Νόσος και θεραπεία στην Ορθόδοξη Θεολογία

11
99

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης  Ζηζιούλας 

Πώς εννοεί η Ορθόδοξη Θεολογία, και πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται η Εκκλησία, τη νόσο και τη θεραπεία, αν και όχι με σχήματα και έννοιες ιδεοκρατικές, φυσιοκρατικές ή ψυχολογικό – χρηστικές; Στην προσπάθεια να δώσουμε κάποια απάντηση στο ερώτημα αυτό, ας δανεισθούμε από την πατερική θεολογία τις ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές:

1. Η νόσος, η κάθε μορφής νόσος, αποτελεί συνέπεια της πτώσεως του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι η αρρώστια συνδέεται με την αμαρτία, και όχι με την ανθρώπινη φύση. Δεν είναι «φυσικό», συνεπώς, να αρρωσταίνει ο άνθρωπος, αλλά αφύσικο, «παρά φύσιν». Αυτό, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να μας οδηγεί στη θέση που ονομάσαμε φυσιοκρατική ή ιδεοκρατική: θεραπεία και ίαση στην περίπτωση αυτή φαίνεται να σημαίνουν συμμόρφωση προς τη φύση. Εν τούτοις, ορισμένες διευκρινίσεις μάς φέρουν μακριά από κάθε φυσιοκρατική αντίληψη. Η φύση του ανθρώπου καθαυτή, επειδή προέρχεται από το μηδέν, είναι τρεπτή, δηλαδή ρέπει προς τη φθορά και το θάνατο, και συνεπώς προς την αρρώστια. Αλλά η ίδια φύση μπορεί επίσης να υπερβεί τη ροπή αυτή, όχι με δυνάμεις εγγενείς σ’ αυτήν, αλλά αν ενωθεί με τον άφθαρτο και αιώνιο Θεό. Η υπέρβαση αυτή της εγγενούς στην ανθρώπινη φύση τρεπτότητας και φθοράς έχει δοθεί στον άνθρωπο ως «λόγος», ως τελικός προορισμός, του οποίου η πραγμάτωση ανατέθηκε στην ελευθερία του ανθρώπου ως προσώπου: ο πρώτος άνθρωπος ως ελεύθερο πρόσωπο κλήθηκε να κατευθύνει τη φύση είτε προς τον ίδιο τον εαυτό της, είτε προς το πέραν του εαυτού της, το Θεό. Η ελεύθερη επιλογή του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ, υπήρξε η πρώτη από αυτές τις δύο (τροπή της φύσεως προς τον εαυτό της), και έτσι η νόσος από δυνατότητα φυσική, έγινε πραγματικότητα φυσική. Δεν είναι πλέον δυνατόν να μη νοσεί η ανθρώπινη φύση· η νόσος έγινε φαινόμενο «φυσικό», όχι όμως γιατί αυτό ήταν αναπόφευκτο, αλλά γιατί εκεί οδήγησε τα πράγματα η ανθρώπινη ελευθερία. Οι συνέπειες αυτής της θέσεως για τη θεραπεία θα φανούν ελπίζουμε πιο κάτω.

2. Όπως η αμαρτία έτσι και η νόσος έχουν πια καταστεί γενική και παγκόσμια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορεί να άρει η ανθρώπινη ελευθερία, παρά το γεγονός ότι σ’ αυτήν οφείλεται η εμφάνιση και εδραίωσή της. Και τούτο γιατί με το θάνατο, που μπήκε στην ύπαρξη, και από απλή φυσική δυνατότητα έγινε και αυτός φυσική πραγματικότητα, κατατμήθηκε η ανθρώπινη φύση, και δεν φέρεται στο σύνολό της, στην καθολικότητά της, από κάθε πρόσωπο. Έτσι η προσωπική ελευθερία ενός ανθρώπου δεν επηρεάζει την ανθρώπινη φύση στο σύνολό της: νοσούν και πεθαίνουν, συνεπώς, όχι μόνον οι αμαρτωλοί, αλλά και οι άγιοι.

