικανική αρχή περί της αμαρτίας που συνιστά το Δυτικό πρότυπο ζωής. Ένα διαχωρισμό όπως τον ανωτέρω η νεωτερική συνείδηση τον καταδικάζει, και δικαίως, σπεύδει όμως και αυτή με τη σειρά της να θυσιάσει «ολόκληρο τον πολιτισμό, και ιδιαίτερα τον ιστορικό (Δυτικό) χριστιανισμό που παίζει το ρόλο του αποπομπαίου τράγου». Αυτόν ακριβώς το διαχωρισμό καταδικάζει και ο Παπαδιαμάντης ο οποίος, ακλόνητος στις ορθόδοξες σταθερές της πίστης του, εμμένει στον Θεό των πατέρων ημών, που εικονίζει ο ίδιος ο Χριστός, όταν παραπέμπει τους Φαρισαίους να μάθουν «τί ἐστιν∙ ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματθ. 9,13) των Γραφών.
    Θυσιάζει λοιπόν τον ιστορικό χριστιανισμό η νεωτερική συνείδηση, ιδιαιτέρως αυτή που θέλει να αποκαλείται «αριστερή», γιατί η άλλη, η δεξιά, ταυτόσημη στην ουσία της με την πρώτη, εμφανίζεται, ειλικρινέστερη ως προς την αποδοχή της βίας στην υπηρεσία των βουλιμικών της επιδιώξεων. Φωνάζει και χειρονομεί η αριστερή διανόηση, έτοιμη να οργανώσει τη γενική αγανάκτηση σε θυσία των, κατά τη γνώμη της, υπαιτίων για την κρίση που μαστίζει τη χώρα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν θα καταφέρει τίποτε περισσότερο και το θυσιαστικό της εγχείρημα −αυτή το αναγορεύει σε επαναστατικό− είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα θαφτεί κάτω από τους σωρούς των ματαιωμένων υποσχέσεων, της ανυποληψίας και της απογοήτευσης. Οι διανοητικές συλλήψεις ενός μόνου προσώπου ποτέ δεν θα είναι αρκετές να επιδαψιλεύσουν στο ίδιο, και περαιτέρω στην κοινότητα που αυτό επηρεάζει, την κατανόηση των διεργασιών, διά μέσου των οποίων η μιμητική επιθυμία το παρασύρει σε δρόμους αρχαίους, θυσιαστικούς και βίαιους. Ο Παπαδιαμάντης διδάχτηκε τον τρόπο του ελέους, της μακροθυμίας και της θυσίας υπέρ του άλλου −όχι της θυσίας του άλλου− από τον ιερέα πατέρα του, που βίωνε καθημερινά τις άγιες παροτρύνσεις της αληθινής πίστης· τις δέχθηκε απλά και βιωματικά, χωρίς οίηση και περίπλοκους συλλογισμούς, μιμούμενος στο έργο του τον πανοικτίρμονα Δημιουργό του που ανατέλλει τον ήλιο, χωρίς διακρίσεις για τους δικαίους και τους αδίκους. Αυτή την εμπειρία του αληθινού Θεού που εγκαταστάθηκε στα μυχιαίτατα βάθη της ψυχής του, ο Παπαδιαμάντης την έκανε με την τέχνη του ακριβή παρακαταθήκη της δικής μας παράδοσης. Ο Θεός όμως όλων των ανθρώπων διαθέτει τη χάρη Του σ’όλα τα μήκη και τα πλάτη του βασιλείου Του, για να κάνει διάλογο μαζί τους και περιμένει καρτερικά να ανταποκριθούν στο κάλεσμά Του. Ανάμεσα σε αυτούς που αγωνίζονται να διαβάσουν σωστά το άγιο Ὀνομά Του είναι και κάποιοι από τους μεγάλους συγγραφείς , οι οποίοι, όπως μάς διαβεβαιώνει ο Ρενέ Ζιράρ (αναφέρεται στον Προυστ και τον Νοστογιέφσκι), αφού διεξήλθαν το στάδιο «της μιμητικής επιθυμίας και του θυματικού της παραληρήματος», θα βιώσουν την εμπειρία της μεταστροφής σε τόπους όπου λάμπει εκτυφλωτικά το Ὀνομα του μοναδικού Θεού του παντός, που είναι η Αγάπη. Η εμπειρία αυτή έχει πάντοτε θρησκευτικό περικάλυμμα και η ιστορία των θρησκειών μάς γνωρίζει ότι είναι όμοια σε όλα τα θρησκευτικά περιβάλλοντα. Από τους αρχαίους καιρούς, πρώτη η μύηση εμφανίζει τα χαρακτηριστικά της θρησκευτικής εμπειρίας.·Ἠταν ένας τρόπος ταύτισης με τη θεότητα και αποτελούσε, ιδιαίτερα με την επίκληση της δυναμής της, την προσωπική διέξοδο από τη μιμητική επιθυμία των ομοιοτύπων, με σκοπό την καθιέρωση της ποθητής ειρήνης, έστω και με τη χρήση, της εκ των πραγμάτων, μικρότερης θυσιαστικής βίας. Επίσης και στις μεγάλες ανατολικές θρησκείες συναντούμε το είδος της θρησκευτικής εμπειρίας που μας ενδιαφέρει∙∙εδώ όμως η εμπειρία συνοδεύεται από την απόσπαση του ατόμου από τον κόσμο του Θεού, προκειμένου να αποδράσει από την «αιώνια επιστροφή» της βίας,·ένα είδος ζωντανού θανάτου.
    Θα κλείσω τη σύντομη παρέμβασή μου στην εξαιρετική ομιλία του Δημήτρη Μαυρόπουλου, φίλου και δασκάλου μου από τους χρόνους του Άλσους Γραμμάτων και Τεχνών, με αναφορά σε δύο γεγονότα που φαίνεται να ενδιαφέρουν σοβαρά την κοινή γνώμη. Το ένα αφορά την διαμάχη που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους δύο κλάδους της Ισλαμικής θρησκείας ·πρόκειται για το θυσιαστικό παραλήρημα, όπου ενεπλάκησαν οι πολιτικοθρησκευτικές τους ηγεσίες, στο οποίο παρασύρουν και τους αδελφούς λαούς τους, με συνέπεια να υποβιβάζουν τη μονοθεϊστική θρησκεία τους στο θυσιαστικό σύμπαν των πρωτόγονων θρησκειών. Το άλλο είναι η είδηση ότι έχουν συγκεντρωθεί από την Avaaz.org, ένα παγκόσμιο κίνημα πολιτών, πάνω από τριάντα χιλιάδες υπογραφές, προκειμένου να απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης στους κατοίκους των Ελληνικών νησιών που διασώζουν τους πρόσφυγες και στους εθελοντές από όλο τον κόσμο που σπεύδουν για να βοηθήσουν. Πρόκειται για ένα βήμα προς τον θρίαμβο του καλού, που συγχρόνως αναδεικνύει την Ελληνική παράδοση που ωράϊσε ο Παπαδιαμάντης.
    Κ. Ν. ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΤΗΣ
    Υ.Γ.: Τα δύο γεγονότα που κυριαρχούν στην επικαιρότητα, μας υπενθυμίζουν και κάτι ακόμη: Ο λόγος της βίας θα συμπορεύεται, ίσως επί μακρόν, με τον Λόγο της αγάπης, πιστεύουμε όμως πως, είτε η βία το θέλει είτε όχι, η ανθρωπότητα θα προχωρήσει στη σωτηρία της. Αυτό είναι το σχέδιο του Θεού.

