Οικουμενισμός ή Ορθοδοξία ;

0
374

Μέγας Φαράντος

Η Κρίση της Θεολογίας του Ιωαν. Ζηζιούλα

Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του:

«Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.

Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωπο-κεντρισμό.

Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.

Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:

1. Ευχαριστιακός μονισμός,
2. «Ορθοδοξία: μια μαρτυρία αποτυχημένη»,
3. «… για μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας»,
4. «…δεν υπάρχει… υπερφυσικό»,
5. «θεολογία: να μην προσκρούουμε σε λογικές αντιφάσεις»,
6. Ο Ανθρωπό-θεος είναι εδώ!,
7. «Ο Δαρβινισμός έδωσε ένα ράπισμα» εις την χριστιανική ανθρωπολογία,
8. «Κατ’ εικόνα Θεού»: η απόλυτη ελευθερία»,
9. «Ο άνθρωπος είναι ο Ιερέας της Δημιουργίας»,
10. «Ο άνθρωπος»: ο μόνος συνδετικός κρίκος Θεού και κόσμου»,
11. Ο άνθρωπος : η ελπίδα της κτίσεως» και
12. Νεο-βαρλααμική θεολογία;

2o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

«Η Ορθοδοξία: μια μαρτυρία αποτυχημένη»

Ο κ. Ζηζιούλας σπανίως διακρίνει «ιδιαιτερότητες» εντός του Χριστιανισμού, όπως π.χ. Ορθόδοξη Εκκλησία η θεολογία, λατινική ή προτεσταντική «εκκλησία» ή θεολογίαν κλπ. Συνήθως ομιλεί περί «χριστιανικής» εκκλησίας, θεολογίας, παραδόσεως κλπ. Το εν σ. 57 περί «Δυτικής Εκκλησίας» αναφέρεται μόνον εις το ελληνικό κείμενο, ενώ εις το αγγλικό υπάρχει: The church. Ειδικώτερον περί «Ορθοδοξίας» αναφέρεται μόνον εις το πρώτο κείμενο, το και παλαιότερο (1967), του βιβλίου του.

Εις το βιβλίον του κ. Ζ.: Η κτίση ως ευχαριστία, προβάλλονται δύο θεωρίαι περί Χριστιανισμού: η μεν πρώτη αναφέρεται εις την προέλευσιν αυτού, η δε δευτέρα εις την έκπτωσιν.

1. Τον Χριστιανισμόν δέχεται ο κ. Ζ. ως «σύνθεση» «των δύο πολιτισμών που επεκράτησαν», κατά την εποχή της εμφανίσεώς του, ήτοι «του ιουδαϊκού» και «του ελληνικού πολιτισμού» (47 εξ.)• «… ο κλασσικός Χριστιανισμός πήρε μορφή στα πλαίσια και ίσως κάτω από την επιρροή δύο πολιτισμών που επεκράτησαν», ήτοι «τον Ιουδαϊκού πολιτισμού, που απετέλεσε την αφετηρία του Χριστιανισμού», και εκ του οποίου παρέλαβε «την προφητείαν», και «του ελληνικού πολιτισμού», εκ του οποίου παρέλαβε «το κοσμολογικό ενδιαφέρον», ή «την κοσμολογίαν».

Εκ του «συνδυασμού» των δυο τούτων στοιχείων, «πού παίρνει αργότερα η Εκκλησία και αναπτύσσει περισσότερο», προέκυψεν «ένας νέος τύπος προφητείας»: «η κοσμολογική προφητεία», καθώς και η «ευχαριστιακή κοσμολογία», ήτοι η θεία Ευχαριστία. «Οι δύο πολιτισμοί (ούτοι) βρίσκονται στις ρίζες του Χριστιανισμού», «η (δε) πρώτη Εκκλησία είχε να συνδυάσει δύο απόψεις: την ιουδαϊκή και την ελληνική. «Ακριβώς από το συνδυασμό αυτόν ο αρχαίος Χριστιανισμός ανέπτυξε την «ευχαριστιακή κοσμολογία», η οποία, σαν την κοσμολογική προφητεία, θεωρεί τον κόσμο…» κλπ.