3. Η τελική και αληθινή θεραπεία ως πλήρης εξάλειψη της νόσου είναι αδύνατη και ακατόρθωτη για την ανθρώπινη φύση, αλλά και την ανθρώπινη ελευθερία. Η φθορά και η θνητότητα κληροδοτούνται βιολογικά από γενεά σε γενεά, και μαζί τους η νόσος. Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, πιστεύουμε στη θεολογία, χρειάζεται έξωθεν επέμβαση, μια επέμβαση, που πραγματοποιείται για μας στο πρόσωπο του Χριστού, στον οποίο η ένωση της ανθρώπινης με τη θεία φύση, που αποτελούσε την κλήση και τον προορισμό του πρώτου ανθρώπου, πραγματοποιείται χωρίς το πέρασμα από τη βιολογική γέννηση, που διαιωνίζει τη φθορά και το θάνατο, πράγμα αδύνατο για κάθε μεταπτωτικό άνθρωπο. Ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινά υγιής άνθρωπος, όχι γιατί είναι και Θεός —στο Θεό δεν έχουν εφαρμογή οι έννοιες του υγιούς ή του ασθενούς— αλλά διότι η ανθρώπινη φύση Του, απαλλαγμένη από την κληρονομημένη φθαρτότητα και διαρκώς ενωμένη εκούσια και ελεύθερα, χάρη στην υποστατική —δηλαδή την προσωπική ένωση με το Θεό, υπερβαίνει τη φθορά και το θάνατο. Καμιά θεραπεία, συνεπώς, ως αληθινή και ριζική εξάλειψη της νόσου δεν είναι νοητή εκτός Χριστού. Η θεραπεία είναι δυνατή μόνο ως ενσωμάτωση στο Χριστό, τον μόνο αληθινά υγιή άνθρωπο. Δεν είναι χωρίς σημασία το ότι για την Εκκλησία το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας έχει τόσο κεντρική σημασία για τη θεραπεία, και δεν αρκεί ποτέ η ασκητική προσπάθεια της ανθρώπινης ελευθερίας, για να θεραπευθεί κανείς.

4. Παρά ταύτα η ανθρώπινη ελευθερία παραμένει κλειδί για την ορθή κατανόηση τόσο της έννοιας της νόσου όσο και της θεραπείας. Αφού η νόσος πέρασε στην ύπαρξη μέσα από την ανθρώπινη ελευθερία και η θεραπεία και ίαση δεν μπορεί παρά να περάσει από την ίδια πύλη. Το μυστικό αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι ασκητικοί Πατέρες της Εκκλησίας, και γι’ αυτό έδωσαν τόση βαρύτητα στην άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας, ως απελευθέρωσης από τα πάθη. Στο σημείο αυτό ιδιαίτερα σημαντικά είναι όσα μας προσφέρει ο άγιος Μάξιμος.

Θεραπευτικά αξιώματα του αγίου Μαξίμου

Η πεμπτουσία της νοσηρότητας για τον άγιο Μάξιμο βρίσκεται στη φιλαυτία. Η φιλαυτία δεν είναι απλά ένα πάθος: είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των παθών: «θέλεις να ελευθερωθείς από τα πάθη, αποτίναξε τη μητέρα των παθών, τη φιλαυτία» (κεφ. αγαπ. II, I). Όπως αναλύει ο Φώτιος πιστά τη σκέψη του Μαξίμου (Βιβλιοθ. κωδ. 192 – Ρ. G. 103, 637 εξ. ), η φιλαυτία, που αντικατέστησε την αγάπη προς το Θεό, γέννησε την ηδονή, αλλ’ επειδή η ηδονή ήταν ανάμικτη με την οδύνη, ενεπλάκη ο άνθρωπος σε μια ατέρμονα και απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει την ηδονή και να αποβάλει την οδύνη. Από την αγωνιώδη αυτή προσπάθεια γεννήθηκε ο «όχλος των παθών». Και επεξηγεί ο Φώτιος τη σκέψη του Μαξίμου: «Οίον, είμεν της εν φιλαυτία ηδονής αποποιούμεθα, γεννώμεν την γαστριμαργίαν, την υπερηφανίαν, την φιλαργυρίαν, και όσα τον τυχόντα τρόπον πορίζει ηδονήν· ει δε την εν φιλαυτία φεύγομεν οδύνην, γεννώμεν: τον θυμόν, τον φθόνον, το μίσος, την απόγνωσιν και όσα άλλα της ηδυνούσης εστέρηται διαθέσεως. Εκ δε τοις αμφοίν μίξεως τίκτεται η ύπόκρισις, η κολακεία, ο δόλος, και απλώς όσα άλλα μοχθηρά είδη της μικτής έστι πανουργίας επινοήματα».

Με άλλα λόγια αν αποποιηθούμε την ηδονή, διατηρώντας όμως τη φιλαυτία, προκαλούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνια, τη φιλαργυρία και όλα όσα κατά οποιονδήποτε τρόπο παρέχουν ηδονή, αν δε αποποιηθούμε και αποφύγουμε την οδύνη, πάλι διατηρώντας τη φιλαυτία, προξενούμε το θυμό, το φθόνο, το μίσος, την απόγνωση και όλα όσα εμπεριέχουν στέρηση της ηδονής. Αν πάλι αναμείξουμε και τα δύο και τα αποφύγουμε (δηλ. τόσο την ηδονή όσο και την οδύνη) —διατηρώντας πάντοτε τη φιλαυτία – πέφτουμε στην υποκρισία, τη κολακεία, το δόλο κ. λπ. Τα συμπεράσματα είναι σημαντικά.

