Οι σοσιαλιστικές καταβολές του x-φιλελευθερισμού στην Ελλάδα*

5
501

Γιώργος Κ. Μπήτρος – Αναστάσιος Δ. Καραγιάννης

Περίληψη

Πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα, έχουν τις ρίζες τους στις παρενέργειες των θεσμικών επιλογών και τις οικονομικές πολιτικές  που υιοθετήθηκαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Τρία άτομα που επηρέασαν θεμελιακά τη διαμόρφωση των πολιτικών αυτών ήταν οι Ξ. Ζολώτας, Κ. Τσάτσος και Π. Παπαληγούρας, ενώ ένα τέταρτο, ο Α. Αγγελόπουλος, επέδρασε έμμεσα. Στη παρούσα εργασία, εξετάζουμε τις ιδέες και τις προτάσεις που διατύπωσαν, τις πολιτικές μέσα από τις οποίες τις προώθησαν, και τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται για την κοινωνία και την οικονομία το καθεστώς που διαμορφώθηκε, το οποίο είναι τύποις φιλελεύθερο αλλά ουσιαστικά περισσότερο σοσιαλιστικό.  Γι΄ αυτό, η άποψή μας είναι ότι δεν θα βγούμε από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουμε, αν η «κεντροδεξιά» δεν απαρνηθεί πλήρως τις σοσιαλιστικές καταβολές του όποιου-φιλελευθερισμού (x-φιλελευθερισμού) επικαλείται, για να δικαιολογήσει τον κοινωνικό χαρακτήρα των δημόσιων επιλογών της.

Έχουμε πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας των απόψεων που διατυπώνουμε για την επιρροή που άσκησαν με τις ιδέες και το έργο τους τα άτομα, στα οποία αναφερόμαστε στην παρούσα εργασία. Γι’ αυτό, σε μια προσπάθεια να αποφύγουμε ανακριβείς εκτιμήσεις ζητήσαμε τη βοήθεια ανθρώπων που βρίσκονται στη ζωή και που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναμίχθηκαν στις εξελίξεις, όπως και άλλων που έχουν αναδιφήσει τις ιστορικές πηγές της περιόδου. Για αυτό επίσης,  παρουσιάσαμε την εργασία μας στο 13ο  Συνέδριο  Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης, 3-4 Ιουνίου, 2011. Ο αριθμός των φίλων και συναδέλφων οι οποίοι μας τίμησαν με τα σχόλιά τους είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ όσους μπορούμε να μνημονεύσουμε από τη θέση αυτή. Κατ’ εξαίρεση, εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας στους Δ. Χαλικιά, Α. Λάζαρη, Π. Ευαγγελόπουλο Τ. Μίχα, Σ. Μπαζίνα, Χ. Μπαλόγλου, και Γ. Μπούρχα. Τέλος, περιττεύει να τονίσουμε ότι παραμένουμε απολύτως υπεύθυνοι για όποια λάθη υπάρχουν στο κείμενο.

1.  Εισαγωγή
Καθώς οι κοινωνικές ανάγκες από τις συνέπειες του Β′ Παγκόσμιου Πολέμου (1940-1944) και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε (1945-1949), ήταν εξαιρετικά επείγουσες, οι κυβερνήσεις της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου εύλογα έδωσαν έμφαση σε ρυθμίσεις άμεσης απόδοσης. Ειδικότερα, δεδομένου ότι ο ιδιωτικός τομέας βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση από τα καταστροφικά πλήγματα που είχαν δεχθεί οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις και οι υποδομές, οι τότε κυβερνήσεις προσανατολίστηκαν σε τρεις στόχους που με  σειρά προτεραιότητας, ήταν: Η θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους. Η οργανωτική και διοικητική ανασύνταξη του  στενότερου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προκειμένου να συμβάλλουν στην ταχύτερη δυνατή κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του πληθυσμού σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες. Και, τέλος, η επανεκκίνηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων στη γεωργία και στους άλλους βασικούς τομείς της οικονομίας, ώστε σταδιακά να ομαλοποιηθεί ο εφοδιασμός των αγορών, να ξεκινήσουν κάποιες εξαγωγές και μέσα από την αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης του εργατικού δυναμικού να επιβραδυνθεί η μετανάστευση.
Μερικές μεγάλες κατηγορίες οικονομικών πολιτικών που υιοθετήθηκαν σ’ αυτά τα μέτωπα ήταν, για παράδειγμα:
Οι πολιτικές οι οποίες αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη μέσω της «υποκατάστασης των εισαγωγών». Αυτές περιλάμβαναν την επιβολή υψηλότατων δασμολογικών και άλλων  φραγμών στον ανταγωνισμό από το εξωτερικό, σε συνδυασμό με τη χορήγηση διάφορων επιδοτήσεων σε επιλεγμένες δραστηριότητες του εσωτερικού.
Οι πολιτικές αναγκαστικών συγχωνεύσεων, εθνικοποιήσεων, και φραγμών εισόδου στις επί μέρους αγορές χρήματος και κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την καταστολή του ανταγωνισμού και την υπαγωγή του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην άμεση διαχείριση του κράτους.  
Οι πολιτικές με τις οποίες η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλλε από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1950 μέχρι το 1987, ένα σύστημα κεντρικά καθοριζόμενων επιτοκίων για την κατανομή των διαθέσιμων αποταμιεύσεων σε χρήσεις που οι τεχνοκράτες της τράπεζας και οι κυβερνητικοί υπεύθυνοι θεωρούσαν ως αναπτυξιακές.
Οι πολιτικές οι οποίες επέτρεψαν τη δημιουργία Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, με αποτέλεσμα την υποκατάσταση σ’ αυτούς των αυτοματισμών της αγοράς με μηχανισμούς διοίκησης και ελέγχου υποταγμένους σε πολιτικά και κομματικά κριτήρια.
Οι πολιτικές που συντήρησαν το αυθαίρετο καθεστώς των «αδειών σκοπιμότητας», την ευχέρεια των κυβερνήσεων να ορίζουν επί μέρους κλάδους της οικονομίας ως «κεκορεσμένους» και να απαγορεύουν την είσοδο σ’ αυτούς νέων επιχειρήσεων.
Οι πολιτικές με τις οποίες επεκτάθηκε το αυθαίρετο καθεστώς των αδειών σκοπιμότητας σε πλείστους όσους κλάδους του ιδιωτικού τομέα και σε διάφορα επαγγέλματα.
Οι πολιτικές άμεσου ελέγχου των τιμών σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, κλπ.
Οι παραπάνω πολιτικές  απέδωσαν τα  αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού  η Ελληνική οικονομία επανήλθε γρήγορα στα προπολεμικά επίπεδα και άρχισε να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Αλλά, όπως τεκμηριώνουμε στο βιβλίο μας  Μπήτρος, Καραγιάννης (2011, Μέρος ΙΙ),  συνοδεύονταν από πολύ  σοβαρές παρενέργειες, οι οποίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Έτσι, για να ξαναβρούμε το δρόμο προς την πρόοδο, θα βοηθήσει εάν καταλάβουμε γιατί αυτές υιοθετήθηκαν αρχικά και γιατί δεν αναθεωρήθηκαν έγκαιρα.
Φυσικά, δεν είμαστε οι πρώτοι που θέτουμε αυτά τα ερωτήματα. Κατά το παρελθόν, απασχόλησαν αρκετούς άλλους ερευνητές και η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια σε εναλλακτικές ερμηνείες. Για παράδειγμα, υπάρχει  μια  ερμηνεία που εκπηγάζει από την κοινωνική και πολιτική δομή του νεώτερου Ελληνικού κράτους. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η εισαγωγή και η επιμονή στις πιο πάνω πολιτικές, προήλθε από την πελατειακή οργάνωση του κράτους, η οποία απαιτούσε οι κυβερνήσεις να έχουν μεγάλη εξουσία στην οικονομία, ώστε το εκάστοτε κυβερνών κόμμα να μπορεί να εξυπηρετεί τους πελάτες-ψηφοφόρους του και να διαιωνίζεται έτσι στην άσκηση και στη νομή της εξουσίας. Μια άλλη ερμηνεία απηχεί τις απόψεις που επικράτησαν, κυρίως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αναφορικά με τις αναπτυξιακές δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα. Υποθέτοντας ότι οι ιδιώτες αδυνατούσαν να αναλάβουν τις μεγάλες και εν πολλοίς επικίνδυνες επενδύσεις που απαιτούσε η ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αυτή συνιστούσε την ενεργή ανάμειξη του κράτους ως επενδυτή στους στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας.  Τέλος, ακόμη μια άλλη, είναι η ερμηνεία που βασίζεται στη διαπίστωση ότι παρόμοιες με τις πιο πάνω πολιτικές εφαρμόστηκαν και σε άλλες χώρες,1 αφενός γιατί διέθεταν σημαντικά πλεονεκτήματα στο περιβάλλον οιονεί κλειστής οικονομίας που επικρατούσε μέχρι πριν δύο-τρεις δεκαετίες, και αφετέρου, γιατί ήταν συμβατές με τον έντονα παρεμβατικό χαρακτήρα των πολιτικών που απέρρεαν από την κρατούσα οικονομική θεωρία. Εμείς δεν ενδιαφερόμαστε εδώ να αξιολογήσουμε την ερμηνευτική ικανότητα των εξηγήσεων που έχουν προταθεί. Απλά, επισημάναμε ένα σημαντικό κενό στη σχετική βιβλιογραφία και θεωρούμε  ότι μπορούμε να βοηθήσουμε να καλυφθεί.
Το κενό αυτό σχετίζεται με μερικούς οικονομολόγους και πολιτικούς, οι οποίοι με τις ιδέες, τις προτάσεις, και τα υψηλά αξιώματα που κατέλαβαν στον κρατικό μηχανισμό, θεωρούμε ότι επηρέασαν καταλυτικά τις πολιτικές που υιοθετήθηκαν στη χώρα μας σχετικά με τους θεσμούς, την οικονομία και την κοινωνία. Από τη σκοπιά μας, αυτό ήταν αναμενόμενο, γιατί συμμεριζόμαστε πλήρως τις εκτιμήσεις στο παρακάτω περίφημο εδάφιο του  Keynes (1936, 383-4):
«Οι ιδέες των οικονομολόγων και των πολιτικών φιλοσόφων, τόσο όταν είναι ορθές όσο και όταν είναι εσφαλμένες, ασκούν ισχυρότερη επίδραση από ότι συνήθως πιστεύεται. Πραγματικά, ο κόσμος κυβερνάται από αυτές. Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε πνευματική επιρροή, συνήθως, είναι οι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου. Παράφρονες στην εξουσία, που ακούν φωνές να τους καλούν, αποκρυσταλλώνουν την  τρέλα τους από κάποιον πανεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών. Είμαι βέβαιος ότι η ισχύς των κατεστημένων συμφερόντων μεγαλοποιείται υπερβολικά σε σύγκριση με τη βαθμιαία επιβολή των ιδεών. Όχι, ασφαλώς, αμέσως, αλλά ύστερα από ένα ορισμένο διάστημα. Και τούτο γιατί στο πεδίο των οικονομικών και της πολιτικής φιλοσοφίας δεν υπάρχουν πολλοί που να επηρεάζονται από νέες θεωρίες όταν περάσουν την ηλικία των 25 ή 30 ετών, ώστε οι ιδέες που εφαρμόζουν στα τρέχοντα γεγονότα οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι πολιτικοί, ακόμη και οι προπαγανδιστές, είναι απίθανο να είναι οι εντελώς πρόσφατες. Όμως, αργά ή γρήγορα, οι ιδέες και όχι τα κατεστημένα συμφέροντα είναι εκείνες που είναι επικίνδυνες, για το καλό ή για το κακό.»

Αυτό όμως  που δεν συμμεριζόμαστε,  είναι οι ιδέες που τελικά επικράτησαν και τα αποτελέσματα στα οποία οδήγησαν στο μακρύ χρόνο. Οι αντιρρήσεις  μας αφορούν  δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις:  Η πρώτη απ’ αυτές είναι ότι, από τα απομνημονεύματα των πρωτεργατών της Επανάστασης του 1821 και άλλες πληροφορίες, δεν συνάγεται ότι οι πρόγονοί μας ήθελαν να εγκαθιδρύσουν ένα κράτος όπως αυτό που διαμορφώθηκε μετά την απελευθέρωση  στην χώρα μας. Όποιος διαβάσει την Ελληνική Νομαρχία,2 τα κείμενα των αγωνιστών της επανάστασης με κορυφαία αυτά του στρατηγού Μακρυγιάννη, και ενημερωθεί για την οικονομικά φιλελεύθερη προσπάθεια του Καποδίστρια,3 δεν μπορεί να έχει καμία αντίρρηση ότι το Ελληνικό κράτος στήθηκε στην αρχή του «κοινωνικού συμβολαίου» του Rousseau και των άλλων πρωτεργατών της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι καμιά άλλη μορφή ή αρχή κράτους, δεν μπορεί να υιοθετηθεί ή να ακολουθηθεί ή να προταθεί, ως δικαιολογία από τις κυβερνήσεις που κυβέρνησαν έκτοτε. Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι, ενώ για την πλειοψηφία των απλών Ελλήνων η ήττα των κομμουνιστών το 1949 σήμαινε την επικράτηση της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας επί του ολοκληρωτισμού, οι ιδέες που κυριάρχησαν και οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν βρίσκονται πλησιέστερα προς τις απόψεις των ηττημένων παρά των νικητών του εμφυλίου.
Πιστεύουμε ότι, γνωρίζοντας το χθες, κατανοούμε καλύτερα το σήμερα και πιθανώς να αποφύγουμε στο μέλλον να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Γι΄  αυτό και επειδή θεωρούμε ότι υπεύθυνες για την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η χώρα, είναι οι λογής-λογής σοσιαλιστικές ιδέες που επικράτησαν, στην παρούσα μελέτη θέλουμε να κάνουμε τρία πράγματα:  Να δούμε ποίοι πρωταγωνίστησαν και ποιες ιδέες πρόβαλαν. Να ανιχνεύσουμε πως και σε ποιο βαθμό κατάφεραν να προωθήσουν τις ιδέες τους στην πράξη. Και  να εξηγήσουμε γιατί  οι ιδέες που επικράτησαν και οι πολιτικές στις οποίες οδήγησαν, ήταν αναπόφευκτο να έχουν τα αποτελέσματα που ζούμε σήμερα.  Μ’ αυτά τα θέματα  ασχολούμαστε στα τμήματα τρία, τέσσερα, πέντε, και έξη, αφού προηγουμένως στο δεύτερο τμήμα  κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στις ιδέες που επικρατούσαν, όταν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στην Ελλάδα διαμόρφωσαν τις απόψεις τους. Τέλος, στο έβδομο τμήμα παραθέτουμε ως συμπέρασμα την αποτίμησή μας για τους πρωταγωνιστές, τις ιδέες τους και τις συνέπειές στις οποίες οδήγησαν.  