  4. κ. ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΤΗ, αφού η πρόταση «είτε η βία το θέλει είτε όχι» εμπεριέχει ήδη τη βια στα σπλάχνα της συμπεραίνουμε ότι η ανθρωπότητα θα προχωρήσει στη σωτηρία διά της βιας αφού δεν έχει άλλη επιλογή. Αν λοιπόν το σχέδιο του Θεού είναι να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε μια αναπόφευκτη σωτηρία τότε αυτό το σχέδιο σίγουρα από κάποιον άνθρωπο θα το έχει υφαρπάξει, αλλά πιστεύω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Εμείς οι άνθρωποι βλέπετε, είμαστε ειδικοί στο να θέλουμε να σώσουμε τους άλλους διά της επιβολής, νομίζοντας ότι δήθεν αυτό είναι το σχέδιο ή το θέλημα του Θεού! Άλλα ευτυχώς ή δυστυχώς, μόνο ο άνθρωπος κάνει σχέδια, τα οποία κιόλας τις περισσότερες φορές όταν τα θέτει σε εφαρμογή το μόνο που καταφέρνει είναι να καταπιέζει τους συνανθρώπους του, να γίνεται δυνάστης. Ο Θεός λοιπόν που μας οδηγεί κάπου συγκεκριμένα, συγγνώμη, άλλα φαντάζει αρκετά ανθρώπινος. Ο αληθινός Θεός θεωρώ ότι συλλαμβάνεται μόνο ως έλλειψη, ως απουσία, έτσι είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου αν στο κενό που έχει στην ζωή του θα βάλει τον Θεό ή τα είδωλα και αυτό σημαίνει ελευθερία, πέρα από σχέδια, θελήματα και οτιδήποτε άλλο επιβαλλόμενο. Η σωτηρία δεν είναι μονόδρομος, είναι επιλογή, ο άλλος δρόμος είναι ο σκοτασμός.

  5. Κάνετε, ελπίζω εκ παραδρομής, φοβούμαι όμως επί τούτου, λάθος! Η πρόταση «είτε η βία το θέλει είτε όχι» ΔΕΝ εμπεριέχει καμμία βία στα …”σπλάχνα” της. Πρόκειται για την κατάφαση της ανθρώπινης φύσεως να ανθίσταται (να μην θέλει να υποκύψει) στην βία. Η παραδοχή ορισμένων ότι η αντίδραση στην βία είναι η ίδια βίαια, είναι νεολογισμός και καταλήγει σε λογικό άτοπο. Η βία, ασχέτως αν το θέλει ή όχι, είναι υποχρεωμένη να συμφιλιωθεί με την φυσιολογική αυτοάμυνα που κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος θα της αντιτάξει. Δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με επιλογή, (βία ή μη-βία) αλλά με τον φυσικό νόμο: Δράση < ---> αντί-Δραση. Η βία προκαλεί αντι-βία και αυτό είναι το φυσιολογικό.

  6. XwpisONOMA, βερμπαλισμός άνευ προηγουμένου. Επειδή όμως αντιλαμβάνομαι ότι η λογική χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και ουσιαστικά απορρίπτεται πάλι διά αυτού του τρόπου δεν θα επεκταθώ, άλλωστε όσοι ασχολούνται και μελετούν ανάλογα θέματα έχουν την οξυδέρκεια να αντιληφθούν τις συνεχόμενες αντιφάσεις που προκύπτουν. Το Υ.Γ. βέβαια τελειώνει με την πομπώδη φράση: «Αυτό είναι το σχέδιο του Θεού». Έτσι λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν το σχέδιο του Θεού (αυτό και αν είναι απολύτως φυσιολογικό και λογικά έγκυρο). Αγαπητοί συνομιλητές θα έλεγα ότι αυτές οι τοποθετήσεις έχουν αρχίζει πραγματικά να με τρομάζουν.