α. Η θεραπεία από τα πάθη δεν επιτυγχάνεται με την πάλη απ ευθείας κατά των συγκεκριμένων παθών. Αντίθετα, όπως είδαμε στο χωριό, που μόλις διάβασα, επειδή το όλο πρόβλημα της ψυχικής αρρώστιας γεννάται από τη στέρηση της ηδονής — σε συνδυασμό πάντοτε με τη φιλαυτία— όσο περισσότερη στέρηση προκαλούμε τόσο πιο πολλά πάθη γεννούμε. Τί σημαίνει αυτό. ότι για να θεραπευθούμε από τα πάθη, πρέπει να επιτρέπουμε τα πάθη να υπάρχουν και να λειτουργούν; Ασφαλώς όχι. Αλλά σημαίνει ότι εφ’ όσον χρόνο διαρκεί η φιλαυτία, η εκκοπή των συγκεκριμένων παθών είναι όχι μόνο ανέφικτη, αλλά και όταν επιτευχθεί, επικίνδυνη, γιατί με τη στέρηση της ηδονής, την οποία συνεπάγεται, γεννά άλλα πάθη. Έτσι συμβαίνει συχνά όσοι απαλλάσσονται από σαρκικά πάθη να αναπτύσσουν το πάθος της φιλαργυρίας ή της υπερηφανίας κ. λπ. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για θεραπεία όταν εξαλείφονται συγκεκριμένα πάθη. Η μόνη θεραπεία βρίσκεται στην εξάλειψη της φιλαυτίας, που είναι η ρίζα όλων αυτών των παθών.

β. Επειδή η οδύνη αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ηδονής στη μεταπτωτική κατάσταση του ανθρώπου, αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη περί ασθενείας, αυτή που ονομάσαμε πιο πάνω χρηστική – αναλγητική προσέγγιση, και που φαίνεται να επικρατεί στη σύγχρονη φιλοσοφία της ιατρικής. Η οδύνη δεν εξαλείφεται με την απάλειψή της, αλλά με την αποδοχή της. Η θεραπεία έρχεται με την πρόσκληση της οδύνης και την εμπειρία της. Συμβαίνει βέβαια πολλές φορές η οδύνη να είναι δυσβάσταχτη, και η εμπειρία της εξοντωτική. Γι’ αυτό κάθε θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να προσαρμόζεται στην ανθεκτικότητα του ασθενούς (=οικονομία). Αλλά με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να θεωρήσουμε τον ασθενή θεραπευθέντα, επειδή ψυχολογικά «αναπαύεται» ή δεν υποφέρει. Η τραγικότητα της υπάρξεως βρίσκεται μέσα στον ίδιο το Σταυρό του Χριστού, και καμία θεραπεία δεν μπορεί να παρακάμψει το Σταυρό. Πολλές φορές ξεχνούμε ότι η ηδονή δεν είναι μόνο σαρκική αλλά και ψυχολογική. Αποσπώντας την οδύνη από τη θεραπεία προσφέρουμε την ηδονή, πράγμα που αποτελεί φυγή από την πραγματικότητα και την αληθινή θεραπεία.

γ. Η σωστή θεραπεία από τα πάθη προϋποθέτει, κατά τον Μάξιμο, τρεις βασικές διακρίσεις. Τις περιγράφει στο εξής χωρίο από τα κεφάλαια περί αγάπης: «Ου προς τα πράγματα ο νους πολεμεί του θεοφιλούς, ουδέ προς τα τούτων νοήματα, αλλά προς τα πάθη τα τοις νοήμασι συνεζευγμένα. Οίον ου προς την γυναίκα πολεμεί, ουδέ προς τον λυπήσαντα, ουδέ προς τας τούτων φαντασίας, αλλά προς τα πάθη, τα ταις φαντασίαις συνεζευγμένα (40). Άπας ο πόλεμος του μοναχού προς τους δαίμονας, ίνα τα πάθη των νοημάτων χωρίση. Άλλως γαρ απαθώς τα πράγματα βλέπειν ου δύναται (42), Άλλο εστί πράγμα και άλλο νόημα και άλλο πάθος. Και πράγμα μεν εστίν, οίον ανήρ, γυνή, χρυσός και τα εξής. Νόημα δε, οίον, μνήμη ψιλή τίνος των προειρημένων. Πάθος δε, οίον, φιλία άλογος ή μίσος άκριτον τινός των προειρημένων. Προς ουν το πάθος εστί του μοναχού η μάχη».

