Ο πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής Γεώργιος Δράγας στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ

9
62

Ο π. Γεώργιος Δράγας*  σε μια  αποκαλυπτική συζήτηση μίλησε, στο Αντίφωνο, για τα πρώτα του χρόνια στο εξωτερικό, τους δασκάλους του, τι του είπε ο στο πρώτο μάθημα στο Princeton o Florofsky και πως απάντησε  για ” τον “πλατωνισμό” του Αγ. Γρηγoρίου του Νύσσης.  Μίλησε για τις “παραχωρήσεις” σε οικουμενικούς διαλόγους και την χρησιμότητα αυτών καθώς και για τις σχέσεις μας με προτεστάντες και καθολικούς και για την ακαδημαϊκή και εμπειρική θελογία.  Αναφέρθηκε στους  κανόνες και την οικονομία της εκκλησίας, την έννοια της ελευθερίας αλλά και του προσώπου και το πόσο “ορθόδοξος” αισθάνεται στη Δύση.  Στα πλαίσια της συζήτησης για την σχέση της σύγχρονης επιστήμης με την θρησκεία απάντησε στην ερώτηση: αν τα “είπαν όλα οι πατέρες” και διερεύνησε  “σύγχρονα”  προβλήματα (πχ Βιοηθικής) με την “σκέψη” των πατέρων.  Τελειώνοντας μας εκμυστηρεύτηκε τι τον συμβούλευε ο Δ. Πικιώνης στα ιδιαίτερα μαθήματα που του έκανε για ενάμιση χρόνο.  Απολαύστε ΟΛΗ την συζήτηση εδώ:

“κατεβάστε” εδώ το αρχείο ΗΧΟΥ της συζήτησης με δεξί “κλίκ” & save target/link as

*Ο  Πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής πατρολογίας π. Γεώργιος Α. Δράγας γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και συνέχισε στο Princeton και στο Durham University, όπου ολοκλήρωσε τις διδακτορικές του σπουδές και δίδαξε Πατρολογία, Δογματική και Ορθόδοξη Θεολογία την περίοδο 1974-1995. Από το 1995 μέχρι σήμερα διδάσκει Θεολογία των Πατέρων στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης στις ΗΠΑ. Έχει εκπονήσει περισσότερες από 20 επιστημονικές μελέτες για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ 280 άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά. Έχει μεταφράσει στα αγγλικά έργα των αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου Αλεξανδρείας, καθώς και σύγχρονων Ελλήνων θεολόγων. Συγγράφει τις επιστημονικές εισαγωγές της νέας έκδοσης της Πατρολογίας, ενώ έχει συμμετάσχει στις εκδοτικές επιτροπές των περιοδικών “Theology and Church”, “The Greek Orthodox Theological Review”, “Abba- Salama”, “Theological Review Texts and Studies”. Εππίσης έχει διατελέσει Διευθυντής των Orthodox Theological Institute (Durham) και Coptic Orthodox Patristic Center (Cairo). Από το 1980 ως ιερεύς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας και, μετά το 1995, ως ιερεύς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βορείου Αμερικής έχει εκπροσωπήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στους διαθρησκευτικούς διαλόγους με τους Αγγλικανούς, τους Μεταρρυθμιστές, τους Μεθοδιστές και τους Μουσουλμάνους. Επιπλέον, έχει συμμετάσχει στις Γενικές Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Τέλος, το 2005 , ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας Θεολογίας από το τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ.

 

9 Σχόλια

  1. Φαίνεται ότι αγνοείς τη διαφορά τιμής και προσκύνησης, όπως οι Χιλιαστές.

    Τα παλαιοδιαθηκικά ερωτήματά σου μπορούν να βρουν απαντήσεις, αν μελετήσεις αντίστοιχα ελληνικά και ξένα βιβλικά υπομνήματα.

