Ο θωμισμός και η ορθόδοξη πατερική θεολογία

0
641

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Anthony Kenny με τίτλο «Θωμάς Ακυινάτης» (Π.Ε.Κ., μετάφραση Γ. Δημητρακόπουλου, 2015) εκπλήσσεται από το μέγεθος της ασυμβατότητας μεταξύ της σχολαστικής και της πατερικής οντολογίας. Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να πούμε λίγα λόγια για αυτή την διαφορά, όπως τουλάχιστον εγώ ανέγνωσα και κατάλαβα το εν λόγω βιβλίο.

Ο Ακυινάτης είναι επηρεασμένος  από τον υλομορφισμό και την περί ουσίας και συμβεβηκότων αντίληψη του Αριστοτέλη, τον οποίο ερμηνεύει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο (και πάντως δεν τον θεωρεί ως ένα σύστημα εν εξελίξει, αλλά ως μια εντελώς παγιωμένη θεωρία). Το πρόβλημα για τον Θωμά είναι ότι προσπαθεί να ορίσει, ακολουθώντας τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, την ουσία, λέγοντας ότι είναι αυτό στο οποίο κατηγορούνται τα συμβεβηκότα. Έτσι π.χ. όταν λέμε ότι «ο Σωκράτης είναι λευκός», κατηγορούμε την λευκότητα στον Σωκράτη. Προϋπάρχουν οι ουσίες και έπονται τα συμβεβηκότα από οντολογική άποψη. Ωστόσο, εύλογα θα μπορούσε να πει κανείς ότι, εκφέροντας αυτήν την πρόταση, μπορούμε και να κατηγορήσουμε τον Σωκράτη σε κάποια άλλη έννοια, π.χ. την ύλη ή την ενέργεια, η οποία τρόπον τινά «σωκρατικοποιείται» [σελ. 81 του βιβλίου]. Γιατί ο Σωκράτης να είναι αυτός που απολαμβάνει το προνομιακό στάτους της «ουσίας»;

Ο Ακυινάτης λέγει ότι για να απαντήσουμε σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διαφορά μεταξύ ύλης και ουσιώδους μορφής. Η κατεξοχήν μορφή ειναι η ουσιώδης μορφή [σελ. 81]. Για να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ ύλης και μορφής δεν αρκεί να φέρουμε στο νου μας το παράδειγμα μιας μάζας ζυμαριού που παίρνει διάφορα σχήματα, γιατί κατά τον Θωμά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ύλη του ζυμαριού παραμένει η ίδια. Αντιθέτως, για να υπάρξει ουσιώδης μεταβολή θα πρέπει στην αρχή της μεταβολής να υπάρχει μια ουσία ενός είδους και στο τέλος να έχει προκύψει μια ουσία άλλου είδους. Για παράδειγμα, ο θάνατος ενός σκύλου και η αποσύνθεση  του σώματός του συνιστά για τον Ακυινάτη παράδειγμα μιας τέτοιας μεταβολής. Όταν ο σκύλος πεθαίνει, η αρχική του απλή ουσία μετατρέπεται σε πολλές άλλες ανεξάρτητες, που είναι τα υλικά στα οποία αποσυντίθεται το σώμα του. Αλλά για να συμβεί πραγματική ουσιώδης μεταβολή, δεν αρκεί να υπάρξει, όπως λέγει ο Κέννυ, ένα επεισόδιο που ξεκινάει με μια ουσία Α και τελειώνει με μια ουσία Β. Χρειάζεται οπωσδήποτε να υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ της αρχικής ουσίας Α και της τελικής ουσίας  Β. «Ένας τρόπος για να εξηγήσουμε τι σημαίνει ύλη είναι να πούμε ότι είναι το πράγμα που είναι κοινό μεταξύ της αρχής και του τέλους μιας ουσιώδους μεταβολής» [σελ. 82]. Ο Θωμάς δίνει ένα παράδειγμα της μεταβολής του αέρα που μετατρέπεται σε φλόγα, παράδειγμα με το οποίο μας δείχνει ότι μένει προσηλωμένος στην αρχαία θεωρία ότι ο κόσμος αποτελείται από αέρα, γη, νερό και φωτιά. Ωστόσο, το ότι μπορεί ο αέρας να μετατραπεί σε φωτιά, και γενικά το ότι αυτά τα στοιχεία μπορούν να μεταβάλλονται το ένα στο άλλο, δείχνει ότι υπάρχει κάτι κοινό, πιο αρχέγονο από αυτά, από τα οποία και αποτελούνται. Αυτό το πιο αρχέγονο υλικό ονομάζεται και «πρώτη ύλη» («materia prima»). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπάρχει ένα είδους πρωτοϋλικού, ύλης στην πιο αρχική της εκδοχή, η οποία, έστω και αν δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ μόνη της, ενωμένη με κάποια μορφή (παρά μόνο δια των τεσσάρων στοιχείων) αντλεί το θεμέλιό της από τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι ο απώτατος πυρήνας της ύλης, η αυτοθεμελίωσή της, η πρώτη, ας την πούμε μάζα, που δεν χρειάζεται να είναι παρά ο εαυτός της. Χωρίς εδώ να θέλουμε να κάνουμε κάποια πολεμική, πρέπει να πούμε ότι μια τέτοια αντίληψη ειναι απαράδεκτη για την πατερική κοσμοαντίληψη, που δεν δίνει στο κόσμο κανένα δικό του θεμέλιο. Ναι μεν υπάρχει πραγματικά ο κόσμος, αλλά δεν κρύβει πουθενά μέσα του και το δικό του θεμέλιο. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για την επιστήμη, καθώς μας λέγει ότι η προσπάθεια να εντοπίσουμε με αναγωγικό τρόπο την πρωταρχή του κόσμου και να φτάσουμε μέχρι τα απλούστερο υλικό του, που αυτοθεμελιώνεται, είναι μάταιη. Ο κόσμος έχει έξωθεν θεμελιωθεί και διαρκώς θεμελιώνεται.