2.  Το ιδεολογικό κλίμα προπολεμικά
Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται κανονιστικές  προτάσεις έντονης παρέμβασης του κράτους στην κοινωνία και την οικονομία, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από διάφορους τύπους και μορφές σοσιαλισμού. Μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων φούντωσε αυτό το ρεύμα κυρίως στην Γερμανία και στην Γαλλία. Αν και απομακρύνθηκε από τις θέσεις-προτάσεις του Marx και των οπαδών του, όπως και των υποστηρικτών του κρατικού σοσιαλισμού των Robertus και Lassalle που είχαν αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες του 19ουαιώνα, εντούτοις το ρεύμα αυτών των ιδεών ήταν αρκετά διαδεδομένο. Οι αποχρώσεις που εξέλαβε ήταν ποικίλες. Χαρακτηρισμοί, όπως «από καθέδρας  σοσιαλιστές»,  «κοινωνικός καθολικισμός»,  «κοινωνικός προτεσταντισμός», «σοσιαλισμός αλληλεγγύης», κλπ.,4  έτειναν σε μια κοινή βάση που ευνοούσε την απομάκρυνση από τον κλασσικό φιλελευθερισμό και την αποδοχή ευρύτερων και εντονότερων κρατικών παρεμβάσεων. Ειδικότερα, οι λεγόμενοι «από καθέδρας σοσιαλιστές», μαζί με  μέλη της νεώτερης  Γερμανικής Ιστορικής Σχολής, υποστήριζαν την εντονότερη κρατική παρέμβαση, ως λύση στα  προβλήματα της ανεργίας, του πληθωρισμού και του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών στη Γερμανία.5 Από το άλλο μέρος, τα σοσιαλιστικά κόμματα ήταν αρκετά ισχυρά, ώστε να μιλάμε για μια κοινωνία που επιζητούσε κρατικό πατερναλισμό και αυτήν την ευκαιρία άδραξε ο Hitler στην Γερμανία για να δυναμώσει την ισχύ του μέσω του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (Ναζισμός). Σ’ αυτό το περιβάλλον υποχώρησης των αρχών της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας στις κεντρικές Ευρωπαϊκές χώρες, ήταν εύλογο σπουδαστές προερχόμενοι από μια υποανάπτυκτη χώρα, όπως οι Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987), Ξενοφών Ε. Ζολώτας (1904-2004) και Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος (1904-1995), στους οποίους θα αναφερθούμε στην εργασία μας, να επηρεαστούν ανάλογα.
Παράλληλα, στον ελληνικό χώρο από τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρξε σημαντική υποχώρηση της διάδοσης των ιδεών και των αρχών της ανοικτής κοινωνίας και ελεύθερης οικονομίας. Είχε αρχίσει να επεκτείνεται ραγδαία ένα ρεύμα αναζήτησης νέου πρότυπου κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, με μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση.6 Επομένως, είναι εύλογο Έλληνες που σπούδαζαν σε πανεπιστήμια της Ευρώπης, με έντονη παρουσία σοσιαλιστικών ιδεών, και επέστρεφαν στην χώρα τους, όπου συναντούσαν ένα παρόμοιο κλίμα, να ακολουθήσουν αυτή τη «μόδα». 7  Από τις πολυάριθμες αναφορές πχ. του Ζολώτα (1944α, 71-2,  85) σε μελέτες Ελλήνων με θέμα το σοσιαλισμό, αντιλαμβανόμαστε ότι τις δεκαετίες 1920 και 1930 είχε σχηματισθεί ένας τύπος «αόρατου κολλεγίου» για τη μελέτη και προώθηση του σοσιαλισμού, που όμως δεν φαίνεται να οδήγησε σε ένα νέο «παράδειγμα» κατά Kuhn.8 Παρόλα αυτά, η προσέγγιση της κοινωνιολογίας της γνώσης εξηγεί ότι, εάν υπάρχουν πολλές συνιστώσες κοινωνικής υφής, όπως η διδασκαλία, η ανάγνωση εντύπων, οι συζητήσεις στα πανεπιστήμια, κ.ά., που επιδρούν στους νέους επιστήμονες, τους ωθούν να ακολουθήσουν το κυρίαρχο ερευνητικό ρεύμα σε κάποιο κλάδο της επιστήμης, ώστε να αποκτήσουν γρηγορότερη αναγνώριση του έργου τους και να έχουν  ανάλογες ανταμοιβές (π.χ. θέσεις στα πανεπιστήμια, ευκολότερη έκδοση ερευνών, κ.ά.).9 Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι συνέβη και στην περίπτωση των προαναφερθέντων, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής  συνέστησαν  την Εταιρεία Σοσιαλιστικών Μελετών, που λίγο αργότερα φαίνεται ότι ενσωματώθηκε στη Σοσιαλιστική Ένωση.
Με το φωτοστέφανο που τους πρόσδινε η ιδιότητα του πανεπιστημιακού καθηγητή, αφού και οι τρεις έγιναν καθηγητές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σε σχετικά μικρή ηλικία,  οι ιδέες και οι προτάσεις τους για την οργάνωση της Ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας προσέλκυαν μεγάλο ενδιαφέρον. Με την σειρά του, αυτό το ενδιαφέρον τους άνοιξε το δρόμο να αναμιχθούν ενεργά στην πολιτική και από θέσεις ευθύνης να προσπαθήσουν να επηρεάσουν την πορεία που ακολούθησε η χώρα μεταπολεμικά. Αυτό το επεδίωξαν οι μεν Τσάτσος και Ζολώτας ως ενεργά στελέχη των κυβερνήσεων Καραμανλή (1955-1963, 1974-1989), ενώ ο Αγγελόπουλος που  δεν μπορεί να ενσωματωθεί στην τότε λεγόμενη «δεξιά», χρησιμοποιήθηκε από αυτήν αργότερα ως Διοικητής  της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1974-76).

3.  Η μάχη των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα μεταπολεμικά
Όπως συνέβαινε στο εξωτερικό,10 έτσι και στην Ελλάδα, τα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν υπήρχαν πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί οι οποίοι υποστήριζαν τις αρχές της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως π.χ. ο Χριστοδουλόπουλος,11 πιθανώς λόγω της οικονομικής κρίσης του 1929 και της παρερμηνείας των ιδεών του Keynes, αλλά σίγουρα λόγω των επιδράσεων που είχαν δεχθεί στα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια όπου σπούδασαν,  οι πιο πολλοί ήταν γενικά υπέρ της έντονης επέκτασης του κράτους στην οικονομία. Από όλους ξεχώρισαν οι τρεις πανεπιστημιακοί τους οποίους αναφέραμε ήδη πιο πάνω, και ο πολιτικός Παναγής Παπαληγούρας. Αυτοί με τις ιδέες, τις προτάσεις, και τις ανάμειξη τους στην πολιτική,12 επηρέασαν καθοριστικά το χαρακτήρα των δημόσιων επιλογών που υιοθετήθηκαν, τόσο τα πρώτα κρίσιμα μεταπολεμικά χρόνια, όσο και αρκετές δεκαετίες μετέπειτα. Γι’ αυτό, στην συνέχεια θα αναφερθούμε στις απόψεις τους εκτενέστερα.

3.1 Ξενοφών Ε. Ζολώτας
Από το βιβλίο που εξέδωσε το 1927 με τίτλο Η Νομισματική Σταθεροποίηση της Δραχμής, φαίνεται  ότι ο Ζολώτας ενστερνιζόταν πολλούς από τους μηχανισμούς της οικονομίας που περιέγραφε η νεοκλασική οικονομική ανάλυση, όπως πχ. ο μηχανισμός των τιμών και η ποσοτική θεωρία του χρήματος,13 ενώ οι απόψεις του σχετικά με τον βαθμό της αναγκαίας κρατικής παρέμβασης περιορίζονταν κυρίως στη νομισματική πολιτική. Αλλά, οι έντονες συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 τον οδήγησαν σε θεωρητικές αναζητήσεις, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου τον απομάκρυναν σταδιακά από την νεοκλασική ανάλυση και τον προσανατόλισαν αρχικά στη μελέτη της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας και αργότερα πίσω πάλι στην νεοκλασική θεώρηση των οικονομικών φαινομένων. Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου, ο Ζολώτας προσαρμοζόταν συνεχώς στις ιδέες που κυριαρχούσαν εκάστοτε, και ίσως αυτό να εξηγεί ότι κατάφερε να βρίσκεται στο προσκήνιο των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων από την δεκαετία του 1920 μέχρι την δεκαετία του 1980. Ταυτόχρονα όμως,  αυτή η προσαρμοστικότητά του συνοδευόταν από μεγάλο κόστος σε όρους επιστημονικής αξιοπιστίας και διαχρονικής συνέπειας των συμπερασμάτων και των προτάσεων που πρόβαλλε. Για να δούμε γιατί συνέβη αυτό, προσφέρεται να αναφερθούμε συνοπτικά στις κύριες εργασίες που δημοσίευσε, καθώς και στις απόψεις που έχουν διατυπώσει διάφοροι νεότεροι μελετητές του έργου του.14
Το βιβλίο του Ζολώτας (1936), αποτελεί κατά χρονολογική σειρά τη δεύτερη σημαντική εργασία του. Σ’ αυτήν έθεσε το ερώτημα: Ενόψει της μεγάλης οικονομικής κρίσης και των  μέτρων που λάμβαναν  επί μέρους χώρες για να προστατευθούν από τις συνέπειές της, ποιες οικονομικές πολιτικές θα έπρεπε να υιοθετήσουν χώρες όπως η Ελλάδα, προκειμένου να προοδεύσουν οικονομικά; Προσέγγισε  την απάντησή του σε τρία βήματα. Στο πρώτο, εξήγησε ποιες θα ήταν οι οικονομικές πολιτικές που θα συνιστούσε πριν από την οικονομική κρίση. Στο δεύτερο, εξήγησε γιατί κατά την άποψή του οι οικονομικές πολιτικές που θα ήταν σωστές πριν από την κρίση είχαν καταστεί πλέον ανέφικτες, και στο τρίτο βήμα, εξειδίκευσε τις οικονομικές πολιτικές τις οποίες θεωρούσε ως τις πλέον κατάλληλες κάτω από τις νέες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην Ελληνική και στην παγκόσμια οικονομία. Αναφορικά πρώτα με τις οικονομικές πολιτικές πριν από την κρίση, χωρίς ιδιαίτερες επιφυλάξεις, προσδιόρισε ότι, για να προοδεύσουν οικονομικά κράτη όπως η Ελλάδα, θα έπρεπε να σχεδιάσουν προσεκτικά και να εφαρμόσουν μια παρεμβατική οικονομική πολιτική στην ακόλουθη κατεύθυνση:

«Ευθύς εξ΄ αρχής οφείλομεν  να τονίσωμεν ότι παρεμβατισμόν δεν εννοούμεν  την άσκηση οικονομίας υπό του κράτους, αλλ΄ απλώς την κατεύθυνσιν και ποδηγέτησιν αυτής υπό του Κράτους, επιτρεπομένης μόνον συμπτωματικώς της αναλήψεως πρωτοβουλίας προς άσκησιν οικονομίας υπ΄ αυτού» (1936, 24).

Δηλαδή, με βάση την οικονομική θεωρία που επικρατούσε πριν από το 1929, δεν θα συνιστούσε το κράτος να παρεμβαίνει συστηματικά στην οικονομία ασκώντας επιχειρηματικές δραστηριότητες, γιατί η συνεπής παρεμβατική πολιτική με την τότε κρατούσα οικονομική θεωρία ήταν το κράτος να δρα στρατηγικά χαράσσοντας και επιβάλλοντας κατευθυντήριες γραμμές μέσα στις οποίες να αναπτύσσεται η ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι, αφού η τοποθέτηση αυτή πήγαζε σε μεγάλο βαθμό από  την επικρατούσα οικονομική θεωρία, μπορούμε  να θεωρήσουμε ότι πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση ο Ζολώτας συμμεριζόταν σε σημαντικό βαθμό τις νεοκλασικές απόψεις. Εξάλλου, όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο, το ίδιο παρατηρούμε  και από την ανάλυση που υιοθέτησε στο βιβλίο του για τη σταθεροποίηση της δραχμής βάσει της ποσοτικής θεωρίας χρήματος.
Σε  σχέση με τις οικονομικές πολιτικές μετά την κρίση,  κατά την περίοδο που ο Ζολώτας έγραφε την εργασία του, οι οικονομολόγοι γενικά ήταν υποψιασμένοι πως κάποιες που ήταν κατάλληλες πριν από την κρίση, ήταν ακατάλληλες μετά απ’ αυτήν. Γι’ αυτό ακριβώς υπήρχε μεγάλος ερευνητικός οργασμός. Μέσα απ’ αυτόν τον οργασμό ξεπήδησε  η συμβολή του Keynes (1936). Αλλά ενώ ο τελευταίος και πλείστοι άλλοι ερευνητές (πχ. τα μέλη της Σουηδικής Οικονομικής Σχολής),  ενδιαφέρονταν να εξηγήσουν τα αίτια της μεγάλης κρίσης και να προδιαγράψουν οικονομικές πολιτικές, ώστε να μην επαναληφθεί στα πλαίσια του ισχύοντος συστήματος κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, μερικοί άλλοι (όπως πχ. οι Lange,  Dickinson,  κ.ά.)  ερευνούσαν για απαντήσεις στις οποίες ο περιορισμός της διατήρησης της επικρατούσας κοινωνικής και οικονομικής τάξης είχε εγκαταλειφτεί γιατί, κατά την άποψή τους, υπεύθυνη για την κρίση ήταν η δομή της συγκεκριμένης οικονομικής οργάνωσης. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Ζολώτας, ο οποίος είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στις αρετές της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας.
Αυτό φαίνεται κυρίως από τις οικονομικές πολιτικές που συνιστούσε ενόψει της οικονομικής κρίσης, οι οποίες έπρεπε, μεταξύ των άλλων:
Να οδηγούν σε συγκέντρωση των διάφορων πιστωτικών ιδρυμάτων, έτσι ώστε να ελέγχεται από την κεντρική τράπεζα η ροή των πιστώσεων και το επιτόκιο (1936, 29-30, 36-8).
Να περιλαμβάνουν την ίδρυση κρατικής τράπεζας για τη  διοχέτευση πιστώσεων σε βιομηχανικές επενδύσεις με χαμηλό επιτόκιο,  ανάλογα με την σημασία τους στην οικονομική ανάπτυξη (1936, 59).
Να επιτρέπουν την επέκταση της βιομηχανίας μόνο κατόπιν κρατικής άδειας (άδεια σκοπιμότητας) και αφού έχει μελετηθεί ο βαθμός κορεσμού των επί μέρους κλάδων (1936, 57).
Ο σχεδιασμός και η παρακολούθηση της εφαρμογής των παραπάνω,  να περιέλθουν στον έλεγχο ενός ανώτατου συμβουλευτικού οργάνου, αποτελούμενου από μερικά  άτομα αναγνωρισμένων γνώσεων και ικανοτήτων (1936, 106-9).
Από τις παραπάνω προτάσεις, καθίσταται φανερό  ότι ο αριθμός και το μέγεθος των παραγωγικών μονάδων στην οικονομία, θα ρυθμιζόταν πλέον από το κράτος και όχι από τον ανταγωνισμό. Το κόστος του κεφαλαίου και επομένως των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών, θα προσδιοριζόταν από την διοίκηση και όχι από τις επί μέρους αγορές. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για οικονομικές πολιτικές οι οποίες προϋπέθεταν μια κοινωνική και οικονομική οργάνωση χωρίς ή με εξαιρετικά περιορισμένες αγορές και προχωρημένη κυριαρχία του κράτους στην παραγωγή, στη διανομή και στην χρηματοδότηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.
Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ζολώτας, προχώρησε σε ακόμη ποιο ριζοσπαστικές προτάσεις για την οικονομία. Αυτό είναι εμφανές από την εργασία του με τίτλο Δημιουργικός Σοσιαλισμός (1944α), την οποία δημοσίευσε ως πρώτο βιβλίο στη σειρά «Σοσιαλιστικαί Μελέται»15 που εκδίδονταν υπό την διεύθυνσή του.16 Απ’ αυτό πληροφορούμαστε τις εκτιμήσεις του για την πορεία του συστήματος της ανοικτής κοινωνίας και ελεύθερης οικονομίας, στις οποίες βασιζόταν για να δικαιολογήσει τις  προτάσεις που έκανε. Ειδικότερα, θεωρούσε ότι:  πρώτο, «ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί ματαίαν προσπάθειαν, διότι περιορίζεται εις ημίμετρα και δεν προβαίνει εις ριζικωτέραν οργανική μεταρρύθμισιν του οικονομικού συστήματος» (1944α, 40). Δεύτερο, ότι αποκλειόταν η επιστροφή στο καθεστώς του ελεύθερου ανταγωνισμού και του πλήρους αυτοματισμού της οικονομίας. Τρίτο, ότι λόγω της γενικής απαίτησης που υπήρχε για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, αναγκαστικά θα επερχόταν ευρύτερη μεταρρύθμιση, η οποία πρόβλεπε ότι θα ακολουθούσε την κατεύθυνση του σοσιαλισμού (1944α, 91). Ήταν τόσο βέβαιος για το «μοιραίον τέλος του κεφαλαιοκρατικού συστήματος»(1944α, 61), ώστε στον πρόλογο της εργασίας του εκλάμβανε:  