Η θεία Ευχαριστία, λοιπόν, αποτελεί «συνδυασμόν» δύο τινών: του «κοσμολογικού ενδιαφέροντος» τον ελληνικού πολιτισμού: «Η κοσμολογία ήταν το επίκεντρο των ενδιαφερόντων των Ελλήνων φιλοσόφων», και της «προφητείας» του «ιουδαϊκού πολιτισμού», διό και «οι πρώτες ευχαριστιακές ευχές της Εκκλησίας γράφτηκαν σύμφωνα με την τυπικά Ιουδαϊκή λειτουργική παράδοση». «Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η κοσμολογική προφητεία και η ευχαριστιακή κοσμολογία,… προέκυψαν από τη σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη στο έδαφος του Χριστιανισμού» (47 – 51).

Ο Χριστιανισμός δηλ. αποτελεί «σύνθεση» και «συνδυασμόν» θετικών μεν, αλλά ξένων και ετερόκλιτων στοιχείων «δύο πολιτισμών, πού επεκράτησαν», ή με αλλά λόγια: ο Χριστιανισμός είναι «σύνθεση» οθνείων θρησκευτικο-φιλοσοφικών ιδεών, δηλ. φαινόμενον θρησκευτικού συγκρητισμού.

Ότι δε αποδέχεται ο κ. Ζ. την θεωρίαν ταύτην ενισχύεται τούτο και εκ δύο άλλων διαπιστώσεων: Εις το βιβλίον του ουδεμίαν μνείαν ποιείται της ιδρύσεως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας υπό του Ιησού Χριστού, ή άλλων, σχετικών, αναφορών της Καινής Διαθήκης, και το κυριώτερον: Ουδεμίαν αναφοράν κάμνει εις το μυστήριον της σαρκώσεως ή της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου τον Θεού: «ο Λόγος σαρξ εγένετο», δια του οποίου θεμελιούται τα μοναδικόν και ανεπανάληπτον του Χριστιανισμού ως «θρησκευτικού» γεγονότος εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος. Εκπλήσσει, όντως, η διαπίστωσις αυτή, ότι δηλ. ο κ. Ζ. εις ολόκληρον το βιβλίον του, ουδέ απλήν αναφοράν κάμνει εις το θεμελιώδες τούτο θαύμα της χριστιανικής πίστεως, ήτοι εις την σάρκωσιν του Υιού του Θεού, εάν σκεφθεί τις, ότι, άνευ του γεγονότος τούτου, δια του οποίου έλαβε χωράν η «πρόσληψις» και η «θέωσις» του ανθρωπίνου και, κατ’ ακολουθίαν, συνόλου της κτιστής φύσεως, είναι αδύνατος πας περί Οικολογίας λόγος, τουλάχιστον εξ επόψεως της ορθοδόξου θεολογίας. Διατί, άραγε, αποφεύγει τόσον επιμελώς ο κ. Ζ. να αναφερθεί εις το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού; —Απλούστατα: διότι απορρίπτει το θαύμα, όπως θα ίδωμεν εις τα επόμενα, η δε σάρκωσις του θείου Λόγου αποτελεί το κατ’ εξοχήν θαύμα του χριστιανικού Ευαγγελίου: «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξ απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού, γενέμενον εκ γυναικός…».

Εν γένει εις το βιβλίον του ο κ. Ζ. αποφεύγει να αναφερθεί εις την θείαν «φύσιν» και «ιδιότητα» τον Ιησού Χριστού. Εις δύο, λίαν συντόμους αναφοράς του «εξαίρει» τον Ιησούν Χριστόν, «ως τον “κατ’ εξοχήν” Άνθρωπο» (120), «ως τον άνθρωπο, τον ενωμένο με το Θεό, τον θεοποιημένο» (30). Ο Ιησούς Χριστός είναι «το πρότυπο (model, εις το αγγλικόν κείμενον) της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς το φυσικό κόσμο» (120), ενώ παραθεωρείται εμφανώς η «κάθετος» «Ιδιότης» του Ιησού Χριστού, ως του Σωτήρος, του Λυτρωτού του κόσμου: «Θεός ην εν Χριστώ, κόσμον καταλλάσσων Εαυτώ» (Β’ Κορ. 5, 19), και εξαίρεται η «οριζόντια» «αρετή» Αυτού, ο «ανθρωπισμός» του: «το πρότυπο της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς το φυσικό κόσμο». Δια τους ανωτέρω δε λόγους, φρονώ, ότι ο κ. Ζ. ουχί τυχαίως ή εκ παραδρομής θεωρεί, ότι ο Χριστιανισμός «προέκυψεν από τη σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη»(51).

