Ο ποιητής Λουκρήτιος στη δεκαετία του ’80

Η ισχύς «Μεγάλου» και του «μικρού» στο βίωμα και συνέπειες

0
1180

Από το λυκαυγές της προϊστορίας ως λίγο πριν το σούρουπο του Δυτικού κοσμοειδώλου, στη δεκαετία του ’80, ο άνθρωπος φύσει εμπνέεται και μεταφέρει την αξιολογική του προτεραιότητα προς το σπουδαίο με το «μεγάλο» ως προς το μέγεθος στη νοητική- συναισθηματική σύλληψη. Με τους λίθους στο Στόουνχεντζ για τη ρύθμιση των καθημερινών αναγκών που συνυπήρχαν με τη λατρεία στο ιερό μέχρι τα τοπόσημα που «εξέχουν» στο δομημένο ορίζοντα όπως ο Πύργος του Άιφελ, για ένα σπουδαίο γεγονός της εποχής (και εν τέλει πέρα από την εποχή του), το Ταζ Μαχάλ ,ως απόδοση τιμής στον έρωτα, τη «βελόνα» στο Σιάτλ ακόμη και το καμπαναριό σε ταπεινό χωριό, το «μεγάλο» (αναλογικά) είναι ενδείκτης του σπουδαίου στην ανθρώπινη αντίληψη αν πράγματι το σπουδαίο περιέχει όρους πανανθρώπινης αναγνώρισης και αίσθηση ελευθερίας, υπέρβασης και μέθεξης στην αναζήτηση του οντολογικά αγνώστου.
Αναφέρθηκα στη δεκαετία του ’80 μιας και πρόκειται για την τελευταία περίοδο της νεωτερικότητας όπου εντοπίζονται κριτήρια που διατηρούν το μεταφυσικό αντίκρισμα επιτρέποντας με τη συνέργεια της οικονομικής ευμάρειας και στη μεσαία τάξη, όσον αφορά πάντα στο δυτικό κόσμο και σε όσους υιοθέτησαν το πολιτισμικό του παράδειγμα, συνθήκες με όρους ελευθερίας ως προς την ετερότητα κατά το μάλλον . «Κατεβαίνοντας» τάξεις μεγέθους και πεδία αναφοράς, μπορούμε να αναφερθούμε στο αμφιλεγόμενο (αλλά πρωτοποριακό) της εποχής ντύσιμο όπου ο καθένας μπορεί να δείξει με ενδυματολογικούς κώδικες ό, τι επιθυμεί (ας θυμηθούμε τη βάτα στους ώμους σημαίνοντας την ανέλιξη των γυναικών στην επαγγελματική ιεραρχία). Ανεβαίνοντας δε, αν έχουμε ως κριτήριο την τάξη μεγέθους, αναφέρουμε τη γιγάντωση στην αγορά των Μέσων Ενημέρωσης και ψυχαγωγίας ως την παρουσία των δυο υπερδυνάμεων με όποιο αντίκτυπο είχε στην ιδεολογική και ποπ κουλτούρα αλλά και την απειλή μιας μεγάλης σε τάξη μεγέθους καταστροφής για την ανθρωπότητα, του πυρηνικού ολέθρου. Παρακάτω θα αιτιολογηθεί σε ποικίλες παραμέτρους πως το μεγάλο και το μικρό, συνακόλουθα η αναλογικότητα, διατηρήθηκε ως εκείνη τη δεκαετία όμως, εκτιμώ ότι για να καταστεί αντιληπτή η σπουδαιότητα των παραπάνω όρων καλό είναι να γίνει με κατανοητούς όρους μια αναφορά στη Φυσική στοιχειωδών σωματιδίων, στη σύγχυση που προκαλείται εννοιολογικά με αρχές των θετικών επιστημών καθώς και αβίαστες αναγωγές σε γνωστικά πεδία. Και μάλιστα, η αναφορά θα αρχίσει με ένα ποιητικό απόσπασμα του Λουκρητίου! Ας δούμε λοιπόν, πως διατηρείται η «μηλότητα» ενός μήλου, πως ο καρπός της γνώσης δύναται να μην έχει πυρήνα αλλά και πως μπορεί κατακέφαλα να μας ζαλίσει με εννοιολογικές αντιλήψεις που πλέον, δεν υφίστανται ως αξιολογικά κριτήρια, ακόμη και στη μεσαία τάξη, σε κάθε οικονομική και ηλικιακή διαστρωμάτωση καθώς από εκείνη τη δεκαετία και εντεύθεν το μήλο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά ( όσο κι αν στην παροιμία γίνεται μια έμμεση αναφορά στη νευτώνεια μηχανική, στη γραμμική αντίληψη -πεποίθηση βαθιά ριζωμένη μιας και διασφαλίζει το ελέγξιμο με την προβλεψιμότητά της πριν και τη διατύπωση των νόμων του Νεύτωνα)!
