Ουσία και Υπόσταση 3η συνάντηση.

2
270

Στο 3ο αυτό μέρος της σειράς Δογματική παρουσιάζουμε το εννοιολογικό δίπολο “Ουσία – Υπόσταση”, η κατανόηση του οποίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέγγιση των δογμάτων. Αναδεικνύουμε την καταγωγή των εννοιών αυτών στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και εξηγούμε πώς οι Πατέρες παρέλαβαν και διαφοροποίησαν τους όρους. Προβαίνουμε επίσης σε μια πρώτη αναφορά στους άμεσα σχετιζόμενους όρους “ομοούσιο” και ενυπόστατο.

2 Σχόλια

  1. Πολύ σημαντικά καί χρήσιμα αὐτά πού ἀναλύει θαυμάσια ὁ Παῦλος Κλιματσάκης. Θἄθελα καί ἐγώ νά κάνω τρεῖς-τέσσερις παρατηρήσεις, τίς ὁποῖες ἔχει ἤδη τονίσει ὁ Παῦλος.
    Οἱ ἔννοιες οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρόσωπο, ἐνυπόστατο, ὁμοούσιο, ἐνέργεια κλπ. ἀποτελοῦν τήν αἰώνια καί ἀμετακίνητη φιλοσοφία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει τά ἑξῆς: «Οἱ λέξεις τῶν δογματικῶν ὁρισμῶν δέν εἶναι “ἁπλές λέξεις”, δέν εἶναι “τυχαῖες” λέξεις τίς ὁποῖες μπορεῖ κανείς νά ἀντικαταστήσει μέ ἄλλες λέξεις. Εἶναι αἰώνιες λέξεις, πού εἶναι ἀδύνατον νά ἀντικατασταθοῦν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁρισμένες λέξεις – ὁρισμένες ἔννοιες – ἔχουν γίνει αἰώνιες ἀπό αὐτό τοῦτο τό γεγονός ὅτι ἐκφράζουν τή θεία ἀλήθεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά αἰώνια φιλοσοφία (philosophia perennis), ὅτι ὑπάρχει κάτι τό αἰώνιο καί ἀπόλυτο στή σκέψη» (Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, μετάφραση Παναγιώτου Πάλλη, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 37).
    Ὑπάρχει μία θεμελιώδης διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεως, τήν ὁποία μάλιστα κάνει πρῶτος ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ ὑπόσταση, ὅπως ἤδη ἔχει ἀναφέρει ὁ Παῦλος, δηλοῖ τό μερικό, τό ἀτομικό ἐνῶ ἡ οὐσία τό κοινό, τό καθολικό. Η ταύτιση οὐσίας καί ὑποστάσεως ἀπό τούς αἱρετικούς εἶναι ἡ πηγή τῆς πλάνης. Ὁ Δαμασκηνός στήν Ἔκδοση ἀκριβῆ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως (Γ, 47) γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: «Ἀλλά τοῦτό ἐστι τό ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην, τό ταυτόν λέγειν τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν». Ὅθεν οἱ Μονοφυσῖτες ἐκκινοῦσαν, ὀρθῶς, ἀπό τή μία ὑπόσταση/πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί μή δυνάμενοι νά διακρίνουν μεταξύ οὐσίας καί ὑποστάσεως ἀλλά ταυτίζοντες, ἐσφαλμένως, τούς δύο ὅρους κατέληξαν, ἐσφαλμένως, σέ μία φύση/οὐσία. Ἀφ’ἑτέρου οἱ Νεστοριανοί ἐκκινοῦσαν, ὀρθῶς, ἀπό τίς δύο φύσεις/οὐσίες καί ταυτίζοντες τίς δύο ἔννοιες κατέληξαν, ἐσφαλμένως, σέ δύο ὑποστάσεις/πρόσωπα στόν Χριστό.Τά παραδείματα εἶναι πολλά∙ τά ἀναφέρει ὁ ἱερός Δαμασηνός στά ἔργα του.
    Ὅμως προσοχή! Ὑπάρχει στίς ἔννοιες οὐσία/φύση καί ὑπόσταση/πρόσωπο διάκριση, καί καθοριστικῆς ἰσχύος διάκριση, ὅμως δέν ὑπάρχει καμμία ἐναντίωση, καμμία ἀντίθεση. Οἱ Πατέρες ἄλλοτε ξεκινοῦν ἀπό τήν οὐσία καί ἄλλοτε ἀπό τό πρόσωπο. Δέν νοεῖται καμμία πρόταξη τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς οὐσίας, ὅπως θεωρεῖ ὁ Χρ. Γιανναρᾶς οὔτε τό πρόσωπο ταυτίζεται μέ τή χάρη καί τήν ἐλευθερία, ἡ δέ φύση μέ τήν φθορά καί τήν ἀναγκαιότητα, ὅπως θεωρεῖ ὁ Μητροπολίτης Περγάμου π. Ἰωάννης Ζηζιούλας. Ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος γράφει: «Εὐτυχῶς στό ἔργο τῶν Ἑλλήνων Πατέρων δέν ὑπάρχει “προτεραιότητα” οὔτε τοῦ προσώπου οὔτε τῆς φύσεως, ἀλλά συμπροτεραιότητα καί τῶν δύο, καθώς ἀρρήκτως καί ἀπολύτως καί ἀδιαστάτως συμπλέκονται ἀποδίδοντας τή συγκλονιστική καί ἀνεπανάληπτη πραγματικότητα τοῦ συγκεκριμένου καί πραγματικοῦ καί ἐνυποστάτου ὄντος» (π. Νικολάου Λουδοβίκου, Οἱ τρόμοι τοῦ προσώπου καί τά βάσανα τοῦ ἔρωτα, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθῆνα 2009, σελ. 103-104). Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς ἀποφαίνεται: «Ὅθεν, οὐδέν τό θαυματόν ἐάν, κατά τόν Παλαμᾶν, δύναται νά λεχθῇ ὅτι ἡ οὐσία προηγεῖται τῶν ὑποστάσεων (ὅταν πρόκειται περί ἑνώσεων) καί συνάμα ὅτι τό τρισυπόστατον εἶναι ἡ ἀφετηρία ἐπί τοῦ Θεοῦ (ὅταν πρόκειται περί των διακρίσεων» (Ἀμφιλοχίου Ράντοβιτς, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, ἔκδοσις Β′, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 190, ὑποσημείωση 3 τῆς προηγουμένης σελίδος).
    Δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε ὅτι οἱ ἔννοιες φύση/οὐσία καί ὑπόσταση/πρόσωπο εἶναι ἀρρήκτως συνημμένες καί ἀδιασπάστως ἑνωμένες. Ἔτσι ἡ ὑπόσταση/πρόσωπο εἶναι πάντοτε ἐνούσιος καί ἡ φύση/οὐσία ἐνυπόστατος (μπορεῖ νά μήν εἶναι αὐθυπόστος ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶχε ἰδιοσύστατη ὑπόσταση, ἀλλ’ἦταν ἐνυπόστατη ἔχουσα ὡς ὑπόσταση τήν προαιώνιο ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