Ό,τι επικρατεί δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινό

1
281

Πολλές φορές γίνεται δεκτή η άποψη ότι το κριτήριο της αλήθειας ταυτίζεται με την επικράτηση ενός μεγέθους σε ένα οποιοδήποτε πόστο. Δεν είναι, βέβαια, η μοναδική περίπτωση. Είτε υποστηρίζεται φανερά, είτε πιστεύεται ασυνείδητα, κυκλοφορεί συχνά.
Βλέπουμε, για παράδειγμα, σε πνευματικά ζητήματα πολλές φορές να επιπλέουν στην κοινωνία ή την Πολιτική άνθρωποι ανάξιοι ή αναρμόδιοι. Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, είτε συνειδητά, είτε από άγνοια, προβάλλουν συνήθως μετριότητες. Όμοια, βλέπουμε να παρουσιάζονται ως πρότυπα Ηθικής άνθρωποι του χειρίστου είδους κ.ο.κ. Έπειτα, είναι γνωστό ότι η μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτικοοικονομική ισχύς δεν ταυτίζεται, τις περισσότερες φορές, με την εντιμότητα, ειλικρίνεια και αλήθεια.
Όταν μιλάμε για <επικράτηση>, εννοούμε την κάθε είδους αναγνώριση, απήχηση, αριθμητική υπεροχή, ανάδειξη, προβιβασμό, θριάμβευση. Η άποψη αυτή, που προδίδει  φ α σ ι σ τ ι κ ή νοοτροπία, κι’ ας φαίνεται άκρως δημοκρατική, είναι παμπάλαια. τη χρησιμοποιούσαν και τη χρησιμοποιούν οι κάθε λογής  Μ α κ ι α β ε λ ι σ τ έ ς. Φιλοσοφικά, η άποψη αυτή εκφράστηκε από τον Hegel: “παν το πραγματικόν, είναι και λογικόν”. Είναι φανερό ότι μια τέτοια αντίληψη μπορεί να δικαιολογήσει την ωμή πραγματικότητα (factum), την τυραννία και την αναρχία.
Οι λόγοι που επικρατούν τα “μεγέθη” αυτά, είναι πολλοί. Υπάρχουν, κατ’ αρχήν, οργανωμένα συμφέροντα, που επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν τη δική τους ιδεολογία. πολιτικοί και οικονομικοί, συνεπώς, λόγοι. Έπειτα, υπάρχουν λόγοι ιδεολογικοί, φιλοσοφικοί και θρησκευτικοί. Ακόμα, λόγοι ψυχολογικοί (εγωισμός, έχθρα, προβολή, αντίδραση κ.λπ.) και μορφωτικοί (ημιμάθεια) ή νοητικοί.
Αν ίσχυε η υπό εξέταση πρόταση, τότε θα έπρεπε να μην ισχύει η αντίθετή της: Ό,τι είναι αφανές, ασήμαντο, καταφρονεμένο, αδύναμο και <μικρό>, είναι αρρωστημένο, παράλογο, ανήθικο και απαξία. πράγμα, βέβαια, αναληθές, εφόσον τα  α ξ ι ώ μ α τ α  δεν ταυτίζονται πάντα με τις  α ξ ί ε ς.  Η   Ι σ τ ο ρ ί α  του   Π ο λ ι τ ι σ μ ο ύ βεβαιώνει ότι καμιά επιστημονική ή πολιτισμική αξία δεν επικράτησε παντού και πάντοτε. Στον τομέα λ.χ. της  Ε π ι σ τ ή μ η ς  κατά καιρούς επικράτησαν ως αληθινές διάφορες θεωρίες, οι οποίες όμως είχαν ένα ιστορικό τέλος. Το ίδιο συνέβη, όπως το ζήσαμε μάλιστα στις μέρες μας, και με τις μεγάλες πολιτικές Ιδεολογίες.
