Ο Γαλιλαίος και η Εκκλησία: μύθοι και αλήθειες γύρω από μια ιστορική σύγκρουση

3
855

i) Πρόλογος

Περίπου δεκατρία χρόνια πριν, το 2008, η προγραμματισμένη επίσκεψη του πάπα Βενέδικτου XVI για ομιλία στο Πανεπιστήμιο “Sapienza” της Ρώμης, ματαιώθηκε εξαιτίας έντονης διαμαρτυρίας μεγάλης μερίδας καθηγητών και φοιτητών, οι οποίοι θεώρησαν προσβλητικές τις δηλώσεις μιας επιστολής του πάπα, για τον σπουδαίο επιστήμονα Γαλιλαίο (Galileo Galilei, 1564-1642). Πρόκειται για ένα θέμα που ακόμη και σήμερα παραμένει σημαντικό. Συγκεκριμένα, ον 17ο αιώνα, στην αρχή της συγκρότησης της επιστήμης (όπως τη γνωρίζουμε σήμερα), μάλλον δεν υπήρξε πιο επαναστατική θέση από την άποψη ότι η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο. Αυτή η ανακάλυψη έγινε αρχικά από τον Κοπέρνικο αλλά τεκμηριώθηκε πλήρως από τον Γαλιλαίο. Η Καθολική Εκκλησία είχε όμως αντίθετη άποψη. Συγκεκριμένα, ο ηλιοκεντρισμός ερχόταν σε αντίθεση με ένα θεολογικό δόγμα της. Κατά συνέπεια, η αντίθετη άποψη έπρεπε να καταπνιγεί, ακόμη και με την απειλή της ιεροεξεταστικής πυράς. Αφού εξαναγκάστηκε να ομολογήσει το «λάθος» του, ο Γαλιλαίος είπε με χαμηλή φωνή την περίφημη φράση του: «και όμως γυρίζει». Ωστόσο, μια τέτοια περιγραφή είναι απλοϊκή και εσφαλμένη. Όπως μας εξηγεί ο καθηγητής Ιστορίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κ. Γαβρόγλου, στο άρθρο του με τον τίτλο «Ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης» (στον συλλογικό τόμο Η δίκη του Γαλιλαίου), τέτοιου είδους θρύλοι προκύπτουν πολλές φορές, όταν επιδιώκεται η ηρωοποίηση κάποιας συμπαθούς ιστορικής προσωπικότητας. Μέχρι σήμερα, αυτό το περιστατικό είναι το πλέον γνωστό παράδειγμα «διαμάχης» της επιστήμης με τη θρησκεία και η πρώιμη Νεωτερικότητα θεωρείται η συνέχεια της λαμπρής εξέλιξης της αρχαιοελληνικής επιστήμης, που ο χριστιανικός Μεσαίωνας είχε επιχειρήσει να διακόψει. Ας προσπαθήσουμε όμως να εξετάσουμε τα αληθινά γεγονότα, πέρα από τις διαδεδομένες προκαταλήψεις μας.