Αναφέρω το απόσπασμα από τον Λουκρήτιο του ποιήματος “De Rerum Natura” και παρακάτω θα αιτιολογήσω, στο μέτρο που επιτρέπει το κείμενο, πως ο Λουκρήτιος είναι παρών ως και τη δεκαετία του ’80!
«Περαιτέρω, αν δεν υπάρχουν άτομα, ακόμα και τα μικρότερα των σωμάτων θα αποτελούνται από άπειρο αριθμό μερών (…) Ποια θα είναι εν τέλει η διαφορά ανάμεσα στο σύνολο και στο μικρότερο των πραγμάτων; Τίποτα δεν θα τα διαφοροποιεί. Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν επιδέχονται περαιτέρω διαίρεση (…). Τα άτομα όμως αυτά παρόλο που δεν επιδέχονται διαίρεση έχουν μέρη όμως δεν έχουν υπόσταση από μόνα τους παρόλο που συγχρωτίζονται (…)(1)
Ο Λουκρήτιος ήταν επικούρειος και βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα τις ισομορφίες και αναλογίες με τη Σύγχρονη Φυσική η οποία εντοπίζει στα πρωτόνια τα quarks τα οποία δεν μπορούν να αποδεσμευτούν ή σε όποια απόπειρα αποδέσμευσης, λόγω της φύσης του δεσμού που δεν είναι ηλεκτρομαγνητική, θα δημιουργούνταν νέα quarks. O Επίκουρος προσπάθησε να συμφιλιώσει τη Δημοκρίτεια ατομική θεωρία με εκείνες που επικρατούσαν στην εποχή του και αναφέρονταν στην επ’ άπειρον διαιρετότητα της ύλης. Η μη διαφοροποίηση όπως αναφέρεται στο ποίημα έρχεται σε σύγκρουση με την επ’ άπειρον διαίρεση και κατακερματισμό των σύγχρονων, μετά το ’90, κοινωνιών. Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι διαπράττουμε το σφάλμα του Διαφωτισμού μεταφέροντας αρχές της φύσης όπως τις προσλαμβάνουμε, στις ανθρώπινες κοινωνίες, φαινόμενο το οποίο ήταν επακόλουθο ως αντίδραση στην αντίληψη του Ακινάτη όπου μεταφυσικά η σωτηρία ήταν πεπρωμένο ολίγων. Στη Φύση, βάσει του Διαφωτισμού, δεν υπήρχαν εκλεκτοί για σωτηρία, ενώ το δίχως διάκριση σωτηριολογικό περιεχόμενο και βασισμένο στην ετερότητα, εντοπίζεται στην υπέρβαση των φυσικών περιορισμών σε πατερικά κείμενα της Ανατολής, στη μη θρηκειοποιημένη εκδοχή του Χριστιανισμού, όμως δεν έτυχε προσοχής… Συνακόλουθα, η διάσταση Ανατολής και Δύσης αλλά και η ακινάτεια αντίληψη δεν άλλαξε στον πυρήνα της. Ο ατομοκεντρισμός προσέλαβε νέες μορφές και βέβαια, δεν χρειάζεται να επαναλάβω όσα ιστορικά επαληθευτήκαν κατοπινά σε ποικίλα καθεστώτα, ακόμη και φιλολαϊκά, εις βάρος των ασθενών στρωμάτων ακόμη και της μεσαίας τάξης σε όσα βιώνουμε στις μέρες μας.