«ως ιστορικόν γεγονός αδιαμφισβήτητον την κατάρρευση της κεφαλαιοκρατίας και την μετάβασή της εις μιαν δικαιοτέραν και ηθικωτέραν  κοινωνίαν….. η οποία ασφαλώς δεν θα είναι ατομιστική και οπωσδήποτε θα φέρη σοσιαλιστικήν σφραγίδα» (1944α,  xv-xvi).

Με βάση τα ανωτέρω, θεωρούσε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα έπρεπε να αντικατασταθεί από τον «δημιουργικό σοσιαλισμό» ή «φιλελεύθερο σοσιαλισμό.17 Γι΄ αυτό και φιλοδοξούσε  να συμβάλλει ώστε να υλοποιηθεί ένα τέτοιο σύστημα στην χώρα μας, γιατί, όπως θεωρούσε,  η Ελλάδα ήταν ο ιδεώδης τόπος και η προσεχής από την δημοσίευση του βιβλίου του εποχή, η καταλληλότερη για την μεγάλη μεταβολή. Ως εκ τούτου,  πρότεινε την ίδρυση σοσιαλιστικού κόμματος που θα έφερνε σε πέρας το έργο αυτό με ειρηνικό και όχι βίαιο τρόπο (1944α, 224-31).18
Πεπεισμένος όπως ήταν γι’ αυτήν την εξέλιξη και αναγορεύοντας τον εαυτό σε «νεοσοσιαλιστή» (1944α, 66-7), ο Ζολώτας προδιέγραψε για τη λειτουργία της νέας οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας, τις ακόλουθες βασικές αρχές:
Το κράτος εξασφαλίζει εργασία για όλους και επιδοτεί τους ανίκανους ή αδύναμους για εργασία (1944α, 95-6).19
Ο καθένας αμείβεται ανάλογα με την συμβολή του στην παραγωγική διαδικασία, επιλέγοντας ελεύθερα την εργασία του.20 Επομένως, επικρατεί διαφορετικό ύψος αμοιβών ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση  εργασίας (1944α, 99-100, 108).21
Οι καθαρές αμοιβές των ατόμων δεν διαφέρουν σημαντικά, ώστε να υπάρχει ένα  παρόμοιο καταναλωτικό επίπεδο διαβίωσης για όλους (1944α, 106-7, 191).  Αυτό επιτυγχάνεται μέσω δύο μηχανισμών. Ο πρώτος είναι η απαγόρευση της παραγωγής και κατανάλωσης αγαθών πολυτελείας (1944α, 113-4),22 ενώ ο δεύτερος συνίσταται στην «προοδευτική φορολογία του εισοδήματος με τα εξαιρετικώς μεγάλα ποσοστά εις τας υψηλάς βαθμίδας, η βαρεία φορολογία των εκτάκτων κερδών, φθάνουσα και μέχρι δημεύσεως αυτών»(1944α, 60).
Οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών, οι οποίες προσδιορίζονται από τους «προϊσταμένους των οργανώσεων της παραγωγής» (δηλ. υπό μορφή σκιωδών τιμών), λειτουργούν ως «σήματα» για να στρέφουν την αγορά σύμφωνα με τις προτιμήσεις των καταναλωτών και να συμβαδίζει έτσι ο σοσιαλισμός με την αύξηση της ευημερίας των καταναλωτών (1944α, 114, 122-3).
Οι προϊστάμενοι των κρατικών επιχειρήσεων, εξισώνουν το κόστος παραγωγής με τις σκιώδεις τιμές των αγαθών και προσαρμόζουν την παραγωγή ανάλογα με την ζήτηση  (Ibid.).
Οι υπεύθυνοι της Κεντρικής Οικονομικής Επιτροπής, θεσπίζουν τις σκιώδεις τιμές και τις μεταβάλουν ανάλογα με τις συνθήκες της ζήτησης και της σπανιότητας των μέσων παραγωγής (1944α, 179-183).
Οι υπεύθυνοι της Κεντρικής Οικονομικής Επιτροπής, αποφασίζουν το ύψος των αναγκαίων αποταμιεύσεων οι οποίες μεταμορφώνονται εκάστοτε σε επενδύσεις (1944α, 179-183, 188-9).
Το κράτος, παραχωρεί την ιδιοκτησία των μικρών επιχειρήσεων στα άτομα που δραστηριοποιούνται στις ανταγωνιστικές αγορές, αλλά δεν επιτρέπεται ούτε η μεταβολή της, ούτε η μη αξιοποίησή της (1944α, 152-5, 158-9).23
Οι μικρές επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς ανήκουν στα άτομα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις σε βασικούς τομείς, όπως τα ορυχεία και τη βιομηχανία κοινωνικοποιούνται24 και λειτουργούν κάτω από τη διεύθυνση ενός μισθωτού διευθυντή, ο οποίος επιλέγεται ανάλογα με τις γνώσεις και ικανότητές του από το κράτος (1944α, 149-50, 217, 222). Οι διευθυντές αυτοί,  διευθύνουν με κριτήριο την αποδοτικότητα και την άριστη χρήση των πόρων, για να έχουν κίνητρο εφαρμογής επιχειρηματικών καινοτομιών και ελαχιστοποίησης κόστους. Γι’ αυτό, εισπράττουν ένα μέρος των κερδών, όπως επίσης και οι εργάτες που εργάζονται σε αυτές (1944α, 128, 133-8, 140-2, 167, 170-7).
Υπάρχει τόκος και έγγειος πρόσοδος, μικρό μέρος των οποίων καρπώνεται ο ιδιοκτήτης, ενώ το υπόλοιπο περιέρχεται στο κράτος μέσω της φορολογίας (1944α, 156-7).
Δεν υπάρχουν ιδιωτικές τράπεζες. Οι τράπεζες που λειτουργούν είναι κρατικές. Αυτές δέχονται τις μικροαποταμιεύσεις των ατόμων, αλλά οι τόκοι φορολογούνται (1944α, 160) με συντελεστές τέτοιους, ώστε να καθίσταται αδύνατη η συσσώρευση πλούτου που δημιουργεί άνιση διανομή (1944α, 184).
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται στα χέρια του κράτους, αφού αποτελεί το «μέσον κατευθύνσεως ολοκλήρου της οικονομίας» (1944α, 222).
Ο λαός αποφασίζει ποιο πολιτικό κόμμα, σύμφωνα με το πρόγραμμά του, θα αναλάβει  τη διαχείριση της σοσιαλιστικής οικονομίας (1944α, 186).Τα μέλη όμως της  Κεντρικής Οικονομικής Επιτροπής που θα έχει την ευθύνη για την λειτουργία της οικονομίας, δεν επιλέγονται βάσει πολιτικών και κομματικών κριτηρίων, αλλά  «μεταξύ των ικανοτέρων και φωτισμένων οικονομικών στελεχών» (1944α, 192).
Το σοσιαλιστικό κράτος εμφυτεύει στα άτομα την αρχή της «αλληλεγγύης», έτσι ώστε να καθιερωθεί η ηθική της δίκαιης διανομής του εισοδήματος και να καταπολεμηθούν τα ατομικά κίνητρα για την αναβίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας (1944α, 194-7).
Η αναβίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας καταστέλλεται:
«Πρώτον, διότι δεν θα υπάρχουν  μεγάλα εισοδήματα, ή και αν κατ΄εξαίρεσιν υφίστανται ολίγα (εξαιρετικώς υψηλοί μισθοί δι΄ ωρισμένας σπανιζούσας εργασίας), ταύτα  θα φορολογούνται κατά το αρμόζον μέτρον, ώστε το απομένον ποσόν να προσεγγίζη προς τα μέτρια εισοδήματα. Ο έλεγχος είναι ευχερής, δεδομένου  ότι οι μισθοί θα καταβάλλωνται από κρατικάς οργανώσεις. Συνεπώς, η ικανότης αποταμιεύσεως και συγκεντρώσεως πλούτου θα είναι μικρά» (1944α, 160).
«Δεύτερον, διότι θα απαγορεύεται η συγκέντρωσις κεφαλαίου χρήσεως (πλείονα αυτοκίνητα, έπιπλα, κ.λπ.)  εις ευρυτέραν κλίμακα» (Ibid.).
«Τρίτον, διότι θα επιτρέπεται και θα ενισχύεται μεν η αποταμίευσις, θα απαγορεύεται όμως και η συγκέντρωσις εξαιρετικώς μεγάλων ποσών. Όλαι αι αποταμιεύσεις δέον να κατατίθενται εις τας κρατικάς τράπεζας, αι οποίαι θα χορηγούν τόκον. Προς αποφυγήν συσσωρεύσεως τραπεζογραμματίων εις ιδιωτικά ταμεία, σκόπιμος είναι η ανταλλαγή των μέσων πληρωμής ανά εκάστην δεκαετίαν, οπότε θα εμφανίζωνται συσσωρευμέναι αποταμιεύσεις και θα φορολογούνται» (Ibid.).
Τα αναγκαία αγαθά γι΄ όλους, όπως φωτισμός, συγκοινωνία, ύδρευση, υγεία, παιδεία, κ.λπ. χορηγούνται από δημόσιες επιχειρήσεις σε όλα τα άτομα  ανάλογα με τις ανάγκες τους. Το κράτος φροντίζει όχι μόνο να μειώνει τις αναγκαίες ώρες εργασίας, αλλά και να κατευθύνει τις επιθυμίες των ατόμων σε μη καταστροφικές συνήθειες (π.χ. χαρτοπαιξία) (1944α, 199-204).
Πολλές από τις παραπάνω προτάσεις και ιδέες και, ειδικότερα, αυτές που αφορούν το μηχανισμό των τιμών στο σοσιαλισμό, το ρόλο και τις αρμοδιότητες του κεντρικού συμβουλίου, την  κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού στις μικρές επιχειρήσεις, κλπ. ήταν θέσεις που είχαν ευρέως κυκλοφορήσει στη σοσιαλιστική διανόηση κυρίως από τον Lange,25 στον οποίο και παραπέμπει. Μολονότι ο Ζολώτας ήταν ενάντιος στην Μαρξιστική ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης, όπως και στον κομμουνισμό που εφαρμόσθηκε στην Ρωσία, οι βασικές του προτάσεις δεν παύουν να θυμίζουν τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ)  που είχε εφαρμόσει ο Λένιν (1921-8) αμέσως μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία.26 Όπως στην ΝΟΠ, έτσι και στο «δημιουργικό σοσιαλισμό», η μικρή ιδιοκτησία στη γεωργία, στο εμπόριο και στη βιομηχανία αφηνόταν να λειτουργήσει ελεύθερα, οι τιμές των προϊόντων τους καθορίζονταν σε ανταγωνιστικές αγορές, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις ειδικά σε σημαντικούς τομείς, όπως βιομηχανία μετάλλου, τράπεζες, συγκοινωνιακά μέσα, κλπ., ανήκαν και λειτουργούσαν υπό την άμεση εποπτεία του κράτους.
Αρκετές από τις παραπάνω ιδέες και προτάσεις, ο Ζολώτας τις χρησιμοποίησε στο διδακτικό του εγχειρίδιο Θεωρητική Οικονομική (1η εκδ. 1942, 2η εκδ 1944β), το οποίο επανέκδωσε το ίδιο έτος με το Δημιουργικό Σοσιαλισμό (1944α).  Εξετάζοντας τα δύο βιβλία παρατηρούμε ότι πολλά τμήματα του δεύτερου έχουν χρησιμοποιηθεί και στο πρώτο. Για παράδειγμα, ως προς τις μορφές  της οικονομικής οργάνωσης,  (1944α, 11-31  και αντίστοιχα 1944β,  91-109), τις αιτίες κρίσης της σύγχρονης οικονομίας (1944α, 45-63 και αντίστοιχα 1944β, 112-126), την αποταμίευση στο σοσιαλισμό (1944α, 185- 190 και 1944β,  778- 782), και τη σύγκριση της «κοινωνιστικής» με την «ατομιστική»  οργάνωση (1944α, 62-4, 1944β, 125-6).27 Με άλλα λόγια, ο Ζολώτας, με το εγχειρίδιό του (1944β), το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο  βασικής διδασκαλίας για την εκπαίδευση χιλιάδων Ελλήνων σπουδαστών, προσπάθησε  έστω και μαλακά να «περάσει»  τη θέση ότι, μια «κοινωνιστική» οργάνωση της οικονομίας,28 η οποία θα αφήνει κάποια ελευθερία στην εργασία και στην ιδιοκτησία, είναι ανώτερη του «κεφαλαιοκρατικού» τρόπου παραγωγής.
Μετά τον εμφύλιο, ο Ζολώτας άρχισε να αποστασιοποιείται από τις προαναφερθείσες ιδέες και προτάσεις και να επιστρέφει με τις δημοσιεύσεις του σε πιο ορθόδοξες θέσεις από την άποψη της κρατούσας οικονομικής θεωρίας. Χρονικό σημείο κορύφωσης αυτής της μεταστροφής, αποτελεί η έκδοση του εγχειριδίου του Παραδόσεις Θεωρητικής Οικονομικής το 1955. Αναφερόμενος σ’ αυτό ο Κουντούρης (2009,  66) αποφαίνεται ότι επρόκειτο για:

«Ένα πλήρες Νεοκλασικό εγχειρίδιο, η ύλη διατάσσεται ορθά, η κάθε είδους ιστορία εξαφανίζεται, μαζί της και η βιβλιογραφία, η όποια σοσιαλιστική επίδραση τελειώνει. Οι ιδέες νίκησαν, ο λαός έχασε, ο επιστήμονας κουράστηκε ή το πολιτικό κλίμα το επέβαλε;»

Στην  καθημερινή πρακτική όμως, ο Ζολώτας, δεν έπαψε ποτέ να προβάλλει την έντονη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, τουλάχιστον σε τρία θέματα: (α) στον έλεγχο και στην κατεύθυνση των επενδυτικών κεφαλαίων καθώς και την εκ μέρους του κράτους ενίσχυση μέσω διαφορικών επιτοκίων των επιχειρήσεων που το ίδιο θα είχε επιλέξει, (β) στον προγραμματισμό της οικονομίας από κάποια κεντρική αρχή, και (γ) στις διαρθρωτικές πολιτικές για την επιτυχία διάφορων επιδιώξεων.29 Ας δούμε με συντομία  τις θέσεις του σ’ αυτά τα θέματα.