Η κλασσική Μεταφυσική τού Α ρ ι σ τ ο τ έ λ η, ταύτιζε (adaequatio rerum et intellectus) το <πραγματικό> (έννοια, “είναι”) με την ιδέα (αξία, αλήθεια). Η παλιότερη, επίσης,  Φ υ σ ι κ ή έτεινε να αναγάγει το  π ο ι ό ν  των αντικειμένων στο  π ο σ ό ν τους. Όμοια, κατά τον κλασσικό Μαρξισμό, η  π ο ι ό τ η τ α προέρχεται από την π ο σ ό τ η τ α. Η  Ι σ τ ο ρ ί α προσδιορίζεται από τους υλικούς όρους τής π α ρ α γ ω γ ή ς. Για τον Λένιν, “η αλήθεια είναι εξελικτική διαδικασία μέσα από την πράξη”[1].
Χριστιανοί και Μαρξιστές[2] συμφωνούν ότι το αποφασιστικό κριτήριο τής αλήθειας είναι τελικά το κριτήριο της π ρ ά ξ η ς. αλλά ποιάς πράξης; Eδώ μπαίνει ο Α ξ ι ο λ ο γ ι κ ό ς   Σ κ ε π τ ι κ ι σ μ ό ς. Πάντως, η ύπαρξη (χριστιανικού) Πολιτισμού προϋποθέτει την ύπαρξη αντικειμενικών (χριστιανικών) αξιών. Με τον Descartes αποδείχτηκε ότι μια θεωρία μπορεί να είναι τυπικά ορθή, χωρίς ωστόσο να είναι αληθινή, ενώ με τον I. K a n t χωρίστηκε το “φαινόμενο” από το “πραγματικό”.
Η Ορθόδοξη  Α π ο φ α τ ι κ ή Θεολογία, αντιτιθέμενη τόσο στο Δυτικό  Σ χ ο λ α σ τ ι κ ι σ μ ό της θετικιστικής οντολογίας, όσο και στην <Καρτεσιανή Θεολογία> (H. T h i e l i c k e), αποδέχεται ε ν ό τ η τ α  και όχι  τ α υ τ ό τ η τ α μεταξύ “όντος” και “είναι”.  Ο M. Heidegger, ο οποίος δικαιώνει τους Ανατολικούς Πατέρες, ομιλεί για <οντολογική διαφοροποίηση> (μεταξύ όντος και “είναι”), με την έννοια ότι όσο το ον προσεγγίζει το “είναι”, τόσο αυτό (το ον) “οντίζεται” (γίνεται πιο πραγματικό-αληθινό). Έτσι, γράφει ο  Ι ω ά ν ν η ς  ο  Δ α μ α σ κ η ν ό ς: “εξ Αυτού γαρ παν αγαθόν αγαθύνεται”.
Η νεότερη  Πυρηνική Φυσική έδειξε ότι η Αλήθεια είναι (υπαρξιακή) σχέση. Όμοια, η <γνώση> εβραϊκά (Βιβλικά) σημαίνει συν-ουσία. Το 1938 ο E. Brunner εξέδωκε το έργο “Wahrheit als Begegnung” (Η Αλήθεια ως συνάντηση). Μπορεί, άραγε, να είναι τυχαίο το ότι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός προ 21 αιώνων παρουσίασε μπροστά στον Ρωμαίο ηγεμόνα Π ι λ ά τ ο την Α λ ή θ ε ι α ως προσωπική συνάντηση; Φυσικά, ο Πιλάτος μη κατανοώντας αυτό το νόημα της Αλήθειας, περίμενε από τον Ιησού κάποιο φιλοσοφικο-διανοητικό (με αφαιρέσεις) ορισμό τής Αληθειας, τέτοιο λ.χ. σαν του F. N ietzsche (“αλήθεια είναι εκείνο το είδος τής πλάνης, άνευ του οποίου δεν μπορεί να ζήσει ένα ορισμένο είδος ζώντων όντων”). γι’ αυτό και ρωτούσε (“τι εστιν αλήθεια;”, Ιω. 18, 38), χωρίς, βέβαια, να παίρνει καμιά απάντηση από τον Κύριο.