Στη σημερινή εποχή τα κάθε ελάχιστα κυριαρχούν. Και μάλιστα τείνουν να γίνουν όλο και πιο ελάχιστα στην βάση της τεχνολογικής εξέλιξης. Η ακρίβεια που προϋποθέτουν αυτά τα ελάχιστα είναι κανονιστικές επιταγές απόλυτης συμμόρφωσης και …βδελύσσονται την αναλογικότητα, το περίπου( ή όλα ή τίποτα) αποδομώντας όχι μόνο τις συνθήκες στον πλανήτη όπου διανύουμε την εγκόσμια περιπέτεια αλλά και τον ίδιο τον ουρανό εφόσον, πρώτα τον απομαγεύσαμε από τη χάρη του αγνώστου και μεταφυσικού. Κλεισμένοι ερμητικά σε ένα αχόρταγο εγώ, ακόμη κι αν έχει πληγές να χαίνουν, ζητά την επούλωση με όρους αυτοδικαίωσης. Αντιστρόφως, στη δεκαετία του 80 συναντάμε στη λαϊκή κουλτούρα απόπειρα εξόδου από το εγώ όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας (αρκετές είχαν και εμπορική απήχηση). Φέρνοντας ένα από τα πολλά παραδείγματα, ας δούμε πως ακόμη και το απερημωμένο «εγώ» δεν αρνείται το θαύμα της γνωριμίας με το άγνωστο έξωθεν του κόσμου μας όπως στον ΕΤ του Σπίλμπεργκ. Κοινός τόπος σε δυο οντότητες προερχόμενες από άλλους χώρους η ανεστιότητα. Το μικρό παιδί δεν νιώθει την οικογενειακή θαλπωρή και ο ΕΤ εγκαταλείπεται στη Γη από τους ομοίους του. Μαζί, θα συνάψουν ένα διασκεδαστικό, συγκινητικό δεσμό φιλίας με φυσική παρουσία, πέρα από τη λογική ενώ το έξωθεν του κόσμου μας δεν θα παρουσιαστεί εχθρικό (συνδηλώνοντας και την αντίληψη αρκετών Διαφωτιστών).
Στη δεκαετία του ΄80 υπήρχε ακόμη πληθώρα επιλογών σε διάφορες κατευθύνσεις για την έκφραση ετερότητας έχοντας ισόρροπους ερμηνευτικούς πόλους τη λογική μα και το μη λογικό είτε παρουσιαζόταν ως μεταφυσικό αντίκρισμα είτε ως πρόληψη, συχνά δε και ως δεισιδαιμονία (μια όσμωση του μυθικού και μη νοησιαρχικής αντίληψης). Πλέον, στις διαθέσιμες επιλογές κυριαρχεί η απερήμωση της φυσικής επαφής με μικροσυσκευές και καθολικές επιταγές στις οποίες εξαίρεται η ατομική ευθύνη για ένα ατομοκεντρικό πολιτισμικό παράδειγμα ως και ο εγκλεισμός! Πλέον το ελάχιστο διαιρείται όλο και περισσότερο σε ποικίλες εκφάνσεις ελέγχοντας το όλον, και ο ραγδαία αυξανόμενος σε επιρροή ψηφιακός κόσμος με όρους αμεσότητας που υπηρετούν τον συλλογικό έλεγχο και την έλλειψη φυσικής παρουσίας όπως ηλεκτρονικές συναλλαγές με απρόσωπα σχήματα, καταδεικνύει πόσο το αναλογικό υποσυνείδητα απαιτούσε προσπάθεια, περιπετειώδη αναζήτηση. Πλέον, δεν υπάρχει διάκριση στις αυτονομημένες από τη φιλοσοφία επιστήμες όπως όταν το ελάχιστο π. χ .στη Βιολογία είναι το αμινοξύ. Σύμπασες γίνονται υπηρετικές σε μια ευνουχισμένη από κριτική βούληση κατανάλωση κατατείνοντας σε κοινό ελάχιστο- παρονομαστή, στην χειραγωγούμενη βούληση από την τεχνολογική κατίσχυση που εκπηγάζει σε μη ελεγχόμενα από την Πολιτεία σχήματα πανταχόθεν. Τα ελάχιστα είναι τρόπον τινά κβαντισμένα (γλωσσικά φύσει όταν τα ονομάζουμε ελάχιστα), έχουν σαφή όρια όπως στην Κοινωνιολογία ο άνθρωπος, στη Χημεία το άτομο ενός χημικού στοιχείου και έχουν μεθοδολογική και πρακτική αξία όταν συγχρωτίζονται, όπως στο απόσπασμα του Λουκρητίου, στο ανοικτό του μη ελέγξιμου από ένα πολιτισμικό παράδειγμα που θα δέχεται ως εφάμιλλο ερμηνευτικό όρο το άγνωστο, στον άπλετο φιλοσοφικό ορίζοντα ειδάλλως, στις έννοιες επικρατεί ένα συνονθύλευμα. Τα όρια στα γνωστικά πεδία χάνονται με αβίαστες αναγωγές σαν να ήταν η Πυρηνική Φυσική Σωματιδιακή, η Βιολογία Χημεία, η Ανθρωπολογία Βιολογία κ.