Ο Αη Βασίλης του μύθου και της πιάτσας*

0
200

Η διαφωτιστική ατζέντα, με αιχμή την ψυχανάλυση, έφερε στην επιφάνεια και έκανε αποδεκτές τις απ-άνθρωπες ορμές που όλοι μπορεί να έχουμε θρέψει μέσα μας. Καταναλώνοντας χωρίς δυσπεψία μερικές δεκάδες φόνους καθημερινά στην τηλεόραση ή στα βιντεοπαιχνίδια, δεν γινόμαστε, όπως φαίνεται, στυγνοί δολοφόνοι, αλλά κυνικοί συνένοχοι χωρίς ίχνος τύψης, κάτι που στην κλίμακά του είναι μάλλον χειρότερο. Τα «Σαγόνια του καρχαρία» είναι διασκεδαστική ταινία, όχι απλώς γιατί εμείς παραμένουμε ασφαλείς στον καναπέ μας, αλλά γιατί γινόμαστε ο καρχαρίας. Χωρίς να γίνουμε ο καρχαρίας δεν υπάρχει διασκέδαση. Μιλάμε λοιπόν για την κλασσική ψυχική άμυνα, την «ταύτιση με τον επιτιθέμενο», στην οποία καταφεύγουν οι αδύνατοι όλων των εποχών προκειμένου να διασωθούν ψυχικά και να μην καταρρεύσουν στην κατάθλιψη ή στον αφανισμό. 

Εκείνο όμως στο οποίο η ψυχανάλυση λαθεύει, έχοντας παρασύρει μαζί της πλήθος κοινωνικών επιστημόνων, είναι ότι αποδίδει στα καταστροφικά θανατερά ορμέμφυτα πρωταρχική σημασία, θεωρώντας τα θεμελιώδη άξονα του ανθρώπινου ψυχισμού, με τα οποία υποτίθεται πως όλοι γεννιόμαστε. Αν όμως ρωτήσει περισσότερα, όπως η νεότερη ψυχολογία έχει κάνει, θα διαπιστώσει πως ίσως δεν είναι μοναδική ιστορική δυνατότητα του ανθρώπου ο κύκλος ανάμεσα στην απάνθρωπη αναρχία και τον απάνθρωπο ολοκληρωτισμό, στη νηπιακή αδυναμία-υποτέλεια και την ενήλικη επιθετικότητα-προσπάθεια για κυριαρχία. Ή τουλάχιστον, πως μια τέτοια ιστορική ΤΙΝΑ (αγγλική σύντμηση της φράσης «δεν υπάρχει εναλλακτική») δεν πηγάζει μέσα από τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως οριστική κατασκευή, αλλά από το «πρόγραμμα» που του φορτώνουμε για να «τρέξει». Υπό αυτή την οπτική, παραμένει στη μέση κι ανολοκλήρωτος ένας Διαφωτισμός που γκρέμισε το Μύθο και έφερε στην επιφάνεια ως αποδεκτά τα καταστροφικά ένστικτα, τα οποία όμως δεν εξετάζει αν και πώς δημιουργούνται, ώστε να μην μας συμφιλιώνει και ποτέ με αυτά.

Η ψυχική δομή των περισσότερων που γνωρίζω εξακολουθεί να μην εμπίπτει πλήρως στα κλασσικά εγχειρίδια Δυτικής ψυχολογίας που στηρίζονται στο αυτονομημένο άτομο (εγώ-υπερεγώ-ορμέμφυτα). Ο εαυτός δεν είναι αυτόνομος, αλλά συνδέεται άρρηκτα (συχνά διά παντός) με την πρώτη οικογένεια και τη φυλή. Οι στόχοι που θέτει δεν είναι πάντα «ορθολογικοί» αλλά κυρίως αυτοί που του ορίζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αντιδρά περισσότερο συγκυριακά παρά προδιαθεσικά και ελέγχεται από εξωτερικούς παράγοντες όπως οι ρόλοι και οι νόρμες, παρά από εσωτερικούς, όπως η ατομική επίτευξη. Η προτεραιότητα δίνεται πιο πολύ στις διαπροσωπικές ευθύνες και όχι τόσο στα ατομικά δικαιώματα. Τα συναισθήματα είναι συνηθέστερα αλλο-εξαρτώμενα (π.χ. συμπάθεια, ντροπή) παρά εγω-εξαρτώμενα (π.χ. δικαίωση, ενοχή).