Αν, λοιπόν, η Αλήθεια είναι υπαρξιακή σχέση, μετοχή, κοινωνία και διαπροσωπική αγάπη, όπως η ενδοτριαδική κοινωνία τού Θεού, τότε αληθινό είναι μόνο ό,τι πραγματικά μετέχει στο <όντως ον>, κι’  αυτό είναι μόνο οι αληθινές προσωπικότητες (Άγιοι). Αλλά, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Αγίων είναι ακριβώς η αφάνειά τους. Το αντίθετο οδηγεί στην  εκκοσμίκευση, δηλ. την ταύτιση του Μεταφυσικού με το Φυσικό, και την ειδωλολατρία, δηλ. τη λατρεία οποιασδήποτε εγκόσμιας Υπερ-δύναμης: “Ούτω γαρ και ειδωλολατρείαι την αρχήν εκράτησαν, των ανθρώπων υπέρ την αξίαν θαυμαζομένων” (Ι. Χ ρ υ σ ό σ τ ο μ ο ς). Οι Άγιοι συνιστούν εξαιρέσεις, δηλ.  π ο ι ό τ η τ ε ς. αλλά, ποιότητες του ό λ ο υ, και όχι του μέρους (βλ. ιδιο-τροπία), αφού και οι αιρετικοί, οι Εφιάλτες, οι Ιούδες, οι δημαγωγοί, οι εκκεντρικοί κ.λπ. αποτελούν μέρος. Αν η π ο σ ό τ η τ α ήταν το κριτήριο της π ο ι ό τ η τ α ς, τότε δικαιολογημένα έκανε ό,τι έκανε ο  Χίτλερ, δίκαια φονεύτηκε ο  Σωκράτης, οι  Προφήτες, ο  Χριστός  και όλες οι μεγάλες μορφές τής Ιστορίας.
Έπειτα, μια τέτοια αντίληψη, πως ό,τι επικρατεί, είναι και αληθινό, είναι βαθιά αντικοινωνική, αφού όχι μόνο περιθωριοποιεί τα υπόλοιπα κοινωνικά στοιχεία, αλλά και τα αναδειχθέντα μεμονωμένα μ έ ρ η θέτει ως κριτήρια του (ποσοτικού και ποιοτικού) ό λ ο υ. Η κλασσική απάντηση εν προκειμένω του Σωκράτη στον Κρίτωνα είναι χαρακτηριστική: “Ουκ άρα, ώ βέλτιστε, πάνυ ημίν ούτω φροντιστέον, τι ερούσιν οι πολλοί ημάς, αλλ’  ό τι ο επαΐων περί δικαίων και αδίκων, ο είς και αυτή η αλήθεια”. Εξάλλου, ένας τέτοιος ισχυρισμός φαίνεται απόλυτα απάνθρωπος, επιδοκιμάζοντας τον Ρατσισμό.
Από ψυχολογικής απόψεως, είναι γνωστό ότι κάθε <υπεροχή> προδίδει Complex κατωτερότητας. Φιλοσοφικά, την εκφράζει ο Ν ί τ σ ε. πρόκειται για την ιδεολογία εκείνη τού Υ π ε ρ ά ν θ ρ ω π ο υ, που βλέπει τον ΄Ανθρωπο και τον κόσμο με μόνο κριτήριο τη φυσική δύναμη. Όλοι οι άρρωστοι, ανάπηροι, αδύναμοι κ.λπ. είναι για τον  Κ α ι ά δ α. δικαιώνει δε το Δ α ρ β ί ν ε ι ο <αγώνα για επιβίωση> σε κοινωνικό επίπεδο (Κοινωνικός Δαρβινισμός).