ο.κ. Το παραπάνω μπορούμε να το συλλάβουμε εξετάζοντας για παράδειγμα, έναν καρπό όπου σε ελάχιστες τάξεις μεγέθους, ο καρπός δεν θα είχε νόημα καθαυτός μιας και θα συναντούσαμε στοιχεία όπως ο άνθρακας που εντοπίζονται σε ποικίλα πεδία γνώσης και οντότητες. Άρα, η Βιολογία είναι Χημεία; Τί νόημα υπάρχει αν διαιρέσουμε στα ελάχιστα στοιχεία το ανθρώπινο σώμα βλέποντάς τα σε ποικίλα γνωστικά πεδία, σε ποικίλους οργανισμούς αν δεν συλλάβουμε πέρα από την ιδιαίτερη δομή τους ,σε κάθε άνθρωπο, τη δυνατότητα να υπερβαθεί η επανασύνθεση όποιων ελάχιστων ανεπανάληπτα; Σε μια μηχανή σε ένα τέλειο, δίχως, εντροπία, σύμπαν θα είχε νόημα η αποδόμηση και ανασύσταση. Ακόμη και σε ανασύσταση με όρους περιπόθητης τεχνητής νοημοσύνης- πάλι η νοησιαρχία, πάλι ελλοχεύει η τεχνολογική κατίσχυση- εδράζεται στο μερικό το όλον; Στην καθημερινή γλώσσα ως άλλο παράδειγμα, υπάρχει σύγχυση όταν ακόμη και δίχως χιούμορ αποδίδουμε δίχως ενοχές τη συμπεριφορά ψυχασθενούς σε κάποιον/α όταν κύριο γνώρισμα της ψυχασθένειας είναι η έλλειψη αισθήματος ενοχής! Μετακυλούμε δηλαδή σε άλλο πεδίο ένα ελάχιστο- βασικό γνώρισμα. Όταν δεν αναγνωρίσουμε σε ένα γένος τις ιδιότητες δομής και οργάνωσης όπως η ¨μηλότητα¨ στο genus Malus, το οποίο εκτός κι αν υπάρχει κατεύθυνση εξωτερικά με παράγοντες όπως η στοχευμένη βούληση, δεν εξαλείφει το Genus Citrus, όπου συναντάμε το κίτρο, διολισθαίνουμε σε φαινόμενα κοινωνιολογικά ψευδούς αίσθησης ελευθερίας. Στα ατομικά λόγου χάρη δικαιώματα, καθένα παρόλη τη φαινομενική ρευστότητα που προσδίδει στον κοινωνικό ιστό, εκφέρεται με όρους κατίσχυσης στη δημόσια ζωή υποτιμώντας με τους ίδιους όρους όταν επιτιμείται, κάθε αντίθετη κριτικά θέση. Το ατομικό τείνει να επιβληθεί στο συλλογικό αρτηριοσκληρωτικά, μονοπολικά δημιουργώντας κατ΄ ουσία δίπολα. Ομοίως και οι αρνητές της όποιας διαφορετικότητας όταν επιθυμούν τη χειραγώγησή της, λειτουργούν και πάλι, ως ασαφή ελάχιστα (δεν ισχυρίζομαι πως αντίστοιχα φαινόμενα δεν υπήρχαν στο ’80 αλλά, επαναλαμβάνω, αμβλύνονταν από ισόρροπους ερμηνευτικούς πόλους και αίσθηση συνύπαρξης- ο διασαλευμένος π.χ. ήταν αναπόσπαστο μέρος, ενταγμένος στην κοινότητα). Αυτά συμβαίνουν πλέον στη σύγχυση μικρού-μεγάλου με την αρτηριοκληρωτική και μονομερή γνώση τεχνοκρατών που λειτουργούν όπως αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» ως ολοκληρωτικό καθεστώς με πρόδηλα τα χαρακτηριστικά του: την αστυνομοκρατούμενη σκέψη, την απώλεια ενεργών στην κριτική σκέψη πολιτών με βάση το ατομικό- συντεχνιακό συμφέρον μιας και υποσκελίζεται η οντολογικά υπαρκτική αναζήτηση και δεν πρόκειται για λογική πλάνη αλλά κοινή εμπειρία.