Ως προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα
Ο Ζολώτας, ήταν υπέρ της νομισματικής σταθερότητας ήδη από τα τέλη  του 1930.30 Θεωρούσε όμως ότι η πιστωτική πολιτική μέσω μεταβολής της ποσότητας των πιστώσεων και ενός μεταβλητού κατά περίπτωση επιτοκίου, θα μπορούσε να στρέψει την ανάπτυξη διάφορων κλάδων στην πορεία που θα επιθυμεί η κεντρική αρχή.31 Ειδικότερα, ενώ από την μια μεριά ήταν υπέρμαχος της νομισματικής σταθερότητας δεχόμενος μόνο μικρές μεταβολές στην αξία του χρήματος ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις (1950, 83, 1964, 11, 22-3,52-5), από την άλλη,  πρέσβευε πως η κεντρική αρχή όφειλε με ποσοτικές και ποιοτικές διαφοροποιήσεις στην παροχή πιστώσεων, να ενθαρρύνει ή να αποθαρρύνει την επενδυτική δραστηριότητα (1950, 91-9, 1964, 68-9).32  Γι΄ αυτό υποστήριζε ότι η Νομισματική Επιτροπή, η οποία συστήθηκε το 1951, έπρεπε να στοχεύει: (α) στον έλεγχο του συνολικού όγκου των πιστώσεων και της κατανομής τους ανά κλάδο παραγωγής, και (β)  στην άσκηση διακριτικής πολιτικής επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων (1964, 76-7).33 Αναφερόμενος  στην πιστωτική πολιτική της περιόδου 1953-1963, η οποία βασίστηκε  στην επιλεκτική χορήγηση πιστώσεων και διαφορικών επιτοκίων ανά κλάδο και χρήση δανείων, την θεωρούσε ως ενδεδειγμένη για την οικονομική ανάπτυξη (1964, 87),34 αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η εφαρμογή κεντρικού σχεδιασμού στις επενδύσεις ανάλογα με τα κριτήρια και τις επιδιώξεις κάποιας κεντρικής αρχής, αντέφασκε με όσα δίδασκε στους φοιτητές με βάση τις Παραδόσεις Θεωρητικής Οικονομικής για τα οφέλη από την ελεύθερη λειτουργία των αγορών χρήματος και κεφαλαίου.

Ως προς τον προγραμματισμό της οικονομίας
Ο Ζολώτας, με σχετικό έργο του (1950), ασχολήθηκε με το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος και πρότεινε για την επίλυσή του τις δυνατότητες του προγραμματισμού από κάποια κεντρική αρχή. Εκκινώντας από την υπόθεση ότι «ανοργάνωτοι χώραι όπως η Ελλάς, έχουν μεγαλυτέραν ανάγκην διευθυνισμού και σχεδιασμού από τα εξελιγμένας και οργανωμένας» (1950, 58), ισχυριζόταν ότι με «σύμμορφο σχεδιασμό, δηλ. αυτού που τα μέτρα δεν έρχονται σε αντίθεση με τα κίνητρα των ατόμων και τον μηχανισμό των τιμών,  η Ελληνική οικονομία μπορεί να οδηγηθεί στην οικονομική ανάπτυξη» (1950, 56-7).  Ως παράδειγμα τέτοιου σχεδιασμού σε κλαδικό επίπεδο, θεωρούσε τη συγκέντρωση και τη διάθεση του ελαιόλαδου κάτω από την εποπτεία της κεντρικής αρχής (1950, 120), ενώ σε επίπεδο χώρας επικαλούνταν  το παράδειγμα του τετραετούς προγράμματος  ανασυγκροτήσεως το οποίο καταστρώθηκε το 1947 και υποβλήθηκε στην Washington. Στα πλαίσια αυτά, πρότεινε κυρίως την ίδρυση και ενίσχυση βιομηχανιών εντάσεως εργασίας και εγχώριων πρώτων υλών και αποθάρρυνσης της κατασκευής κατοικιών (1950, 123-33).
Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο και ίσως εκ του ότι εξανάγκασε τις πολεμικά εμπλεκόμενες χώρες να προγραμματίσουν και να κατευθύνουν το σύνολο των οικονομιών τους στην πολεμική προσπάθεια, αναπτύχθηκε μια έντονη τάση έμφασης στον προγραμματισμό («προγραμματολαγνεία»). Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη  ότι ο Ζολώτας όπως και άλλοι οικονομολόγοι ήταν υπέρ του προγραμματισμού της οικονομίας από κάποια κεντρική αρχή.35  Εξετάζοντας το ρόλο του κράτους στην ελεύθερη οικονομία, δεν του αρκούσε να παρεμβαίνει στην δημιουργία υποδομών και στον επηρεασμό προς κάποια κατεύθυνση των μηχανισμών της αγοράς. Πέραν αυτών, τόνιζε ότι  η επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης «δεν είναι δυνατή εάν ο ρόλος  του κράτους εντός της ελευθέρας οικονομίας περιορισθή εις τας ανωτέρω λειτουργίας. Προς τούτο είναι αναγκαίος και εις τα πλαίσια της ελευθέρας οικονομίας  συστηματικός οικονομικός προγραμματισμός» (1962, 13-4). Γι΄ αυτό, σε άλλο κείμενό του  (1964, 198-207),  διέθεσε αρκετές σελίδες για να δείξει  ότι: «Εις το κράτος ανήκει το έργον της καταρτίσεως του γενικού προγράμματος οικονομικής αναπτύξεως, η εκτέλεσις των έργων υποδομής… και η άσκησις καθοδογητικής επιρροής επί της ιδιωτικής οικονομίας» (1964, 199). Τόση ήταν η εμμονή του στις δυνατότητες του κεντρικού προγραμματισμού, ώστε μετά από μια εικοσιπενταετία επανήλθε για να περιγράψει  τις προβλέψεις του πενταετούς προγράμματος 1978-1982 (1978, 21). Πλέον αυτού,  η εμπιστοσύνη του στην ιδέα ότι η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος μπορούσε να επιτευχθεί μέσω κεντρικού προγραμματισμού, δεν τον εγκατέλειψε ακόμη και όταν έγινε πρωθυπουργός της οικουμενικής κυβέρνησης το 1989. Τότε,  διόρισε μια επιτροπή υπό τον Αγγελόπουλο  για την εκπόνηση μεσοπρόθεσμού προγράμματος (Ψαλιδόπουλος, 2008, 121).

Ως προς τις διαρθρωτικές πολιτικές
Για το Ζολώτα, η συμβολή του κράτους στην οικονομική ανάπτυξη δεν εξαντλούταν στη διαχείριση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στον κεντρικό προγραμματισμό. Περιλάμβανε επίσης, ένα μεγάλο εύρος διαρθρωτικών πολιτικών για την καθοδήγηση επιλεγμένων οικονομικών δραστηριοτήτων στην επιτυχία κάποιων επιθυμητών αποτελεσμάτων. Μερικά χαρακτηριστικά, αλλά καθόλου εξαντλητικά παραδείγματα,  είναι τα ακόλουθα:
Θεωρούσε ότι, λόγω των μεγάλων μεταβολών της κεφαλαιοκρατίας που έλαβαν χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο  Πόλεμο,  η οικονομική ανάπτυξη έπρεπε να κατευθύνεται  σε όλο και περισσότερες εθνικοποιημένους τομείς της οικονομίας, όπως των πρώτων υλών,  της ενέργειας, των συγκοινωνιών,  και των βιομηχανιών-κλειδιών (1953, 270).
Υποστήριζε έντονα τη δημιουργία οργανισμού βιομηχανικής ανάπτυξης μέσω του οποίου το κράτος θα διέθετε κεφάλαια για να ενισχύσει ορισμένους κλάδους και επιχειρήσεις, που έκρινε ότι πρέπει να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος για την ανάπτυξη της οικονομίας (1962, 30-7, 1976, 13-5).36
Πρότεινε να γίνονται εκ μέρους του κράτους ετήσια προγράμματα στην γεωργία που θα «κατευθύνουν τους παραγωγούς προς τα επιθυμητά προϊόντα» (1978, 37).
Για τον ρόλο του κράτους στην διαμόρφωση των τιμών, μολονότι αναγνώριζε ότι πρέπει να εξαλειφθούν οι αιτίες που προκαλούν ολιγοπωλιακές ή και μονοπωλιακές καταστάσεις στους κλάδους παραγωγής και διακίνησης αγαθών με την εξάλειψη των προνομίων και των επιδοτήσεων, εντούτοις ήταν πεπεισμένος ότι ο άμεσος έλεγχος των τιμών εκ μέρους του κράτους είναι το αποτελεσματικό μέτρο για την καταπολέμηση ατελώς ανταγωνιστικών καταστάσεων (1950, 117-8).
Ενόψει όλων των διοικητικών παρεμβάσεων που είχαν γίνει στην οικονομία,  κατά την άποψή του, η Ελλάδα είχε κάνει πολύ μεγάλα βήματα σε διαρθρωτικές μεταβολές που την έφερναν ολοταχώς εγγύτερα στις χώρες της ΕΕ (1978, 15).
Ο απλός πολίτης γνωρίζει σήμερα ότι είτε δεν έγιναν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, είτε αυτές που έγιναν απέτυχαν παταγωδώς.37

3.2 Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος
Τις ιδέες του Ζολώτα για ένα νέο σοσιαλιστικό σύστημα, που θα ταίριαζε καλά στην περίπτωση της Ελλάδας και θα μπορούσε να εφαρμοσθεί, τις συμμερίζονταν και υπερθεμάτιζε  ο Αγγελόπουλος. Φίλοι από τα νεανικά τους χρόνια (Αγγελόπουλος, 1986, 10), συνάδελφοι στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλη της Σοσιαλιστικής Ένωσης αμφότεροι, όπως και συνεκδότες από το 1931 του περιοδικού  Επιθεώρησις Κοινωνικής και Δημοσίας Οικονομικής (Ψαλιδόπουλος,  2008, 8), φαίνεται ότι επεδίωκαν κατ’ ελάχιστον τη διαμόρφωση ενός θεωρητικού πλαισίου της νέας σοσιαλιστικής οικονομίας.  Οι απόψεις του Αγγελόπουλου στο θέμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της Ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, συνέπιπταν με εκείνες του Ζολώτα σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό.38 Για παράδειγμα, και αυτός πρόσβλεπε σε μια οικονομία όπου η μεγάλη βιομηχανία και τα πιστωτικά ιδρύματα θα ανήκαν στο κράτος, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις στα άτομα (1945, 11, 67, 88-9, 94-7, 101).39 Η κατανάλωση και η επιλογή εργασίας θα προσδιορίζονταν με την βοήθεια ανταγωνιστικών αγορών, αλλά θα υπήρχε έλεγχος στην κατανάλωση και σχετική ισότητα ιδιοκτησίας μεταξύ των ατόμων (1945, 102-3, 120-3, 157-9). Θα υπήρχε κεντρικό  συμβούλιο προγραμματισμού της οικονομίας, το οποίο θα θέσπιζε τιμές στις οποίες θα προσαρμόζονταν οι  ανάγκες των ατόμων (1945, 136-7). Το κεντρικά ελεγχόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα κατηύθυνε τους κεφαλαιουχικούς πόρους στην οικονομία και θα ήλεγχε τις αποταμιεύσεις (1945, 152-3), κοκ.  Συνεπώς, περιττεύει να αναφερθούμε στις απόψεις του αναλυτικά, ίσως με μια εξαίρεση. Αυτή έχει να κάνει με την μεγάλη έμφαση που ο Αγγελόπουλος έβαζε στην σημασία του κεντρικού προγραμματικού ως μέσου πραγματοποίησης του «σοσιαλιστικού οράματος», όχι μόνο στο εν λόγω  βιβλίο αλλά και στις επιστημονικές και θεσμικές προσπάθειες που κατάβαλε κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν.40 Το 1959 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Προγραμματισμού, η οποία,  όπως ο ίδιος αναφέρει  (1986, 16), δημοσίευσε τις «Κατευθύνσεις ενός Πρώτου Δεκαετούς Προγράμματος Αναπτύξεως», και «προσπάθησα να επηρεάσω την οικονομική  πολιτική. Η τότε  Κυβέρνηση Καραμανλή, υπό την πίεση των πραγμάτων αναγκάσθηκε να υιοθετήσει τα πλαίσια ενός πενταετούς προγράμματος (1960-1964), πρόγραμμα που δεν εφαρμόσθηκε μεν, εισήγαγε όμως, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, την έννοια του Προγραμματισμού». Εκτός αυτού,  σύμφωνα με τους Ιωαννίδη,  Καλογήρου, Λυμπεράκη (1994), ως εκδότης του περιοδικού Νέα Οικονομία, που ίδρυσε το 1946  και κυκλοφόρησε μέχρι το 1967, τάχθηκε αταλάντευτα υπέρ μιας προγραμματισμένης οικονομίας με ευρύτατο δημόσιο τομέα, ή όπως εξηγεί ο Ιωαννίδης (2008), υπέρ ενός σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος στην οικονομία. Ο Γκιούρας (2008), παράλληλα, διαπίστωσε ότι όλο το γραπτό του έργο χαρακτηρίζεται από επίμονες προτροπές για την εισαγωγή πολιτικών προς την ίδια κατεύθυνση, ενώ οι διατάξεις περί κεντρικού προγραμματισμού της οικονομίας που πέρασαν στο Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσαν το επιστέγασμα και την κορύφωση της επιρροής του.
Το ερώτημα που γεννιέται ως προς τον Αγγελόπουλο είναι το εξής: Μετά την ταραγμένη δεκαετία του 1940 έκανε μεγάλους συμβιβασμούς στη οικονομική θεωρία και στην εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική όπως ο Ζολώτας; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής. Ο Αγγελόπουλος δεν προκύπτει ότι φιλοδοξούσε να συμβάλλει στην πρόοδο είτε της ορθόδοξης είτε της ετερόδοξης οικονομικής επιστήμης. Ούτε χρειάστηκε να κάνει συμβιβασμούς στον τομέα της εφαρμοσμένης οικονομικής πολιτικής,  γιατί η διεύρυνση του δημόσιου τομέα, ιδιαίτερα μετά το 1974, πρέπει να ξεπέρασε τις προσδοκίες του.