Από πολιτικής απόψεως, μπορεί να πει κανείς ότι έτσι φαίνεται να υποστηρίζουμε τον Αριστοκρατισμό και όχι τη Δημοκρατία. Αυτό δεν αληθεύει, γιατί η γνήσια Δημοκρατία δεν ταυτίζεται ούτε με τον Λ α ϊ κ ι σ μ ό, ούτε με την  Οχλοκρατία (νόμος της ζούγκλας). Αντίθετα, αντιδημοκρατική (φασιστική) κατά βάθος παρουσιάζεται η εν λόγω πρόταση, αφού εξαπατά τον λαό με την  π ρ ο π α γ ά ν δ α (κατευθυνόμενη πληροφόρηση, ιδεολογικοπολιτικά slogan, συνθηματολογία, <ξύλινη γλώσσα>, ψυχολογικά tricks κ.λπ.).
Ακόμα, η ως άνω διδασκαλία είναι σαφώς και αντιχριστιανική. η πολύμορφη <δύναμη> στον Χριστιανισμό (και σε όλες τις μεγάλες Θρησκείες τού κόσμου) συνιστά τους γνωστούς τρεις πειρασμούς του Ιησού (Ματθ. 4, 1-11). Ο Χριστός διακήρυξε τη ριζοσπαστική αρχή, που έχει, βέβαια, και ευρύτερη εφαρμογή: “Ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος” (Μάρκ. 9, 35). Η δόξα τού Θεού φαίνεται μέσα από τον Σταυρό Του, και η δύναμή Του “εν ασθενεία τελειούται” (Β’ Κορ. 12, 9). Γι’  αυτό, “τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση” (Α’ Kορ. 1, 27-28). Ως προς δε το μόνο πραγματικό και αδιαφιλονίκητο της Θείας δύναμης, που κρύβει μια πίστη ως κόκκου σινάπεως, ο Χριστός μάς βεβαιώνει ότι “όρη μεθιστάνειν” (Ματθ. 17, 20, Α’ Κορ. 13, 2).
Τέλος, η επικίνδυνη αυτή μορφή Λαϊκισμού, την οποία είδαμε, έρχεται σε αντίθεση τόσο με την ίδια τη μικροκοσμική δομή τής Φύσης (μάζα-ενέργεια, quanta, πυρηνική ενέργεια, DΝΑ κ.λπ.), όσο και με την επιστημονική (εξ)ειδίκευση (της μερικής-σχετικής αλήθειας), παγιδεύοντας την εσωτερική ελευθερία τού ανθρωπίνου προσώπου, με αποτέλεσμα την κοινωνική, πολιτική και οικονομική αδικία: “Όταν ένας άνθρωπος ανεβαίνει, ένας άλλος πέφτει” (R. Tawney).
Ας ελπίσουμε ότι κάποτε τα διδάγματα από την Ιστορία θα μας καταστήσουν περισσότερο επιφυλακτικούς απέναντι στις κάθε είδους γενικεύσεις, ολοκληρώματα, απολυτότητες και θριαμβολογίες.

[1] L é n i n e, Cahiers Philosophiques, σ. 161.
[2] Βλ. Ε. Ι. Μ π ι τ σ ά κ η, Θεωρία και πράξη, ΑΘΗΝΑ 1980, σ. 157.
