Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή Γενικά, Ειδικά κι Ελληνικά

0
1192

(13/9/1873 – 2/2/1950)

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή γεννιέται το 1873 στο Βερολίνο. Η οικογένεια, από τη μεριά του πατέρα του Στέφανου, καταγόταν από την Ανδριανούπολη της Θράκης και της μητέρας του – Δέσποινας Πετροκοκκίνου – από τη Χίο. 

Ο πατέρας του ταξίδευε πολύ ως διπλωμάτης και τον είχε μυήσει στην ευεργετικότητα του ταξιδιωτισμού παίρνοντάς τον μαζί του. Ο Κωνσταντίνος «πίστευε ότι τα ταξίδια πλαταίνουν τους ορίζοντες, γνώριζε όμως, όπως έλεγε, ταξιδεμένους που έμειναν βουβοί κι αταξίδευτους που μας μετέφεραν σε τόπους μακρινούς, εξωτικούς».

Η οικογένεια Καραθεοδωρή είναι ιδιαιτέρως περίφημη και η σταδιοδρομία της εντυπωσιακή όσον αφορά στις θέσεις στις οποίες έδρασαν-εργάστηκαν πολλά από τα εκλεκτά της μέλη (βλ. Wikipedia/ Οικογένεια Καραθεοδωρή). «Η εμβέλεια του γένους Καραθεοδωρή φαίνεται τόσο μεγάλη που θα χρειαστούν δεκάδες ερευνητές για να μελετήσουν το βάθος της προσφοράς τους στη γνώση αλλά και στον ελληνισμό» (Ν. Λυγερός/Opus, 2125).

Θα περάσει μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο Βέλγιο, εξού και η γαλλική προφορά-τονικότητα του επιθέτου του που υιοθετεί. 

Όταν χάσει τη μητέρα του από πνευμονία, το 1879, τον ίδιο και τη μεγαλύτερη αδελφή του Ιουλία αναλαμβάνει η γιαγιά τους Ευθαλία.

Μητρικές του γλώσσες ήταν τα ελληνικά και τα γαλλικά. Στη συνέχεια θα μάθει γερμανικά, ιταλικά, αγγλικά, τουρκικά και μετά τα 30 θα εντρυφήσει στα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά. 

Η κλίση του στα Μαθηματικά είναι εμφανής από τη νεαρή του ηλικία, καθώς, 16 ετών θα πάρει την πρώτη θέση – για δύο συνεχόμενες χρονιές – σε διαγωνισμό που αφορά σ’ όλα τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης του Βελγίου. 

Θα αποφοιτήσει από το γυμνάσιο το 1891 και θα γίνει μηχανικός, φοιτώντας σε ένα είδος στρατιωτικού πανεπιστημίου. Κατά το τέταρτο έτος φοίτησής του θα χάσει και την γιαγιά Ευθαλία, «το τρυφερότερο πλάσμα που συγκλόνισε τα παιδικά του χρόνια».

Θα εργαστεί στα αρδευτικά έργα του Νείλου, έως 27 ετών (1898-1900). «Μέσα στην αποδοκιμασία των κοντινών, αλλά και μακρινών μελών της οικογένειας», που «βρίσκουν κωμικό το σχέδιό του να ικανοποιήσει μια ρομαντική παρόρμηση», εγκαταλείπει τον τομέα του, πάει στο Βερολίνο – «όχι στο Παρίσι, διότι ήθελε να έχει χρόνο να αναδειχθεί σε τόπο όπου να είναι απαλλαγμένος από εξωτερικές επιρροές […]στο Παρίσι υπήρχαν πολλοί συγγενείς και φίλοι» – και γράφεται στο πανεπιστήμιο, στο πρώτο έτος του Μαθηματικού τμήματος. 