3.3 Κωνσταντίνος Τσάτσος
Ο Τσάτσος, φαίνεται να ήταν ο ιδεολογικοπολιτικός καθοδηγητής της Σοσιαλιστικής Ένωσης. Το 1952 δημοσίευσε το βιβλίο Ελληνική Πορεία: Πολιτικά Δοκίμια, στο οποίο, όπως δηλώνει στην εισαγωγή, αποζητούσε τον πολιτικό του προσανατολισμό (1952, 7). Σ’ αυτό έθετε  ως βάση της πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης που πρότεινε, την ελευθερία του ατόμου (1952, 52-3). Ταυτόχρονα όμως, το ακόλουθο εδάφιο αποκαλύπτει πόσο δογματικά ανένδοτος ήταν στους αυτοματισμούς της ελεύθερης οικονομίας και με πόση βεβαιότητα και πεποίθηση πρόβλεπε την πορεία των Δυτικών κρατών προς τον σοσιαλισμό:

«Οι πολλές  και συχνά ύποπτες  συνηγορίες υπέρ του σημαντικότατου παράγοντα της ατομικής πρωτοβουλίας δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε, ότι η οικονομία η σημερινή, με τη διεθνή της εξάρτηση, έχει ανάγκη από μιαν οργανωμένη καθοδήγηση. Δεν πρέπει να αφεθούμε πια στη σιγανή λειτουργία του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης. Η αποκατάσταση της ισορροπίας είναι απαραίτητο να γίνεται πιο γρήγορα, με την παρέμβαση του κρατικού παράγοντα. Αυτές οι αρχές, που έχουν γίνει πια συνείδηση σε όλον τον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης, οσοδήποτε και αν λάβωμε υπ΄ όψη μας την ιδιοτυπία της οικονομίας μας, ισχύουν και για μας. Όχι μόνο αυτό, αλλά θα έλεγα ότι, απεναντίας, το απείθαρχο του Έλληνα επιβάλλει η εποπτεία και η ρυθμιστική λειτουργία του κράτους να είναι στην Ελλάδα μεγαλύτερη από ότι είναι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες……… Το κράτος αν θέλομε να προκόψει η οικονομία αυτού του τόπου με γοργό ρυθμό, πρέπει να γίνει άξιο να εκπληρώσει αυτή του τη σπουδαία λειτουργία, αλλιώς από μόνη την ατομική πρωτοβουλία δεν πρέπει να περιμένομε την πρόοδο  που μπορεί και πρέπει να έχει η οικονομία αυτού του τόπου» (1952, 98).

Έτσι, έχοντας αναγάγει την ελευθερία του ατόμου σε κατά παραχώρηση δικαίωμα του κράτους (1952, 99),  επιχείρησε να εξηγήσει ποια ήταν για τον ίδιο το περιεχόμενο και τα όρια του «αδογμάτιστου» ή «φιλελεύθερου» σοσιαλισμού, όπως «ωνόμασαν άλλοι αρμοδιότεροι την τοποθέτηση αυτή» (1952,  101) και μάλλον υπονοούσε το Ζολώτα.
Ο Τσάτσος, ορίζει το σοσιαλισμό ως ένα σύστημα το οποίο ενοποιεί τη νομική κατοχύρωση των ελευθεριών του ατόμου με τα πνευματικά και αναγκαία υλικά αγαθά που κατ΄ αξία του ανήκουν (1952, 101-2). Ειδικότερα, οι βασικές παραδοχές για την κοινωνική και οικονομική οργάνωση που θεωρεί ως σοσιαλιστική και βρίσκεται πολύ μακριά από τον Μαρξισμό και τον κομμουνισμό (1952,  102),41 είναι οι παρακάτω:
Τα άτομα δεν γεννώνται ελεύθερα και δεν έχουν φυσικά δικαιώματα πέραν εκείνων που τους διανέμει η  πολιτεία (1952, 120).
Οι ελευθερίες που η πολιτεία παραχωρεί και σέβεται είναι: α) ο ελεύθερος χώρος της υλικής ζωής, β) η πνευματική ελευθερία, στην οποίαν περιλαμβάνεται και η ελευθερία της παιδείας, και γ) η πολιτική ελευθερία (1952, 138).  
Η πολιτεία παρέχει «ισότητα αφετηρίας και ισότητα βοήθειας για την εξέλιξη, δηλαδή ισότητα στην πνευματική και την υλική αρωγή, εις τρόπον ώστε, όσο το δυνατόν, να μικραίνουν τα περιθώρια της τύχης και να αυξάνουν τα περιθώρια όπου ο καθείς αμείβεται κατά την εργασία του και κατά την αξία του» (1952, 127).
Υφίσταται μια «πατερναλιστική» διακυβέρνηση όπου ο «ηγέτης», ως άλλος φιλόσοφος-βασιλιάς κατά τον Πλάτωνα, όχι μόνο διαθέτει ξεχωριστές και πολύπλευρες ικανότητες, αλλά δραστηριοποιείται για την ευημερία του  λαού (1952, 190-9).
Η πολιτεία διανέμει στο κάθε άτομο υλικά αγαθά ανάλογα, όχι με τις ανάγκες του, αλλά με την επίδοσή του (1952, 136).
Επειδή η φύση δεν δίνει ίσες δυνατότητες, δεν υπάρχει καμιά δύναμη η οποία να καταργήσει την ανισότητα μεταξύ των ατόμων. Γι’ αυτό συνιστά «να γίνει ό,τι είναι δυνατόν, του καθενός οι φυσικές δυνατότητες να αυξάνουν όσο παίρνει. Είναι όμως ηθικά αδιάφορο, αν το αποτέλεσμα θα είναι ισότητα» (152, 137).
Τα άτομα επιλέγουν την μορφή της εργασίας τους ελεύθερα, γιατί αν δεν έχουν αυτή την ευχέρεια παραβιάζεται το όριο της ελεύθερης δημιουργικότητάς τους (1952, 142).  
Η ύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων δεν συνυφαίνεται με την φύση του ατόμου και είναι δευτερεύον θέμα. Εντούτοις, στο όριο στο οποίο διατηρείται ιδιοκτησία στα υλικά αγαθά, δεν πρέπει να παραβιάζεται η αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης (1952, 142).
Απ’ αυτές τις παραδοχές, συνάγουμε ότι υπερασπιζόταν σθεναρά τη διαφορετικότητα στις εργασιακές επιλογές, στις αμοιβές, στην κατανάλωση, και γενικά σε όλες τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής που συναρτούνταν με την συμβολή των ατόμων στην  πρόοδο της πολιτείας. Αντιθέτως, οι Ζολώτας και Αγγελόπουλος  πρότειναν οι ανισότητες στα εισοδήματα, στην κατανάλωση, και στις άλλες υλικές διαστάσεις της διαφορετικότητας να περιοριστούν στο ελάχιστο, οπότε  οι ιδεολογικές διαφορές  τους με τον Τσάτσο ήταν αρκετά σημαντικές.  Γι΄ αυτό και  κρίνοντας από τα ανώτατα  κυβερνητικά αξιώματα που κατέλαβε  ο Τσάτσος, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι τελευταίοι πρέπει να αντιλήφθηκαν τους περιορισμούς που αντιμετώπιζε η ατζέντα τους και να συμβιβάστηκαν.
Εντούτοις, παρά την εξισορροπητική επίδραση που πιστεύουμε ότι άσκησαν οι ιδέες του Τσάτσου αναφορικά με τις επιδιώξεις του Ζολώτα και του Αγγελόπουλου, ο σοσιαλισμός που ο ίδιος υποστήριζε ήταν εξίσου ανελεύθερος. Οι λόγοι που μας οδηγούν σ’ αυτήν την αποτίμηση είναι οι εξής. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, ο Τσάτσος στο έργο του 1952 θεώρησε το ζήτημα της ιδιοκτησίας ως δευτερεύον. Επανήλθε όμως στο εν λόγω θέμα με το έργο του Πολιτική: Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας (1965).  Σ’ αυτό, μετά από μια σύντομη επισκόπηση των θέσεων της Μαρξιστικής άρνησης της ατομικής  ιδιοκτησίας και της καθολικής ιδιοκτησίας που πρεσβεύει η κλασική οικονομία (1965, 202-5), καταλήγει στην ακόλουθη διατύπωση:

«Η θέση απέναντι στο θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας και δη των μέσων παραγωγής θεωρείται το βασικό θέμα που διακρίνει την κοινωνική πολιτική του δυτικού και του ανατολικού κόσμου, και από το οποίο απορρέουν όλες οι άλλες διαφορές των οικονομικών των συστημάτων. Σύμφωνα με όσα εκθέσαμε, η θεωρητική αλήθεια γύρω από το θεσμό της ιδιοκτησίας βρίσκεται με το μέρος των ανατολικών…….. Σήμερα η ιδιοκτησία θεωρείται απλώς μια κοινωνική λειτουργία, ακόμη και στις χώρες που την προστατεύουν συνταγματικά καθώς και με πλήθος διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου…… Σήμερα η ιδιοκτησία  είναι απλώς ένας θεσμός χρήσιμος και επεκτείνεται όσο εκτείνεται η χρησιμότητά του» (1965, 207).

Όσον αφορά τις τελευταίες του λέξεις, ήδη είχε υποστηρίξει ότι η πολιτική  εξουσία όχι μόνο  είναι η πηγή της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά επιπλέον πρέπει να την διαθέτει, έτσι ώστε «η δημιουργικότητα  του κοινωνικού συνόλου να φθάσει στη μεγαλύτερη απόδοση» (1965, 200). Τις θέσεις του δε αυτές έναντι της ατομικής ιδιοκτησίας τις διατήρησε τουλάχιστον μέχρι την επανέκδοση του σχετικού βιβλίου του το 1975,42 δηλαδή όταν περατωνόταν υπό την καθοδήγησή του το σύνταγμα του 1975.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, δεχόμενος το διαχωρισμό των ατομικών ελευθεριών από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ο Τσάτσος άνοιξε διάπλατα το δρόμο να μπει ο σοσιαλισμός από την πίσω πόρτα και ο ίδιος μετατράπηκε σε αρνητή της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας. Αν χρειάζεται μια σημαντική ένδειξη για τις συνέπειες, επισημαίνουμε  το άρθρο 106 του συντάγματος του 1975, του οποίου ο Τσάτσος ήταν ένας εκ των κύριων συντακτών.43 Για το εν λόγω άρθρο, ο Μαυρογορδάτος (1988, 138) αποφαίνεται ότι:
«Ποτέ πριν δεν είχε δείξει μια συντηρητική αστική κυβέρνηση τέτοια περιφρόνηση για το απαραβίαστο της ατομικής ιδιοκτησίας».
Ως εκ τούτων,  με πνευματικούς ταγούς και ανώτατους πολιτειακούς και πολιτικούς παράγοντες όπως ο Ζολώτας και ο Τσάτσος, δεν αποτελεί έκπληξη ότι χάσαμε ως χώρα τον προσανατολισμό μας και φθάσαμε να ξαναγίνουμε παγκόσμιοι επαίτες προκειμένου να σωθούμε από τη χρεωκοπία.

4.  Το ανάχωμα του ρεαλιστικού φιλελευθερισμού
Η ατζέντα των Ζολώτα, Αγγελόπουλου και Τσάτσου για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας δεν ευοδώθηκε, τουλάχιστον όχι στην έκταση που το επιθυμούσαν και το επιδίωξαν.  Με τα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή και τα τεράστια ποσά οικονομικής βοήθεια που δαπανούσαν για την ανασυγκρότηση του Ελληνικού κράτους, είναι μάλλον προφανές ότι δεν θα άφηναν να εγκατασταθεί στη χώρα μας ένα καθεστώς Λενινιστικού τύπου. Αλλά από την σκοπιά μας, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εξηγήσουμε γιατί και πως η υλοποίηση της ατζέντας τους, με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος «δημιουργικού σοσιαλισμού» ανακόπηκε στην πράξη από τις ιδέες και τις προτάσεις ενός άλλου πρωταγωνιστή της εποχής, και συγκεκριμένα του Παναγή Παπαληγούρα. Ας δούμε σύντομα τη συμβολή του.
Από διάφορες ομιλίες και άρθρα του στον τύπο κατά την περίοδο 1946-1979, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Παπαληγούρας ήταν από τους πρώτους πολιτικούς που  πρόβαλε συγκροτημένη ιδεολογική αντιπαράθεση στις διάφορες εκδοχές του σοσιαλισμού που αναπτύσσονταν εκείνη την εποχή. Για παράδειγμα, αφού διαφοροποιήθηκε διακηρύσσοντας ότι υιοθετεί ένα φιλελευθερισμό «προσηρμοσμένον προς την σύγχρονον αποστολήν του κράτους και προς την διεθνή εξέλιξιν της τεχνικής», τον οποίο αποκάλεσε «ρεαλιστικόν φιλελευθερισμόν» (1953, 91),44 τον επόμενο χρόνο σε ομιλία του στην βουλή ως Υπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση του στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου εξειδίκευσε ότι:

«Τ’ απαρτίζοντα το πρόγραμμα της Κυβερνήσεως οικονομικά μέτρα- τινά των οποίων εκτίθενται σήμερον ενώπιον υμών- θα διέπωνται υπό οικονομικής ορθοδοξίας, την οποίαν οι κρίσιμοι μεταπολεμικοί καιροί απέδειξαν γονιμωτέραν και πρακτικωτέραν των οιωνδήποτε παρεμβατικών συστημάτων. Το σύγχρονον, άλλωστε, κράτος δεν είναι φιλελεύθερον υπό την παραδεδομένην έννοιαν του 19ου αιώνος, ούτε κοινωνικοπολιτικώς απαθές. Ο φιλελευθερισμός του στηρίζεται εις την πίστιν ότι αποτελεί κατ΄ ουσίαν το μόνον-υπό τας παρούσας συνθήκας της τεχνικής εξελίξεως- ρεαλιστικόν σύστημα όχι μόνον οικονομικής αλλά και βαθύτατα κοινωνικής πολιτικής» (1954, 109).45

Με βάση αυτές τις ιδεολογικές θέσεις και τα υψηλότατα υπουργικά αξιώματα τα οποία άσκησε τα χρόνια  που ακολούθησαν,46 η υποστολή της σημαίας των σοσιαλιστικών μανιφέστων από όσους προτιμούσαν να συνεργαστούν μαζί του, ήταν αναμενόμενη. Αλλά, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω, οι συγκεκριμένες  αναφορές του αποτελούσαν μάλλον προπέτασμα καπνού για να καλυφθούν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές, οι οποίες  στρέβλωσαν τη δομή της Ελληνικής οικονομίας για πολλές δεκαετίες. Για παράδειγμα, τόνιζε:

«Τον 19ον αιώνα δεν ήτο εις την πρόθεσιν οιουδήποτε κράτους να αναπτύξη οιανδήποτε περιοχήν. Συγκεκριμένως, το κράτος ενόμιζεν ότι έθετε μερικά γενικώτατα αφηφημένα πλαίσια και άφηνε να λειτουργούν απολύτως οι οικονομικοί νόμοι. Σήμερον δεν γίνεται αυτό ούτε εις τα κεφαλαιοκρατικά κράτη ούτε εις τα κράτη τα σοσιαλιστικά» (1960, 209).