ii) Τα προηγηθέντα γεγονότα

Κατά τα πρώτα χρόνια του 17ου αιώνα στην Ιταλία, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός διανοητών άρχισε να αμφισβητεί ανεπίσημα τις γεωκεντρικές θέσεις. Μια σημαντική αλλαγή φαινόταν στον ορίζοντα της επιστήμης. Αυτές οι «ζυμώσεις» φυσικά έφτασαν στα αυτιά της πολιτικής εξουσίας. Ύστερα από την πρωτοβουλία της δούκισσας Χριστίνας να καλέσει τον Benedetto Castelli, αστρονόμο και φίλο του Γαλιλαίου, ο οποίος στήριζε τον γεωκεντρισμό και, απέναντι στις θεολογικού τύπου αντιρρήσεις, υποστήριζε ότι έπρεπε να προηγείται χρονικά της βιβλικής ερμηνείας η κατανόηση της φύσης. Ο Γαλιλαίος, μαθαίνοντας τις λεπτομέρειες αυτής της συνάντησης, έμεινε ικανοποιημένος. Έτσι, ξεκίνησε μια αλληλογραφία με τον Castelli, όπου εξέφραζε τις καινοτόμες θέσεις του υπέρ του ηλιοκεντρισμού. Η αλληλογραφία ήταν για τους λογίους εκείνης της εποχής ένας τρόπος να «σφυγμομετρήσουν» τις αντιδράσεις για τις απόψεις τους, καθότι οι συγγραφείς μπορούσα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους λέγοντας ότι εξέφρασαν μόνο ιδιωτικά τις νέες ιδέες. Σύμφωνα πάντως με τον Γαλιλαίο, η Βίβλος είναι αυθεντία σε ζητήματα ηθικής και θεολογίας, όχι όμως αναγκαστικά σε φυσικοεπιστημονικές ιδέες, ενώ τα ζητήματα ερμηνευτικής ανήκουν στους θεολόγους. Οι υποστηρικτές του γεωκεντρισμού, στηριγμένοι στην ερμηνεία των επίμαχων βιβλικών χωρίων, στην πραγματικότητα διαπράττουν λήψη του ζητουμένου: επιχειρούν να εκλάβουν ως δεδομένο αυτό που οφείλουν να αποδείξουν, έλεγε. Το 1614, ο δομινικανός μοναχός και ιεροκήρυκας, Thommaso Caccini (1574-1648), κατά τη διάρκεια ενός συνηθισμένου κυριακάτικου κηρύγματος, επιτέθηκε στον Γαλιλαίο ισχυριζόμενος ότι οι απόψεις της επιστολής του, που είχε ήδη κυκλοφορήσει σε πλήθος αντιτύπων, ήταν αιρετικές[1]. Αντίθετα, ο μοναχός Niccolo Lorini αντιτέθηκε στον Caccini και αφού αντέγραψε αποσπάσματα της επιστολής του Γαλιλαίου, τα απέστειλε για εξέταση στη Ρώμη. Η Ιερά Εξέταση διέταξε μελέτη του περιεχομένου της επιστολής και ο θεολόγος που επιφορτίστηκε με αυτό το καθήκον, δήλωσε πως δε βρήκε τίποτε το αιρετικό. Στη συνέχεια, ο Caccini επιχείρησε να κατηγορήσει ξανά τον Γαλιλαίο αλλά αφού κατηγορίες του εξετάστηκαν και πάλι από την Ιερά Εξέταση, δε δόθηκε καμία συνέχεια.