Θεωρούμε τις διακρίσεις αυτές του Μαξίμου άκρως σημαντικές για το θέμα της θεραπείας. Και πρώτον, σημαίνουν ότι αποτελεί λανθασμένη μέθοδο η πάλη εναντίον των αντικειμένων, των όντων καθαυτά, επειδή προκαλούν πειρασμούς και δυσκολίες. Το να λέγει αυτό ένας μοναχός, όπως ο Μάξιμος, ο οποίος έφυγε από τα «πράγματα» και πήρε τις αποστάσεις του από τον κόσμο, αποκαλύπτει ότι η φυγή από τα πράγματα δεν αποτελεί λύση, ούτε η παραμονή στα πράγματα, όπως συμβαίνει με όσους ζουν όταν κόσμο, αποτελεί αιτία ασθένειας. Το να εισηγηθούμε, για παράδειγμα, το διαζύγιο σε κάποιον, που υποφέρει ψυχικά από την παρουσία του συντρόφου του, δεν αποτελεί θεραπεία του. Μπορεί το διαζύγιο να άρει προς καιρό την οδύνη του προσώπου αυτού, αλλά το πρόβλημα παραμένει στο ακέραιο. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένη και η τρέχουσα αντίληψη ότι ο μοναχός φεύγει από τον κόσμο για να «θεραπευθεί» από τα πάθη αποφεύγοντας τους πειρασμούς. Ολόκληρη η ασκητική παράδοση τονίζει ότι οι πειρασμοί γίνονται πιο δυνατοί, όταν φύγει κανείς από τα «πράγματα» που τους προκαλούν, γιατί μένουν τα «νοήματα» των πραγμάτων, τα οποία πειράζουν τον άνθρωπο.

Το ίδιο όμως ισχύει και για τα «νοήματα» των πραγμάτων. Η μνήμη και η αναπαράσταση των όντων δεν είναι αυτή καθαυτήν απορριπτέα. Πολλοί, αντίθετα με όσα γράφει ο Μάξιμος, μάχονται την τέχνη, τον πολιτισμό και ό,τι άλλο συνεπάγεται λειτουργία της ανθρώπινης φαντασίας, για χάρη της απελευθερώσεως από τα πάθη. Πρόκειται για μια Ωριγενική και Ευαγριανή πνευματικότητα, την οποία ασφαλώς έχει στο νου του και καταπολεμά ο Μάξιμος, γιατί τέτοιες ιδέες ήσαν τότε —και, φοβούμαι, εξακολουθούν να είναι— διαδεδομένες μεταξύ των μοναχών. Ούτε προς τα πράγματα, ούτε προς τα νοήματά τους είναι η πάλη των μοναχών, τονίζει ο Μάξιμος, αλλά προς τα πάθη, που είναι «συνεζευγμένα» σ’ αυτά. Μια σωστή θεραπεία επιβάλλει αυτές τις διακρίσεις. Αλλιώς παράγονται πνευματικά εκτρώματα, άνθρωποι ψυχικά ασθενείς, που έχουν ανάγκη θεραπείας περισσότερο από κάθε άλλον.

δ. Πώς όμως μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός του πάθους από τα πράγματα και τα νοήματα: Την απάντηση τη δίνει ο Μάξιμος στην επόμενη αμέσως παράγραφο των όσων είπε πιο πάνω: το εμπαθές νόημα είναι «λογισμός σύνθετος από πάθους και νοήματος. Χωρίσωμεν το πάθος από του νοήματος, και απομένει ο λογισμός ψιλός. Χωρίζομεν δε δι’ αγάπης πνευματικής και εγκράτειας, εάν θέλωμεν». Ο χωρισμός του πάθους από το νόημα δεν γίνεται παρά με την αγάπη, την εγκράτεια (δηλ. την αυτοκυριαρχία) και την ελεύθερη θέληση. Τα στοιχεία όμως αυτά χρειάζονται περισσότερη ανάλυση.

Η αγάπη ως ελευθερία και η ελευθερία ως αγάπη

Τόσο ή έννοια τής αγάπης όσο και εκείνη της ελευθερίας, ενώ αποτελούν κλειδιά για τη σωστή θεραπεία, υπόκεινται και αυτές στη δική τους παθολογία. Έτσι αγάπη μπορεί να είναι στην ουσία μια μορφή ναρκισσισμοί», δηλαδή αγάπης του εαυτού μας μέσα από την μορφή, τον καθρέφτη του άλλου. Ο ναρκισσισμός θεωρείται νόσος, αλλά οι μορφές του είναι τόσο πολλές και δυσδιάκριτες ώστε να μη αντιμετωπίζεται συνήθως στη ρίζα του. Στην πραγματικότητα κάθε ερωτική αγάπη εμπεριέχει στοιχεία ναρκισσισμού, αυτού που ονομάσαμε προηγουμένως στη γλώσσα του Μαξίμου «φιλαυτία». Το «πάθος» της ερωτικής αγάπης συνίσταται στην απαίτηση της αποκλειστικότητας που εμπεριέχει, έτσι ώστε ολόκληρη η ύπαρξη να οικοδομείται επάνω σε δύο πρόσωπα, ωσάν να μη υπήρχαν άλλα όντα γύρω τους. Ο έρωτας είναι στο βάθος μια εγωκεντρική μορφή αγάπης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πολλές παθολογικές καταστάσεις (εξάρτηση, άγχος αποχωρισμού κ. λπ. ).