  7. Αγαπητέ φίλε
    Θα ομολογήσω, ότι η φράση μου, που εμφανίζει δήθεν το Θεό να ασκεί βία για να ολοκληρώσει το σχέδιο σωτηρίας του κόσμου είναι προκλητική, και θα πρέπει να παραδεχθώ, επίσης, πως αυτό δεν έγινε, τουλάχιστον μερικώς, χωρίς τη συνειδητή μου πρόθεση! Ζητώ κατά συνέπεια αμέσως συγνώμη για τις παρανοήσεις που προκάλεσε(η φράση μου) πιθανώς, και δηλώνω αμέσως, ότι συμμερίζομαι απολύτως τον αποφατισμό των πατέρων της Εκκλησίας μας, που τον εκφράζει ρητά ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης:Δεν υπάρχει όνομα, ο ανθρώπινος λόγος είναι αδύνατον να εκφράσει την ουσία και τον τρόπο της υπάρξεως του Θεού!Αρα μακρυά από μένα κάθε σκέψη να αποδώσω στο Θεό ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά.Παρ’όλα αυτά θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι ακριβώς εννοούσα, με τη χρήση του ορθού λόγου, ο οποίος καθώς φαίνεται, απολαμβάνει της απολύτου εκτιμήσεώς σας: Με το όνομα Θεός η ανθρώπινη λογική θέλει να εκφράσει το Ον, που διαθέτει την απόλυτη απειρότητα,και περαιτέρω μια εκδοχή της, αυθαίρετα, μεταβαίνει στην κατηγορία της ύπαρξής Του(Ανσέλμειο επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού). Εμείς αγνοούμε τη μετάβαση από τη λογική ουσία του σημαίνοντος Θεός στην ύπαρξή Του, και αυτή την τελευταία την θεωρούμε αποτέλεσμα της απόλυτης πίστης·διατηρούμε όμως την απειρότητα των ιδιοτήτων Του, άρα να είναι ελεύθερος και να επιλέγει ως προκειμένη της Δημιουργίας Του την Αγάπη.Διευκρινίζω ακόμη, ότι απόλυτη πίστη σημαίνει φιλοσοφικά, « να καταφάσκει ο άνθρωπος την ύπαρξή του σε πείσμα της αναίρεσής της , που επιχειρεί το μη-ον»·είναι αυτή η απόλυτη πίστη η περισσότερο έγκυρη απόδειξη για την «ύπαρξη» του Θεού(Πάουλ Τίλλιχ,Το θάρρος της υπάρξεως).Δεν είναι κατά συνέπεια ο Θεός πλάσμα φαντασίας με σκοπό να γεμίζει το ψυχολογικό κενό του ανθρώπου,άρα κατά τη γνώμη σας ανύπαρκτος ή αδιάφορος για το κόσμο, όπως ο Αριστοτελικός θεός.Με τέτοια προκειμένη είναι λογικό να συμπεραίνεται πως ο Θεός δεν κάνει σχέδια και αυτά που του αποδίδονται να είναι κατ’εικόνα του ανθρώπου. Το δικό μου συμπέρασμα διατυπωμένο με τη μορφή ερωτήματος: Είναι δυνατόν η Αγάπη, μια δύναμη δημιουργίας –«ο Θεός αγάπη εστί»-να δεχθεί την αυτοκαταργησή της; Και συνεχίζουμε:Είναι δυνατόν η Αγάπη να χρησιμοποιεί τη βία για τους σκοπούς της; Χωρίς κανένα ενδοιασμό ασφαλώς όχι.Η βία είναι εκ του κόσμου τούτου, την χρησιμοποιούν οι άνθρωποι, απόρροια της προσκτητικής μίμησης που γίνεται συγκρουσιακή, και τελικά αντί να μιμούνται τον πατέρα και Δημιουργό τους, μιμούνται τον άλλον ή τον εαυτό τους που τον κάνουν θεό. Η επιθυμία τους είναι αντικειμενότροπη ή ναρκισσιστική(Ρενέ Ζιράρ,Κεκρυμμένα από καταβολής,τόμος Β’), νομίζουν ότι πράττουν ελεύθερα-αυτήν την ανύπαρκτη ελευθερία προτάσσεται και σεις, ως προκειμένη των συλλογισμών σας- και στην ουσία βρίσκονται στο ζόφο της αταξίας του «Υπογείου»(Ντοστογιεφσκι), που υποβάλλει στο κόσμο μας η ακοσμία του κακού.Αφήνει ο Θεός τον άνθρωπο να επιλέγει το δρόμο της βίας, γιατί σέβεται την ελευθερία του, αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι έχει παραιτηθεί από το προ- των αιώνων, «συνταχθέν μυστικώς»,σχέδιό Του για την σωτηρία της Δημιουργίας Του.Υπάρχουν τρόποι- αυτές τις μέρες είναι η επέτειος ίδρυσης της Κ.τ.Ε με πρωτοβουλία του Γούντροου Ουίλσον, προέδρου της Αμερικής.Σκοπός της η διαρκής ειρήνη που εμπνεύσθηκε ο Κάντ με το ομώνυμο έργο του – ο άνθρωπος να πεισθεί να γίνει συνδημιουργός του Θεού της Αγάπης και πως η πραγματική ελευθερία είναι η συμπόρευσή του με το άγιο θέλημά Του.Αυτό ήταν και το νόημα της φράσης μου και κατά συνέπεια να μου επιτρέψετε να πω,ότι το συμπερασμά σας ήταν βιαστικό και αγνόησε καθ’ολοκληρίαν το κύριο μέρος του σχολίου μου. Κ.Ν Μπαραμπούτης Υ.Γ Διευκρινίζω:Βία όπως προκύπτει από τον τρόπο της γένεσης του συλλογικού υποκειμένου(Υπόθεση του θυματικού μηχανισμού του Ρενέ Ζιράρ κ.λ.π, βλέπε και σχετικό άρθρο του Θ.Ζιάκα) είναι η εσκεμμένη αναίρεση του θύματος, στο οποίο μεταβιβάζονται οι ευθύνες της κρίσης που διέρχεται η κοινότητα.Η βία βέβαια λαμβάνει διάφορες μορφές, έχει προσωπικό χαρακτήρα και εξουσιάζει με διάφορους τρόπους τις σχέσεις μεταξύ των κρατών.