Εδώ παρατηρεί κανείς ότι, αντίθετα με τις διαδεδομένες παρανοήσεις, δεν υπήρχε κανένα «συνολικό» σχέδιο της Καθολικής Εκκλησίας εναντίον του Γαλιλαίου, ο οποίος μάλιστα έχαιρε και εκτίμησης μέσα στους κόλπους της, όντας μάλλον ευσεβής πιστός. Σημειωτέον ότι το βιβλίο του Κοπέρνικου είχε απαγορευθεί το 1616 αλλά η απαγόρευση άρθηκε τέσσερα χρόνια μετά, αφού φυσικά αφαιρέθηκαν οι εννέα προτάσεις που προέβαλαν την ηλιοκεντρική θεωρία. Ύστερα από αυτό, ο καρδινάλιος Bellarmine βοήθησε στη σύγκληση μιας επιτροπής (δε συμμετείχε σε αυτήν ο ίδιος) για τη διερεύνηση του ηλιοκεντρισμού ως θεωρίας. Στις 24.2.1616, ανακοινώθηκαν τα ομόφωνα συμπεράσματά της: ο ηλιοκεντρισμός είναι φιλοσοφικά παράλογος και θεολογικά αιρετικός. Ο Γαλιλαίος φυσικά εξεπλάγη δυσάρεστα. Στις 16.2.1616, ο Bellarmine επισκέφθηκε τον Γαλιλαίο, στο σπίτι του. Είναι αβέβαιο το τι ακριβώς ειπώθηκε σε εκείνη τη συνάντηση αλλά  είναι πιθανό ότι ο καρδινάλιος του δήλωσε ότι μπορεί να συζητάει και να διδάσκει τον ηλιοκεντρισμό, με την προϋπόθεση ότι αυτός δεν τα θεωρεί τίποτα παραπάνω από απλά μαθηματικά μοντέλα. Ο Γαλιλαίος συμφώνησε και το πρόβλημα φάνηκε πως είχε λυθεί. Εδώ όμως προκύπτει ένα πρόβλημα: στα πρακτικά της Ιεράς Εξέτασης, μεταξύ άλλων, βρέθηκε και ένα έγγραφο με ημερομηνία 26.2.1616, όπου αναφερόταν ρητά ότι ο Γαλιλαίος είχε δεσμευθεί επίσημα να αποκηρύξει εντελώς τη θεωρία του και να μην τη διδάσκει ούτε ως απλό μαθηματικό μοντέλο. Το έγγραφο ήταν ανυπόγραφο, πράγμα που σημαίνει είτε ότι ήταν πλαστό (δηλ. προστέθηκε αργότερα από κάποιον που προφανώς δεν ήταν ευνοϊκά διακείμενος απέναντι στον Γαλιλαίο και ήθελε να τον ενοχοποιήσει) είτε ήταν αυθεντικό και οφειλόταν στον υπερβάλλοντα ζήλο κάποιου εκκλησιαστικού γραμματέα και ο Bellarmino είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Πάντως, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Εξέτασης έπρεπε να έχουν υπογραφή και η νομιμότητα του συγκεκριμένου εγγράφου παραμένει αμφίβολη. Πάντως, το πρόβλημα έμοιαζε τότε να μην έχει συνέχεια.

iii) Η δίκη του Γαλιλαίου

Ωστόσο, το έτος 1632, δεκαέξι χρόνια αργότερα από αυτά τα γεγονότα, ο Γαλιλαίος εξέδωσε την περίφημη πραγματεία του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Διάλογος σχετικά με τα δύο κύρια συστήματα του κόσμου, το πτολεμαϊκό και το κοπερνίκειο, το οποίο επεξεργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πάπας Ουρβανός Η’ πληροφορήθηκε την έκδοσή του και οι αντίπαλοι του Γαλιλαίου έφεραν το παραπάνω αμφίσημο έγγραφο σε γνώση του, με αποτέλεσμα εκείνος να γίνει έξαλλος, θεωρώντας ότι ο Γαλιλαίος είχε αψηφήσει τις εντολές της Καθολικής Εκκλησίας προς αυτόν. Η δίκη του Γαλιλαίου έλαβε χώρα από τις 12 Απριλίου 1633 έως τις 21 Ιουνίου 1633, στη Ρώμη. Έγιναν αρκετές ακροάσεις και δόθηκε στον Γαλιλαίο η δυνατότητα να απολογηθεί. Και οι δύο πλευρές πρέπει αρχικά να εξεπλάγησαν: ο Γαλιλαίος άκουγε για πρώτη φορά το περιεχόμενου του ανυπόγραφου εγγράφου που αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ οι Ιεροεξεταστές έβλεπαν για πρώτη φορά την ιδιωτική επιστολή του Bellarmino (που δε βρισκόταν πια στη ζωή) στον Γαλιλαίο. Η καταδικαστική απόφαση, που υπέγραψαν τα επτά από τα δέκα μέλη, τον κατηγορούσε ως ύποπτο αιρετικών απόψεων, μια σοβαρότατη κατηγορία. Ο ηλικιωμένος πια Γαλιλαίος υπερασπίστηκε τον εαυτό του επιχειρώντας να δώσει την εντύπωση του υπάκουου πιστού, που δε είχε καμία πρόθεση να βλάψει την Εκκλησία. Τελικά, φυλακίστηκε για απροσδιόριστο χρόνο σε κατ’ οίκον περιορισμό, στο Arcetri της Φλωρεντίας, μέχρι τον θάνατό του, το 1642. Το 1820 καταργήθηκε ο θεσμός της Ιεράς Εξέτασης και δύο χρόνια αργότερα επετράπη η έκδοση έργων υπέρ του ηλιοκεντρισμού. Μόλις το 1835 ο Διάλογός του αφαιρέθηκε από τη λίστα των απαγορευμένων βιβλίων (Index) του Βατικανού, το οποίο μόλις το 1992 παραδέχτηκε την ορθότητα των ιδεών του.

