Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως

0
427

Aπόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου «Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως. Διερεύνηση των αρχών και των συνεπειών της σύγχρονης επιστήμης»

[…] ένα βιβλίο που επιχειρεί να διερευνήσει και να εκτιμήσει τις αρχές και τις συνέπειες της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να θωρηθεί ως μη θεμελιώδες όταν είναι γραμμένο από κάποιον που δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από μία εντελώς στοιχειώδη επιστημονική γνώση. Μπορεί να ειπωθεί πως ένα τέτοιο βιβλίο πρέπει να γραφτεί μόνο από επιστήμονα. Και πάλι όμως δεν πιστεύω πως αυτό είναι ορθό.

Η σύγχρονη επιστήμη εμφανίστηκε όταν οι επιστήμονες οι ίδιοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, δέχτηκαν να εργασθούν, και συνεχίζουν να το κάνουν, μέσα σένα συγκεκριμένο πλαίσιο μεταφυσικών και φιλοσοφικών αρχών που συνιστούν μια δική τους πραγματικότητα, ανεξάρτητα από το φαινόμενο που γέννησαν. Δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι απλώς μία πραγματιστική, υλιστική και εμπειρική απασχόληση ανεξάρτητη από τη μεταφυσική – πράγμα που πολλοί επιστήμονες θα ήθελαν να μας κάνουν να το πιστέψουμε. Αντιθέτως, προϋποθέτει και φανερώνει σε κάθε της όψη, θεωρητική και πρακτική, μια μεταφυσική και φιλοσοφική αντίληψη των πραγμάτων που είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερη, αυτόνομη και αυταπόδεικτη, ή απλώς ζήτημα κοινής λογικής. Είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που προσδιορίζει τον χαρακτήρα της σύγχρονης επιστήμης, καθώς και τον χαρακτήρα της κοινωνίας που διαμορφώνεται κατ εικόνα της.
Λίγοι είναι οι σύγχρονοι επιστήμονες που φαίνεται να συνειδητοποιούν αυτό το πράγμα. Οι επιστήμονες είναι ειδικοί, και μέσα στα όρια της ειδικότητάς τους μπορούν αναμφίβολα να δημιουργούν θεωρίες και πρακτικές που είναι συνεπείς προς τις υποθέσεις που έχουν υιοθετήσει. Αλλά η ίδια η επιστημονική γνώση δεν έχει ούτε βάθος ούτε περιπλοκότητα: αντιπροσωπεύει τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή του πλέον συνηθισμένου είδους αντίληψης. Οι δημιουργοί της δεν έχουν ποτέ συλλάβει την κρίσιμη διάκριση μεταξύ σοφίας και θεωρητικής υπόθεσης που στηρίζεται στο πείραμα. Και από τη στιγμή που βγαίνουν έξω από τα όρια της ειδικότητάς τους και επιχειρούν να δικαιώσουν τις θεωρίες και τα αποτελέσματά τους με βάση την αξία τους, ή να αξιολογήσουν τη μεταφυσική ή ανθρώπινη σημασία τους, παράγουν μόνο ανοησίες, επειδή οι υποθέσεις που λαμβάνουν ως πρότυπα δεν είναι αρκετά περιεκτικές ώστε να τους επιτρέψουν να κάνουν αλλιώς.
Κρινόμενοι όντως με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια της μεταφυσικής και φιλοσοφικής γλώσσας, οι επιστήμονες – εκτός από λίγες σπάνιες εξαιρέσεις – παρουσιάζουν μια πλήρη ανεπάρκεια σ αυτό το πεδίο: από την άποψη αυτή, παραδείγματος χάριν, η σκέψη ενός επιστήμονα με τόσο υψηλή εκτίμηση όπως ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, δημιουργεί σύγχυση με την αφέλειά της.