  8. κ. ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΤΗ, το κενό στο οποίο αναφέρομαι είναι καταρχήν οντολογικό και δεν σχετίζεται με κάποια υποκειμενική ψυχολογική αξία. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην ψυχολογία και στην οντολογική προοπτική. Τώρα, έχετε ποτέ μελετήσει την άποψη ότι μπορεί το «μη ον» να μην είναι το αντίθετο του «όντος», ότι δηλαδή αυτό βρίσκεται στην ουσία του «όντος», ότι είναι μέρος του; Το «μη ον» τότε δεν επιχειρεί τίποτα, το ον (μιλάω για τον άνθρωπο) επιλέγει την λήθη ή την αλήθεια του, να είναι η να μην είναι. (βλ. Hegel και Heidegger) Η ιδέα των αντιθέτων «ον» και «μη ον» μπορεί κάλλιστα να είναι μια ψευδαίσθηση… Άλλωστε αυτή η σύγχυση κρατάει από την εποχή του Παρμενίδη, αλλά και του Πλάτωνα (Σοφιστής), και του Αριστοτέλη. Μην χρησιμοποιούμε λοιπόν τη λογική εκεί που έχουμε όφελος και αμέσως μετά να την απορρίπτουμε εκεί που δεν μπορεί να μας στηρίξει. Θεωρώ πως αν δεν βρούμε άλλους τρόπους, αποκαλυπτικούς, να κοινωνήσουμε, είμαστε χαμένοι. Διότι υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στο «Ορθώς διανοείσθαι, διά το ορθώς κοινωνείν» και στην «Αποκαλυπτική εμπειρία», η οποία είναι καταρχήν οντολογική και όχι ψυχολογική ή διανοητική. (βλ. Τη μη υποκειμενική αποκαλυπτική εμπειρία στο όρος Θαβώρ, επίσης την αποκαλυπτική εμπειρία στο αρχιπέλαγος Γκούλαγκ που διηγείται ο Μιχαήλ Μιχαήλωφ).

  9. Επανέρχομαι: Από όλες τις φιλοσοφικές απόψεις για τη σχέση του όντος με το μη-Ον ,σε κάποιες από τις οποίες εσείς αναφέρεσθαι επιγραμματικά, έγώ επιλέγω αυτή που προτείνει ο Πάουλ Τίλλιχ, η οποία μου φαίνεται να ευρίσκεται πλησιέστερα στις θεολογικές απόψεις, περί Θεού, των πατέρων της Εκκλησίας μας.Αντιγράφω από το βιβλίο του «Το θάρρος της υπάρξεως,σελ.53»: «Αν κανείς ερωτηθεί πως το μη-Ον συνδέεται με το ίδιο το Ον, δεν μπορεί παρά να απαντήσει μεταφορικώς: Το Ον ‘αγκαλιάζει τον εαυτό του και το μη-Ον’. Το Ον έχει το μη-Ον εντός του, ωσάν κάτι που είναι αιώνια παρόν και που αιώνια το υπερβαίνει κατά την πορεία της θείας ζωής.Το θεμέλιο οποιουδήποτε πράγματος υπάρχει δεν είναι νεκρή ταυτότητα χωρίς κίνηση και γίγνεσθαι, είναι ζώσα δημιουργικότητα.Καταφάσκει εαυτό δημιουργικά, υπερνικώντας αιώνια το μη-Ον του.Συνεπώς είναι το αρχέτυπο της αυτοκατάφασης κάθε πεπεράσμένου όντος και η πηγή του θάρρους του υπάρχειν».Διαπιστώνει κανείς, κατά συνέπεια, εύκολα τη σχέση της φιλοσοφικής διατύπωσης του Τίλλιχ με την πίστη της Εκκλησίας μας για το σχέδιο της θείας Οικονομίας και την αμετάκλητη απόφαση του Θεού για την εφαρμογή του.Αυτό ιδιαίτερα «…..το υπερνικώντας αιώνια το μη-Ον…..», δεν εκφράζει κάποια βίαιη σχέση του Οντος με το μη-Ον, απεναντίας είναι η δημιουργική αγάπη που μετατρέπει το Urgrund του Μπαίμε, ένα σκοτεινό άλογο και απύθμενο βάθος –την αρχέγονη ελευθερία- στον «λίαν καλόν» κόσμο μας. Να λοιπόν, που μου έδωσες την ευκαιρία να επαναλάβω την επιχειρηματολογία που δικαιολογεί την προκλητική φράση του Υ.Γράφου μου,ενδεχομένως με περισσότερο φιλοσοφικό τρόπο.Επίσης θα πρέπει να πώ ,είναι και αυτό επανάληψη, πως τα συμπεράσματα των συλλογισμών μας είναι απολύτως συνδεδεμένα με τις προκείμενές τους και, ότι αυτές οι τελευταίες είναι πάντοτε προϊόντα της πίστης μας. Συμπέρασμα: Αν αμφιβάλλω γι’αυτές(τις προκείμενες) και οι ιδέες που καταθέτω με τους συλλογισμούς μου θα είναι μετέωρες. Αυτή η επανάληψη γίνεται, γιατί υποθέτω, ότι σου δίνει απάντηση,στην όπως αναφέρεις, επιλεκτική εκ μέρους μου χρησιμοποίηση του λόγου.Και αν θέλεις με ακόμη μεγαλύτερη ειλικρίνεια: οι λογισμοί μου, όχι κατ’αναγκήν με απολύτως συνειδητό τρόπο, συστοιχούνται πίσω από την πίστη μου,στο Θεό των πατέρων ημών.Τελειώνω με μια πρόταση, είναι του Ζιράρ και μου φαίνεται, ότι αξίζει να την εξετάσει κανείς με σοβαρότητα: Αναφερόμενος λοιπόν στο έργο του Πλάτωνα, εκφράζει μια συνολική άποψη για τη φιλοσοφία: «ενώ έχει σταθεί αδύνατον να κατανοηθεί η θρησκεία με βάση τη φιλοσοφία, θα πρέπει να αντιστρέψουμε τη μέθοδο και να αναγνώσουμε τη φιλοσοφία υπό το φως της θρησκείας». Κ.Ν ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΤΗΣ

  10. κ. Μπαραμπούτη ο Τίλλιχ δίνει πολλαπλές ερμηνείες στην πνευματικής ζωή αλλά και σε όλα εκείνα που καταπιάνεται όπως η αγωνία, το κενό η έλλειψη νοήματος κτλ. Μπορώ να πω ότι το εν λόγω βιβλίο είναι ένα κράμα υπαρξισμού, ψυχολογίας, οντολογίας, μεταφυσικής, θεολογίας και είναι αρκετά μπερδεμένο. Όταν εγώ μιλάω για κενό, δεν εννοώ ούτε όπως είπαμε το ψυχολογικό κενό αλλά ούτε και το κενό ως απειλή η ως έλλειψη νοήματος (Τίλλιχ), αλλά ως απουσία της αιώνιας παρουσίας του Θεού. Εκείνος που αντιλαμβάνεται την αιώνια παρουσία του Θεού ως απούσα βιώνει γνησίως και την πνευματική ζωή, και την καθημερινότητα, και την αγωνία. Όλα τα άλλα καταλήγουν σε βεβαιότητες. Η απουσία του Θεού δεν με ρίχνει σε υπαρξιακή απελπισία όπως θα έλεγε για άλλα θέματα ο Τίλλιχ, διότι η αιώνια παρουσία Του φανερώνεται σε εμένα μέσω της δικής μου αδυναμίας για πληρότητα στον κόσμο, και εδώ αναδύεται και η διαφορετικότητά μου από τα ζώα τα οποία απολαμβάνουν την πληρότητά τους εντός του κόσμου. Αυτό όμως τώρα δεν μου δημιουργεί ούτε κάποια βεβαιότητα, διότι παρ’ όλα αυτά, όπως είπαμε η αιώνια παρουσία του Θεού είναι απούσα, έτσι εγώ δεν είμαι ακόμη αυτό που θα είμαι στην πληρότητα μου και που σίγουρα δεν την απολαμβάνω επί της γης (εδώ εμφανίζεται η γνήσια αγωνία που δεν σχετίζεται με την απελπισία). Έτσι για τον άνθρωπο πλήρης είναι μόνο ο Θεός ή το ζώο. Και αφού δεν απολαμβάνω την πληρότητα μου μεταξύ των ζώων επί της γης τότε αυτή η πληρότητα θα προσιδιάζει με εκείνη του Θεού, χωρίς βέβαια να ταυτίζονται.

    ‘Απὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. (Ματθ. 11,12)

    Εδώ η βία αποκτά την αποκαλυπτική προοπτική της.

  11. Αγαπητοί φίλοι, παρακολουθώντας τα σχόλια διερωτώμαι αν τελικά υπάρχει περίπτωση να αποφύγουμε τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις ή την «αμφισημία» λέξεων ή φράσεων μέσα στην αδιάσπαστη ενότητα κόσμος-ύπαρξη. Ακόμη και ο θρίαμβος του καλού τον οποίο αναφέρει ο κ. Μπαραμπούτης δεν μπορεί παρά να έχει μικρή διάρκεια εντός αυτής της ενότητας. Σας μεταφέρω ένα διαφωτιστικό απόσπασμα από το βιβλίο «Δυτικά της Εδέμ» του Χ. Μαλεβίτση.