Αναφερόμενοι στη σύγχυση των γνωστικών πεδίων και τη ¨μηλότητα¨, ας εξετάσουμε ως προς τους όρους μεγάλου και μικρού ένα γόνιμο καρπό της εποχής του ΄80. Πεδίο αναφοράς στη δεκαετία ήταν η μουσική. Μια αρχέγονη και παγκόσμια γλώσσα ο χορός, εύπλαστη με τα δικά της φωνήεντα να απλώνονται σαν ερωτοτροπούσαν κορμιά αρθρωμένα στα «σύμφωνα» των οστών. Υπέφεραν τα τελευταία για την κατίσχυση μιας ομάδος στο breakdance, χορός επιβολής συμμοριών αρχικά και σαν παρατήρηση- τι θαυμαστός τρόπος- μέσω της αρχέγονης γλώσσας όπως οι τελετουργικοί χοροί των αυτοχθόνων στη Νέα Ζηλανδία που θαυμάζουμε και σήμερα σαν μεταφέρονται από τις εθνικές ομάδες ράγκμπι ως παράδειγμα. Και μη μας διαφεύγει: η μουσική τότε δεν χρειάζεται τόσο την κατοχή -γνώση της γλώσσας στην οποία εκφράζεται-όταν υπάρχουν στίχοι, όσο τον αυθορμητισμό που με όρους breakdance και τελετουργικών χορών σε έκαναν να ξεχωρίζεις στην πίστα της ντίσκο όπου ευνοούταν ο αυθορμητισμός και η πρωτοβουλία! Το μέγεθος της πίστας- σαφώς οριοθετημένο σαν αρένα- προκαλούσε και προσκαλούσε σε αντίθεση με τα μικρά μαγαζιά που πλέον προτιμούν ποικίλες ελίτ (όπως υπέρμαχοι ατομικών δικαιωμάτων με αξιώσεις επιβολής στο συλλογικό) ως τα κλαμπ με μη οριοθετημένο πεδίο χορού. Φυσικά, στις ντίσκο και σε πολλά καταστήματα ψυχαγωγίας ο χορός απλωνόταν και περά από τον οριοθετημένο χώρο, σε αυτοσχέδια πηγαδάκια όπως στο τραπέζι μιας παρέας- φαινόμενο που ευτυχώς συμβαίνει και σήμερα, συνήθως εγχώρια, όπου ακούγεται λαϊκή μουσική! Και φυσικά, λόγω της ετερότητας με την οποία εκφράζεται ο αυθορμητισμός, της μη ψυχαναγκαστικής ακρίβειας αλλά και γνώσης της γλώσσας των στίχων, αντιλαμβανόμαστε γιατί είναι δημοφιλής ο ζεϊμπέκικος ακόμη και σε ετερόγλωσσους όπως το shake παλιότερα και η ντίσκο μουσική σε όσους δεν κατείχαν την Αγγλική.