Το ίδιο ισχύει και για την ελευθερία. Η ελευθερία ως απελευθέρωση από τον άλλο μπορεί να σημάνει την πιο ωμή μορφή φιλαυτίας, μια παθολογική ανεξαρτησία από τους άλλους, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη ή και αυτοκτονία, όταν διαπιστώνεται ότι οι άλλοι μάς είναι απαραίτητοι, αλλά όχι επιθυμητοί. Έτσι το πρόβλημα δημιουργείται, με ποιόν τρόπο η αγάπη και η ελευθερία μπορούν όχι μόνο να μας απελευθερώσουν από τα πάθη, αλλά και να αποκαθαρθούν τα ίδια από τη δική τους παθολογία. Στο σημείο αυτό η θεολογία θα μπορούσε να προσφέρει τις εξής θέσεις:

α. Την υπέρβαση της αποκλειστικότητας στην αγάπη. «Εάν τινάς μεν μισής τινάς δε ουδέ αγάπης ουδέ μισής, έτερους δε αγαπάς, άλλα συμμέτρως, άλλους δε σφόδρα αγαπάς, εκ ταύτης της ανισότητος γνώθι ότι μακράν ει της τελείας αγάπης, ήτις υποτίθεται πάντα άνθρωπον εξ ίσου αγαπήσαι Η αποκλειστικότητα αναιρεί την αγάπη γιατί υποκρύπτει κάποια μορφή φιλαυτίας. Αγαπούμε τους οικείους μας, τα παιδιά μας, τους συγγενείς μας, τους «ερωμένους» κ. λπ. , περισσότερο από τους άλλους, γιατί κάποια ανταπόκριση περιμένουμε απ’ αυτούς ή γιατί κάποια ανάγκη, ψυχολογική ή βιολογική μας δένει μαζί τους. Η αγάπη των οικείων υποκρύπτει το πάθος της φιλαυτίας.

β. Την αγάπη των έχθρων. Καμιά μορφή αγάπης δεν είναι πιο ελεύθερη από αυτήν και καμιά μορφή ελευθερίας δεν ταυτίζεται πιο πολύ με την αγάπη των εχθρών. «Ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; [. . . ] και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι» (Λουκ. 6, 32). Η αγάπη που προσδοκά ανταπόδοση είναι «αμαρτωλή», παθολογική. Η αγάπη που δεν περιμένει ανταπόδοση, ή καλύτερα, που απευθύνεται σε όσους μας βλάπτουν, είναι αληθινά «χάρις», δηλαδή ελευθερία. Η αγάπη τσε Θεού «εν Χριστώ» «έτι αμαρτωλών όντων ημών» και εχθρών του Θεού, η αγάπη προς τους αμαρτωλούς είναι η μόνη ελεύθερη αγάπη.

Συμπερασματικά, μόνον όταν συμπίπτει η αγάπη με την ελευθερία έχουμε θεραπεία. Αγάπη χωρίς ελευθερία και ελευθερία χωρίς αγάπη αποτελούν παθολογικές καταστάσεις, που χρειάζονται θεραπεία.

Αλλά πώς μπορεί να συμπέσουν αυτά τα δύο στην πράξη; Είναι εύκολο να αποφαίνεται κανείς για αυτό που πρέπει να γίνει άλλα τί έχει να πει η θεολογία για το πώς μπορεί να γίνει αυτό που πρέπει;

Η Εκκλησία ως θεραπευτήριο

Ερχόμαστε τώρα στο πιο κρίσιμο σημείο της ομιλίας μας: με ποιό τρόπο η Εκκλησία μπορεί να θεραπεύσει τον άνθρωπο στην πράξη;

Ευθύςεξ αρχής πρέπει να άρουμε μια παρεξήγηση, που επικρατεί ευρύτατα. Η Εκκλησία δεν θεραπεύει τόσο με αυτά που έχει, όσο με αυτό που είναι. Το σημείο αυτό είναι σοβαρότατο. Αναζητούμε όλοι κατά κανόνα στην Εκκλησία τα μέσα της σωτηρίας αλλά η σωτηρία βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της Εκκλησίας και της ενσωμάτωσης σ’ αυτήν. Η διαφορά είναι πελώρια και έχει πρακτική σημασία ως προς τη θεραπεία.