v) Συμπεράσματα

Τι μπορεί να συμπεράνει κανείς από όσα ειπώθηκαν παραπάνω; Αρχικά, η ιδέα περί αντιπαράθεση «θρησκείας» και «επιστήμης», στην περίπτωση του Γαλιλαίου, είναι απλοϊκή. Η Καθολική Εκκλησία της εποχής δεν είχε άγνοια ούτε διεπόταν από κάποια πεισματική άρνηση της επιστήμης: αντίθετα, είχε στηριχθεί στην παλιά και αξιοσέβαστη επιστημονική θέση υπέρ του γεωκεντρισμού, που τελικά αποδείχθηκε λανθασμένη αλλά πάντως την ασπάζονταν οι σημαντικότεροι ίσως αστρονόμοι από την ελληνική Αρχαιότητα ως τον 16ο αιώνα. Εξίσου άστοχη είναι η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι ανάμεσα στην αρχαιοελληνική επιστήμη και την «ανακάλυψή» της από τη νεώτερη παρεμβάλλεται ο Μεσαίωνας ως ένα «χάσμα» βαρβαρότητας. Συγκεκριμένα, όπως μας πληροφορεί η Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου στο άρθρο της «Γαλιλαίος Γαλιλέι, πρωτοπόρος της νεότερης επιστήμης» (στον συλλογικό τόμο που αναφέρθηκε παραπάνω), η άποψη που γενικά επικρατούσε τον 17ο αιώνα, δηλαδή ότι ο Ήλιος, η Σελήνη και οι πλανήτες γυρίζουν γύρω από την ακίνητη Γη, αντλούσε βασικά την επιχειρηματολογία της από τα αριστοτελικά συγγράμματα Περί ουρανού και Μετεωρολογικά, καθώς και από τα δεκατρία βιβλία της Μεγίστης Συνάξεως του αστρονόμου και μαθηματικού Πτολεμαίου, ο οποίος με τη σειρά του είχε στηριχθεί στις παρατηρήσεις του Ιππάρχου. Αυτές οι επιστημονικές θέσεις είχαν «συστοιχιστεί» με κάποια χωρία της Αγίας Γραφής, όπως για παράδειγμα το «Στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ Αἰλών» (Ιησούς Ναυή, Ι, 12), πράγμα που τους έδινε και μια «θεολογική» εγκυρότητα, η αναγνώριζε ιδιαίτερη αξία στον άνθρωπο, ως την κορωνίδα της Δημιουργίας. Επιπλέον, από τον ύστερο Μεσαίωνα και έπειτα, ο Αριστοτέλης («ο Φιλόσοφος», όπως τον αποκαλούσε ο Θωμάς Ακινάτης) είχε περιβληθεί με μια μεγάλη αίγλη στον χώρο της διανόησης, θεωρούμενος και ως αυθεντία στην οποία οι μεσαιωνικοί συγγραφείς στρέφονταν για επιβεβαίωση λέγοντας την περίφημη φράση “Ipse dixit”. Επομένως, η αρχαιοελληνική επιστήμη είχε ήδη «ανακαλυφθεί» πριν από τη νεώτερη επιστημονική επανάσταση και, παραδόξως, ήταν η επιρροή από αυτή που σε κάποιον βαθμό καθυστέρησε την τελευταία. Σύμφωνα με τον Κονδύλη (βλ. τον α’ τόμο από το Η κριτική της μεταφυσικής στη Νεώτερη σκέψη), ο κύριος λόγος που η Καθολική Εκκλησία έκρινε ωφέλιμο να αφομοιώσει την αριστοτελική επιστήμη, ενώνοντάς τη με τη θεολογία, ήταν το γεγονός ότι ο αριστοτελισμός είχε ήδη αρχίσει να διαδίδεται ευρέως και μάλιστα να χρησιμοποιείται από στοχαστές με πανθεϊστικές τάσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Άραβας φιλόσοφος Αβερρόης. Ο κίνδυνος διάδοσης του αβερροϊκού πανθεϊσμού ώθησε την Εκκλησία να υιοθετήσει την αριστοτελική σκέψη, προσαρμόζοντάς τη, όπου εκείνη το έκρινε απαραίτητο. Η πραγματική διαμάχη της εποχής, λοιπόν, ήταν όχι αυτή της επιστήμης με τη θεολογία, αλλά εκείνη της επίσημης Εκκλησίας με τους αιρετικούς διανοητές.Ήταν η αυξημένη αυστηρότητα της Εκκλησίας στην εποχή της Αντιμεταρρύθμισης, που μπορεί να εξηγήσει καλύτερα την επιθετικότητα του πάπα απέναντι στον Γαλιλαίο. Ας σημειωθεί όμως εδώ ότι ο Γαλιλαίος δεν είχε να αντιμετωπίσει μια Εκκλησία εχθρική στο σύνολό της. Αφενός υπήρξαν πολλοί ανώτεροι και κατώτεροι κληρικοί που ήταν σύμμαχοί του, ενώ δεν έλειψαν και οι επιστήμονες της εποχής που ήταν εναντίον του. Δεν πρόκειται, μας λέει ο καθηγητής Γαβρόγλου, για δύο ομογενοποιημένα «μπλοκ», την Εκκλησία και τους επιστήμονες, ούτε βέβαια η ερμηνεία περί σύγκρουσης επιστήμης και Εκκλησίας είναι επαρκής. Στο παράδειγμα του Γαλιλαίου φαίνεται περισσότερο η περιπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ επιστήμης και πολιτικής, δηλαδή ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία μελέτης της φύσης και τους κοινωνικούς θεσμούς που αποπειρώνται να την περιορίσουν. Τέλος, η δίκη του Γαλιλαίου δεν υπήρξε αντιπροσωπευτική των σχέσεων μεταξύ επιστήμης και Χριστιανισμού συνολικά και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αποφευχθεί. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Arthur Koestler, στο βιβλίο του Οι Υπνοβάτες (The Sleepwalkers, 1959), το περιστατικό του Γαλιλαίου υπήρξε ένα μεμονωμένο και αρκετά ασυνήθιστο περιστατικό για τις σχέσεις θεολογίας και επιστήμης, τόσο ασυνήθιστο όσο και η περίφημη «Δίκη των πιθήκων», που έλαβε χώρα περίπου τρεις αιώνες αργότερα στις Η.Π.Α.[2].