Αυτήν την ελευθερία εκμεταλλεύτηκε η αγγλόφωνη μουσική, εξ ου και η κατίσχυση της γλώσσας παγκόσμια ( ελάχιστοι ήταν οι γνώστες της αγγλικής γλώσσας στην Ελλάδα το ’80). Πώς αλλιώς λοιπόν να εκφραστεί το σπουδαίο στην εποχή παρά με το μεγάλο ως προς το μέγεθος; Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους τα τεράστια ηχεία, ακόμη και για κατ’ οίκον χρήση, σαν στήλες για το λατρευτό όπως και τα χαρακτηριστικά τεράστια κασετόφωνα που κουβαλούσαν στους ώμους. Ναι μεν, το μέγεθος τους είναι εξαρτώμενο από την έλλειψη ηλεκτρονικών και ηλεκτρολογικών υλικών που συρρικνώνουν το μέγεθος όπως συμβαίνει πλέον στις οθόνες και τα κινητά αλλά, πιστέψτε με, το μεγάλο δεν υπολόγιζε τόσο την εξέλιξη της τεχνολογίας (προηγούνταν άλλα αξιολογικά κριτήρια όπως η επίδειξη μιας εύρωστης χώρας) όπως δεν υπολογίζει αλλά «πορώνει» τα αυτιά ένας V8 κινητήρας σε ένα muscle car που παντρεύει το στιβαρό ντιζάιν του αμαξώματος με τον ανάλογο ήχο.
Από την άλλη, ελευθερία βούλησης και πλαστικότητα στις κινήσεις σημαίνει το αναλογικό κουμπί που έφεραν συσκευές, κυρίως στη μουσική. Είναι πραγματική «περιπέτεια» συνειδητά και υποσυνείδητα να ψάχνεις την ακρίβεια του σήματος ενός σταθμού στρέφοντας το κουμπί και δείγμα ιεραρχίας το ποιος θα σηκωνόταν να αλλάξει το κανάλι στην τηλεόραση, ποιος θα είναι το «τηλεκοντρόλ»! Σε αντίθεση, το αιφνίδιο πάτημα ενός κουμπιού όπως στις σύγχρονές συσκευές, στα εικονικά ή μη πληκτρολόγια, συνεπιφέρουν το αιφνίδιο και στο λόγο όπως η ατάκα απεκδύοντας την πλαστικότητά του. Μοιάζουν σαν εντολές και «ρομποτοποιούν» τον ρυθμό! Και έτσι, νά πως μέσω της ατάκας και των αποφθεγμάτων βρήκε πρόσφορο έδαφος το εγώ σε ποικίλους αφορισμούς. Τότε, υπήρχε εναργέστερα η ραστώνη του χρόνου και η υπομονή π.χ. ως να τελειώσει ένα ανέκδοτο για να γελάσεις αν και το γέλιο είχε καταιγιστικό ρυθμό όπως σε κωμωδίες: από εγχώριες, όπως αρκετές με τον Στάθη Ψάλτη και την ομήγυρή του ως ένα απολαυστικό Σαββατοκύριακο στου Μπέρνυ (κωμωδία όπου ο νεκρός τιμωρείται στην εγκόσμια ζωή με τις ανάλογες πράξεις του όμως, ήταν παρών και αναντικατάστατος πρωταγωνιστής, δηλαδή παρόν το μετά θάνατον)!

Προχωρώντας στην εξέταση ως προς την πρόσληψη μεγάλου- μικρού στη δεκαετία του ΄80, ας μεταβούμε στον ανατέλλοντα ΄Ηλιο που βάφηκε με τη χρωματική παλέτα δειλινού! Άρρηκτα δεμένη με την ποπ κουλτούρα στα ’80s συναντάμε την Ιαπωνία. Στη δεκαετία άλλωστε, θα βρούμε πάμπολλες αναφορές στη διείσδυση της Ιαπωνίας στην τεχνολογική εξέλιξη, στον ηλεκτρονικό, αυτοκινητιστικό, ηλεκτρολογικό τομέα. Στην Ιαπωνία όμως, είτε με τεχνολογικές συσκευές είτε με βιομηχανικά προϊόντα υφέρπει η εισαγωγή του «μικρού». Ο σπινθήρας θα δοθεί από ένα μανιτάρι. Όχι εκείνο το σκοτεινό στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Μιλώ για εκείνο το μανιτάρι που φυλά σαν τα στρουμφς την παιδική αθωότητα. Όμως εδώ, σαν το ιαπωνικό θέατρο, η παιδική αθωότητα είναι μάλλον μια μάσκα πίσω από οικονομικά αίτια και την ανάγκη κηδεμονίας. Όχι ακριβώς μάσκα. Καλύτερα έκφραση του συλλογικού ιδιαίτερα σε νεότερες γενιές μεταπολεμικά (2).