Η Εκκλησία έχει πνευματικούς και το μυστήριο της Εξομολογήσεως που σωστότερα πρέπει να λέγεται της Μετανοίας. Πολλή έμφαση και σημασία έχει αποδοθεί στο στοιχείο αυτό ως προς τη θεραπεία. Αναζητείται ο τέλειος πνευματικός, η τέλεια μέθοδος εξομολογήσεως κ. λπ. , και λησμονείται ότι ο πνευματικός δεν θεραπεύει. Μπορεί να είναι κουρασμένος την ώρα της εξομολογήσεως ή να μην έχει τις κατάλληλες γνώσεις —πράγματα συνηθέστατα. Η θεραπεία δεν θα επέλθει την ώρα του Μυστηρίου, απλούστατα γιατί το Μυστήριο έχει ωςστόχο την ένταξη του ανθρώπου στην κοινωνία της Εκκλησίας, και μόνον εκεί, σιγά-σιγά και μακροπρόθεσμα θα επέλθει η θεραπεία. Πώς θα συμβεί αυτό;

Η Εκκλησία αποτελεί θεραπευτήριο, γιατί προσφέρει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να μεταβεί από την κατάσταση του άτομου σ’ εκείνη του προσώπου. Ποιά η διαφορά; Και πώς συμβαίνει αυτό στην Εκκλησία;

Το άτομο αποτελεί έννοια αριθμητική, που πηγάζει από την απομόνωσή του από τα άλλα άτομα· που είναι αυτό γιατί δεν είναι κάτι άλλο. Το άτομο είναι στο βάθος έννοια αρνητική. Όταν ο άνθρωπος υπάρχει και ενεργεί ως άτομο, ψυχολογικά αυτοπεριφράσσεται, «σχίζεται» από τους άλλους. Πρόκειται για μια παθολογική κατάσταση, που συνιστά πλήθος νοσηρών φαινομένων, και ίσως την πηγή όλων των ασθενειών, αυτό που ο Μάξιμος ονομάζει «φιλαυτία». Το άτομο δεν συνιστά μόνο ηθικής η ψυχολογικής φύσεως πρόβλημα, αλλά έχει οντολογικές διαστάσεις. Συνδέεται με το θάνατο, ο οποίος είναι ο κατ’ εξοχήν τροφοδότης και ταυτόχρονα καταλύτης του άτομου: ο θάνατος είναι αυτός που εξαίρει την ατομικότητα χωρίζοντάς την οριστικά από τους άλλους (ο καθένας πεθαίνει μόνον αυτός), για να τη διαλύσει τελικά στην αποσύνθεση και την ανυπαρξία. Η ατομικότητα είναι φορέας νόσου ή νόσων, ακριβώς γιατί στο βάθος της υποκρύπτεται ο φόβος του θανάτου, του οντολογικού μηδενισμού —αν επιτρέπεται η παράδοξη όσο και αληθινή αυτή αντίφαση. Το ίδιο ισχύει για το σώμα. Αν, όπως ο Μάξιμος, συνδέουν την φιλαυτία με το σώμα, δεν είναι γιατί το σώμα είναι κακό, αλλά γιατί εκφράζει κατ’ εξοχήν το οχυρό της ατομικότητας, εκεί που φωλιάζει η δυνατότητα της αποκοπής μας από τους άλλους, και εκεί που τελικά στοχεύει και επιτυγχάνει ο θάνατος. Η ατομικότητα είναι το πρώτο παθολογικό στάδιο, που περνάει ο άνθρωπος, όταν έχει ανάγκη θεραπείας.

Το δεύτερο στάδιο είναι εκείνο της κοινωνίας. Για να θεραπευθεί από την ατομικότητα ο άνθρωπος, πρέπει να περάσει στη σχέση του με τους άλλους —με οποιαδήποτε μορφή έστω και αρνητική: να θυμώσει, να δείρει ή ακόμα και να σκοτώσει. Αυτό που συνήθως λέγεται «εκτόνωση», αποτελεί μορφή υπερβάσεως του ατομισμού, μορφή «θεραπείας» κατά την ψυχιατρική. Δεν πρόκειται για την έννοια του προσώπου, πρόκειται όμως για μια μορφή σχέσεως και κοινωνίας, που εμφανίζεται ως θεραπεία, χωρίς να είναι.

Το επίπεδο στο οποίο επιδιώκει να φέρει τον άνθρωπο η Εκκλησία βρίσκεται πέρα από αυτήν, στην κατάσταση του προσώπου.

Τί είναι το πρόσωπο;

Η Εκκλησία δανείζεται την έννοια του προσώπου από την πίστη της στον Τριαδικό Θεό και περνώντάς την από την Χριστολογία και την Πνευματολογία την εφαρμόζει στην Εκκλησία. Στην Αγία Τριάδα το πρόσωπο είναι έννοια θετική, σχέση καταφατική, και όχι αρνητική. Τα τρία πρόσωπα της Τριάδος είναι διάφορα το ένα από το άλλο, όχι γιατί απομονώνονται και αποσχίζονται το ένα από το άλλο, αλλά αντίθετα γιατί είναι αναπόσπαστα ενωμένα μεταξύ τους. Η ενότητα, όσο πιο άρρηκτη είναι, τόσο πιο πολύ γεννάει, παράγει ετερότητα. Το γεγονός αυτό εξασφαλίζει οντολογική πληρότητα και σταθερότητα, απουσία θανάτου και αληθινή ζωή. Ο άλλος όχι μόνο δεν είναι εχθρός, αλλά η βεβαίωση της δικής μου ταυτότητας και μοναδικότητας: το Συ που με κάνει να είμαι Εγώ, και χωρίς το οποίο το Εγώ είναι ανύπαρκτο και αδιανόητο.