«πιστεύω στην ελεύθερη οικονομία. Αλλά όχι βεβαίως στην ασύδοτη ελεύθερη οικονομία» (1977, 552),

Με άλλα λόγια, οι ιδέες και οι επιλογές οικονομικής πολιτικής του Παπαληγούρα μπορεί μεν να λειτούργησαν ως αναχώματα στη Σκύλα του «δημιουργικού σοσιαλισμού», πλην όμως οδήγησαν στη Χάρυβδη αρχικά του «ρεαλιστικού», κατόπιν του  «ριζοσπαστικού», και πιο πρόσφατα ενός άγνωστου (x)-φιλελευθερισμού, από τα δεινά της οποίας θα περάσουν δεκαετίες για να ξεφύγει η χώρα μας.

5. Ποιες ιδέες και πολιτικές επικράτησαν
Ο Παπαληγούρας, δεν έχανε ευκαιρία να τονίζει ότι οι αρχές που καθοδηγούσαν τις επιλογές της οικονομικής πολιτικής που ευαγγελίζονταν και προωθούσαν οι κυβερνήσεις στις οποίες συμμετείχε, ήταν οι ακόλουθες:
Η οικονομική πολιτική ήταν φιλελεύθερη όχι με την έννοια του 19ου αιώνα, αλλά με αυτή του 20ου που ενείχε μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση (1953, 91, 1954, 97).
Η παρεμβατική πολιτική του «ρεαλιστικού φιλελευθερισμού» αποσκοπούσε: (α)  σε κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής (π.χ. εγγειοβελτιωτικά), τα οποία θα μειώσουν το κόστος παραγωγής διαφόρων βιομηχανικών και αγροτικών μονάδων (1954, 98,  1960, 204-5), (β)  σε κρατικές επενδύσεις για να μειωθεί η ανεργία διαμέσου της ενίσχυσης της ζήτησης στο πλαίσιο της Κεϋνσιανής πολιτικής (1960, 201-1, 1960, 242-3),47 (γ) στην προσέλκυση  επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό (1960, 212, 1971, 444-6, 1974, 485, 1975, 492),48  και (δ) στην διαμόρφωση αναπτυξιακών περιφερειακών και κεντρικών προγραμμάτων, τα οποία έπρεπε να διαμορφώνονται από την πολιτική ηγεσία και όχι από ένα γραφειοκρατικό οργανισμό, όπως μεταλλάχτηκε το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών σε Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (1960, 243, 1964, 349).49
Η νομισματική πολιτική στόχευε στη σταθερότητα της αξίας του νομίσματος και διαμέσου του επιτοκίου στην ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας (1954, 102, 1955, 144, 1957, 165, 1960, 213,  1963, 293, 299) και στην διοχέτευση κεφαλαίων από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, κάτω από τον έλεγχο και τα κριτήρια κατανομής που αποφασίζει το κράτος (1954, 103).
Η δημοσιονομική πολιτική, έτεινε στην δημιουργία πλεονασματικών προϋπολογισμών, κυρίως με την πάταξη της φοροδιαφυγής (1954, 102-3, 105), για να χρηματοδοτούνται επενδύσεις υποδομής που μειώνουν το κόστος παραγωγής του ιδιωτικού τομέα, ενώ παράλληλα αποφευγόταν η δημιουργία ελλειμμάτων για την χρηματοδότηση καταναλωτικών αναγκών και διεύρυνσης του κράτους  πρόνοιας (1956, 147, 1957, 162, 1958, 185, 1963, 301, 1966, 403-5).50 Βάσει αυτής της θέσης του, άσκησε δριμεία κριτική στην πολιτική της Ένωσης Κέντρου που ήθελε τόνωση της ζήτησης με την αύξηση μισθών και επέκτασης της κοινωνικής πολιτικής, πολιτικές που θα αποστερούσαν πόρους από τις δημόσιες επενδύσεις (1962, 261, 1963, 322). Μάλιστα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολις (26/1/1964) τόνιζε τα εξής προφητικά:

«Eις τας παραμονάς των εκλογών του Νοεμβρίου, η Ένωσης Κέντρου ενόμισεν ότι ήλθεν η ώρα δια να είπη –και είπε- προς όλας τα τάξεις το μεγάλο ΝΑΙ. Ενώ επεβάλλετο προδήλως η έντασις της επενδυτικής προσπαθείας  τόσον εις τον ιδιωτικόν όσον και εις τον δημόσιον τομέα, το Κέντρο υπήρξαν ο μέγας προφήτης της καταναλώσεως. Δος ημίν σήμερον» (1964, 328).

Ήταν υπέρ της δημιουργίας δημοσίων  επιχειρήσεων  σε αντικατάσταση ιδιωτικών που λειτουργούσαν μονοπωλιακά στην αγορά (π.χ. ηλεκτρική ενέργεια), όπως επίσης και σε κλάδους της βιομηχανίας, όπου λόγω των τεράστιων κεφαλαίων που απαιτούνταν δεν προσφέρονταν από ιδιώτες επενδυτές (1954, 99).
Υιοθετώντας την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας που κυριαρχούσε στην Ευρώπη στις αρχές του 1960, υποστήριζε ότι η ανάπτυξη της χώρας θα πρέπει να στηριχθεί εκτός από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε κρατικές και μικτές συνεταιριστικές (1960, 202-3, 1975, 528-9),51 αλλά ταυτόχρονα θα έπρεπε να τεθούν  «σαφή σύνορα» για τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα των επιχειρήσεων (1960, 231-2).
Επεδίωκε μείωση των κρατικών παρεμβατικών ρυθμίσεων στο εξωτερικό εμπόριο (για να μην ενισχύονται μόνο με δασμολογικά μέτρα και επιδοτήσεις διάφορες βιομηχανικές  μονάδες)  και  την ενίσχυση της εξαγωγικής προσπάθειας (1955, 127, 1956, 144, 1960, 203). Αυτός είναι  ένας από τους λόγους, που από πολύ νωρίς ήταν υπερασπιστής της σύνδεσης της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα  (1957, 161) για την οποία ενεργοποιήθηκε ποικιλοτρόπως από το 1961 (1961, 245-253, 1971, 445, 1977, 605).
Στα πλαίσια των ανωτέρω γενικών αρχών και κατευθύνσεων, ο Παπαληγούρας, υιοθέτησε ο ίδιος ή επέτρεψε να εφαρμοστούν οικονομικές πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στη θεμελίωση μιας κρατικοδίαιτης και ανελεύθερης οικονομίας, στη δομή της οποίας εμφυτεύθηκε το σαράκι της σοσιαλιστικής καταστροφής.

6. Οι συνέπειες των ιδεών που επικράτησαν
Πολλοί αναγνώστες των παραπάνω,  σίγουρα θα διερωτηθούν. Μα είναι δυνατόν να ευθύνονται για την παρούσα τραγωδία της χώρας πολιτικές που υιοθετήθηκαν τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες; Αυτό ακριβώς είναι που επισημαίνουμε  με βάση τα ακόλουθα παραδείγματα:

Πρώτο παράδειγμα
Κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1950, ο Ζολώτας, ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος52 και άλλοι  συνεργάτες του, είχαν διαμορφώσει ένα σύστημα διαφορικών επιτοκίων μέσω του οποίου μετέτρεπαν τις αποταμιεύσεις των ασφαλιστικών ταμείων, τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών που κατατίθεντο στις εμπορικές τράπεζες και άλλους διαθέσιμους χρηματικούς πόρους, σε πιστώσεις και δάνεια προς κλάδους και δραστηριότητες που οι ίδιοι, με την σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων αρχών της πολιτείας, θεωρούσαν ότι συνέβαλλαν στην ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Την περίοδο μέχρι το 1974, η εν λόγω πιστωτική πολιτική φαινόταν και δεν υπάρχει λόγος να μην ήταν αναπτυξιακή. Όπως  γνωρίζουμε όμως, οι οικονομικές πολιτικές συνοδεύονται και από μη ηθελημένες συνέπειες,  οι οποίες εμφανίζονται πολύ αργότερα και πολλές φορές έχουν κόστος μεγαλύτερο από τα οφέλη των πολιτικών που υιοθετήθηκαν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μια από τις μη ηθελημένες συνέπειες ήταν, π.χ. ότι δεν επέτρεψε στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων να αυξηθούν με τους ρυθμούς της ανάπτυξης που επιτεύχθηκαν τότε, οπότε συνέβαλλε στο τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα.
Το 1974, και για λίγους μήνες πριν γίνει Υπουργός Συντονισμού, ο Παπαληγούρας, ανέλαβε Διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έτσι, επ’ ευκαιρία της ομιλίας του στην γενική συνέλευση των μετόχων στις 23/9/1974, μεταξύ των άλλων, έκανε και μια αποτίμηση της πιστωτικής πολιτικής. Η τοποθέτησή του  (1974, 472-3), ήταν ότι, ενώ τα προηγούμενα χρόνια ήταν δικαιολογημένη, η πιστωτική πολιτική που εφαρμοζόταν, έπρεπε να καταργηθεί, γιατί καθώς βασιζόταν σε ειδικευμένους κανόνες, ρυθμίσεις, ελέγχους, ευνοϊκές χρηματοδοτήσεις κάποιων επιχειρήσεων και διαφορικά επιτόκια, δεν ήταν πλέον αποτελεσματική και στρέβλωνε την δομή της οικονομίας.
Κατά τα ειωθότα, η έκθεση που παρουσίασε ο Παπαληγούρας σ’ εκείνη τη γενική συνέλευση των μετόχων πρέπει να συντάχθηκε υπό την εποπτεία του  Δ. Χαλικιά, ο οποίος ήταν Οικονομικός Σύμβουλος. Συνεπώς, στις 23/9/1974 στην τεχνική και στην πολιτική ηγεσία της κεντρικής τράπεζας, υπήρχε ομοφωνία ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα έπρεπε να απελευθερωθεί γιατί έβλαπτε την οικονομία της χώρας. Μετά όμως από λίγους μήνες,  διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέλαβε και πάλι ο Ζολώτας, οπότε όπως θα αναμενόταν απ’ όσα εκθέσαμε προηγούμενα για τις απόψεις του, η κατανομή των πιστώσεων παρέμεινε θεσμικά δέσμια στους μηχανισμούς του κεντρικού ελέγχου και προγραμματισμού που ο ίδιος είχε εισάγει την δεκαετία του 1950. Ο Παπαληγούρας, ως Υπουργός Συντονισμού, ξέχασε τις επισημάνσεις του για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.  Ο Χαλικιάς, ως οικονομικός σύμβουλος στην Τράπεζα της Ελλάδος  συνέχισε να επιμένει ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα στρέβλωνε θεμελιακά την κατανομή του κεφαλαίου στην χώρα μας (Halikias, 1978, 55). Λίγοι οικονομολόγοι την εποχή εκείνη,  μετρούμενοι στα δάκτυλα το ενός χεριού διατύπωναν στις δημοσιεύσεις τους την σφοδρή τους αντίθεση τους απαράδεκτους μηχανισμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος για χώρα που φιλοδοξούσε να γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίποτε, κανένας από τους υπεύθυνους δεν άκουγε και αν άκουγε δεν έκανε τίποτε.
Το 1981 με την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, άνοιξε ο δρόμος και μετά τον Γ. Αρσένη,  Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έγινε το 1982 ο Χαλικιάς. Γνωρίζοντας τις απόψεις που από χρόνια και συστηματικά διατύπωνε για την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού σύστημα,  αναμενόταν  ότι σύντομα θα έκανε κάποια κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση. Αυτό συνέβη πέντε χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1987. Ήταν όμως  τέτοια η αντίδραση από το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο που, όπως αναφέρει ο Νικολάου (2008,186), η μεταρρύθμιση δεν θα προχωρούσε αν ο Χαλικιάς δεν απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης του Πρωθυπουργού Ανδρέα Γ. Παπανδρέου. Δυστυχώς, ενώ η μεταρρύθμιση πέρασε και το χρηματοπιστωτικό σύστημα απελευθερώθηκε, οι βαθιές στρεβλώσεις που είχαν προκαλέσει στην οικονομία οι διοικητικοί μηχανισμοί της πιστωτικής πολιτικής του Ζολώτα συνέχισαν να κυριαρχούν, γιατί όπως έχει δείξει η εμπειρία, στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία άπαξ και εισαχθούν θεσμοί γύρω από τους οποίους διαπλέκονται μεγάλα επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα, αυτονομούνται και  δεν καταργούνται εύκολα.