[1] Εδώ σημειώθηκε μια ακόμη ενδιαφέρουσα διαμάχη, καθώς υπάρχουν δύο «εκδοχές» του ποιο ήταν πραγματικά το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής: υπάρχει αφενός η πιο «μετριοπαθής» εκδοχή, που υποστήριζε ο Γαλιλαίος ότι ήταν και η αυθεντική, και αφετέρου η πιο «ριζοσπαστική», την οποία χρησιμοποίησε ο Lorini για να τον καταγγείλει ως αιρετικό. Ο Γαλιλαίος υποστήριξε ότι η μετριοπαθής επιστολή ήταν η αυθεντική και η άλλη εκδοχή ήταν σκόπιμα παραλλαγμένη, από τον Lorini, σε βάρος του. Αν και το ποια πραγματικά ήταν η πρωτότυπη εκδοχή αγνοούνταν για χρόνια, τελικά βρέθηκε πριν λίγα χρόνια η υπογεγραμμένη και ήταν πανομοιότυπη με αυτή που είχε χρησιμοποιήσει ο Lorini. Φαίνεται πως, στην προσπάθειά του να προλάβει την πιθανή οργή της Ιεράς Εξέτασης, ο Γαλιλαίος είχε πει σκόπιμα ορισμένα ψέματα σχετικά με τα όσα ο ίδιος είχε γράψει. https://arstechnica.com/science/2018/09/historians-find-long-lost-galileo-letter-hiding-in-plain-site-at-royal-society/