2. Η δευτέρα περί Χριστιανισμού θεωρία του κ. Ζ. αναφέρεται εις την έκπτωσιν αυτού εκ του πρωταρχικού του περιεχομένου. Εδώ αντιγράφει την περί «καθολικοποιήσεως» του Χριστιανισμού προτεσταντικήν θεωρίαν, κατά την οποίαν ο Χριστιανισμός, μετά μικράν τινα περίοδον γνησίου βίου του, εξεφυλίσθη και εξέπεσεν εκ της αρχικής γνησιότητός του, τουθ’ όπερ συνέβη ήδη κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, εντεύθεν και ο Λούθηρος ηναγκάσθη να απορρίψει εκ του «κανόνος» αυτής τας λεγόμενας «καθολικάς» επίστολάς, ως «νόθας», αλλά και τινα αλλά κείμενα αυτής.

Η θεωρία, όμως, του κ. Ζ. εμφανίζει μίαν παραλλαγήν έναντι της ανωτέρω θεωρίας: Ο κ. Ζ. πρεσβεύει, ότι η Εκκλησία εξέπεσε και «διεστράφη» (19), λίαν ενωρίς, ουχί εκ πρωτογενών, χριστιανικών, στοιχείων, όπως δοξάζει η προτεσταντική περί εκπτώσεως του Χριστιανισμού θεωρία, αλλ’ εκ θετικών μεν, αλλά ξένων διδασκαλιών, τας οποίας είχε προσλάβει εκ των «δύο πολιτισμών», δηλ. του ιουδαϊκού και του ελληνικού. Κυρίως η αρχαία Εκκλησία απώλεσεν εκ νέου εκ της θείας Ευχαριστίας το «κοσμολογικόν ενδιαφέρον», ήτοι το ενδιαφέρον «περί της σπουδαιότητας και της αιώνιας αξίας του υλικού κόσμου» (54), το οποίον είχεν αφομοιώσει εκ του Ελληνισμού: «στον αρχαίο Χριστιανισμό η κοσμολογία και το ενδιαφέρον για τη φύση κατείχαν κεντρική θέση στην εκκλησιαστική συνείδηση»(52). Αλλά το ενδιαφέρον τούτο απωλέσθη μετά «τους πρώτους δύο η τρεις αιώνες»!!! —Με τί αντικατεστάθη; —Το ενδιαφέρον της μεταγενέστερος Εκκλησίας απερρόφησεν η θεία Ευχαριστία, ως θυσία, ως «μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού»(55).

Αφήνομε, όμως, τον κ. Ζ. να ομιλήσει, δι’ όσων ούτος γράφει: Η γνησιότης της ζωής της Εκκλησίας «αφορά στους πρώτους δυο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου. Τα πράγματα όμως φαίνεται ν’ αλλάζουν βαθμιαία, και η Εκκλησία σιγά – σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως σε ο,τι αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Τα αποφασιστικά βήματα σ’ αύτη την εξέλιξη μπορούν να περιγράφουν πολύ περιληπτικά ως εξής:

1. Η ισχυρή επίδραση του πλατωνικού και του γνωστικού τρόπου σκέψεως κατά το δεύτερο και τρίτο αιώνα είχε σαν αποτέλεσμα να υποτιμηθεί η σημασία του υλικού κόσμου…»(53). Όπως είδομεν: «στον αρχαίο Χριστιανισμό η κοσμολογία και το ενδιαφέρον για τη φύση κατείχαν κεντρική θέση στην εκκλησιαστική συνείδηση»(52), ενώ αργότερον: «Η Εκκλησία έχανε έτσι βαθμιαία τη συναίσθηση της σπουδαιότητας και της αιώνιας αξίας του υλικού κόσμου, και αυτό ήταν ιδιαίτερα φανερό στον τρόπο, με τον οποίο αντιμετώπιζε τα ιερά μυστήρια και ιδιαίτερα τη θεία Ευχαριστία. Αντί να είναι η Ευχαριστία μία ευλογία του υλικού κόσμου,… η Ευχαριστία, πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής»(54 – 55).

Εδώ, εφιστάται η προσοχή εις τας λέξεις και τας φράσεις, δια των οποίων ο κ. Ζ. σημειώνει «την σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως της Εκκλησίας», όπως: μετά «τους πρώτους δυο ή τρεις αιώνες», «τα πράγματα αλλάζουν βαθμιαία, και η Εκκλησία σιγά – σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως… Τα αποφασιστικά βήματα σ’ αυτή την εξέλιξη,.., η ισχυρή επίδραση του πλατωνικού και του γνωστικού τρόπου σκέψεως…, να υποτιμηθεί», «η Εκκλησία έχανε βαθμιαία τη συναίσθηση…», διό και ουχί ορθώς «αντιμετώπιζε τα ιερά μυστήρια και ιδιαίτερα τη θεία Ευχαριστία. Αντί να είναι η Ευχαριστία…, πολύ γρήγορα έγινε…».