Θα ρωτήσει ίσως κανείς ποια η διαφορά επακριβώς με την πατερική κοσμολογία. Λοιπόν κατά τους Πατέρες προϋπάρχουν τα νοητά στην κτιστή τους μορφή και έπονται τα υλικά, ως το παράγωγό τους. Κάπου ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, πιστός στην αντίληψη ότι δημιουργία του κόσμου δεν σημαίνει και αυτοθεμελίωση, λέγει ότι πρώτα δημιουργούνται από τον Θεό οι έννοιες όπως μορφή, σχήμα, μέγεθος κ.λπ. και έπειτα ο μεταξύ τους συνδυασμός δημιουργεί την ύλη. Γιατί αν αφαιρέσεις από κάτι υλικό το σχήμα του, το βάρος του, το χρώμα του κ.λπ. δεν θα μείνει τίποτε από αυτό.

Στο σημείο αυτό ίσως ρωτήσει κανείς πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν πρώτα οι αφηρημένες-νοητές έννοιες  του σχήματος, της μορφής, του μεγέθους κ.λπ. και κατόπιν να σχηματίζεται η ύλη. Η απάντηση ειναι ότι οι νοητές αυτές έννοιες δεν είναι άκτιστες, αιώνιες και αΐδιες, όπως οι πλατωνικές ιδέες, αλλά κτιστές. Συνεπώς ειναι μάταιο να αναζητά κανείς από την ύλη, που υπακούει σε κάποιους νόμους, να είναι η ιδία η αιτία αυτών των νόμων και να αυτοθεμελιώνεται. Όσο πιο πολύ προχωρεί η φυσική, τόσο και η έννοια της ύλης ως αυτόνομης πραγματικότητας γίνεται προβληματική. Όπως λέγει ο φυσικός Peter Geach, τον οποίο παραθέτει ο Κέννυ, «στο πλαίσιο της σωματιδιακής φυσικής, ο εντοπισμός ποσοτήτων ύλης χάνει κάθε νόημα ∙ είναι σαν την ιδέα ενός απόλυτα στεγανού δοχείου» [σελ. 85].