[2] Με τα λόγια του Koestler: “The first open conflict between Church and Science was the Galileo scandal. I have tried to show that unless one believes in the dogma of historic inevitability – this form of fatalism in reverse gear – one must regard it as a scandal which could have been avoided; and it is not difficult to imagine the Catholic Church adopting, after a Tychonic transition, the Copernican cosmology some two hundred years earlier than she eventually did. The Galileo affair was an isolated, and in fact quite untypical, episode in the history of the relations between science and theology, almost as untypical as the Dayton monkey-trial was. But its dramatic circumstances, magnified out of all proportion, created a popular belief that science stood for freedom, the Church for oppression of thought. That is only true in a limited sense for a limited period of transition”.

3 Σχόλια

  1. Στην σύγχρονη επιστήμη το πρόβλημα δεν υφίσταται. Γνωρίζουμε ότι η κίνηση είναι έννοια σχετική, ότι όλα τα αδρανειακά συστήματα αναφοράς είναι ισοδύναμα και οι σύγχρονες θεωρίες σχετικότητας υπαγορεύουν πως θα πρέπει να τροποποιηθούν οι εξισώσεις σε κάθε περίπτωση. Άρα για να περιγράψεις ένα φυσικό φαινόμενο μπορείς κάλλιστα να θεωρήσεις είτε ήλιο ακίνητο και γη κινούμενη αλλά και το αντίστροφο. Προτιμάς κάθε φορά το σύστημα που σου περιγράφει το υπό μελέτη φαινόμενο με τις απλούστερες εξισώσεις.

  2. Ίσως μια πρώτη προσέγγιση σε τέτοιου είδους ερωτήματα που είναι δύσκολο να απαντηθούν θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε στα λεγόμενα του μεγάλου Ελληνα αγιογράφου και εικαστικού Φώτη Κόντογλου
    …Πιστεύω πως κανείς δεν αμφιβάλλει πως ο ουρανός είναι γαλάζιος. Οι βυζαντινοί τον βάφουνε χρυσό, γκρι, πράσινο, κόκκινο. Γιατί; Γιατί έτσι συμβολίζει το Βυζάντιο. Μπορούσαμε ευκολότατα να φτιάχνουμε ζωγραφιές, όπως γίνονται, που νομίζεις πως βλέπεις το ίδιο το πράγμα. Αυτό είναι φωτογραφία και τίποτα παραπάνω. Αν πέφτει λίγο περισσότερο φως ή λιγότερο, αν η γραμμή του ποδιού είναι στραβή ή ίσια, αν η μύτη είναι χοντρή, δε με ενδιαφέρουν καθόλου. Φτάνει να εξυπηρετεί την ιδέα μου κι ας έχει στραβά κανιά ή χοντρή μύτη, Αν θέλω να δω αληθινά λουλούδια πάω και τα βλέπω στο βουνό – γιατί να τα φτιάξω στο μουσαμά; Λουλούδια όμως που θα ‘χουνε κάτι από τον εαυτό μου, να μου λένε κάτι, δε θα βρω πουθενά. Στη φύση τα πράγματα έχουνε ένα δικό τους ρυθμό, μυστικό, εσύ όμως μπορείς να τα βάλεις έτσι που να χουνε μιαν άλλη αρμονία. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Η βυζαντινή φόρμα είναι η πιο πλεονεκτική αν το δεις από τις παραπάνω πλευρές. Έχει καταργήσει πολλά σχολαστικά εμπόδια , κανονίζει το φως την προοπτική, το σχέδιο, το χρώμα, ανάλογα με την ανάγκη της…
    Πηγαίνοντας ίσως ένα βήμα ακόμη πιο πέρα στην κατεύθυνση της φυσικής διερεύνησης του κόσμου ο Werner Heisenberg σχολιάζοντας κάποτε την σχέση της συνείδησης με την πραγματικότητα είπε:
    Was it utterly absurd to seek behind the ordering structures of this world a ‘consciousness’ whose ‘intentions’ were these very structures ?