* Καθηγητής Ψυχολογίας τής Θρησκείας Πανεπιστημίου Αθηνών

1 σχόλιο

  1. 1. Η Ιστορία δεν είναι ηθικώς ενιαία ούτε διαχρονικώς, ούτε διατοπικώς, ούτε διαπροσωπικώς. Κάποτε τα βήματά της, κατά τη γνωστή ρήση, είναι η ταφόπλακα των ρομαντικών, αλλά όχι πάντα. Η Ιστορία απεχθάνεται την ευκολία, τον αυτοματισμό, την γενίκευση και την απλούστευση και τα τιμωρεί σκληρά, μαζί κι εκείνους που τα ενστερνίζονται. Το κυριότερο, η άτεγκτη τραγικότητα της Ιστορίας διασπά την ηθική καθαυτής της συγκεκριμένης και μοναδικής ιστορικής πράξης (η πράξη νοείται ως ηθικώς ενδιαφέρουσα κατηγορία, όχι ως απλό γεγονός). Σχεδόν καμιά ιστορική πράξη σημασίας δεν είναι αμιγώς “καλή” ή “κακή” – και αυτός ο αφορισμός περιορίζεται πάλι από την σχετικότητα της ιστορικής ηθικής πολυμορφίας. Η πολιτική και ιστορική ηθικολογία είναι το πιο επικίνδυνο που μπορεί να κάνει κανείς, σαν να προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο.
    2. Η ισχύς και το δίκαιο βρίσκονται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με διαιτητή τον χρόνο, και αυτό μας δίνει ως άθροισμα την Ιστορία. Οι θεωρίες, οι απόψεις, οι προαιρέσεις σπάζουν σαν κύματα πάνω στον κυματοθραύστη του γεγονότος. Ανασυγκροτούνται και συνεχίζουν να τσακίζονται εμμονικά στον ίδιο κυματοθραύστη ή βρίσκουν άλλα βράχια ή, πάλι, γαληνεύουν κάπου μακριά. Ο πλατωνικός Σωκράτης έλεγε ότι η ενοποίηση της ανθρωπότητας εκπηγάζει από το Αγαθό ως κοινό οδηγό. Όταν χάνεται αυτό από κάποια ιστορική συνθήκη, κάποια άλλη αναλαμβάνει να το υποκαταστήσει-σε διαφορετικές ποιότητες και βαθμούς εκπλήρωσης. Η έκλειψη των ιστορικών υποκειμένων προκαλείται από την αποτυχία τους να ικανοποιήσουν τον ηθικό στόχο που αρμόζει στην φύση τους.
    3. Η μοναδικότητα της Γεννήσεως του Κυρίου, στα χρόνια που κυβερνούσε κάθε γη βατή και κάθε θάλασσα πλωτή ο Imperator Caesar Divi Filius Augustus (και πόση μελλοντική Ιστορία και συγκρούσεις κρύβει κάθε μια από αυτές τις λέξεις) από ιστορικής σκοπιάς, έγκειται στο ότι είναι μία Ενσάρκωση αυτοπροαίρετη και ηθικώς μονοσήμαντη. Ενοποιεί τα επιμέρους αλλά τέμνει την Ιστορία στα δύο από ηθικής απόψεως. Στο εξής, κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί απέναντι στο Όν, στο Είναι, στο Γίγνεσθαι, χωρίς άμεση συνέπεια στην ηθική υπόστασή του, που πηγάζει από την γνώση. Όλοι είμαστε κλητοί, αλλά λίγοι είναι οι εκλεκτοί. Η σχέση μαζί Του ως γνώση της Αλήθειας τα αλλάζει όλα: δεχόμενος ή αρνούμενος Αυτόν, κανείς δεν μένει ίδιος. Η αποδοχή έχει μεγάλο σταυρικό βάρος και η άρνηση βαρύ τίμημα. Η Ιστορία βαίνει προς την πλήρωσή της, την αυτοθυσιαστική μετ’ ελπίδος για τους λίγους που συμπληρώνουν τον αριθμό, την “νύχτα χωρίς αυγή” για τους πολλούς που αρνήθηκαν την κλήση. Ήδη την διαισθανόμαστε, την βλέπουμε. Τα βήματα της Ιστορίας ακούγονται έξω από την πόρτα μας πια, και καμιά διαφορά δεν θα κάνει αν προσποιηθούμε ότι δεν ακούμε.

    Καλά Χριστούγεννα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here