Και κάτι ακόμα. Στην Αγία Τριάδα η προσωπική ετερότητα και μοναδικότητα δεν αιτιολογείται ψυχολογικά, αλλά οντολογικά. Οι ιδιότητες που διακρίνουν τα τρία πρόσωπα μεταξύ τους είναι μόνο οντολογικές: το κάθε Ένα είναι αυτό που είναι, και τίποτε παραπάνω. Το πρόσωπο δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του, αλλά από την απλή κατάφαση της ταυτότητάς του ως μοναδικού και αναντικατάστατου όντος. Δεν είναι το πρόσωπο προσωπικότητα, δηλαδή συνιστάμενη ιδιοτήτων (ύψους, κάλλους ή ασχήμιας, αρετής ή κακίας, ευφυΐας ή βλακείας κ. λπ. . Το πρόσωπο είναι ελεύθερο από ιδιότητες και δεν κρίνεται απ’ αυτές).

Αύτη η αντίληψη περί προσώπου περνάει στην Εκκλησία με τη μορφή της αγάπης και της ελευθερίας του Θεού προς τον κόσμο, όπως αυτή εκφράστηκε «εν Χριστώ» με την αγάπη των εχθρών και των αμαρτωλών. Η Εκκλησία είναι ο χώρος στον οποίο ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τις ιδιότητές του —αυτό σημαίνει η συγχώρηση, που παίρνει στο Βάπτισμα και στη Μετάνοια— αλλά από το ότι είναι αυτός που είναι. Η συγχώρηση και η αποδοχή τού ανθρώπου ως προσώπου, ως μοναδικής και ανεπανάληπτης ταυτότητος, μες την κοινότητα της Εκκλησίας, αποτελεί την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής θεραπευτικής. Η Εκκλησία θεραπεύει όχι με όσα λέγει, αλλά με ό,τι είναι: κοινότητα αγάπης, μιας αγάπης που δεν είναι συναίσθημα, ώστε να το αναζητήσουμε στο εσωτερικό και τη διάθεση του άτομου, αλλά σχέση, πράγμα που απαιτεί συνύπαρξη και αποδοχή σε μια κοινότητα συγκεκριμένη, κοινότητα αγάπης χωρίς αποκλειστικότητα και όρους. Η Εκκλησία θεραπεύει με το να είναι μια τέτοια κοινότητα, στην οποία εντασσόμενος ο άνθρωπος εθίζεται να αγαπά και να αγαπάται ελεύθερα, όπου κατά τα λόγια του Αγίου Μαξίμου «η τελεία αγάπη ου συνδιασχίζει την μίαν των ανθρώπων φύσιν . . . αλλ’ εις αυτήν αεί αποβλεπομένη πάντας ανθρώπους εξ ίσου αγαπά . . . Διό και ο Κύριος ημών καιΘεός Ιησούς Χριστός την αυτού αγάπην εις ημάς ένδειξάμενος, υπέρ της όλης ανθρωπότητος έπαθεν. . . » (κεφ. άγάπ. I, 72).

Το πρακτικό και αμείλικτο ερώτημα είναι όμως: είναι η Εκκλησία κοινότητα αγάπης, χώρος στον οποίο περνάει κανείς από τη «φιλαυτία» στη «φιλαδελφία», από την νόσο στην ίαση; Στο βαθμό που η απάντηση είναι καταφατική, μπορεί να γίνει λόγος για την Εκκλησία ως θεραπευτήριο. Άλλως, είναι ένα φαρμακείο, που προμηθεύει ταώς ανθρώπους με αναλγητικά, χωρίς να τους μεταμορφώνει από άτομα σε πρόσωπα. Γιατί τα πρόσωπα προϋποθέτουν σχέση, και η σχέση κοινότητα. Διαφορετικά παραμένουν άτομα μεμονωμένα με την «ψευδαίσθηση τής αγιότητας. Extra eccliasiam nulla salus— όχι γιατί εκεί υπάρχουν τα μέσα της σωτηρίας, αλλά γιατί εκεί λειτουργεί το Τριαδικό μυστήριο της αλληλοπεριχωρήσεως των προσώπων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σε μεγάλο βαθμό απωλέσει τη συνείδηση της κοινότητας, και αν κάνει λόγο σήμερα για θεραπευτήριο μάλλον εννοεί πως είναι φαρμακείο. Παραμένει όμως αληθινή κιβωτός σωτηρίας, γιατί διατηρεί ανόθευτη όχι μόνο την πίστη στον προσωπικό Τριαδικό Θεό και τον Χριστό της καθολικής αγάπης, του Σταυρού και της Αναστάσεως, αλλά και γιατί παραμένει η γνήσια ευχαριστιακή κοινότητα, στην οποία προσφέρονται οι αγαπητικός εκείνες σχέσεις, που μπορούν να θεραπεύσουν τον άνθρωπο μεταβάλλοντάς τον από άτομο σε πρόσωπο. Αυτή την πίστη και αυτή τη σύναξη και κοινότητα πρέπει να τη διατηρήσουμε γνήσια και ενεργό, αν θέλουμε να θεωρούμε τήν Εκκλησία ως θεραπευτήριο.