    γ´. Η παρουσία του πνεύματος. Η οξεία αντίθεση ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», μια διάκριση που την εντατικοποίησε το ιρανικό πνεύμα, προσλαμβάνει τις διαστάσεις τιτανομαχίας υπέρ του Είναι και κατά του Μηδενός. Δεν μπορεί όμως να δοθεί η ποθητή λύση μέσα στον ορίζοντα του κόσμου και του χρόνου. Μέσα στον κύκλο της εγκοσμιότητας ο αγώνας του «καλού» έχει ως τελική απόληξη την ήττα του, για τους εξής λόγους: Πρώτον με την αμφισημία του αγώνα. Δεδομένου ότι μέσα στον πολυδαίδαλο και αινιγματικό κόσμο, συχνά, έστω σε διαφορετικά επίπεδα, το καλό γεννά το κακό και το κακό το καλό. Δεύτερον, με την άφευκτη έλευση του θανάτου. Ο θάνατος σφραγίζει όλες τις ευγενείς υπάρξεις του κόσμου τούτου, επισφραγίζει τα έργα τους και εξισώνει όλες τις διαφορές κάτω από το ολετήριο πέλμα του. Καλούς και κακούς, ευγενείς και χυδαίους, μικρούς και μεγάλους. Τρίτον, με το άληκτο του χρόνου. Καθώς ο χρόνος είναι αέναος, στο τέλος θραύεται κάθε κύκλος νοήματος· όλα βυθίζονται στη λησμονιά του παρελθόντος ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ. Ενώ διανοίγονται ολοένα πρωτοθώρητες προοπτικές, έτσι ώστε το χάος του χρόνου να μετατρέπει το νόημα σε χάος. Γι᾽αυτούς τους λόγους το αίτημα του πνεύματος, που είναι ο φορέας του αυθεντικού «καλού», αξιώνει την κατάργηση του κόσμου, του θανάτου και του χρόνου, για να πραγματοποιηθεί ο οριστικός θρίαμβος του. Δεν υπάρχει άλλη έξοδος, αν είναι η λύση του πνεύματος να είναι ριζική. Άρα όλο το ζήτημα της εσχατολογίας είναι η συνεπής απόληξη της εσωτερικής κίνησης του πνεύματος, αφού τούτο δεν αποφασίζει να αυτοκαταργηθεί και αφού δεν θέλει να παραμείνει μέσα στην αμφισημία του κόσμου. Και δεν το αποφασίζει επειδή το ίδιο είναι μαρτυρία μιας άλλης ζωής, η οποία δεν προκύπτει από τους όρους της εγοσμιότητας, αλλά από άλλους όρους. Η διαφυγή από τον ταπεινωτικό και θανάσιμο εναγκαλιασμό της εγκοσμιότητας, με την καταστροφή της τελευταίας, θα είναι και η τελεσίδικη νίκη του πνεύματος, η αποκατάσταση της οδυνόμενης ύπαρξης, ο θρίαμβος της βασιλείας του πνεύματος, «ὅταν ἔλθη ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῆ δόξη αὐτοῦ».

  12. Στη διερώτηση δίνω με το απόσπασμα που έχω παραθέσει έμμεσα την απάντηση, θα έλεγα πως το σκεπτικό σας όσον αφορά την «ελευθερία» αλλά και την «επιλογή» είναι ορθό, και αυτό διότι υποψιάζομαι πως συλλαμβάνετε την εν λόγω έννοια μονοδιάστατα, και όχι για κάποιον άλλο λόγο. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς εννοεί ο κ. Μπαραμπούτης αλλά μάλλον εννοεί κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Σύνηθες διαδικτυακό φαινόμενο η παρερμηνεία λόγω ελλιπούς διατύπωσης. Συγχωρέστε με αν για ακόμη μια φορά μεταφέρω κάποια αποσπάσματα του Χ. Μαλεβίτση αλλά θα μας εξυπηρετήσουν ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα το θέμα. Είναι όμως αδύνατον να μεταφέρω εδώ όλο το κεφάλαιο, θα σας πρότεινα να το βρείτε με κάποιο τρόπο και να το διαβάσετε, θα σας βοηθήσει αρκετά.

    -Το ανάπτυγμα της ελευθερίας*

    Οι έννοιες της ελευθερίας και της αναγκαιότητας δεν είναι μονοσήμαντες. Μέσα στο ανάπτυγμα της ευρείας εμπειρίας ζωής του ανθρώπου έχουν προσλάβει ποικίλα περιεχόμενα. Το ανάπτυγμα της εμπειρίας αυτής αρχίζει από την πείρα της υπερβάσεως και καταλήγει στην πείρα της φύσεως. Η ελευθερία όσο πλησιάζει προς τα κράσπεδα της υπερβάσεως τόσο περισσότερο εσωτερικοποιείται και αποκτά ουσιώδη νοηματοδοσία· μετατρέπεται σε σύμβολο. αντίθετα, όσο πλησιάζει προς τη φύση τόσο περισσότερο μετασχηματίζεται σε εξωτερικό ενδεχόμενο, ώσπου να καταλήξει στη φυσική τυχαιότητα. Ανάλογη είναι και η τύχη του αντίθετου της ελευθερίας, της αναγκαιότητας. Τους αναβαθμούς αυτού του αναπτύγματος εμπειρίας θα τους ορίσουμε ως εξής: Εμπειρία υπερβάσεως (Θεού στη θεολογική, μυθοποιημένη γλώσσα), εμπειρία υποστάσεως (Existenz, το φιλοσοφικό περίπου αντίστοιχο της μυθικής «ψυχής»), εμπειρία ιστορίας και εμπειρία φύσεως. […]