Περαιτέρω, ο Ακινάτης υποστηρίζει ότι σε κάθε ζωντανό πλάσμα υπάρχει μια μόνο ουσιώδης μορφή, θέλοντας να πει ότι είναι ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος συνδυασμός. «Μολονότι ένα ζώο μπορεί να κάνει πολλά πράγματα που κάνει και ένα φυτό… αυτό δεν σημαίνει ότι έχει μια μορφή κοινή με τα φυτά που το κάνει να είναι έμβιο ον και μια άλλη μορφή που το καθιστά ικανό να επιτελεί όλες τις ζωτικές λειτουργίες που το χαρακτηρίζουν σε κάθε επίπεδο» [σελ. 85]. Το ζώο έχει μια δική του ενιαία μορφή, με την οποία και καθίσταται ικανό να επιτελεί όλες τις ζωτικές του λειτουργίες. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν π.χ. κάποια μόρια νερού που υπάρχουν μέσα ας πούμε στο σέλινο, και τα οποία, έγιναν μέρος δικό μου, αν κατανάλωσα σέλινο. Δεν είναι σωστό να πούμε ότι η μορφή του νερού εμπεριέχεται στο νερό καθόλη τη διάρκεια της μεταβολής [σελ. 86], γιατί τότε θα έπρεπε το ζώο να έχει τη δική του μορφή συν τη μορφή του νερού συν πολλές άλλες. Αλλά ο Θωμάς ενδιαφέρεται να μιλήσει για την μοναδικότητα κάθε όντος. Η θεωρία όμως αυτή φαίνεται και πάλι περίεργη, γιατί το νερό αποτελεί πράγματι ένα στοιχείο με τη δική του μορφή, που στην αρχή ανήκε στο σέλινο, τώρα όμως ανήκει στο δικό μου σώμα. Ωστόσο, για τον Ακινάτη, εφόσον το νερό από την ουσιώδη μορφή του σέλινου πέρασε στην ουσιώδη μορφή του ανθρωπίνου σώματος, και άρα βρέθηκε υπό την διαδικασία μιας ουσιώδης μεταβολής, ακολουθεί αυτή την μεταβολή. Το λογικό όμως είναι ότι θα έπρεπε να διατηρεί τη δική του μορφή, η οποία βέβαια μπορεί να αναχθεί ίσως στην «materia prima», εφόσον ταυτόχρονα συνέβη και η ουσιώδης μεταβολή του σέλινου σε ανθρώπινο σώμα.

Για τους Πατέρες και πάλι τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο άνθρωπος έχει κοινό με τα άψυχα υλικά την σωματικότητα, με την έννοια της υλικότητας, με τα φυτά το «αυξητικόν» (και το «θρεπτικόν») και με τα ζώα το «αισθητικόν» (=τις αισθήσεις). Διαφέρει όμως από τα λοιπά όντα καθότι είναι ζώο λογικό και έχει «νουν». Η αντίληψη αυτή φέρνει το άνθρωπο πιο κοντά στον κόσμο, τον καθιστά συνέχειά του, οπότε και μπορεί να τον μεταμορφώσει, κατά τον άγιο Μάξιμο, και να τον προσαγάγει ολόκληρο στο Θεό. Ενοποιώντας όλη την κτίση διά της αρετής του, ο άνθρωπος καθίσταται η αληθής κορωνίδα της δημιουργίας, ενώ στον θωμισμό φαίνεται το ανθρώπινο ον να ανεξαρτητοπείται από τον κόσμο, διατηρώντας μια δική του «μορφή», χωρίς να γίνεται λόγος για την ουσιώδη συγγένειά του με την λοιπή κτίση.