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται, ασφαλώς, διά ποίον ισχύει η κριτική αυτή και «η σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως»: ουχί δια τίνα θεολόγον, αλλά δι’ αυτήν ταύτην «την Εκκλησίαν», την Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν!

Ακολουθεί η κατά «της Εκκλησίας» και της θεολογίας της κριτική υπό του κ. Ζ.: «Η χριστιανική Εκκλησία και η θεολογία της υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για την εμφάνιση του οικολογικού προβλήματος στην εποχή μας», και έχουν «με κάποιο τρόπο οδηγήσει τον κόσμο στην παρούσα κρίση του» (67, 69). «Η θεολογία και η Εκκλησία» «συνέβαλαν αποφασιστικά… στην ανθρωποκεντρική και λογικοκρατούμενη αντίληψη του κόσμου» (46, 56). «Η χριστιανική θεολογία στην εποχή μας έχει δει αρνητικά τον πολιτισμό, την επιστήμη κ.λπ.»(68), και, παρά ταύτα, «είναι συνυπεύθυνη με την επιστήμη και την τεχνολογία για το οικολογικό μας πρόβλημα»(114).

«Στην κατάσταση αύτη η Ορθοδοξία παρουσιάζεται σαν μια μαρτυρία αποτυχημένη θεολογικά… Αν η Ορθοδοξία το συνειδητοποιήσει αυτό, ίσως φτάσει έγκαιρα σε αναθεωρήσεις θεολογικές, και λάβει μέτρα πρακτικά, έτσι ώστε να σώσει τον εαυτό της…»(36, 37). Ποία είναι τα «κακώς κείμενα» εις την Ορθοδοξίαν; —Εν πρώτοις η υπ’ Αυτής διδασκόμενη ηθική. «Η θεολογική παράδοσή μας έχει μετατρέψει την ηθική σε σύστημα κανόνων συμπεριφοράς» (30 – 31). «Οι ηθικές αξίες» της έχουν γίνει «για τον άνθρωπο μια φυλακή»(33), αποτελούσαι «ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα»(36). Εκ του λόγου δε τούτου, «Ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται ν’ αποτινάζει με αγανάκτηση τους ηθικούς κανόνες, πού του έχει επιβάλει η παράδοση ενός χριστιανικού πολιτισμού για αιώνες τώρα»(32). «Ο κόσμος σήμερα δεν χρειάζεται ηθική»(121)• ημείς δε «καταφεύγουμε σε ορθολογικά και ηθικά κηρύγματα για να πείσουμε τον κόσμο και αποτυγχάνουμε,.. η φωνή των χριστιανών πέφτει στο κενό»(33).

Αλλά και η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας θα πρέπει να αναθεωρηθεί: «Χρησιμοποιούμε τα δογματικά κηρύγματα και δεν ακουγόμαστε»(33). Η περί Θεού διδασκαλία, όπως λαμβάνει χωράν «στη θεολογική παράδοση πού δώσαμε», έβλαψε «το σύγχρονο άνθρωπο»: «τον διχοτόμησε και τον έκανε σχιζοφρενικό», διότι «τον τοποθέτησε σε σχήματα δυαλιστικά»(36), ένεκα διαχωρισμού «ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό (25). «Η χριστιανική θεολογία» ομιλεί «μια “εσωτερική” γλώσσα, πού κατανοείται αποκλειστικά» από ανθρώπους των αυτών «δογματικών πεποιθήσεων»(112). «Ο νεώτερος άνθρωπος φέρνει επίσης —από τη θεολογική παράδοση αιώνων— το άγχος της διχοτομήσεώς του σε σώμα και ψυχή, σε πνεύμα και ύλη»(27), «ανάμεσα στα ιερά και τα εγκόσμια»(43), «ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό»(25). «Η παράδοση μας… ζει κάτω άπα το βάρος της διχοτομήσεως του κόσμου σε “άγιο” και σε “κοσμικό”»(18), «… κατά τρόπο πού του δημιουργεί το δίλημμα εκλογής ανάμεσα στα δύο»(27), ήτοι «τί να διαλέξει ανάμεσα στις αντιθέσεις πού του δώσαμε»(36). «Η παράδοση αύτη ήταν για το παρελθόν ο τρόπος της σκέψεως του ανθρώπου», αλλά «μετά την νέα θεώρηση της ζωής πού αναπτύχθηκε με τη νεώτερη επιστήμη και φιλοσοφία, όλα αυτά τα σχήματα κατέπεσαν»(36). Αφού, λοιπόν, «ο σύγχρονος άνθρωπος δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό», θα πρέπει και η Εκκλησία, δια να εκσυγχρονισθεί, να κηρύξει ένα θεολογικόν Μονισμόν «μέχρι ταυτισμού της ουράνιας με την επίγεια πραγματικότητα»: «δεν υπάρχει φυσικό και υπερφυσικό»(25)! Επίσης οφείλει να απορρίψει πάσαν διάκρισιν «σε άγιο και σε κοσμικό»(18), ήτοι να κηρύξει Ένα αθρησκευτικόν και εκκοσμικευμένον Χριστιανισμόν, συμφώνως προς το πνεύμα των προτεσταντών θεολόγων της Διαλεκτικής θεολογίας, όπως π.χ. Κ. ΒARTH, FR. GOGARDEN, D.BONHOEFFER κλπ.