Το 1902 μετακομίζει στη Γοτίγγη (Göttingen) – πράξη που «επρόκειτο […]έλεγε […]περί της μεγαλυτέρας εις ολκήν συνεπειών αποφάσεως, ην ποτέ έλαβε εις την ζωήν του» – ένα από τα πιο περίφημα μαθηματικά κέντρα παγκοσμίως, όσον αφορά στα Μαθηματικά. Δύο σημαντικοί μαθηματικοί διδάσκουν τότε εκεί, οι Χίλμπερτ και Κλάιν. Επίσης, ο καθηγητής Μινκόφκι – καθηγητής μαθηματικών του Αϊνστάιν – στον οποίο και παραδίδει τη διατριβή του (1904). Ο τελευταίος θα δηλώσει πως «η εργασία του ανήκει στις καλύτερες διατριβές που έχουν υποβληθεί τα τελευταία χρόνια στη σχολή».

Από εκεί και πέρα ξεκινάει η πανεπιστημιακή πορεία κι αναγνώριση του μεγαλύτερου και περιφημότερου – κυρίως στο εξωτερικό – Έλληνα μαθηματικού μετά την αρχαιότητα: Διδάκτωρ Φιλοσοφίας των Μαθηματικών (1904), Υφηγητής στο Παν/μιο της Βόννης (1908), Καθηγητής στα Παν/μια του Ανόβερου (έως 1910), του Μπρεσλάου (έως 1913), Μέλος της Κριτικής Επιτροπής Φυσικομαθηματικών στο Παν/μιο Αθηνών (1911), Α’ Έδρα στη Γοτίγγη (1913), Τακτικός Καθηγητής στο Παν/μιο Βερολίνου (1918-1920), Μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (τον προσφωνεί ο Μαξ Πλανκ – 1919), Συνεργάτης του Αϊνστάιν, Οργανωτής του Παν/μίου της Σμύρνης (1920), Καθηγητής στο Παν/μιο του Μονάχου (1924), Μυστικοσύμβουλος του Παν/μιου του Μονάχου (1927), Καθηγητής στα Παν/μια Χάρβαρντ και Καλιφόρνιας και Διαλέξεις στα Πρίνστον, Πενσυλβάνιας, Τέξας, Κέιμπριτζ, Μπέρκλεϊ, Σαν Φρανσίσκο, Λος Άντζελες, Ουάσιγκτον, Ν. Ορλεάνης, Νέας Υόρκης (σε συνολικά άλλες 10 πανεπιστημιακές μονάδες, κατά το 1928), Κυβερνητικός Επίτροπος στα Παν/μια Αθηνών και Θεσσαλονίκης (1930), Επίτιμος Καθηγητής Παν/μίων Αθηνών και Ε.Μ.Π., Πρόεδρος Κριτικής Επιτροπής για την Απονομή των Fields (1936).  

Θα δημοσιεύσει δεκάδες εργασίες και το 1944, η Ακαδημία του Μονάχου «τον παρακαλεί να προχωρήσει στην οργανική διάρθρωση της ύλης των Απάντων» του· 132 επιστημονικές εργασίες σε πέντε ογκώδεις τόμους θα κυκλοφορήσουν μεταξύ του 1954 και 1957.

Οι μαθητές και συνάδελφοί του μιλούν για ένα σπουδαίο άνθρωπο, ομιλητή και επιστήμονα, τελείως ξένο προς τη ματαιοδοξία και ταπεινό σε βαθμό αυτοχαντάκωσης – πίστευε πως οι εργασίες του δε θα αντέξουν πάνω από μια-δυο δεκαετίες, εφόσον «δεν είναι εργασίες του Άμπελ ή του Πυθαγόρα». Δεν βγήκε αληθινός σ’ αυτό. 

Το 1908 θα παντρευτεί τη μακρινή του εξαδέλφη (συγγένεια εβδόμου βαθμού), εικοσιτετράχρονη Κωνσταντινουπολίτισα, Ευφροσύνη Αλεξάνδρου Καραθεοδωρή κι ένα χρόνο μετά γεννιέται ο γιος τους Στέφανος – ένας μετέπειτα Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Θα ακολουθήσει η κόρη τους Δέσποινα, λίγα χρόνια μετά.