Περαιτέρω, όπως λέγει και ο Κέννυ, αν θεωρήσουμε ότι στον ζωντανό σκύλο υπάρχει μόνο μια ουσιώδης μορφή, τότε η ύλη από την οποία απαρτίζεται η ουσία αυτή πρέπει να είναι η πρώτη ύλη, «με την έννοια ότι είναι ύλη για την οποία δεν έχει απομείνει άλλη μορφή» [86]. Ο Κέννυ, θωμιστής ο ίδιος, αναρωτιέται στη συνέχεια για την σημασία αυτής της πρώτης ύλης, που μοιάζει μυστηριώδης, ακατανόητη, στερημένη από κάθε προσδιορισμό οντότητα, ή μάλλον μη οντότητα. Ορίζεται ως κάτι στο οποίο δεν μπορεί να κατηγορηθεί τίποτε, αφού μια κατηγόρηση θα συνεπαγόταν απόδοση μορφής σε κάτι που ως εκ της ιδίας του της φύσης στερείται μορφής. Έτσι, όμως, προκύπτει η έννοια της άμορφης ύλης, που για τον Ακινάτη είναι αδιανόητη.

Ο Κέννυ προσπαθεί να βρει μια λύση στο αίνιγμα και υποθέτει ότι η ύλη είναι ίσως κάτι που καθ’ εαυτό νοούμενο δεν έχει μορφή. «…Η ύλη είναι άμορφη, διότι ακριβολογώντας, η ύλη δεν έχει μορφές ∙ η σχέση της με τη μορφή δεν είναι αυτή του έχειν. Αυτό που έχει μορφή είναι η ουσία, δηλαδή αυτό που προκύπτει από τη σύνδεση ύλης και μορφής. Η ύλη είναι ένας είδος δυνάμεως, δυνατότητας ή δυνητικότητας… Από τη μια πλευρά λοιπόν η ύλη δεν μπορεί να υπάρξει πάρα μόνο ενούμενη με την μια ή την άλλη μορφή, και από την άλλη, η ίδια μπορεί να παραμείνει η ίδια ύλη καθώς εγκαταλείπει μια δεδομένη μορφή» [σελ. 87]. Σημειωτέον, ότι δεν καταλαβαίνει κανείς ποιες διαδικασίες  και ποιοι νόμοι επιβάλλουν στην πρώτη ύλη να μεταβάλλεται σε διάφορες ουσίες και πώς περαιτέρω αυτές οι ουσίες μπορούν και δέχονται ουσιώδεις μεταβολές.  Όλα αυτά πάντως, κατά τον Κέννυ, ισχύουν υπό τον όρο ότι η ουσιώδης μεταβολή διαφέρει από την κατά συμβεβηκός μεταβολή και μια ουσιώδης μορφή είναι κάτι διαφορετικό από μια κατά συμβεβηκός μορφή. Όταν ο χαμαιλέων αλλάζει χρώμα, η «χαμαιλεοντότητα» είναι η ίδια, όταν όμως στην αρχή κάτι είναι ανθρώπινο ον και μετά ένα πτώμα, δεν υπάρχει μια μορφή με την οποία η ύλη να είναι ενωμένη κατά τη διάρκεια της μεταβολής (εδώ φαίνεται ότι τα διάφορα υλικά ενώνονται σε μία και την αυτή μορφή στο ζωντανό ανθρώπινο σώμα, ενώ η δική τους μορφή γίνεται πια δυνάμει). Αυτό φαίνεται περίεργο, γιατί στο ζωντανό ανθρώπινο σώμα, παρόλο που είναι κάτι ενιαίο, μπορούμε κυριολεκτικά να διακρίνουμε πληθώρα συστατικών, τα οποία βέβαια αποδομούνται όταν πεθαίνει κανείς. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, τα συστατικά του ανθρωπίνου σώματος, αμέσως μετά τον θάνατό του, συνεχίζουν να υφίστανται- όπως είπαμε, υπάρχει ένα συνεχές που οδηγεί από την άψυχη ύλη στον λογικό άνθρωπο. Στον Θωμά ο άνθρωπος αυτονομείται ως ον, και γι’ αυτό λείπει η προσπάθεια στον λατινικό κόσμο διά της ανθρωπίνης αρετής να συναχθεί όλη η δημιουργία εις εν και να ενοποιηθεί, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος. Η ανθρώπινη ασκητική προσπάθεια έχει στην ορθόδοξη θεολογία χαρακτήρα κοσμικό, και αυτό είναι κάτι που την διαφοροποιεί από την καθολική διδασκαλία.