Ο κ. Ζ. ασκεί αυστηράν κριτικήν και δια τα κακώς κείμενα εντός του χώρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικώτερον εντός του λατρευτικού χώρου Αυτής: «η έλλειψη λειτουργικής αγωγής δεν επέτρεψε να συνειδητοποιηθεί ούτε από τους Ορθοδόξους… η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου και της ιστορίας, πού εμπεριέχεται στην Ορθόδοξη λειτουργική ζωή»(18-19). «Η χριστιανική Ανατολή» θρησκεύει «ασυνείδητα μάλλον»(20)• «…η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί, κυρίως από την εποχή του Σχολαστικισμού. Η χρησιμοποίησή της με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενό της», δεν γίνεται πλέον. «Η Ευχαριστία έχει συνδεθεί στη συνείδησή μας με μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειάς μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας»(19), ήτοι ως «ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής» (55), ενώ αύτη είναι «καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία (60). Ναι: «δεν υπάρχει πια» ορθή τέλεσις της θείας Ευχαριστίας: «η Ευχαριστία είναι σύναξη και κοινωνία. Η κοινωνία αύτη,… δεν υπάρχει πια. Τη διέλυσεν η ευσεβιστική ατομοκρατία μας» (33). Ουχί δε μόνον της θείας Ευχαριστίας, άλλα και όλων των άλλων Μυστηρίων «η έννοια έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί», ήτοι δεν γίνεται «η χρησιμοποίησή των με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενό των»(19), αφού «η αρχαία Εκκλησία δεν είχε τη μεταγενέστερη αυτή αντίληψη για τα μυστήρια, αλλά μιλούσε για ένα και μόνο μυστήριο, το “μυστήριο του Χριστού”»(20). Τέλος, «η χριστιανική παράδοση μας» ακόμη και μέσα στην Εκκλησία» έβλαψεν, αντί να ωφελήσει τον άνθρωπον, «αφού και μέσα στην Εκκλησία συχνά τον έβλεπαν είτε μέσα από το πρίσμα της ατομοκρατίας είτε από το πρίσμα της συλλογικότητας»(29). Ακόμη και η βυζαντινή τέχνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί στόχον κριτικής υπό του κ. Ζ.: «Οι νοσταλγικές φωνές μιας επανόδου στους βυζαντινούς τύπους της τέχνης έχουν πληθυνθεί σήμερα ανάμεσα στους Ορθοδόξους. Δεν έχουμε την πρόθεση εδώ να προσφέρουμε υποστήριξη σε παρόμοιες φωνές»(64). Με τι θα πρέπει, λοιπόν, να αντικαταστήσομε την «βυζαντινήν τέχνην» (εικόνας, αρχιτεκτονικήν των ναών κλπ.) εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν;

