Ρ. Ζiράρ: Ο Θυσιαστικός κύκλος

0
248

 

Ο Ισοκράτης επιλέγει

 

Η Σιμόν Βέιλ αφήνει να διαφανεί, καθώς έχω προαναφέρει, ότι τα Ευαγγέλια, πριν ακόμη καταστούν μια θεωρία περί θεού, είναι μια θεωρία περί ανθρώπου. Παρόλο που παραγνωρίζει το ρόλο της εβραϊκής Βίβλου, το θετικό αυτής της εποπτείας είναι ότι συμπίπτει με όσα μόλις ανακαλύψαμε.

Για να καταλάβουμε αυτή την ανθρωπολογία πρέπει να τη συμπληρώσουμε με τις ευαγγελικές προτάσεις περί Σατανά, οι οποίες, αντί να είναι παράλογες ή πομπώδεις, επαναδιατυπώνουν σε μια άλλη γλώσσα τη θεωρία των σκανδάλων και το παιχνίδι μιας μιμητικής βίας που αρχικά αποσυνθέτει τις κοινότητες κι έπειτα τις αναδιοργανώνει, χάρη στους συλλογικούς αποδιοπομπαίους τράγους.

Σε όλους τους τίτλους και τις ιδιότητες που αποδίδονται στον Σατανά -«πειρασμός», «κατήγορος», «άρχων του κόσμου τούτου», «πρίγκιπας του ερέβους», «φονέας από καταβολής», παρασκηνιακός σκηνοθέτης των Παθών- βλέπουμε να επανεμ­φανίζονται όλα τα συμπτώματα και οι μεταστάσεις της νόσου της επιθυμίας, την οποία διέγνωσε ο Ιησούς.

Η ευαγγελική αντίληψη περί Σατανά δίνει τη δυνατότητα στα Ευαγγέλια να διατυπώσουν το ιδρυτικό παράδοξο των αρχαϊκών κοινωνιών. Υπάρχουν μόνο και μόνο δυνάμει της νόσου που θα έπρεπε να εμποδίζει την ύπαρξη τους. Κατά τις οξείες κρίσεις που περνά, η νόσος της επιθυμίας πυροδοτεί αυτό που αποτελεί το ίδιο της το αντίδοτο, τη βίαιη και ειρηνοποιό ομοψυχία του αποδιοπομπαίου τράγου. Οι κατευναστικές συνέπειες αυτής της βίας επεκτείνονται στα τελετουργικά συστήματα που σταθεροποιούν τις κοινότητες. Όλα τα παραπάνω συνοψίζονται στη φράση: σατανάς σατανάν εκβάλλει.

Η ευαγγελική θεωρία περί Σατανά αποκαλύπτει ένα μυστικό που ουδέποτε ανακάλυψαν οι αρχαιότεροι είτε οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι. Η βία στις αρχαϊκές θρησκείες είναι ένα προσωρινό αναλγητικό. Αντί να θεραπεύεται πραγματικά, στο

τέλος η ασθένεια πάντοτε υποτροπιάζει.

Αναγνωρίζοντας κανείς, όπως κι εμείς, στον Σατανά το βίαιο μιμητισμό, αποτελειώνει το κύρος του άρχοντα αυτού του κόσμου, ολοκληρώνει τον ευαγγελικό αποφενακισμό, συμβάλλει στην «πτώση του Σατανά», την οποία αναγγέλλει στους ανθρώπους ο Ιησούς πριν σταυρωθεί. Η αποκαλυπτική ισχύς του Σταυρού διαλύει τα ερέβη πέρα από τα οποία ο πρίγκιπας αυτού του κόσμου δεν μπορεί να διατηρήσει την εξουσία του.

Από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας, τα Ευαγγέλια μοιάζουν με οδικό χάρτη των μιμητικών κρίσεων και των μυθικοτελετουργικών προορισμών τους, με έναν οδηγό που μας επιτρέπει να κυκλοφορούμε μέσα στις αρχαϊκές θρησκείες χωρίς να χάνουμε τον προσανατολισμό μας.

Υπάρχουν δύο τρόποι να διηγηθούμε τα διαδοχικά στάδια της μιμητικής κρίσης και της βίαιης κατάλυσης της, ο αληθινός και ο ψευδής.

1) Είτε παραβλέπουμε τη μιμητική έξαρση καθότι συμμετέχουμε σε αυτήν δίχως να τη θέτουμε υπό αμφισβήτηση, οπότε είμαστε καταδικασμένοι σε ένα ψεύδος που ουδέποτε θα καταφέρουμε να αποκαταστήσουμε, μια και πιστεύουμε ακράδαντα στην ενοχή κάθε αποδιοπομπαίου τράγου – και τούτο είναι έργο των μύθων.