Μετά την ήττα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ιαπωνία ως μέσο εξαγνισμού και αναβάπτισης, εφόσον μετείχε στον Άξονα, υιοθέτησε την εξάρτησή προς ανοικοδόμηση και αυτάρκεια σε μεγάλο βαθμό από τις Η.Π.Α. .Ακριβώς, αυτή η εξάρτηση οδήγησε σε αίσθηση και έκφραση παιδικότητας. Μέσα από το επίθετο “kawaii” έφηβες (και στα πρώιμα στάδια της ενηλικίωσης) γιαπωνέζες υιοθετούσαν έναν ρόλο αντιτιθέμενο σε παλαιοτέρα στερεότυπα αλλά και στο περιορισμένο για εργασιακή εξέλιξη περιβάλλον με την έκφραση της παιδικότητας και του ευθραύστου. Άλλωστε, σε γιαπωνέζικα λεξικά το επίθετο kawaii έχει τη σημασία του διαθέσιμου προς αγάπη, του pitiable, του μικρού και όμορφου. Μέσα από συμπεριφορικούς κώδικες όπως η τρυφερότητα, η παιδικότητα στην ομιλία και την αγάπη για περίεργα ζωάκια θα γεννηθούν το TarePanda το οποίο ξαπλωμένο τεμπέλικα έγινε σύμβολο κατά της εξαντλητικής εργασίας ( φαινόμενο που οδηγεί τους Ιάπωνες σε υψηλό ποσοστό αυτοκτονιών), τη γλυκιά και περιζήτητη Hello Kitty και των πόκεμον. Στη δεκαετία, η άρνηση των γυναικών να ενηλικιωθούν εκφράζεται από κοριτσίστικα περιοδικά όπως στο Ribbon, σε καρτούν, ας θυμηθούμε την Κάντυ- Κάντυ (με το ζωάκι της κι αυτή) αλλά και ποπ είδωλα όπως η Matsuda Seiko.
Με τα παραπάνω και με την από κοινού διαπίστωση, μοιάζει το «μικρό» να χειραγωγεί την κοινωνία. Στην Ιαπωνία το ποσοστό αυτοκτονιών είναι μεγάλο, οι ερωτικές σχέσεις έχουν διασαλευθεί ως απόρροια και των εξαντλητικών ωραρίων εργασίας, όπως αναφέρθηκε, και συμβαίνει περίπου από το ’90 και εντεύθεν στη Δύση. Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε πως η επ’ άπειρον διαιρετότητα επιφέρει έναν ανελαστικό χαρακτήρα όταν εδράζεται σε όρους αναντίρρητης αποδοχής και στην υπηρετική συμπεριφορά απέναντι σε μια αρχή- κοσμοαντίληψη από διαφορετικά γνωστικά πεδία χάνοντας την ικμάδα της ετερότητάς τους. Η ρευστότητα, όταν εντοπίστηκε στις κοινωνικές εκφάνσεις, προϋποθέτει σταθερούς πυλώνες με όρους μη φυσικούς ώστε να μη διολισθήσουμε στις συνέπειες που προκάλεσε μη κριτικά προσλαμβανόμενος ο Διαφωτισμός. Ο καρπός της γνώσης δύναται να μην έχει πυρήνα, να μην υπάρχει οπωσδήποτε μιαν απάντηση σε ένα ερώτημα όπως επεσήμαινε ο φιλόσοφος Κ. Αξελός και το αληθές να προσεγγίζεται ποικιλοτρόπως όπως τα «ελάχιστα» σε ποικίλα γνωστικά πεδία. Θα σήμαινε αυτό το τέλος της αναζήτησης όπου εύλογα επιχειρεί ο άνθρωπος; Όχι, αρκεί να μη γινόταν υπηρετική ενός πεδίου γνώσης με όρους επιβολής. Όχι, αν ο αδήριτα ανατέλλων Ήλιος δεν βαφόταν με χρώματα δύσης!

(1)* W.H.D. Rouse-M.F. Smith, 1.599- 634, Harvard University Press, 1997

(2). Hiroki Azuma, Otaku:
Japan’s Database Animals, trans. Jonathan E. Abel and Shion Kono (Minneapolis:
University ofMinnesota Press, 2009), and TakashiMurakami, Little Boy: The Arts of
Japan’s Exploding Subculture (NewHaven: Yale University Press, 2005).

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Τζιόρτζιο ντε Κύρικο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here