Το 1947 χάνει την Ευφροσύνη και η απώλεια «δυσκόλεψε τα τελευταία έτη της ζωής του […]έχασε το αρμονικό συμπλήρωμα της ίδιας της ψυχικής του υπόστασης». Άρρωστος κι ο ίδιος – 2 φορές σε βαριά κατάσταση – δε σταματάει την έρευνα κι εργασία του ακόμα και στο νοσοκομείο. Τρία χρόνια αργότερα, «έσβησε απλά» και ο ίδιος. 

«Το 1973 γιορτάστηκε σε όλο τον κόσμο της επιστήμης σαν «Έτος Καραθεοδωρή» με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του».

Ο Επιστήμονας και ο «Καλλιτέχνης»

Η ζωή του αποτελεί μία «αδιάκοπη άνοδο προς την κορυφή της επιστήμης». «Είχε τη μεγαλοφυΐα του μαθηματικού και τη μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη, ιδιότητες που σπάνια αναπτύσσονται στον ίδιο άνθρωπο».

Το σπίτι του στο Μόναχο περιείχε μία τεράστια βιβλιοθήκη – «[…]οι τοίχοι γύρω γύρω γεμάτοι βιβλία, το πάτωμα είχε γείρει από το βάρος τους». Είχε δύο γραφεία και, επειδή κάπνιζε πολύ, όταν το πρώτο γέμιζε καπνό συνέχιζε την εργασία του στο άλλο.

Αγαπούσε ιδιαίτερα την τέχνη, τη φιλοσοφία, την ποίηση, τη μουσική – «την πιο εξιδανικευμένη και άυλη εκδήλωση των θεϊκών αρχετυπικών αριθμών, ένα υπαρκτό λεξικό του παγκοσμίου γίγνεσθαι […]». Είχε συλλογή έργων-αντικειμένων τέχνης, ανάμεσά τους κι ένας πίνακας του Ρούμπενς (εκλάπη αργότερα). 

«Η κλασική λογοτεχνία αποτελούσε γι’ αυτόν το βραδινό, κατά την κατάκλισή του, ανάγνωσμα». «Ο Μπαχ είναι ο αγαπημένος του συνθέτης. Πάντοτε μια φούγκα του Μπαχ τον παρέσυρε στο κορύφωμα της μουσικής απόλαυσης και μπορούσε να την ακούει πολλές φορές χωρίς να κουράζεται, όταν μάλιστα την εκτελούσε η αγαπημένη του κόρη. Πιστεύει ότι, εάν ο Μπαχ δεν είχε γίνει συνθέτης, σίγουρα θα ήταν μαθηματικός. Η φούγκα του Μπαχ μοιάζει με μαθηματικό πρόβλημα […]που προσπαθείς να το λύσεις και στο τέλος σου δίνει τη λύση».

«Από οικογενειακή παράδοση κινούνταν για ανταλλαγή γνωμών με εκπροσώπους πολλών πνευματικών κατευθύνσεων. Μπορούσε να συζητήσει σε ίδιο επίπεδο με ειδήμονες περί βυζαντινής ιστορίας και περί πατέρων της εκκλησίας».

Ως επιστήμονας θα εργαστεί και σε άλλα πεδία όπως η Αστρονομία, η Οπτική, η Φυσική. «Το έργο του στη θερμοδυναμική θα επαινέσουν φυσικοί όπως οι Πλανκ, Σόμερφιλντ, Έρενφεστ κ.ά.». Ο Αϊνστάιν, γι’ αυτή του την εργασία είπε: «Είναι η μόνη φυσική θεωρία με τέτοιο οικουμενικό περιεχόμενο που είμαι πεπεισμένος ότι, μέσα στο πλαίσιο εφαρμοσιμότητας των βασικών εννοιών της, δεν πρόκειται ποτέ να ανατραπεί». 