  2. φίλτατε,

    οι αναφορές σου στην Παλαιά Διαθήκη δεν αφορούνε μόνο την Ορθοδοξία αλλά όλα τα χριστιανικά δόγματα, συνεπώς η κριτική σου στην Ορθοδοξία δεν μπορεί να βασίζεται σε κάτι το οποίο γίνεται γενικώς αποδεκτό από όλον τον αυτοαποκαλούμενο χριστιανικό κόσμο.
    Διαβάζεις την Βίβλο με την ίδια νοοτροπία με την οποία οι ιστορικοί, ως επιστήμονες, προσπαθούνε να ερμηνεύσουνε ιστορικά κείμενα. Στην παρούσα συνέντευξη ωστόσο ο π. Δράγας ευθύς εξ αρχής τεκμηριώνει την ελευθερία η οποία απορρέει από την φύση της Ορθοδοξίας με την ίδια την ουσία της η οποία δεν βρίσκεται, αλλά ούτε εξαντλείται, στην ερμηνεία κειμένων. Η ουσία της Ορθοδοξίας, κατά την δική μου εκτίμηση, βρίσκεται στην πεποίθηση, ότι για να αποκτήσεις την επίγνωση της Αλήθειας, δεν θα πρέπει να προσπαθήσεις να την ερμηνεύσεις, δηλαδή να την διατυπώσεις, συνεπώς να την αλλάξεις, αλλά να αλλάξεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
    Οποιοδήποτε, όντως υπαρκτό, αντικείμενο (αλήθεια), μπορείς να το δείς από διάφορες οπτικές γωνίες. Συνεπώς οι ερμηνείες οι οποίες θα δοθούν, μοιραία θα διαφέρουνε αφού προέρχονται από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτό σαφώς δεν σημαίνει, ότι το αντικείμενο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, ούτε ότι δεν υπάρχει. Δεν φταίει δηλαδή το αντικείμενο (η αλήθεια) για τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όπως και δεν φταίει ο καλλιτέχνης για τις διαφορετικές ερμηνείες οι οποίες δίδονται για το έργο του, από διαφορετικούς ανθρώπους!

  3. Οι Χριστιανοί, φίλτατε, εάν δεν έχουνε την επίγνωση του Θείου, μέσα από την προσευχή, την νηστεία και την φαινομενική αυτοταπείνωση (δηλαδή σωματική υπέρβαση), δεν έχουνε κανέναν απολύτως λόγο να δυσανασχετούνε με την κατάσταση του κόσμου γύρω τους και φυσικά το τελευταίο το οποίο οφείλουνε να κάμουνε, είναι να σκορπίζουνε ηθικολογικά δόγματα δεξιά και αριστερά για να καταπολεμηθεί η φτώχεια και η αμαρτία, με την συμβατική της, δηλαδή εβραϊκή, έννοια. Η φτώχεια και η ηθική κατάπτωση, αποτελούνε επί του παρόντος και μέχρι να γίνουμε όλοι (αληθινοί) Χριστιανοί, και όχι υπήκοοι του κράτους του ισραήλ και των δέκα εντολών, πολιτικά προβλήματα.
    Και να μην ξεχνάμε, η μοναδική αμαρτία η οποία αναγνωρίζεται από τον Χριστιανισμό, είναι η μή υποδήλωση στους μή Χριστιανούς, με την ιδίαν συμπεριφορά, της Πίστης – Επίγνωσης. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, υπάρχουνε τρόποι, για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως νοημοσύνης, να αποκτηθεί αυτή η επίγνωση, όχι όμως με την ανάλυση (και άρα πνευματικομηχανική καταστροφή της Μίας και Ακέραιας Αλήθειας) και ερμηνεία (άρα αιρετική σύνθεση) του νοήματος κειμένων αλλά με την αλλαγή του εαυτού μας.

  4. Ίσως οφείλω πράγματι να γίνω πιο σαφής στο σημείο, ότι οι Χριστιανοί, μέσα από την αυτοταπείνωση, την προσευχή και την νηστεία, μαρτυρούνε την επίγνωση του Θείου. Αυτό δεν σημαίνει, ότι η αυτοταπείνωση, η προσευχή και (κυρίως) η νηστεία αποτελούνε προϋπόθεση, αλλά μαρτυρία της επίγνωσης, σημεία δηλαδή τα οποία υποδηλώνουνε την αλλαγή της κατάστασής μας.
    Η ηθική είναι πολιτικό πράγμα και αφορά την κοινωνία, το πρόσωπο και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η επίγνωση της Αλήθειας, του Θείου, δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την ηθική, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την επίγνωση, ο πρότερος έντιμος βίος, όπως μαρτυρούνε οι περιπτώσεις της πόρνης και του τελώνη στους οποίους οι ενόραση του Θείου λειτουργεί ακαριαία και δεν προϋποθέτει την επίπονη διαδικασία του ασκητισμού για παράδειγμα.