Ίσως δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε πολύ μακριά την αιτία αυτού του φαινομένου. Για να είναι κανείς διακεκριμένος σε κάποιον από τους κλάδους της σύγχρονης επιστήμης, προϋποθέτει την κατοχή μιας τόσο τεράστιας ποσότητας καθαρά τεχνικής – μαθηματικής και μηχανικής – πληροφόρησης και εξάσκησης, ώστε ο φιλόδοξος επιστήμονας είναι υποχρεωμένος να αφιερώσει, σχεδόν αποκλειστικά, όλα τα χρόνια μεταξύ της αρχής των λυκειακών σπουδών του και του τέλος των πανεπιστημιακών του για να τις αποκτήσει. Αυτό σημαίνει πως διαθέτει πολύ λίγο ή καθόλου χρόνο σ αυτά τα κρίσιμα χρόνια που διαμορφώνεται – και πιθανώς ακόμη πιο λίγο αργότερα στην επαγγελματική του ζωή – για να αφιερωθεί στην επιδίωξη μιας εντελώς διαφορετικής τάξης γνώσεων, σ αυτήν που αφορά τον κόσμο των ιδεών – ή των μεταφυσικών και φιλοσοφικών αρχών – από τις οποίες όμως καθορίζεται – κι αν ακόμη δεν το ξέρει ο ίδιος – σε κάθε του βήμα η σκέψη και η πρακτική του ως επιστήμονα. Και η είσοδός τους σ αυτόν τον κόσμο προϋποθέτει με τη σειρά της μία σε ίσο τουλάχιστον βαθμό έντονη μελέτη, για ίσο τουλάχιστον αριθμό ετών, μ αυτόν που χρειάζεται κανείς για να γίνει επιστήμονας κατακτώντας τα μαθηματικά και τις άλλες συναφείς γνώσεις.
Αυτό το ξεχνάμε πολύ εύκολα ή δεν το λαμβάνουμε καθόλου υπόψη μας. Και ενώ όλοι μας αναγνωρίζουμε ως απαραίτητα όλα αυτά τα χρόνια μακράς σπουδής και πρακτικής – είτε πρόκειται για τον μουσικό ή την μπαλαρίνα ή ακόμη και για ένα διεθνή ποδοσφαιριστή – , δεχόμαστε όμως ότι η ικανότητα να σκέπτεται κάποιος με συνέπεια και να εκθέτει τη σκέψη του πειστικά δεν απαιτεί μεγάλη σπουδή, αλλά ότι είναι μια αυτονόητη ιδιότητα οποιουδήποτε είναι ικανός στο επάγγελμά του. Το ότι αυτό είναι, αλίμονο, μακριά από την αλήθεια, φαίνεται καθαρότερα, όπως ανέφερα παραπάνω, όταν οι επιστήμονες, υπερβαίνοντας τα όρια των ειδικοτήτων τους, αποφαίνονται για μεταφυσικά και φιλοσοφικά θέματα. Επί πλέον, η επιδίωξη της τεχνικής γνώσης, στο βαθμό που χρειάζεται για να γίνει κανείς ειδικός σ έναν κλάδο της σύγχρονης επιστήμης, αμβλύνει και αποδυναμώνει τελείως την ικανότητα εισόδου στον κόσμο των μεταφυσικών ή φιλοσοφικών ιδεών. Οι ίδιοι οι επιστήμονες μπορεί να μην καταλαβαίνουν την ανεπάρκειά τους γιαυτόν τον κόσμο, κλεισμένοι καθώς είναι μέσα στις τμηματοποιημένες δομές των σύγχρονων σχολείων και πανεπιστημίων όπου, ανενόχλητοι από κάθε μέριμνα για αξίες, δίκαια και νοήματα, είναι ελεύθεροι να κτίσουν τον Νέο Κόσμο, του οποίου αυτοί μαζί με τους πελάτες τους, τους βιομηχάνους και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, είναι η αυτοχειροτονημένη κυρίαρχη τάξη.[…]