Στον Αϊνστάιν θα τον συστήσει ο Μαξ Πλανκ, το 1913. Ο περίφημος φυσικός «ζήτησε κατ’ επανάληψη τη συνδρομή του» σε θέματα που αφορούσαν στον μαθηματικό του τομέα αλλά και της φυσικής. Στο πρόσωπό του βρίσκει ένα μεγάλο συνεργάτη για τη θεωρία πάνω στην οποία εργάζεται: «[…]βρίσκω θαυμάσιο τον υπολογισμό που κάνατε […]αγαπητέ συνάδελφε, με καταπλήξατε […]» (Επιστολογραφία, 1916).

«Στους περιπάτους του σκεφτόταν Μαθηματικά, οι συνομιλίες του με φίλους και καθηγητές αφορούσαν Μαθηματικά, κάθε σκέψη […]ενέργεια […]Μαθηματικά»…

«Στην προφορική του διδασκαλία ακολουθούσε συχνά άλλη τακτική, διαφορετική από εκείνη που ακολουθούσε στα συγγράμματά του. Για να δείξει τις αμφιταλαντεύσεις της σκέψης που γεννιέται, δεν δίσταζε, ακόμα κι όταν δίδασκε παλιά γνωστά πράγματα, να παρουσιά-ζει τις ιδέες όπως τις συνελάμβανε ένας πρώτος ερευνητής και ύστερα να τις επεξεργάζεται βαθμιαία μπροστά στον ακροατή, για να τις φέρει στην τελική ικανοποιητική μορφή […]η νοοτροπία του δεν είχε τίποτα κοινό με του σχολαστικού δασκάλου. Ήταν ξένος προς κάθε επίδειξη, επιτήδευση και κενή ρητορεία. Γι’ αυτό και το μάθημά του ήταν γεμάτο αντικειμενικότητα, φυσικότητα, θετικότητα. Ο μαθητής που τον άκουγε κι επιθυμούσε να μπει βαθύτερα στο θέμα, διδασκόταν συγχρόνως τρόπο σκέψης και έρευνας κι έφευγε όχι μόνον ωφελημένος, αλλά και συνεπαρμένος».

Αμβούργειος Εφημερίδα των Ξένων (1943): «Πρόκειται περί ενός πολυσυνθέτου πνεύματος, κυριάρχου σε όλα τα πεδία της επιστήμης, το οποίον συνέβαλε σπουδαίως εις τον πλουτισμόν και αυτής ακόμη της Μαθηματικής Φυσικής. Τα Μαθηματικά οφείλουν πάμπολλα εις την οξύνοιαν, βαθείαν και διαυγή σκέψιν του σοφού του Μονάχου δια την διαφώτισιν και διαλεύκασιν προβλημάτων, τα οποία προηγουμένως μόλις είχον διασαφηνισθεί […]».

Οδηγός σπουδών του Πολυτεχνείου του Μονάχου (1955-56): «Από τους σπουδάζοντες τα Μαθηματικά στο Πολυτεχνείο, αναμένεται ότι θα εμφορούνται από βαθύ ενδιαφέρον για τις εφαρμογές της Μαθηματικής Επιστήμης, κατά το πρότυπο των μεγάλων μαθηματικών, Γκάους, Πουανκαρέ, Κλάιν, Καραθεοδωρή». Το 1998, το Πανεπιστήμιο του Μονάχου τιμά τον μεγάλο μαθηματικό ως «κορυφαία προσωπικότητα της πνευματικής ζωής του 20ου αιώνα, ως φαινόμενο πνευματικής πολυμέρειας και ποικίλων ταλέντων, ως στοχαστή, ερευνητή, οραματιστή, πανεπιστημιακό δάσκαλο, ρήτορα, γλωσσομαθή».

Ο Έλληνας του Νόστου

Τον χαρακτήριζαν δύο μεγάλες αγάπες: η Επιστήμη και η Ελλάδα. «Για κείνον το να αγαπάς τον γενέθλιο (καταγωγής) τόπο σου δεν ήταν μονάχα ο απαράβατος νόμος του καθήκοντος, ήταν ο νόμος της ευτυχίας».