Στον Θωμά ασφαλώς υπάρχει ριζική διάκριση μεταξύ ουσίας και συμβεβηκότων. «Δεν είναι τα συμβεβηκότα αυτά που κάνουν μια ουσία να υπάρχει και να είναι αυτό που είναι… Μια ουσία μπορεί να χάσει οποιοδήποτε συμβεβηκός της χωρίς να πάψει να είναι αυτό που είναι ∙ αν όμως χάσει την ουσιώδη μορφή της, τότε αναπόφευκτα και θα πάψει να υπάρχει» [σελ. 88-9]. Αν πάντως ύλη είναι απλώς η δυνατότητα για ουσιώδη μεταβολή, τότε θα έπρεπε να πούμε ότι η δυνατότητα ενός πράγματος να μεταβληθεί  (=η ύλη του) κόπηκε σε δύο κομμάτια ή ότι έχει ένα συγκεκριμένο μέγεθος, δεν έχει νόημα. Από την άλλη, ορίζοντας την πρώτη ύλη ως αυτό που χαρακτηρίζεται από διαστάσεις (δυνάμει;), προκύπτει η αρχή της εξατομικεύσεως. Δύο μπιζέλια, για παράδειγμα, όσο όμοια και αν είναι, όσες κατά συμβεβηκός μορφές και αν έχουν κοινές, πέρα από την κοινή ουσιώδη μορφή τους, είναι δύο μπιζέλια και όχι ένα, γιατί συνιστούν δύο διαφορετικές μάζες ύλης. Ο Κέννυ συμπεραίνει ότι «αν θέλουμε να αποφύγουμε τη  σύγχυση σχετικά με το τι είναι τελικά η ύλη, το καλύτερο θα ήταν να την νοήσουμε όχι ως δυνητικότητα ούτε ως μέρος της ουσίας, αλλά ως ουσία κατά το μέτρο που αυτή είναι δεκτική μεταβολής» [σελ. 90]. Ο Ακινάτης λέγει ότι «μορφή είναι αυτό μέσω του οποίου (ή δυνάμει του οποίου) ένα πράγμα είναι [αυτό που είναι] [σελ. 90]. Περαιτέρω, «αυτό που κάνει τον  Πέτρο, τον Παύλο και τον Γιάννη να είναι τρεις άνθρωποι και όχι ένας είναι η ύλη τους, όχι η μορφή τους. Όμως η ύλη, εξατομικεύοντας τις ουσίες, εξατομικεύει και τις ουσιώδεις μορφές τους. Ο Ακινάτης αρνείται την άποψη του Πλάτωνα ότι ο Πέτρος, ο Παύλος και ο Γιάννης είναι όλοι τους άνθρωποι επειδή μετέχουν σε μια κοινή μορφή ανθρωπότητας» [σελ. 90-1]. Στο έργο του Θωμά η ανθρωπότητα ως ιδέα φαίνεται εξαιρετικά αφηρημένη σύλληψη, πλατωνικής κοπής, και δέχεται ότι ως έννοια προκύπτει αφού πρώτα υπάρξουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, οπότε διά της συγκρίσεως φτάνει κανείς στην έννοια. Ωστόσο έτσι χάνεται ο δυναμισμός του «Αδάμ», ως του ενός και μοναδικού ανθρώπου.