  5. “Θυμάμαι ένας που έλεγε, είναι υποκρισία λέει να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα, ακόμα και με τη γυναίκα σου, αν δεν είσαι ερωτευμένος μαζί της!
    Καλύτερα λένε να της πεις στα ίσια και ξεκάθαρα, δεν μου αρέσεις πια, χωρίζουμε!!!”

    Βλέπετε τελικά που ο έρωτας δεν έχει σχέση με την ηθική.
    Η Αγάπη δεν είναι αποτέλεσμα ηθικής διαπαιδαγώγισης, είναι αίσθημα. Δεν μπορείτε να δικάσετε, στην βάση της ηθικής, κανέναν άνθρωπο για τα αισθήματα τα οποία έχει ή δεν έχει. Όπως και δεν μπορείτε να δικάσετε κανέναν επειδή δεν αγαπάει (είτε έναν συνάνθρωπο, είτε τον Θεό).
    Δεν είναι περισσότερο ανήθικος εκείνος, ο οποίος για να τηρήσει τον νόμο του Μωησή, υποκρίνεται την αγάπη του για τον Θεό, από εκείνον ο ο οποίος τον έχει πείσει, ότι πρέπει να το κάμει, γιατί διαφορετικά θα είναι ανήθικος.
    Είναι εντελώς ανήθικο να θέλεις να επιβάλλεις με ηθικούς νόμους σε κάποιον άνθρωπο, να αγαπάει ή να μην αγαπάει.
    Συνεπώς οι αμαρτίες της μοιχείας, της προνείας κ.α. είναι αμαρτίες, δηλαδή υποδηλώνουνε φαινομενολογικά την μή επίγνωση του Θείου, και όχι πειθαρχικά παραπτώματα!

  6. Θα συνεχίσω να διαφωνώ φίλτατε.
    Το αίσθημα δεν είναι επιλογή. Δεν μπορείς να επιλέξεις εάν αγαπάς κάποιον συνάνθρωπο ή ακόμη και τον Θεό. Ούτε να πεισθείς για αυτό.
    Βέβαια θίγεις ένα πολύ σημαντικό σημείο, την συμβατότητα της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Είναι πολλά τα στοιχεία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία απειλούν να ακυρώσουνε την θεωρούμενη συνέχεια του ελληνικού πνεύματος μέσα στην ορθόδοξη Θεολογία.

  7. “Πιο συγκεκριμένα, είμαι παντρεμένος, έχω παιδιά και ξαφνικά ερωτεύομαι μια άλλη γυναίκα, όχι μόνο επιδερμικά αλλά και με αίσθημα αγάπης.
    Επιλέγω όμως να μην…,ακολουθήσω τους χτύπους της καρδιάς μου, επιλέγω να μην πληγώσω τη γυναίκα μου, να μην διαλύσω την οικογένειά μου.”

    Μένεις γιατί την άλλη την γυναίκα δεν την αγαπάς, αλλά την ποθείς, ενώ την οικογένειά σου την αγαπάς (ως οικογένεια) και έχεις μάθει να υποτάσσεις τις ανάγκες του σώματος και πνεύματος (δηλαδή τον πόθο), αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι είσαι ελεύθερος να αγαπάς.
    Δεν μένεις δηλαδή επειδή υπακούς σε κάποιους ηθικούς νόμους, αλλά επειδή προτιμάς να ζήσεις την αλήθεια του συναισθήματος.

    Επιμένω λοιπόν, το νόημα του Χριστιανισμού δεν είναι να γίνεις “καλός” άνθρωπος αλλά “ελεύθερος” άνθρωπος. Για αυτό και ο Ιησούς είπε, ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο ένας πλούσιος να πάει στον παράδεισο, δηλαδή να αποκτήσει την επίγνωση του Θείου, αφού η οικονομική του κατάσταση υποδηλώνει, ότι οι προτεραιότητές του βρίσκονται στην ικανοποίηση ατομοκεντρικών αναγκών (κανείς δεν γίνεται ή μένει πλούσιος όταν είναι ελεύθερος από την ατομοκεντρική αντίληψη για ευτυχία).