Γι’ αυτόν «Έλληνας σήμαινε μεγαλοψυχία, ανεκτικότητα στη διαφορά, πνευματική ανάπτυξη και πολιτισμός». 

Από το 1929 έως το 1932, «σε συνεργασία με τον Αϊνστάιν, βοήθησε πολλούς επιστήμονες εβραϊκής καταγωγής να φύγουν από τη Γερμανία (Χιτλερική κατοχή), εξασφαλίζοντάς τους προσκλήσεις για εργασία σε πανεπιστήμια των Η.Π.Α […]οι εθνικοσοσιαλιστές γνώριζαν ότι τους μάχεται, αλλά δεν τον ενόχλησαν διότι αποτελούσε επιστημονικό κεφάλαιο για τη Γερμανία […]τον προφύλαξαν και οι συνάδελφοί του […]».

Ζει με τις συνήθειες του παραδοσιακού ελληνισμού. Εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή οικογενειακώς «στην εκκλησία του Σωτήρος, τη δεύτερη παλαιότερη εκκλησία του Μονάχου» (1494). Ο αρχιμανδρίτης του Μονάχου «δύο φορές την εβδομάδα δίδασκε στα παιδιά ελληνικά», η μόνη γλώσσα που επέτρεπε να ακούγεται μέσα στο σπίτι. Αργότερα (36-37) «τη δελεαστική πρόταση που του έγινε από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Αμερικής, να παραμείνει και διδάξει εκεί, απέρριψε χωρίς καν να τη σκεφθεί. Δεν ήθελε να βρεθούν τα παιδιά μακριά από την Ελλάδα», παρόλο που ο ίδιος παραδεχόταν ότι τους λίγους μήνες που βρέθηκε στην Αμερική κατάφερε πολλά περισσότερα από τα δύο χρόνια που είχε παρευρεθεί στην Ελλάδα (Επιστολή προς την ξαδέλφη του Πηνελόπη Δέλτα, 1928). «Όλες του οι πράξεις εμπνέονταν από το ιδανικό της φιλοπατρίας». Ακόμα και την κόρη του, δεν ήθελε να την δώσει σε μη-Έλληνα, όπου αν τυχόν αντιλαμβανόταν ότι τον ενδιαφέρει η τελευταία, άρχιζε να σχολιάζει οτιδήποτε δεν του άρεσε σε αυτόν ώστε να τον απωθήσει. 

Τελειώνοντας το διδακτορικό του ζητά θέση στην Ελλάδα και «οι αρμόδιοι του είπαν ότι ήταν δυνατόν να διοριστεί μόνον σαν ελληνοδιδάσκαλος σε επαρχιακό σχολείο και τίποτα περισσότερο».

Το 1913 προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση την ίδρυση πανεπιστημίου εκτός Αθηνών. Μετά την απελευθέρωση της Ιωνίας (1919), ο Ελευθέριος Βενιζέλος «αποδέχεται τις εισηγήσεις του […]τον παρακαλεί να έλθει στην Ελλάδα για να αναλάβει την οργάνωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης». Για να συμβάλει στο εγχείρημα, το 1920, παραιτείται από τα καθήκοντά του στο Βερολίνο – «αφήνει πολλούς άναυδους» – κι έρχεται. 

«Όραμά του ήταν η Ελλάδα, αφενός να σεβαστεί και διατηρήσει τον πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της καθ’ ημάς Ανατολής και, αφετέρου, να μυήσει στον πολιτισμό όλους εκείνους που εξαιτίας της οθωμανικής κακοδιοίκησης εξακολουθούσαν να ζουν στην αμάθεια και τη βαρβαρότητα […]ένα κράτος δικαίου που θα εξασφάλιζε την ισονομία και την ισοπολιτεία σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τη γλώσσα ή τη θρησκεία τους».