Δεύτερο παράδειγμα
Μεταπολεμικά, η παραπάνω τάση,  έλαβε τη μορφή της «άδειας σκοπιμότητας» και στοίχειωσε κυριολεκτικά τη δομή της Ελληνικής οικονομίας. Οι γνωστές περιπτώσεις επιχειρήσεων οι οποίες για να προστατευθούν από τον δυνητικό ανταγωνισμό, κατέφευγαν στις καλές υπηρεσίες της διοίκησης, ώστε οι κλάδοι τους να κηρυχτούν «κεκορεσμένοι» και να μην εισέλθουν νέοι ανταγωνιστές είναι λίγες γιατί πρόκειται για διαδικασίες αδιαφανείς και ανομολόγητες. Αλλά, οι επιχειρηματίες, οι οποίοι προσπάθησαν μεταπολεμικά να εισέλθουν και να κάνουν επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους  και απέτυχαν γιατί δεν έλαβαν την περιπόθητη «άδεια σκοπιμότητας», πρέπει να αριθμούν χιλιάδες. Γι’ αυτό, δηλαδή για την πολιτική των αδειών σκοπιμότητας, οι υποστηρικτές του οποιουδήποτε x-φιλελευθερισμού  οφείλουν να δώσουν εξηγήσεις και να απολογηθούν, γιατί ο λογαριασμός για τα δεινά που προκάλεσαν παραμένει ακόμη ανεξόφλητος.
Για τους αναγνώστες, οι οποίοι θα μπουν στον πειρασμό να θεωρήσουν ότι υπερβάλουμε, θέλουμε να προσθέσουμε τα εξής. Η «άδεια σκοπιμότητας» που ο Ζολώτας «εφεύρε» για να ρυθμίσει τον ανταγωνισμό στην βιομηχανία, στο διάβα των μεταπολεμικών δεκαετιών, επεκτάθηκε και στα επαγγέλματα. Αυτή η επέκταση δεν έγινε βέβαια με το αζημίωτο ούτε για τους πολιτικούς, ούτε τους δραστηριοποιούμενους σ’ αυτά. Αλλά, η μείωση της υλικής ευημερίας των πολιτών, ως καταναλωτών των υπηρεσιών όλων των επαγγελμάτων, ήταν μόνιμη και σημαντική. Γι΄ αυτό και  δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι τεχνοκράτες εκπρόσωποι των πιστωτών της χώρας μας ζήτησαν και η κυβέρνηση υποχρεώθηκε πριν λίγες ημέρες να προχωρήσει στην απελευθέρωση πάνω από 100  επαγγελμάτων. Και όλα αυτά, ενώ υπήρχαν ειδικές μελέτες, όπως του  Μπήτρου  (1985), ο οποίος  ανέδειξε τις συνέπειες των παρεμβάσεων της διοίκησης στις αγορές κατά τρόπο που δεν επιδέχεται διφορούμενων ερμηνειών. Οι διοικητικές παρεμβάσεις συνοδεύονται από μη ηθελημένες συνέπειες, το κόστος των οποίων είναι στο διάβα του χρόνου πολλαπλάσιο των ωφελειών  που προκαλούν. Γι’ αυτό κάθε διοικητική ρύθμιση, πρέπει να εξετάζεται αν αυξάνει τον έμπρακτο και το δυνητικό ανταγωνισμό στις αγορές. Σε αντίθετη περίπτωση, η μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας που επικαλούνται οι υποστηρικτές του όποιου φιλελευθερισμού απαιτεί  να αποφεύγονται.

Τρίτο Παράδειγμα
Σύμφωνα με όσα εκθέσαμε στο τμήμα 3.1, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Ζολώτας (1936) πρέσβευε ότι οι πολιτικές στον τραπεζικό κλάδο έπρεπε να οδηγούν σε συγκέντρωση των αποταμιεύσεων και η ροή των πιστώσεων να γίνεται προς επιλεγμένους κλάδους και με επιτόκια τέτοια ώστε να ενθαρρύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, ενόψει της πιθανότητας ο εμφύλιος που διαφαινόταν στο ορίζοντα να κλίνει  υπέρ των κομμουνιστών,  ο Ζολώτας (1944α) τάχθηκε υπέρ της απόλυτης συγκέντρωσης του τραπεζικού κλάδου κάτω από την ιδιοκτησία και διαχείριση του κράτους. Τέλος, από το γεγονός ότι προκάλεσε την αναδημοσίευση  του συγκεκριμένου  βιβλίου του, η οποία κατά την επιθυμία του έγινε μετά το θάνατο του, καθώς και τις σκέψεις που διατυπώνει στο πρόλογο Α.  Μακρυδημήτρης,  αντιλαμβανόμαστε ότι ο Ζολώτας δεν απαρνήθηκε ποτέ  τις ανωτέρω ιδέες και προτάσεις του.53    Συνεπώς,  για μας δεν αποτελεί έκπληξη ότι σε όλη τη σταδιοδρομία του ως κεντρικός τραπεζίτης εργάστηκε  συστηματικά υπέρ της εκρίζωσης κάθε μορφής ανταγωνισμού στον τραπεζικό κλάδο, και όχι μόνο. Για όσους αμφιβάλλουν, προτείνουμε να λάβουν υπόψη τους τα ακόλουθα δεδομένα.
Ο Ζολώτας ήταν Υπουργός Συντονισμού στην υπηρεσιακή κυβέρνηση η οποία έκανε τις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952. Η κυβέρνηση Παπάγου που προέκυψε απ’ αυτές τις εκλογές στις αρχές του 1953, προχώρησε σε αναγκαστική συγχώνευση της Τράπεζας Αθηνών, η οποία λειτουργούσε με επιτυχία από το 1893, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.  Από τη συγχώνευση των δύο μεγάλων ανταγωνιστικών τραπεζών, προέκυψε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και Αθηνών. Σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο Σπ. Μαρκεζίνης, Υπουργός Συντονισμού στη κυβέρνηση Παπάγου, στόχος της συγχώνευσης ήταν η εξυγίανση του εθνικού τραπεζικού συστήματος. Αλλά,  επρόκειτο για πρόσχημα γιατί το μερίδιο της νέας τράπεζας στις αρχές της δεκαετίας του 1950 πολύ πιθανά ξεπερνούσε το 80% της τραπεζικής αγοράς και φυσικά δεν ήταν δυνατή καμιά εξυγίανση με την εξαφάνιση του ανταγωνισμού.  Αντιθέτως, θεωρούμε  ότι οι πραγματικοί λόγοι γι’ αυτήν τη συγχώνευση πρέπει να αναζητηθούν στις προαναφερθείσες ιδέες και προτάσεις του Ζολώτα, ο οποίος το 1956 ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος συγκατένευσε ώστε να εξαφανιστεί από τον τίτλο της νέας τράπεζας η αναφορά στην πάλαι ποτέ Τράπεζα Αθηνών.
Ενισχυτικές της εκτίμησής μας ότι ο Ζολώτας έπαιξε κομβικό ρόλο στη συγχώνευση είναι ακόμη δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με το γεγονός ότι, με την ανάδειξή του σε Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος το 1955, έβαλε με τους συνεργάτες του σε εφαρμογή τα πρώτα νομισματικά προγράμματα. Όπως εξηγήσαμε στο τμήμα 3.1, μ’ αυτά καθόριζαν διοικητικά όλα τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων, καθώς και τα ανώτατα όρια των δανείων για διάφορες χρήσεις που οι επί μέρους τράπεζες μπορούσαν να χορηγήσουν. Επομένως, τους ήταν πολύ ευχερέστερο να ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα μέσω μιας οιονεί δημόσιας τράπεζας που διαχειριζόταν ένα τόσο μεγάλο ποσοστό των τραπεζικών δραστηριοτήτων, παρά δύο τράπεζες, εκ των οποίων η μια ήταν ιδιωτική. Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι δεν βγήκε να καταγγείλει δημόσια ότι με τη συγχώνευση δημιουργείτο ένα ολιγοπώλιο το οποίο επρόκειτο να καταπνίξει κάθε μορφή ανταγωνισμού στον τραπεζικό κλάδο. Κανονικά, αν είχε απαρνηθεί τις ιδέες που υποστήριζε στα βιβλία του ο Ζολώτας (1936, 1944α) για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, και πίστευε πλέον ως βάσιμα όσα δίδασκε στους φοιτητές μέσω του εγχειριδίου  του (1955), θα έπρεπε να είχε ξεσπαθώσει κατά της εν λόγω συγχώνευσης.
Αλλά αν κάποιος αναγνώστης αμφιβάλλει ότι πάγιος στόχος του Ζολώτα ήταν η εξάλειψη του ανταγωνισμού  και η κεντρική διεύθυνση του τραπεζικού συστήματος, υπερεπαρκεί να θυμηθούμε τη περίπτωση της  εθνικοποίησης του δυναμικού συγκροτήματος της Εμπορικής Τράπεζας το 1975.  Γι’ αυτήν έχουμε ακούσει πολλά και διαβάσει περισσότερα. Η σχετική ιστορία γράφτηκε από τους κρατικιστές και τους συνοδοιπόρους τους και είναι λογικά διάτρητη. Δεν πιστεύουμε ότι οφειλόταν σε προσωπικές εχθρότητες μεταξύ του Ανδρεάδη και του Καραμανλή. Ούτε  βρίσκουμε πειστική την εξήγηση ότι ο Καραμανλής αποφάσισε  να κρατικοποιήσει αυτό το μεγάλο και ανερχόμενο τραπεζικό και βιομηχανικό όμιλο, γιατί ο Ανδρεάδης είχε διαπράξει κάποιες παρανομίες. Κατά την άποψή μας,  η επικρατέστερη ερμηνεία είναι ότι η Εμπορική Τράπεζα, όντας λίαν ανταγωνιστική, διέβρωνε ταχύτατα το μερίδιο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και υπέσκαπτε έτσι την ατζέντα της «Σοσιαλιστικής Ένωσης»,  στην οποία ο Ζολώτας και ο Καραμανλής που πρωτοστάτησαν στην εθνικοποίηση ήταν αμφότεροι μέλη.54 Φυσικά το αποτέλεσμα ήταν να καταπνιγεί και πάλι ο έμπρακτος ανταγωνισμός55 και να αποκατασταθεί η κεντρική διεύθυνση του τραπεζικού συστήματος μέσω των διοικήσεων που διορίζονταν από το δημόσιο.  Λίγο πολύ, και παρά την απελευθέρωση που έλαβε χώρα το 1987, η ολιγοπωλιακή διάρθρωση του τραπεζικού συστήματος δεν άλλαξε σημαντικά, όπως δείχνουμε στο βιβλίο μας Μπήτρος, Καραγιάννης (2011, κεφ. 11,12).

Τέταρτο παράδειγμα
Όπως είδαμε παραπάνω, οι υποστηρικτές του «δημιουργικού» ή «φιλελεύθερου» σοσιαλισμού υποστήριζαν ότι η μεγάλη βιομηχανία έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια του κράτους. Την πολιτική αυτή εφάρμοσε σε σημαντικό βαθμό η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον   Καραμανλή μετά το 1974. Όπως ο ίδιος  επισήμανε σε δήλωση που έκανε στις 29/9/1974: «Η ελευθέρα οικονομία στην οποία πιστεύει [η Νέα Δημοκρατία], δεν ημπορεί να αποκλείσει την διεύρυνση του οικονομικού τομέως τον οποίο ελέγχει το Κράτος» (αναφ.  Χατζηβασιλείου, 2010, 488). Επίσης, μετά από  δύο μήνες στην Βουλή, δήλωσε ότι: «επιβάλλεται, όπου συμφέρει κοινωνικά και οικονομικά, η ανάληψη οικονομικών και μάλιστα επενδυτικών πρωτοβουλιών από το ίδιο το Κράτος, ακόμα και στον τομέα της βιομηχανίας» (αναφ.  Χατζηβασιλείου, 2010, 489).
Γι΄ αυτό και η  οικονομική πολιτική της ΝΔ όλο και στρεφόταν προς την εντονότερη κρατική παρέμβαση με πιο ενεργή συμμετοχή του κράτους στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Μάλιστα, ο Υπουργός Οικονομίας Αθανάσιος Κανελλόπουλος (1978-80), δίνει ακριβώς αυτό το στίγμα. Αναγνωρίζει ότι οι κρατικές επιδοτήσεις είναι και υψηλού κόστους και διαστρέφουν  τα κίνητρα των ατόμων. Όπως υπολογίζει, οι διάφορες επιδοτήσεις  παραγωγής και κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών εκ μέρους του κράτους από το 1.5% περίπου του ΑΕΠ που ήταν το 1974 διπλασιάσθηκαν το 1978 (Κανελλόπουλος, 1980,  89).  Σε αντικατάσταση αυτού του συστήματος, προτείνει (1980,  177) να γίνει το κράτος πιο ενεργός παραγωγός: «Σε πολλές περιπτώσεις θα παρίσταται ανάγκη δυναμικότερης προώθησης της αναπτυξιακής διαδικασίας και δημιουργικής παρέμβασης του κράτους πέρα από τη λογική της αγοράς ή και εναντίον της καθώς και πιο θαρραλέας αντικατάστασης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από δημοσίους φορείς, που σημαίνει  παράλληλα και αντικατάστασης του συστήματος επιδοτήσεων που αυξάνουν το κοινωνικοοικονομικό κόστος». Σε τι διέφερε συνεπώς η οικονομική πολιτική της ΝΔ με εκείνη του ΠΑΣΟΚ; Η μόνη ουσιαστική διαφορά ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ ήθελε τις δημόσιες επιχειρήσεις να είναι κοινωνικοποιημένες, ενώ η ΝΔ να είναι επιχειρήσεις «κοινής ωφέλειας».