  8. Η λέξη “υπακούω” την οποία χρησιμοποιείς οδηγεί στο προαπαιτούμενο του νόμου.
    Η υπακοή στον νόμο, δεν μαρτυρεί ωστόσο την ελευθερία.
    Τον νόμο μπορείς να τον ακολουθείς χωρίς όμως να είσαι [b]πεπεισμένος[/b] για την ορθότητά του.
    Η δική σου αντίληψη έχει άμεση σχέση με την προτεσταντική/καθολική νοοτροπία. Είναι μια νομικιστική προσέγγιση. Ο Θεός κατεσένα δικάζει και καταδικάζει όσους δεν υπακούνε στα κελεύσματά Του, ως αυστηρός κριτής. Για αυτό και η κρίση σου επικεντρώνεται στον διαχωρισμό του Καλού από το Κακό. Αγνοείς όμως φίλτατε, ότι και τα δικαστήρια, λαμβάνουνε υπόψην την έννοια του λάθους, την άγνοια η οποία οδηγεί ακόμη και εκείνον ο οποίος έχει βέλτιστες προθέσεις στο Κακό.
    Η ορθόδοξη πεποίθηση, όσο τουλάχιστο είμαι εγώ σε θέση να κρίνω,είναι ότι το μοναδικό κριτήριο σωτηρίας είναι η Επίγνωση του Θείου. Η επίγνωση της Αλήθειας δεν είναι μόνο αναγκαία, όπως το πιστεύεις εσύ, αλλά και ικανή συνθήκη για την λύτρωση. Η διαφορά βρίσκεται στο σημείο, ότι εσύ θεωρείς, πως ένας άνθρωπος, μπορεί να έχει την επίγνωση του Θείου, αλλά να είναι ανήθικος και να την απορρίψει. Εγώ αντιθέτως ισχυρίζομαι, ότι όποιος έχει την Επίγνωση, αυτομάτως θα την δεχθεί. Το ζητούμενο δεν είναι δηλαδή η ηθική διαγωγή, αλλά η επίγνωση αυτή καθεαυτή.
    Πράγματι με την λογική την δική σου λειτουργούνε και τα δικαστήρια. Πρώτα φροντίζουνε να μάθουνε την αλήθεια, έπειτα να διαπιστώσουνε σε ποιό βαθμό, ο κατηγορούμενος ήτανε σε θέση να την γνωρίζει, δηλαδή είχε την επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του και στην συνέχεια κρίνουνε την κατακριτέα πράξη ηθικά – νομικά.
    Για τον δικαστή, η επίγνωση της αλήθειας εκ μέρους του κατηγορούμενου, μπορεί να τον οδηγήσει στην σωστή αλλά και στην λάθος πράξη. Στην περίπτωση την οποία όμως πραγματευόμαστε εδώ, η επίγνωση της Αλήθειας (του Θείου), ταυτίζεται με την επίτευξη του στόχου. Η νομικιστική σου προσέγγιση Καλού/Κακού, η οποία οδηγεί απευθείας σε έννοιες όπως “νόμος”, “διικαστής”, “ηθική” διαφέρει από την δική μου αντίληψη.
    Γιατί η ελευθερία δεν μπορεί να προκύπτει από την υπακοή, αλλά αποτελεί την Αλήθεια της ζωής.
    Εσύ βλέπεις ένα δικαστήριο και έναν δικαστή και την βεβαιότητά σου, ότι το δίκιο σου προκύπτει από τον βαθμό στον οποίο τηρείς ή παραβιάζεις νόμους.
    Εγώ βλέπω αντιθέτως πολλούς δρόμους, ένας εκ των οποίοων οδηγεί στον στόχο. Στην περίπτωση στην οποία διαλέξεις λάθος δρόμο, η συνέπεια αυτής της ελεύθερης επιλογής, δεν είναι η τιμωρία και η απόρριψη, αλλά ακριβώς η αστοχία, δηλαδή η μή επίτευξη του στόχου. Εκ των πραγμάτων δηλαδή, αφού διαλέξεις τον λάθος δρόμο, δεν μπορείς να καταλήξεις στον εξεζητημένο στόχο. Εάν όμως διαλέξεις τον σωστό δρόμο, μοιραία καταλήγεις στον στόχο αυτόν.
    Η διαφορά είναι προφανής, στην δική σου την περίπτωση, η αστοχία είναι ηθικό παράπτωμα, στην δική μου, απλά η συνέπεια της λάθος επιλογής.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here