Το 22’ το Πανεπιστήμιο είναι έτοιμο κι εξοπλισμένο με βιβλιοθήκη – «η σπονδυλική του στήλη» – 20 χιλιάδων συγγραμμάτων και βιβλίων, καθώς και με 8 χιλιάδες όργανα Φυσικής και Χημείας από τη Γερμανία. Επίσης, στέλνει επιστολή σε 4 περιοδικά – όλα ανταποκρίνονται θετικά – ώστε να συμβάλλουν στην ενίσχυση της μονάδας με παλαιότερα τεύχη. Την ίδια χρονιά όμως, το μικρασιατικό μέτωπο καταρρέει και η οικογένεια Καραθεοδωρή πρέπει να εγκαταλείψει τη Σμύρνη. Τελευταίος φεύγει ο Κωνσταντίνος, ο οποίος πασχίζει και κατορθώνει να μεταφέρει όλο το υλικό που συνέλεξε για το πανεπιστήμιο στην Αθήνα, όπου φθάνει, πρόσφυγας ουσιαστικά, περιπλανώμενος επί 10 ημέρες από νησί σε νησί.

Διορίζεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθηγητής πρωτοετών. Οι τελευταίοι – κατ’ ουράν του κράτους – δε δείχνουν σεβασμό προς το πρόσωπό του. Μια φορά «κάποιος φοιτητής […]τον διέκοψε με τη (ειρωνική) φράση «Noch ein mal» (ακόμα μία φορά)». Ο καθηγητής κραυγάζει «είμαι Έλλην, είμαι Έλλην!» κι αποχωρεί από την αίθουσα. Δύο χρόνια αργότερα, ζώντας την ακαρπία της παρουσίας του στην Ελλάδα, αποχωρεί για να διδάξει στο Μόναχο.

Το 1930 αναλαμβάνει αξίωμα κυβερνητικού επιτρόπου για τα πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με ιδιόχειρη επιστολή πάλι του Βενιζέλου. Θα εκδώσει 39 σελίδες με τις προτάσεις του για την αναδιοργάνωση των πανεπιστημίων που «αποτέλεσαν τη βάση του νόμου λειτουργίας τους επί 50 έτη» (έως το 1982). «Μοναδική του επιδίωξη είναι η δημιουργία προϋποθέσεων και νόμων ώστε να μπορεί να μορφώσει ικανούς επιστήμονες και να δώσει δυνατότητες εξέλιξης στους ικανότερους». Η κυβέρνηση Παπαναστασίου, δύο χρόνια αργότερα, με «ένα μισοσχισμένο έγγραφο» – «ενός απλού διοικητικού υπαλλήλου» – τον απολύει («παύεσθαι από την θέσιν[…]»).

«Η επιθυμία του να ζήσει τα τελευταία του χρόνια στην Ελλάδα, που τόσο αγάπησε και να τον σκεπάσει η ελληνική γη, δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε».

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή «στον τομέα της επιστήμης είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς για την Ελλάδα (ό.π., 26670) […]ένας μαθηματικός που δεν κατάλαβε η πατρίδα του (ό.π./33471)».

Υπό τη διευθυντεία του κ. Αθανασίου Λιπορδέζη και την επιστημονική εποπτεία του δρ. Νίκου Λυγερού, τα τελευταία χρόνια, λειτουργεί το Μουσείο Καραθεοδωρή στην Κομοτηνή. Ο χώρος που «φιλοξενεί τα αρχεία, το έργο, τα προσωπικά του αντικείμενα και τις οικογενειακές φωτογραφίες του μεγάλου επιστήμονα, θα φωτίζει ως φάρος γνώσης και θα διακτινίζεται σ’ όλο τον κόσμο, θυμίζοντας πως το αρχαίο ελληνικό πνεύμα των μαθηματικών του Αρχιμήδη, Πυθαγόρα, Ευκλείδη και τόσων άλλων σπουδαίων μαθηματικών, είναι αθάνατο και ξαναζωντανεύει με την πένα του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, για να συμπληρώσει έτσι και με άλλες σελίδες την ένδοξη ιστορία των αρχαίων Ελλήνων Μαθηματικών» (Α. Λιπορδέζης).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here