Όχι, δεν πρέπει*

0
699

Δεν πρέπει να διαβάζω βιβλία θρηνητικά. Όχι, δεν πρέπει. Επιδρούν αντιστρόφως ανάλογα στην ιδιοσυγκρασία μου, γεννώντας μου μιαν ανεκλάλητη χαρά, μιαν απροσδόκητη ανάταση. Δεν ξέρω αν πρόκειται για δομική δυσλειτουργία ή για πρωτόλεια, ενδόμυχη μόρφωση του περίφημου γριφώδους Παύλειου λόγου: «η γαρ δυναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Κορ. Β΄ 12:9). Ό,τι βιώνω ομολογώ.

Δεν πρέπει να διαβάζω τέτοια βιβλία γιατί «μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει» που λέει κι ο ηλιόλουστος Ν. Βρεττάκος. Μεγαλώνει ακαριαία, διαστέλλεται κατακόρυφα κι είναι κλήρος αφάγωτος∙ άυλος κι αδαπάνητος. Πλουταίνω επικίνδυνα απ’ τον πλούτο που δεν αρπάζεται από ληστές, μήτε συλείται από τυμβωρύχους. Είναι ο πλούτος της επανεύρεσης της ψυχής μες στην απώλειά της. Είναι ο πλούτος του να γέρνει το όλον σου μ’ εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, μα και σ’ όλους εκείνους που διακόνησαν τα πανανθρώπινα, δίνοντας την ψυχή τους λύτρο αντί πολλών (Μαρκ. 10:45).

Δεν πρέπει να τα διαβάζω γιατί κατανοώ με τρόπο απερίγραφτο, ότι «το άριστο εξαγοράζεται μόνο με μεγάλο πόνο» κατά τον κέλτικο μύθο (στο Collen McGullough, Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας, Bell, 2000). Αντιλαμβάνομαι τη δύναμη του πόνου ως λυτρωτική. Βλέπω τη «ζωοποιό νέκρωση» να γίνεται τραγούδι που άδεται και χορεύεται, να μετασχηματίζεται σε «μήτρα της αξιοβίωτης ζωής» (Πάρθεν, σ. 10). Δεν πρέπει γιατί συν-στοιχίζομαι με την αλήθεια των κοινοτήτων, όχι των εργαστηρίων ανασύνθεσης αληθειών. Γιατί αρχίζω να αμφιβάλλω ακόμη κι αν πράγματι πάρθεν η Βασιλεύουσα (αναφέρομαι στην πέραν της ασφυκτικά περιοριστικής χωροταξικής προσέγγισης του ζητήματος**), από τη στιγμή που ακόμη χάσκει – παρά τις όποιες περί του αντιθέτου επιτηδεύσεις – στη λίστα των σιωπηρώς συμπεφωνημένων μας, ως πρωτοκορυφαίος καημός, ως ενοχλητική παρωνυχίδα.

Δεν πρέπει να διαβάζω βιβλία για θρήνους και για θρύλους γιατί γίνομαι ον μιμητικό. Πιάνω και σκαρώνω παρόμοια κειμενάκια – να! – σαν και δαύτο και διαιωνίζω την αντιεπιστημονική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων: «Αν μ’ αφορά το πάρσιμο της Πόλης δεν είναι τόσο που μας το εμφύσησαν στο σχολείο. Ούτε επειδή μου το ενεχείρισε η κληρονομικότητα της μνήμης της συλλογικής. Δεν αντιλέγω, έχουν κι αυτά το μερδικό τους, μα όχι του λέοντος. Αν μ’ αφορά το πάρσιμό της είναι γιατί σταλάχτηκε η καρδιά μ’ από καημό αγγελικό, απ’ του αγγέλου – φύλακα της Βασιλεύουσας το δάκρυ. Κι όπως διδάσκουν οι παλαιοί, π’ ακόμη κάτι νογούν απ’ την τέχνη του μπασίματος στην αδιάστατη συνάφεια των πραγμάτων, σαν σε σταλάξει καρδιακά δάκρυ αγγέλου πικραμένου, σου μένει αλησμόνητη της πίκρας η αιτία. Αχ, τι κι αν παρήλθαν 569 έτη ανθρωπινά, τι κι αν κάθε χρονιά ανήμερα της επετείου του χαλασμού τον επισκέπτεται να τον καθησυχάσει με ρόδινο στεφάνι στο λαιμό η Αγία Θεοδοσία, ο άμοιρος δε βρίσκει αλλού παρηγοριά πλην των Ρωμηών τα σπλάχνα. Και των Ρωμηών τα σπλάχνα, κατά πώς μαρτυρεί ο ποιητής∙ ποτές δεν ησυχάζουν!».

Κι αν ο άσημος Τασούδης δεν πολυγίνεται – και δικαίως – πιστευτός, ιδού τι απάντησε ο πρώτος νομπελίστας μας, όταν ρωτήθηκε αν πράγματι πιστεύει πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, αναδεικνύοντας το ρόλο των προγονικών διηγήσεων αφενός στην καθιέρωση των σιωπηρών συμπεφωνημένων μας ή την απόρροιά των από δαύτα, αφετέρου στην ενσωμάτωσή μας στο σώμα της συλλογικής μας ιδιαιτερότητας: «Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα, και ένιωσε την ψυχή της να βουρκώνει τη Μεγάλη Παρασκευή μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου». Πόσο πιο επιστημονικά να εξηγηθεί;

Δεν πρέπει να διαβάζω βιβλία πονετικά. «Doleo ergo sum» – τι είπες Νικόλαε Μπερντιάεφ! –, ήτοι στον πόνο μαθαίνω πως υπάρχω. Ήτοι στον πόνο μαθαίνω πώς να υπάρχω. Κι είναι αυτό επικίνδυνο. Όχι, δεν πρέπει.

20 Οκτωβρίου 2022, Θούριο Ορεστιάδας

* Σημείωμα εντυπώσεων με αφορμή το βιβλίο Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Πάρθεν (λαϊκοί θρύλοι και θρήνοι για την Άλωση της Πόλης), manifesto, 2022

** Αναλυτικότερα το σκεπτικό μου για το θέμα, στο ημέτερο κείμενο «Της Αγια-Σοφιάς οι πόρτες», Αντίφωνο, 24 Ιουλίου 2020

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