    -Η υπερβατική ελευθερία (Εκείθεν της ελευθερίας)*

    Ο όρος «ελευθερία» δεν πρέπει να προσιδιάζει στην υπέρβαση. Γι᾽αυτό και η καταχρηστική εφαρμογή του σ᾽ αυτούς τους ακραίους χώρους δημιουργεί ψευδοπροβλήματα. Αν π.χ. ο Θεός ήταν ελεύθερος, τότε θα έπρεπε να ήταν ελεύθερος να κάνει και το κακό. Αλλά καθώς η ύψιστη σύλληψη του Θεού είναι Θεός – αγάπη, είναι «αναγκασμένος» να αγαπάει. Οπότε η αγάπη όπως και η δικαιοσύνη τίθενται επάνω από τον Θεό· πράγματα άτοπα. Στην υπερβατική ελευθερία δεν τίθεται ζήτημα εκλογής. Άλλωστε η ελευθερία τόσο στην υπέρβαση όσο και στην υπόσταση δεν εμφανίζεται ως κατηγόρημα, αλλά ως βαθιά εμπειρία ουσίας. Η υπέρβαση είναι «ακατηγόρητη», «απροσδιόριστη», επειδή δεν είναι πεπερασμένη· είναι «άπειρη» με την αναξιμάνδρεια σημασία· είναι το «εντελώς άλλο» του R. Otto. Η υπέρβαση δεν «είναι, αλλά φανερώνεται, δεν υπάρχει, αλλά άρχει. Και από την άποψη της θρησκευτικής εμπειρίας, ισχύει ως «χάρις» και ως «δέον». Η υπέρβαση δεν εκλέγει τις δυνατότητές της, επειδή κείται πέραν των δυνατοτήτων· αλλά εκλέγει την υπόσταση, μέσω της οποίας θα αποκαλυφθεί στον κόσμο. Η εκλεγόμενη από την υπέρβαση υπόσταση υπακούει σε έναν ακαταμάχητο πνευματικό αναγκασμό, η οποία ωστόσο βιώνει τον αναγκασμό αυτόν εκ των έσω ως μια χωρίς προηγούμενο απελευθέρωση· δεν νιώθει την ανάγκη καμμιάς εκλογής, αλλά αφήνεται να συμπαρασυρθεί από τον αποκαλυπτόμενο καταιγισμό του πνεύματος. «Οὖ δὲ τὸ πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ελευθερία» (Β´Κορ. 3, 18). Αυτή είναι κατάσταση υπό την οποία τελούν οι προφήτες. Ο προφήτης αφήνει προς το μέρος της εγκοσμιότητας την ελευθερία εκλογής του, ωσάν κάτι που χάνει κάθε νόημα μπροστά στην ευδοκία της χάριτος που κατεβαίνει από τους ουρανούς, και αισθάνεται αναγκασμένος να την κομίσει στον κόσμο ως ύψιστη μαρτυρία πνεύματος.

    Υ.Γ. Νομίζω ότι η αναφορά που κάνετε στο «κενό», και στην απουσία του Θεού αν και έχει οντολογική ερμηνεία, στερείται ορθής διατύπωσης, οπότε είναι εύκολο κάποιος να παρανοήσει τα γραφόμενά σας.

    *Η τραγωδία της ιστορίας, Χρήστου Μαλεβίτση.

  13. Αγαπητέ φίλε(G.T)
    Αν και δεν βλέπω γιατί θα πρέπει τις εμπειρίες του Τίλλιχ να τις περιβάλλουμε με το μανδύα μιας ομίχλης, επειδή ενδεχομένως προσφέρουν στον αναγνώστη τους βεβαιότητες, που κατά τη γνώμη σας απάδουν στην πνευματική ζωή, θα πρέπει να ομολογήσω, πως και η δική σας αίσθηση για την έλλειψη της παρουσίας –απουσίας- του Θεού, από τον κόσμο είναι απολύτως σεβαστή· όταν μάλιστα αυτή ακολουθείται από μία τόσο βιωματική για όλους βεβαίωση για την ύπαρξή Του. Εννοώ την αίσθηση της έλλειψης πληρότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, στην οποία τόσο ωραία αναφέρεσθαι και την συγκρίνεται με αυτήν(την πληρότητα), που απολαμβάνουν τα μέλλη του ζωϊκού βασιλείου.Δεν αποκλείω πάντως, ότι και η αίσθηση της πληρότητας, στις εξαιρετικές περιπτώσεις της προσωπικής συνάντησης του Θεού με τον άνθρωπο να είναι απολύτως παρούσα· ο λόγος άλλωστε –κλήση-που απευθύνει στον κάθε άνθρωπο ο Θεός είναι, όπως μας βεβαιώνει ο άγιος Μαξιμος, διαφορετικός. Και θα πρέπει να προσθέσω, ότι αυτού του είδους οι σκέψεις, μας εισάγουν σε μία αντιμαχία της πίστης με την αμφιβολία, που δεν μπορεί παρά να είναι η συνέπεια του κακού στο κόσμο μας· είναι όμως και πηγή δημιουργίας, ευθύνης και βαθειά αίσθηση της αξιοπρέπειας που υποβάλλει η σκέψη στον άνθρωπο. Όσον αφορά την υπέροχη φράση του Ιησού που αναφέρει ο Ματθαίος (και ο Λουκάς), όπου χρησιμοποιείται προκλητικά το σημαίνον «βία», αυτό δεν μπορεί παρά να εκφράζει τη σφοδρή αγάπη του Ιησού, ως ανθρώπου, για τη βασιλεία των ουρανών, η οποία θα πρέπει να είναι το πρότυπο, για μας τους ανθρώπους.