«Στην κατάσταση αυτή η Ορθοδοξία παρουσιάζεται σαν μια μαρτυρία αποτυχημένη»(36), ουχί μόνον «θεολογικά», άλλα και εις όλους τους άλλους τομείς, και «αν η Ορθοδοξία (δεν) το συνειδητοποιήσει αυτό», δεν θα μπορέσει «να σώσει τον εαυτό της»(37). «Η Θεολογία και η Εκκλησία περιθωριοποιήθηκαν στη δυτική κοινωνία μας και έγιναν ανίκανες τόσο να βλάψουν(!) όσο και να ωφελήσουν το σύγχρονο πολιτισμό»(68). «Η Εκκλησία και η Θεολογία», «αν θέλουν να φάνουν χρήσιμες», θα πρέπει να «βρουν καλύτερους τρόπους να αντιδράσουν» «στο σύγχρονο πολιτισμό» (42 – 44). «Διαφορετικά κινδυνεύουν να φάνουν άσχετες και ανίκανες να εφαρμόσουν αυτό που ισχυρίζονται(!) ότι έχουν, την Αλήθεια»(41). Το αίτημα του κ. Ζ. είναι το ακόλουθον: «τα αρχαία παρήλθεν» (Β’ Κορ. 5, 17): «Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτισμό», «με την ιδέα – κλειδί: ο Άνθρωπος ως Ιερέας της Δημιουργίας»(44).

Συνοψίζω και επαναλαμβάνω τας βασικάς θέσεις του κ. Ζηζιούλα, εν αναφορά προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν:

Ο Χριστιανισμός είναι «συνδυασμός» και «σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη». Μετά «τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου» η Εκκλησία εξέπεσε και «διεστράφη», χρησιμοποιεί δε την βαρυτάτην φράσιν της μαρξιστικής θεωρίας: «η Εκκλησία σιγά – σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως», όπερ ισοδυναμεί προς το: εξεφυλίσθη και διεφθάρη τελείως. «Η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί». «Οι ηθικές αξίες» είναι «ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα» και «μια φυλακή». «Η θεολογία» είναι «ένα εσωτερικό γκέτο» με ανθρώπους, «που ισχυρίζονται ότι έχουν την Αλήθεια» (41), και είναι των αυτών «δογματικών πεποιθήσεων»(112). Η διάκρισις της «παραδοσιακής» θεολογίας «ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό» έκανε «το σύγχρονο άνθρωπο» «σχιζοφρενικό». Συμφώνως προς την μαρξιστικήν θεωρίαν περί «σοβαρής αλλαγής συνειδήσεως της Εκκλησίας»(53), ήτοι περί τελείας διαφθοράς της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, ο άνθρωπος κακοποιείται «και μέσα στην Εκκλησία»(29), με αλλά λόγια: εις την Εκκλησία ο άνθρωπος δεν σώζεται, άλλα αλλοτριώνεται.

Συναφείς προς τα ανωτέρω αι ακόλουθοι παρατηρήσεις:

1. Εδώ έχομεν πλήρη απόρριψιν αυτής ταύτης της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων και των ηθικο-δογματικών Αυτής περιεχομένων. Ουδεμία δέσμευσις υπεμφαίνεται εις την αυθεντίαν της Εκκλησίας, εις τας αλάθητους δογματικάς αποφάνσεις των Οικουμενικών συνόδων, αι οποίαι ουδαμού μνημονεύονται, ως συγκληθείσαι μετά «τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου» κλπ.!

2.Το είδος τούτο της αρνητικής κριτικής, ως καθολικής απορρίψεως του Χριστιανισμού και των ηθικο-δογματικών περιεχομένων αυτού, ήσκησαν, κατά την διάρκειαν του Αιώνος μας, τα δύο μεγάλα αντι-θρησκευτικά και αντι-χριστιανικά συστήματα: ο Μαρξισμός, εις τον χώρον της κοινωνικής Ιδεολογίας, και ο Φροϋδισμός, εις τον χώρον της ψυχολογίας.

3.Η πολεμική ειδικώς κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «πού μιλάει ακόμα τη γλώσσα του παρελθόντος και προβληματίζεται με μηνύματα παρωχημένης εποχής»(18), περί θεολογικού «γκέτο» κλπ. απηχεί συκοφαντίας των Οικουμενιστών —της δυτικής θεολογίας, αλλά και Ορθοδόξων, προερχομένων, κυρίως, εκ των δύο προκεχωρημένων «οικουμενικώς» Πατριαρχείων, ήτοι Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, κατά των άλλων Ορθοδόξων, οίτινες «κωλυσιεργούν» εις την πρόοδον προς ένωσιν των «εκκλησιών». «Ο αναγινώσκων, νοείτω»!

 

πηγή: www.egolpio.com

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here