Απόσπασμα, Σελ.82-83

[…] Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση για να διαλύσω μια συνηθισμένη παρεξήγηση πού έχει σχέση με το θέμα μας. Όταν αντιπαρατίθενται o μεσαιωνικός και ο σύγχρονος επιστημονικός κόσμος, συχνά λέγεται ότι και ο μεσαιωνικός κόσμος διέθετε επιστημονικές τεχνικές πού όμως δεν ήσαν εξελιγμένες γιατί κανείς δεν γνώριζε πώς να τις αναπτύξει. Το πράγμα όμως δεν είναι και τόσο απλό. Είναι αλήθεια πώς ο μεσαιωνικός κόσμος διέθετε τις τεχνικές του. Οι τεχνικές όμως αυτές σκόπιμα δεν χρησιμοποιούνταν ούτε αναπτύσσονταν πέρα από ένα ορισμένο σημείο, το σημείο εκείνο στο όποιο θα άρχιζαν να παρακωλύουν και να εμποδίζουν αυτό πού ήταν πολύ σπουδαιότερο: την πραγμάτωση της προε­ξάρχουσας πνευματικής αντίληψης της ζωής. Η πρωταρχική φροντίδα εδώ ήταν θρησκευτική κι όχι τεχνική. Η τεχνική πρόοδος πού θα ανέτρεπε τις υπερισχύουσες αντιλήψεις για την αρμονία, την ομορφιά και την ισορροπία, πολύ απλά απορριπτόταν.

Αυτό ίσως να μας φαίνεται περίεργο σήμερα. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στην τεχνική κυριαρχία της Δύσης, ώστε συχνά να φτάνουμε στο σημείο να χαρακτηρίζουμε τη δυτική νοοτροπία γενικά ως πρακτική και συγκεκριμένη, αντιδιαστέλλοντας την από το πνεύμα της απόκοσμης ενατένισης της Ανατολής. Ακόμη δε περισσότερο, διακρίνουμε μια άμεση γραμμική σύνδεση του πνεύματος του Χριστιανισμού, ο οποίος δίνει έμφαση στη Σάρκωση και επομένως, υποτίθεται, στην πραγματικότητα της ύλης, με την εμφάνιση της σύγχρονης επιστημονικής νοοτροπίας και τα επακόλουθα της, πού είναι η εξερεύνηση και η εκμετάλλευση της φύσης· και αντιπαραθέτουμε αυτό το υλιστικό πνεύμα του Χριστιανισμού στο πιο ύπερβατικοφανές πνεύμα του Ινδουισμού, του Βουδδισμού, ακόμη και του Ισλάμ, για τα όποια ή ύλη τείνει να θεωρείται σαν ένα είδος αυταπάτης, από την οποία λείπει κάθε πραγματική υπόσταση.

Φυσικά ή άποψη αυτή αποτελεί φοβερή υπεραπλούστευση και βρίσκεται εν πολλοίς στον αντίποδα της αλήθειας. Η Ανατολή ήταν αυτή πού μέχρι τη σύγχρονη εποχή διέθετε πρακτικό, «εμπειρικό» πνεύμα, κι όχι η Δύση η Ανατολή κι όχι η Δύση κατείχε τα σκήπτρα των τεχνικών και της τεχνικής προόδου, είτε αυτές προορίζονταν για υλικούς και μαγικούς σκοπούς ή σκοπούς άμεσα συνδεδεμένους με την πραγματοποίηση της πνευματικής ζωής. Η ιδέα της «μεθόδου», είτε αυτή εφαρμόζεται σε υλικές είτε σε πνευματικές τεχνικές, είναι πάνω απ’ όλα μια ανατολική ιδέα. Ήταν από την Ανατολή που η αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια της παρακμής της, μετά τον δεύτερο π.Χ. αιώνα, δανείστηκε τους διάφορους τεχνικούς μηχανισμούς: παρ’ όλο πού πριν από τότε διέθετε σημαντικές επιστημονικές γνώσεις -πού περιλάμβαναν τη γνώση των μηχανών και τη χρήση τους- άρνείτο επίμονα να εκμεταλλευτεί τις ενδεχόμενες τεχνικές τους συνέπειες. Μπορούμε βέβαια να πούμε πώς το ρωμαϊκό πνεύμα ήταν διαφορετικό από το ελληνικό και επιζητούσε να επωφεληθεί από τις συγκεκριμένες καταστάσεις με όλα τα αποτελεσματικά πρακτικά μέσα πού διέθετε. Αλλά ακόμη κι εδώ, οι κύριες τεχνικές διαδικασίες – η κατεργασία του χρυσού και του αργύρου, η υαλουργία, η κατασκευή οπλών, η αγγειοπλαστική, η ναυπηγική κ.ο.κ. – είχαν ανατολική προέλευση.[…]

Τίτλος: «Ο Βιασμός του Ανθρώπου και της Φύσεως»
Συγγραφέας: Philip Sherrard
Εκδόσεις: Δόμος, 1994

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here