  14. Αγαπητέ φίλε(HollyJoy)
    Για να σε διευκολύνω να κατανοήσεις τα γραφόμενά μου τα σχετικά με το καλό και το κακό και την ελευθερία, έχω να σου πω τα εξής: Και τα δύο αποσπάσματα από το έργο του αείμνηστου και αγαπητού δασκάλου μου, Χρήστου Μαλεβίτση, με εκφράζουν απολύτως και θα μου επιτρέψεις να σε παροτρύνω σε μία προσεκτικότερη ανάγνωση των σχολίων μου.Ιδιαίτερα και οι δύο αναφορές του από το κατά Ματθαίον και τον απ. Παύλο θα μπορούσαν να τεθούν αντίστοιχα τόσο για το καλό και το κακό, όσο και για την ελευθερία, προκειμένου να εκφράσουν συνοπτικά τα λεγόμενά μου, αλλά και να αποκαλύψουν την πηγή της εκφοράς τους.

  15. Αγαπητέ κ. ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΤΗΣ, το αντιλαμβάνομαι ότι η αναφορά σας στο εν λόγω θέμα συνάδει με τα αποσπάσματα από τα βιβλία του Χ. Μαλεβίτση, για αυτόν το λόγο τα μετέφερα, για να δώσω στο φίλο να κατανοήσει του αναβαθμούς τους οποίους οφείλει κάποιος να γνωρίζει ώστε να μην ερμηνεύει μονοδιάστατα ας πούμε τις έννοιες. Όταν έγραψα ότι «Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς εννοεί ο κ. Μπαραμπούτης» αναφερόμουν στο υστερόγραφο που σχολίασε πρώτα ο φίλος, όντως η διατύπωση δεν είναι ξεκάθαρη και μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Για παράδειγμα, ακόμη και η φράση που έπεται όπως: «η ανθρωπότητα θα προχωρήσει στη σωτηρία της», γεννάει ερωτηματικά, τι εννοείτε όταν λέτε η «ανθρωπότητα»; Ποιους εννοείτε ότι θα προχωρήσουν στη σωτηρία; Η φράση πάντως «είτε η βία το θέλει είτε όχι» σε σχέση με όλη την πρόταση είναι αμφίσημη, δεν έχει σημασία αν είναι νεολογισμός ή όχι, αλλά ότι κάποιος δύναται να την εκλάβει διαφορετικά και να μην την κατανοήσει με τον τρόπο που εσείς την κομίζετε.

    Σας ευχαριστώ

  16. Αγαπητέ φίλε(HollyJoy) Έχω ήδη ομολογήσει την προκλητικότητα του υστερογράφου μου, το οποίο όπως ήδη απεδείχθει ήταν ιδιαίτερα παραγωγικό!Ακόμη και στη σύντομη τελευταία συμμετοχή σας,στην ενδιαφέρουσα συζήτηση , που έχει προκύψει, θέσατε με τα ερωτήματά σας σημαντικές απορίες για τη σκέψη του πνευματικού ανθρώπου, ιδιαίτερα με αυτό το ερώτημα για το «ποιους εννοείται ότι θα προχωρήσουν στη σωτηρία», και θα προσθέσω εγώ:Σε τι συνίσταται αυτή η σωτηρία. Όχι βέβαια, ως απαντήσεις, αλλα μόνο για την αρχή ενός γόνιμου προβληματισμού, θα καταθέσω τις ακόλουθες σκέψεις μου: Η ανθρωπότητα είναι «εν δυνάμει» συλλογικό υποκείμενο· αυτό σημαίνει, ότι ευρίσκεται στο δρόμο πραγμάτωσης ενιαίας βούλησης, που προϋποθέτει «την των πάντων ενότητα», και είναι ταυτοχρόνως και η οδός της σωτηρίας της.Ένα ασυγκρίτως ισχυρό κίνητρο να επιλέξουν αυτό το δρόμο τα μέλη, του προς κατασκευήν συλλογικού υποκειμένου, είναι η πίστη τους ότι είναι παιδιά του ίδιου Θεού, και θα πρέπει να επαναλάβουμε: αυτός είναι ο δρόμος που ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός με το Δημιουργό του! Με το πέρας αυτής της διαδρομής που συμπίπτει με την αρχή του μέλλοντος αιώνος-«όταν έλθη ο υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού»- η σωτηρία προσλαμβάνει ένα διαφορετικό περιεχόμενο και παύει να αφορά την ανθρωπότητα ως συλλογικό υποκείμενο.Η σωτηρία εφ’εξής αφορά προσωπικά τον καθένα, που υπήρξε από την αρχή της δημιουργίας μέλος της ανθρωπότητας,και σύμφωνα με την ερμηνεία των Ευαγγελικών κειμένων από τη πλειοψηφία των πατέρων της Εκκλησίας μας, αυτή θα απονέμεται σ’αυτούς που έκαναν πράξη την εντολή της αγάπης στη ζωή τους. Υπάρχουν όμως και εκείνοι, όπως ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος πιστεύει στην αποκατάσταση των πάντων.Επίσης και το δόγμα του απόλυτου προορισμού, που είναι ουσιώδες για τη Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία. Η σωτηρία πάντως σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο είναι μετοχή στην απειρότητα της θείας ζωής, ενότητα των ψυχών που επέλεξαν την αγάπη με των Θεό, που «αγάπη εστί».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here