  3. Ο Γαλιλαίος δεν τεκμηρίωσε πλήρως το Κοπερνίκειο σύστημα. Αυτό καθιερώθηκε οριστικά πολύ αργότερα, το 1836, όταν ο Friedrich Wilhelm Bessel μέτρησε για πρώτη φορά με ακρίβεια την παράλλαξη του αστέρος 61 του Κύκνου, εκμεταλλευόμενος τις τεχνικές προόδους, που είχαν επιτελεσθεί στο μεταξύ, στην κατασκευή των τηλεσκοπίων. 
    Οι αντιδράσεις στις ιδέες του Γαλιλαίου δεν προέρχονταν μόνο από την πλευρά της παπικής εκκλησίας, αλλά και από την μεριά της επιστήμης. Ήδη από τον Απρίλιο του 1611 μια ομάδα Ιησουιτών αστρονόμων είχε επαληθεύσει τις ανακαλύψεις του Γαλιλαίου, οι οποίες έδειχναν ότι ο Δίας είχε δορυφόρους που περιστρέφονταν γύρω του, ότι η Αφροδίτη περιστρεφόταν γύρω από τον ήλιο κοκ. Το πρόβλημα ήταν ότι όλες αυτές οι ανακαλύψεις ήταν πλήρως συμβατές με το σύστημα του Δανού Tycho Brahe, του πιο ικανού αστρονόμου της προηγούμενης γενιάς. Ο Brahe είχε προτείνει ένα σύστημα στο οποίο ο Ήλιος, η Σελήνη και οι απλανείς αστέρες περιστρέφονται γύρω από την Γη, την οποία θεωρούσε ακίνητη στο κέντρο του σύμπαντος, ενώ οι υπόλοιποι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο. Οι παρατηρήσεις του Ηλίου, της Σελήνης και των άλλων πλανητών με τα τηλεσκόπια και τα άλλα όργανα της εποχής ήταν αδύνατον να διακρίνουν ανάμεσα στα συστήματα του Brahe και του Κοπέρνικου. Όμως, ο Brahe και οι αντίπαλοι του ηλιοκεντρικού συστήματος προσπαθούσαν να απορρίψουν το σύστημα του Κοπέρνικου, τον οποίο ο ίδιος ο Brahe θαύμαζε, με επιχειρήματα, όπως η αδυναμία παρατήρησης οποιουδήποτε ίχνους παραλλακτικής κίνησης, το μέγεθος των αστέρων, η αποτυχία της εξήγησης του φαινομένου των παλιρροιών στις ακτές της Μεσογείου, η άμεση παρατήρηση (ανατολή – δύση του Ηλίου) κ.ά., που και σήμερα ακόμα θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιστημονικά (ανάλογα πάντα με τις γνώσεις της εποχής), σε αντίθεση με τον Γαλιλαίο, ο οποίος στην απάντησή του στην επιστολή της δούκισσας Χριστίνας επέλεξε να αντιπαραθέσει θεολογικά επιχειρήματα, πράγμα πολιτικά επικίνδυνο στην εποχή του. 
    Η καταδίκη του Γαλιλαίου, όμως, στο βάθος του χρόνου, είχε και ένα ακόμα άδικο αποτέλεσμα εις βάρος του, διότι αποκρύπτει όσα τον έκαναν σπουδαίο: το ευρύτερο όραμά του, το «καλλιτεχνικό» του ταλέντο, που του επέτρεψε να διαισθάνεται την αλήθεια έστω και με ελλιπή τρόπο, τη μαθηματική ικανότητά του να κάνει τις σωστές ερωτήσεις και να προτείνει τρόπους αναζήτησης απαντήσεων και την ιδιοφυΐα του να μεταδίδει τις ιδέες του σε ένα ευρύ και ισχυρό κοινό.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here