Συμπεράσματα  
Η λεγόμενη Ελληνική «δεξιά» με ηγέτη τον Καραμανλή διακυβέρνησε τη χώρα την κρίσιμη οκταετία 1955-1963, υιοθετώντας μια οικονομική  πολιτική  της οποίας κύριο χαρακτηριστικό ήταν η εκ των άνω προωθητική κατεύθυνση του οικονομικού συστήματος.  Έχουν γραφεί πολλά για τα καινοφανή χαρακτηριστικά της, αλλά δεν έχουν διερευνηθεί οι βάσεις της διαμέσου των ιδεών και των αρχών που είχαν για την οικονομία κάποιοι από τους πρωταγωνιστές της που βρίσκονταν πολύ κοντά στον Καραμανλή. Οι σημαντικότεροι που διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των στόχων και των επιδιώξεών του, ήταν κατά κύριο  λόγο ο  Ζολώτας,  ο  Τσάτσος και ο  Παπαληγούρας, ενώ  σε μικρότερη έκταση –και εμμέσως– ο  Αγγελόπουλος και κυρίως ως προς την ανάγκη κεντρικού προγραμματισμού της οικονομίας.  Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι τρεις πρώτοι και ο ίδιος ο Καραμανλής ήταν από τους ιδρυτές και βασικά στελέχη της «Εταιρείας Σοσιαλιστικών Μελετών»56 ή κατά τον Αγγελόπουλο «Σοσιαλιστικής Ένωσης».57
Στην παρούσα εργασία, συνοψίσαμε τις ιδέες και τις προτάσεις τους για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, καθώς και την επιρροή που άσκησαν μέσα από τα αξιώματα που κατέλαβαν σε καίριες πολιτικές και ακαδημαϊκές θέσεις. Με βάση τα όσα βρήκαμε από την έρευνά μας και εκθέσαμε πιο πάνω, θεωρούμε ότι οι οικονομικές εξελίξεις σημαδεύτηκαν μεταπολεμικά στο μεν μέτωπο της οικονομίας από τον Ζολώτα και τον Παπαληγούρα, στο δε μέτωπο της συνταγματικής τάξης από τον Τσάτσο. Όσον αφορά το Αγγελόπουλο, η άποψή μας είναι ότι η επιρροή που άσκησε δεν ήταν αποφασιστική, αν και εμμέσως με την προσήλωσή του στον προγραμματισμό της οικονομίας φαίνεται ότι επηρέασε τον Ζολώτα και αυτούς που διακυβέρνησαν τη χώρα προς αυτήν την κατεύθυνση.58 Εάν όμως έπρεπε να επιλέξουμε  έναν οικονομολόγο ο οποίος να επηρέασε κυρίως αρνητικά με τις ιδέες, τις προτάσεις, τις αποφάσεις, τις διασυνδέσεις, και γενικά την επιρροή του, θα λέγαμε ότι αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από το Ζολώτα για τρεις λόγους. Πρώτο, γιατί ακόμη και όταν οι ιδέες και οι προτάσεις του περί του «δημιουργικού σοσιαλισμού» αποδείχθηκαν εσφαλμένες από την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού,59 ο ίδιος συνέχισε ανένδοτα να πιστεύει ότι οι τάσεις που παρατηρούσε το 1943 θα επανέλθουν και θα μονιμοποιηθούν στο μέλλον, ώστε οι δημοκρατίες θα οδηγηθούν νομοτελειακά και οριστικά σε μια κατάσταση απισχνούμενων ή ανύπαρκτων ατομικών ελευθεριών και κεντρικά διευθυνόμενων οικονομιών. Δεύτερο, γιατί από τις κορυφαίες θέσεις που ανέλαβε, εισήγαγε διοικητικές ρυθμίσεις και διαδικασίες οι οποίες στρέβλωσαν για πάρα πολλές δεκαετίες τη δομή της Ελληνικής οικονομίας. Και, τρίτο, γιατί κατάφερε ώστε οι νικητές του εμφυλίου, οι οποίοι πρόσβλεπαν στην ανοικτή κοινωνία και στην ελεύθερη οικονομία, στο τέλος να ενδώσουν και να συμβιβαστούν με το κακέκτυπο του «δημιουργικού σοσιαλισμού» στο οποίο μεταβλήθηκε η Ελληνική οικονομία μεταπολεμικά. Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται η διαπίστωση ότι ο φιλελευθερισμός στη χώρα μας δεν απέκτησε ποτέ ρίζες και δυναμική που να κατευθύνουν συνειδητά τους κυβερνώντες και να πείσουν τους πολίτες. Στην ίδια διαπίστωση  έχουν καταλήξει και άλλοι ερευνητές προσεγγίζοντας την ανάλυση από διαφορετική σκοπιά ( βλ. πχ. Δραγούμης,  1992,  κεφ. V, Σταθάκης, 2007).
Μοιραίος για τους νικητές του εμφυλίου αποδείχθηκε επίσης ο Παπαληγούρας. Πιθανολογούμε ότι βοήθησε ώστε η ατζέντα των Ζολώτας, Τσάτσος και Αγγελόπουλος να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου, στο βαθμό που συνέβαλλε σ’ αυτό το αποτέλεσμα, ίσως να έσωσε τη χώρα από τα χειρότερα και αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί. Ακόμη, θεωρούμε ότι είναι απολύτως δίκαιο να αναγνωρίσουμε τη μεγάλη συμβολή του Παπαληγούρα στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1955-1963. Αν και δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα της φοροδιαφυγής, διαχειρίστηκε τα οικονομικά του δημοσίου με σωφροσύνη. Αλλά η ευθύνη  του για το φιλελεύθερο περιτύλιγμα με το οποίο πέρασαν στους νόμους, στους θεσμούς, στις αξίες και εν τέλει στη νοοτροπία και στη συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτών, τις πλέον οπισθοδρομικές διατάξεις και πρακτικές της σοσιαλιστικής συνταγογραφίας, είναι πολύ σημαντική για τρεις λόγους: Πρώτο, γιατί κατά την περίοδο 1955-1963,  που ο ίδιος ορθοτομούσε τα όρια του «ρεαλιστικού φιλελευθερισμού», πέρασε στις πολιτικές των κυβερνήσεων στις οποίες συμμετείχε ένα πολύ μεγάλο μέρος από τις ιδέες και τις προτάσεις των υποστηρικτών του «δημιουργικού σοσιαλισμού».60 Δεύτερο,  γιατί δεν αντιλήφθηκε ότι με την αντικατάσταση των αυτοματισμών της οικονομίας από διοικητικές ρυθμίσεις, περιορισμούς και ελέγχους, έμπαιναν οι βάσεις για τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις στην κατανομή των πόρων, και ιδιαίτερα του κεφαλαίου, που παρατηρούνται σήμερα. Τέλος, τρίτο,  γιατί όταν το 1974 αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, αντί να πρωτοστατήσει για βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση του ανοίγματος των αγορών στον ανταγωνισμό, κινήθηκε ακόμη αριστερότερα υιοθετώντας θέσεις υπέρ του  κεντρικού και περιφερειακού προγραμματισμού. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς το λόγο θεώρησε δικαιολογημένη τη μετάβαση των κυβερνήσεων Καραμανλή της περιόδου 1974-1980 από το «ρεαλιστικό» στο «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό».
Ο Τσάτσος, ευθύνεται  ιδιαίτερα για το Σύνταγμα του 1975. Ήταν συντάκτης του και έπρεπε να γνωρίζει ότι, περιορίζοντας  τα περιουσιακά δικαιώματα, παραχωρώντας στο κράτος το  δικαίωμα να παρεμβαίνει μέχρι προγραμματισμού στην οικονομία, αναγνωρίζοντας πληθώρα δικαιωμάτων στους πολίτες να απαιτούν διάφορες παροχές από το κράτος, κλπ.,  το σύνταγμα που πρότεινε ήταν για μια χώρα που φιλοδοξούσε να βρίσκεται πλησιέστερα στις χώρες του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού παρά να ενσωματωθεί στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σύνταγμα αυτό, το οποίο δικαιολογεί πλήρως την κατηγορία ότι η «δεξιά» στην Ελλάδα κατατρύχεται από «σοσιαλμανία», βρίσκεται στην βάση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα μας και γι’ αυτό πρέπει το συντομότερο να αντικατασταθεί με ένα σύνταγμα που θα προάγει το όραμα της ανοικτής κοινωνίας και της ελεύθερης οικονομίας.
Για να κλείσουμε, θεωρούμε ότι η λεγόμενη «δεξιά» στην χώρα μας, μετά το  εμφύλιο πόλεμο, ανέπτυξε το πρότυπο της έντονης κρατικής παρέμβασης το οποίο το ΠΑΣΟΚ επεξέτεινε ακόμη περισσότερο, ενώ η Αριστερά επιδίωκε μια κομμουνιστική κοινωνία Σοβιετικού τύπου (ΚΚΕ) ή πιο χαλαρά ελεγχόμενης εκ των άνω οικονομίας (ΚΚΕ εσωτερικού και ΣΥΡΙΖΑ). Ως εκ τούτων, ο ελληνικός λαός δεν είχε επιλογές άλλες που να μετέβαλλαν τους ορίζοντές του, παρά μόνο αυτές του «κρατικισμού». Στην χώρα που γεννήθηκε η ελευθερία του ατόμου και τα δημοκρατικά ιδεώδη, έμελε να καθιερωθεί η «τυραννία» της κεντρικά διευθυνόμενης κοινωνίας και οικονομίας, η οποία μας οδήγησε στα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

 Οι σημειώσεις και η εκτενής βιβλιογραφία βρίσκονται στο PDF ( “κατεβάστε το” ).

πηγή: Αντίφωνο

5 Σχόλια

  1. Αξιότιμοι κ. Μπήτρο και Καραγιάννη,

    Συμφωνώ απόλυτα με την πολιτική και ιδεολογική ανάλυση που κάνατε πραγματοποιώντας και την ανάλογη ιστορική αναδρομή που συμβάλλει καίρια στην κατανόηση των επιχειρημάτων σας.
    Επειδή, λοιπόν, ασπάζεστε και υιοθετείτε τις φιλελεύθερες ιδέες (όπως και εγώ), θέλω να σας επισημάνω κάτι που πρέπει να λαμβάνουμε πάντοτε υπόψιν εμείς οι συνεπείς φιλελεύθεροι, όταν διαπραγματευόμαστε ιδέες για την ελευθερία και τη θεμελιώδη λειτουργία της στην κοινωνική συγκρότηση μιας εμπράγματης πολιτείας.
    Ένας πολιτικός φιλόσοφος ή ένας πολιτικός επιστήμων όταν ολοκληρώνει μία πραγματεία που προτάσσει ως πολιτική λύση μία εκδοχή φιλελευθερισμού, αυτή η πολιτική του θέση ή αναφορά, γενικότερα, θα πρέπει να διέπεται από προτάγματα και θεμέλια που να στηρίζονται όχι μόνο στις οικονομικές δομές μιας κοινωνίας, αλλά και σε πολιτιστικές και πνευματικές παραμέτρους.
    Με λίγα λόγια, ο οικονομικός φιλελευθερισμός από μόνος του, χωρίς αναφορές σε κοινωνικά, πνευματικά και πολιτιστικά ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο, δεν μπορεί να προωθήσει την ιδέα ουσιαστικά της ελευθερίας μέσα σε μία κοινωνία ούτε να εκφράσει και να καλύψει το σύνολο του ανθρώπινου είναι και γίγνεσθαι.
    Ο άνθρωπος δεν είναι ένα δεδομένο κοινωνικό ον, αλλά μία σύνθετη πολύπλοκη , ένυλη και πνευματική οντότητα που διαρκώς θα εξελίσσεται και θα αλλάζει τα πάντα και τον εαυτό του.
    Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός, αν θέλει να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στις μελλοντικές κοινωνίες θα πρέπει να προσδιορίζει όχι μόνο τις οικονομικές σχέσεις που διέπουν τις ανθρώπινες πολιτείες αλλά να αφουγκραστεί και στη συνέχεια να εντάξει μέσα στις πολιτικές προοπτικές του την ελεύθερη έκφραση όλων των αναγκών του ανθρώπου είτε αυτές είναι υλικές είτε πνευματικές είτε συναισθηματικές.
    Την εποχή του διαφωτισμού αναγεννήθηκε ο ορθός λόγος και προωθήθηκε από τις πολιτικές ιδεολογίες και αυτό ήταν μιά κατάκτηση. Την εποχή που ζούμε πρέπει να προκριθεί και να προωθηθεί η κατά κεφαλήν πνευματική καλλιέργεια. Το να βλέπω τα πράγματα ”ορθολογιστικά” , δεν σημαίνει πλέον ότι τα αντιμετωπίζω και σωστά. Αυτό επιτυγχάνεται όταν τα προσεγγίζω και καθολικά και συναισθηματικά. Πώς μπορώ να μιλώ για ελευθερία όταν ξέρω ότι χωρίς τις αρετές της ανδρείας ,της υπομονής, της φρόνησης και της δικαιοσύνης η πρώτη μοιάζει με την αναρχία;

    Μιχαλόπουλος Ν. Αθανάσιος

  2. [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:] Η άποψή μας είναι ότι δεν θα βγούμε από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουμε, αν η «κεντροδεξιά» δεν απαρνηθεί πλήρως τις σοσιαλιστικές καταβολές του όποιου-φιλελευθερισμού (x-φιλελευθερισμού) επικαλείται

    ΣΧΟΛΙΟ: Δεν θα βγούμε από το αδιέξοδο, διαβάζουμε εδώ, αν η [b]κεντροδεξιά[/b] δεν μεταστοιχειωθεί σε [b]ακροδεξιά[/b] (καθώς η, εξ αντικειμένου, [i]ακρότητα[/i] είναι ακριβώς η πρόκριση τού [i]νεοφιλελευθερισμού[/i]).

    [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:] Οι συγκεκριμένες αναφορές του [του Παναγή Παπαληγούρα] αποτελούσαν μάλλον προπέτασμα καπνού για να καλυφθούν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές, οι οποίες στρέβλωσαν τη δομή της Ελληνικής οικονομίας για πολλές δεκαετίες. Για παράδειγμα, τόνιζε: […] [i]«πιστεύω στην ελεύθερη οικονομία. Αλλά όχι βεβαίως στην ασύδοτη ελεύθερη οικονομία»[/i]

    ΣΧΟΛΙΟ: Όταν λοιπόν οι πραγματικοί νεοφιλελεύθεροι (όπως οι συντάκτες αυτού του κειμένου) ομιλούν για [b]«ελεύθερη οικονομία»[/b], εννοούν α κ ρ ι β έ σ τ α τ α [b]«ασύδοτη οικονομία»[/b]. Η εξίσωση αυτή (ελευθερία ίσον ασυδοσία) αποτελεί, νομίζω, την καιριότερη [i]λεξικογραφική[/i] συμβολή τού παρόντος άρθρου – όσον αφορά, βεβαίως, τις εξειδικεύσεις ενός αυθεντικά ακροδεξιού ορίζοντος εννοιών.

  3. [quote name=”Γιώργος Καστρινάκης”] ΣΧΟΛΙΟ: Δεν θα βγούμε από το αδιέξοδο, διαβάζουμε εδώ, αν η [b]κεντροδεξιά[/b] δεν μεταστοιχειωθεί σε [b]ακροδεξιά[/b] (καθώς η, εξ αντικειμένου, [i]ακρότητα[/i] είναι ακριβώς η πρόκριση τού [i]νεοφιλελευθερισμού[/i]).[/quote]

    Εξαιρετικά εύστοχη επισήμανση!

    Ας μην ξεχνάμε – μας το θυμίζει η Νάομι Κλάιν στο θαυμάσιο βιβλίο της Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΚ, που αποκαλύπτει τεκμηριωμένα το αίσχος του νεοφιλελευθερισμού – πως οι σύγχρονοι “πατέρες” του νεοφιλελευθερισμού, Φον Χάγιεκ και Φρίντμαν, είχαν ευλογήσει την ακρότητα που υπογράμμισε ο κ. Καστρινάκης.

    Ο ένθερμος νεοφιλελεύθερος Φρίντριχ φον Χάγιεκ ίδρυσε το 1947 το think tank του νεοφιλελευθερισμού, την MONT PELERIN SOCIETY, πρόεδρος της οποίος υπήρξε και ο Φρίντμαν (1970-72), που μαζί με το INSTITUTE OF ECONOMIC AFFAIRS [που προπαγάνδιζε τις αντι-κεϋνσιανικές ιδέες του Φρίντμαν], έδωσαν το θεωρητικό οπλοστάσιο της πολιτικής όχι μόνο της Θάτσερ και του Ρίγκαν, αλλά και του στυγερού δικτάτορα Πινοσέτ… υπό τις ευλογίες του Χάγιεκ και του Φρίντμαν.

    Βέβαια ο Χάγιεκ στα νιάτα του είχε ασπαστεί τις ιδέες των Φαμπιανιστών, ενός σοσιαλιστικού κύκλου διανοουμένων … οπότε, με βάση τη λογική των κ.κ. Μπήτρου και Καραγιάννη, μήπως θα πρέπει να μιλήσουμε για … σοσιαλιστικές καταβολές του ακραίου νεοφιλελευθερισμού;
    😀 😀

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