2) Είτε εντοπίζουμε τη μιμητική έξαρση στην οποία δεν συμμετέχουμε, οπότε είμαστε σε θέση να την περιγράψουμε ως έχει πραγματικά. Τότε αποκαθιστούμε τους άδικα καταδικασμένους αποδιοπομπαίους τράγους, πράγμα που μόνο η Βίβλος και τα Ευαγγέλια μπορούν να επιτύχουν.

Έχουμε λοιπόν, πλάι στο κοινό στοιχείο και χάρη σε αυτό, ανάμεσα στο μύθο από τη μία πλευρά και τον ιουδαϊσμό και χριστιανισμό από την άλλη, την απύθμενη άβυσσο που χωρίζει την αλήθεια από το ψεύδος, την ανυπέρβλητη διαφορά που διεκδικούν ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός. Την ορίσαμε αντιπαραβάλλοντας εκ πρώτης τον Οιδίποδα με τον Ιωσήφ, και δευτερευόντως αντιπαραβάλλοντας τα Ευαγγέλια με κάθε μορφή μυθολογίας.

Τη διαφορά του ιουδαιοχριστιανισμού οι πρώτοι χριστιανοί την αισθάνονταν σχεδόν φυσικά. Στις μέρες μας δεν τη συναισθανόμαστε διόλου, να όμως που είμαστε ικανοί να την εντοπίσουμε συγκρίνοντας τα κείμενα. Φέρνουμε στο φως κάτι που είναι προφανές μέσω της ανθρωπολογικής ανάλυσης, το ορίζουμε με ορθολογικό τρόπο.

 

Ο ευαγγελικός λόγος είναι ο μόνος που θέτει ως πραγματικό πρόβλημα την ανθρώπινη βία. Σε οποιονδήποτε άλλο στοχασμό περί ανθρώπου το ζήτημα της βίας επιλύεται πριν καλά-καλά τεθεί. Είτε η βία θεωρείται θεϊκή -κατά τους μύθους-είτε αποδίδεται στην ανθρώπινη φύση -σύμφωνα με τη βιολογία— είτε πάλι θεωρείται ίδιον μεμονωμένων ατόμων (που τότε γίνονται ιδανικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι) -όπως πρεσβεύουν οι ιδεολογίες- είτε, τέλος, θεωρείται υπερβολικά συμπτωματική και απρόβλεπτη για να τη λάβει υπόψη της η ανθρώπινη γνώση: τούτη είναι η θέση της παλιάς, καλής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού.

Εντούτοις μπροστά στον Ιωσήφ, τον Ιώβ, τον Ιησού, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και άλλα θύματα φτάνουμε να αναρωτηθούμε: προς τι τόσοι αθώοι αποδιωγμένοι και εξοντωμένοι από τόσα εξαγριωμένα πλήθη, προς τι τόσες εμμανείς κοινότητες;

Η χριστιανική αποκάλυψη δεν διαφωτίζει μονάχα όσα προηγούνται αυτής, τους μύθους δηλαδή και τις τελετουργίες, αλλά και όσα έπονται αυτής, την ιστορία που σμιλεύουμε, την ολοένα γενικότερη αποσύνθεση του αρχαϊκού ιερού, το άνοιγμα προς ένα παγκοσμιοποιημένο μέλλον, όλο και πιο απελευθερωμένο από τις υποτέλειες της αρχαιότητας αλλά συνάμα στερούμενο κάθε θυσιαστικής προστατευτικής ασπίδας.

Η γνώση την οποία η βιαιότητα μας αντλεί από τον εαυτό της, χάρη στη θρησκευτική μας παράδοση, δεν καταργεί τα φαινόμενα αποδιοπομπαίου τράγου, τα αποδυναμώνει όμως επαρκώς, μειώνοντας σταδιακά την αποτελεσματικότητα τους. Εκεί έγκειται η πραγματική σημασία της αποκαλυπτικής προσδοκίας καθ’ όλη τη χριστιανική ιστορία, προσδοκίας διόλου παράλογης στη βάση της. Αυτός ο ορθολογισμός εγγράφεται καθημερινά όλο και βαθύτερα στα συγκεκριμένα δεδομένα της σύγχρονης ιστορίας, στα ζητήματα του εξοπλισμού, της οικολογίας, του πληθυσμού κ.λπ.

Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπή Ρ.Ζιράρ εκδ.Εξάντας σελ 269-272

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here