Και στο σημείο αυτό εδώ υπάρχει διαφορά με την ορθόδοξη κοσμοαντίληψη. Αληθής άνθρωπος είναι μόνον ο Χριστός, ενώ οι λοιποί άνθρωποι είναι άνθρωποι ως εικόνες του Χριστού. Ο Χριστός θα λέγαμε είναι η «μορφή» της ανθρωπότητος και τα γεγονός ότι μοιάζουν σε Αυτόν οι λοιποί άνθρωποι τους κάνει ανθρώπους. Γι’ αυτο και στην σύγχρονη βιο-γενετική, οι θεολόγοι, π.χ. ο θεολογών βιοηθικολόγος Τρίσταμ Ένγκελχαρντ, λέγει ότι η απομάκρυνση από την μορφή του Χριστού μπορεί να έχει αποτέλεσμα να οδηγηθούμε, διά των βιο-γενετικών πειραμάτων, στην γένεση μη ανθρωπίνων όντων. Από ένα σημείο και πέρα η διαφοροποίηση θα επιφέρει και την αλλαγή στο είδος (και είναι ανόητο να μιλά κανείς για «βελτίωση» του ανθρωπίνου είδους σε κάτι ανώτερο).

                                             *****************

Περαιτέρω, ο Ακινάτης πίστευε ότι υπάρχουν και άυλες ουσίες, και ως τέτοιες θεωρούσε πρωτίστως τα άστρα. Ο Κέννυ δικαιολογεί την αντίληψη αυτή λέγοντας ότι δεν υπάρχει «τίποτε ακατανόητο στην έννοια μιας ουσίας που δεν είναι υλική, με την έννοια ότι δεν παρήχθη από (ούτε μπορεί να διαλυθεί) σε υλικές ουσίες άλλων ειδών». Τα άστρα, πίστευε ο Ακινάτης ότι είναι άφθαρτες σφαίρες απαρτιζόμενες από την πεμπτουσία, που είναι ένα στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να λάβει άλλη ουσιώδη μορφή, όπως επίσης πίστευε ότι οι άγγελοι είναι περισσότερο άυλοι από τα άστρα, αφού απαρτίζονται από καθαρή μορφή [σελ. 92].

Η  θεωρία του Ακυινάτη για το ότι η ύλη εξατομικεύει δύο πράγματα που έχουν την ίδια ουσιώδη μορφή τον οδήγησε να πιστεύει, όπως μας πληροφορεί ο Κέννυ, ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν περισσότεροι από ένας άγγελοι για κάθε αγγελικό είδος. «Ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ αποτελούν ο καθένας τους  μοναδικά μέλη δύο διαφορετικών όντων, όντας τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όσο και ένα ανθρώπινο ον από ένα ψάρι»! (σελ. 92-3).

Η θεωρία του Ακυινάτη ότι υπάρχουν καθαρές μορφές (οι άγγελοι) ήταν ένα ξεγλίστρημα, λέγει ο Κέννυ, στον πλατωνισμό. Ο Κέννυ προσπαθώντας να διασώσει τη θεωρία λέγει ότι θα έπρεπε να δεχθούμε ότι σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για ουσίες στις οποίες δεν ισχύει ο υλομορφισμός. «Όμως ο  Ακυινάτης δέχεται ότι υπάρχει μια εξαίρεση στον γενικό κανόνα ότι οι ουσιώδεις μορφές των υλικών αντικειμένων υπάρχουν μόνο στις ουσίες των οποίων είναι μορφές ∙ η εξαίρεση αυτή αφορά στις ψυχές των ανθρωπίνων όντων» [σελ. 93]. Ο Κέννυ κρίνει και αυτός τη θεωρία: «…η ταύτιση της ψυχής με τη μορφή παρουσιάζει σοβαρές φιλοσοφικές δυσκολίες ∙ η αριστοτελική έννοια της μορφής, ακόμα και αν ειναι συνεκτική προς εαυτήν, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταστεί νοητή η έννοια της ψυχής όπως τη χρησιμοποιεί ο Ακυινάτης…» [σελ. 95]. Η πρώτη ένσταση αφορά στο ότι αν ταυτίσουμε την ανθρώπινη ψυχή με την αριστοτελική ουσιώδη μορφή, τότε το ανθρώπινο σώμα πρέπει να είναι η αριστοτελική πρώτη ύλη. Το επιχείρημα αυτό δύσκολα προσπερνάται με τον ισχυρισμό ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα, αλλά είναι σώμα, και άρα η ανθρώπινη ψυχή σχετίζεται με το σώμα της όπως η μορφή προς το υποκείμενο και όχι όπως η μορφή προς την ύλη. Μια δεύτερη ένσταση ειναι ότι ο Ακυινάτης μιλά συχνά για την ψυχή σαν να θεωρεί τις δυνάμεις της , πχ νόηση και βούληση, αιτίες των διαφόρων δραστηριοτήτων της ζωής ενός ανθρώπου. Από την άλλη ταυτόχρονα η μορφή της ανθρωπότητας χρησιμοποιείται κοινότοπα, ως αυτό χάρη στο οποίο ένας άνθρωπος είναι άνθρωπος. Αυτές οι δύο αντιλήψεις περί ψυχής και μορφής είναι δύσκολο να συγχωνευθούν χωρίς να οδηγηθούμε σε σύγχυση, παρατηρεί ο Κέννυ. Και το σπουδαιότερο, ο Ακυινάτης πίστευε ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι αθάνατη, ότι επιβιώνει μετά τον  θάνατο του σώματος. Ήταν πια υποχρεωμένος να δεχθεί ότι η μορφή ενός υλικού αντικειμένου μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και μετά την έκλειψη αυτού του αντικειμένου. Δεχόταν πια ότι μια ανθρώπινη ψυχή μετά θάνατον είναι εξατομικευμένο ον, χωρίς να υπάρχει ύλη για να το εξατομικεύσει. Και επίσης δεχόταν ότι μετά θάνατον η ανθρώπινη ψυχή έχει ικανότητα για σκέψη ή βούληση, ενώ δίδασκε ταυτόχρονα ότι δεν είναι η νόηση ή η βούληση που επιτελούν την σκέψη ή ένα βούλημα, αλλά ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο ον-  που πια, μετά θάνατον, δεν υπάρχει.