Ο ιστορικός διαφωτισμός (όχι δηλαδή ο θεωρητικός αλλά αυτός που στην πράξη γνωρίζουμε), με φορέα του το φιλοσοφημένο κι ήσυχο τη συνειδήσει καρχαρία, εμποτίζει το κάθε νεογέννητο, διά της οικογένειας, της τηλεόρασης, των παιχνιδιών και της παιδείας. Το «λογισμικό» που «τρέχουμε», σήμερα, διά της οικονομικής του υπερίσχυσης, πραγματοποιεί έναν υπέρ πάντων αγώνα, απροσχημάτιστο πλέον, εναντίον κάθε άλλης πολιτισμικής πρότασης στον πλανήτη.

Σε αυτό τον αμφίρροπο «πόλεμο» λοιπόν, η χώρα μας είναι κεντρικό πεδίο «μάχης». Διότι εμείς, πάντα στο περιθώριο του διαφωτιστικού ρεύματος, «δεξιοί» κι «αριστεροί», εξακολουθούσαμε να εμβαπτιζόμαστε στο κοινωνικό νόημα (ταξικού ή αταξικού περιεχομένου – δεν εξετάζουμε αυτό εδώ), όπως οι αιώνες μιας τέτοιας κουλτούρας, με κεντρικούς φορείς τους την οικογένεια, το χωριό, τη γειτονιά και την εκκλησία, υπαγόρευαν. Επηρεαζόμενοι όλο και περισσότερο, ωστόσο, από τον πολιτισμό της αυτοπραγμάτωσης, τουλάχιστον μέχρι πρότινος. Ώστε τώρα, η κατάρρευση της δυνατότητας αυτοπραγμάτωσης που πλέον μοιάζει οριστική, η οποία είχε ως θεμελιώδη ανάγκη την ύλη που στερούμαστε, σε συνδυασμό με την αφασία στην οποία έχει περιπέσει το κοινωνικό νόημα κατόπιν των πληγμάτων που έχει δεχτεί, να μας διαλύει. Κουτουλάμε, όπως τα μυρμήγκια που τα βγάζεις από τη σειρά τους.

«Να ’σαι καλό παιδί, για να έρθει ο Άη Βασίλης…» 

Κι όμως, το νόημα του Άη Βασίλη δεν είναι βέβαια μια τόσο γήινη, τόσο στεγνή και τόσο ανέραστη ανταλλαγή. Το πραγματικό μήνυμα ενός τόσο σημαντικού φάρου του ευρύτερου, δεκτικού, μεγαλόψυχου, ταπεινού, μη μπολιασμένου με ρατσισμό και μισαλλοδοξία Ελληνικού πολιτισμού, δεν θα μπορούσε παρά να είναι υπερβατικό: ένας σπόρος, στο αγνό μυαλό, ότι « ν α ι , ένας άγνωστος μπορεί μια μέρα να σου στείλει κάτι ωραίο  χ ω ρ ί ς   προϋποθέσεις και  ν α ι , πάρε τη σκυτάλη και κάνε το και συ όταν θα μεγαλώσεις!»

Επιτέλους, όλοι αξίζουμε να μας φερθούν όμορφα πριν και χωρίς να αποδείξουμε πρώτα αν το δικαιούμαστε. Κι όλοι αξίζουν να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς, χωρίς να μας αποδείξουν πρώτα αν το δικαιούνται. Και αυτό θα μπορούσε άριστα να ήταν πολιτικό πρόταγμα – σ’ έναν άλλο, χριστουγεννιάτικο κόσμο, σ’ ένα άλλο ξημέρωμα απ’ τα παλιά, με μοναδικό του σκοπό τα κάλαντα και τα μελομακάρονα χωρίς σοκολάτα…

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ενημέρωση»

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here