Αντιθέτως, για τους Έλληνες Πατέρες η διδασκαλία ότι η ψυχή είναι η μορφή του σώματος ήταν παντελώς ξένη. Για τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό μάλιστα η ψυχή και το σώμα είναι δυο εντελώς ετερογενή στοιχεία και δεν υπήρχε περίπτωση να ενωθούν παρά μόνο με την πανσθενουργό θεία δύναμη, η οποία ένωσε εν προκειμένω τα εντελώς αντίθετα. Και επειδή η θεία αυτή ενέργεια ειναι ισχυρή, γι’ αυτό και κατά την στιγμή του θανάτου, όταν λύεται ο δεσμός σώματος και ψυχής, η ανθρώπινη φύση τρόπον τινά σχίζεται, με τρόπο πολύ οδυνηρό. Η ψυχή εμψυχώνει το σώμα, του εμφυσά ζωή, και με την αποχώρησή της από αυτό το σώμα πεθαίνει. Θα πέθαινε και η ψυχή, αν δεν επρόκειτο για θείο θέλημα να επιβιώνει αυτή του ανθρωπίνου θανάτου.

                                 ********************

Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι η πρόσδεση του Θωμά στην αριστοτελική φιλοσοφία, και μάλιστα ως παγιωμένο και όχι δυναμικό σύστημα, τον οδήγησε σε πολλά αδιέξοδα. Η απομάκρυνση από την βιβλική παράδοση σε πολλά σημεία της διδασκαλίας του είναι εμφανής. Από την άλλη οι Έλληνες Πατέρες δεν ακολούθησαν πιστά μήτε τον Πλάτωνα, όπως νομίζουν μερικοί, μήτε τον Αριστοτέλη, αλλά έλαβαν απλώς υπόψη το επιστημονικό κοσμοείδωλο της εποχής. Για αυτό και διατηρήσαν μια θεολογία πιστή στο βιβλικό πνεύμα, μια διδασκαλία που αποκρυσταλλώθηκε βέβαια βαθμιαία, την ίδια περίπου εποχή με τον θωμισμό – πρόκειται για παράξενη σύμπτωση; Τότε ήταν που ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διατύπωσε την περι ακτίστου φωτός διδασκαλία του.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: Benozzo Gozzoli “The Triumph of Saint Thomas”(1470-1475)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here