Ανατρέχοντας σε όσα προσπάθησα να πω αισθάνομαι πως πρέπει να επισημάνω τα ακόλουθα.

Για την Εκκλησία και τη θεολογία η θεραπεία δεν είναι υπόθεση ψυχολογική ή ηθική, αλλά οντολογική. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι να ανακουφίσει τον άνθρωπο από τα συμπτώματα της νόσου, αλλά να τον αναγεννήσει μεταφέροντάς τον από τον χώρο της φιλαυτίας, όπου γεννιούνται τα πάθη, στο χώρο της φιλαδελφίας, όπου υπάρχει η αληθινή θεραπεία διά της αγάπης. Το πέρασμα από τον ένα χώρο στον άλλον είναι επώδυνο, γιατί προϋποθέτει το Σταυρό ή με τα λόγια του αγίου Μαξίμου τη βίωση της οδύνης, που συνυπάρχει με την ηδονή. Είναι ένα πέρασμα, που πρέπει να καθοδηγείται με προσοχή και φιλανθρωπία, «ίνα μη το χωλόν εκτραπή, ίαθή δε μάλλον» (Εβρ. 12, 13).

Στην προσπάθεια αυτή η Εκκλησία και η θεολογία διαθέτουν όχι τόσο τεχνική, ή εξειδίκευση, όσο την πίστη στον προσωπικό Θεό, από την οποία πηγάζει η πίστη στον άνθρωπο ως πρόσωπο, εικόνα και ομοίωση Θεού. την αγάπη του Χριστού την χωρίς όρια και αποκλειστικότητα, και την Εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα, η οποία πραγματώνει την αγάπη αυτή ως προσωπική ύπαρξη και σχέση. Ο πόλεμος κατά των παθών και η απαλλαγή από αυτά δεν αποτελούν για την Εκκλησία αυτοσκοπό. Αποβλέπουν στο να αναδυθεί από αυτά το όντως πρόσωπο, να επανενωθεί η κατατεμαχισμένη φύση, και να ξαναβρεί ο άνθρωπος τη σωστή σχέση του με το Θεό, με τούς άλλους ανθρώπους και με την υλική φύση. Υγεία για μας είναι η σωστή σχέση του ανθρώπου με τους τρεις αυτούς παράγοντες (το Θεό, τους άλλους και τη φύση), που αποτελούν τον ορισμό του ανθρώπινου όντος. Ασθένεια είναι η διαταραχή της τριπλής αυτής και τρισδιάστατης σχέσεως. Ίσως αυτό να διαφοροποιεί πολύ τη θεολογία από τη ψυχιατρική —ίσως όχι, εσείς θα κρίνετε. Εκείνο, που είναι βέβαιο είναι ότι τόσο η Εκκλησία όσο και η ιατρική επιστήμη πρέπει να συμπέσουν στη βασική αυτή διαπίστωση, αν πρόκειται να αναπτυχθεί ένας διάλογος μεταξύ τους.

 *«Θεολογία και Ψυχιατρική σε διάλογο» -Πρακτικά Ημερίδας- εκδ. Αποστολική Διακονία, σ. 141-156, -απόσπασμα

πηγή: www.pemptousia.gr/2011/06/νόσος-και-θεραπεία-στην-ορθόδοξη-θεολ/

11 Σχόλια

  1. Στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο σας θα ήθελα να σταθώ σε λίγα σημεία που θεωρω σημαντικά. Κατ’ αρχήν σ’ αυτό που απολύτω συμφωνώ, έχει εκφραστεί άλλωστε στο βίο και στην γραμματεία των πατέρων, αφορά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου όχι μόνο ως ανεπανάληπτουόντος, αλλά και ως υπέρτατης αξίας. Αξία που του την δίνει ο ίδιος μας ο Κύριος, με την άνευ όρων αγάπη του. Αξία που τοποθετείται πέρα από κάθε ιδιότητα, που αφορά την προσωπικοτητα, ακόμη ίσως και πέρα από κάθε πτώση ή αμαρτία.
    Το δευτερο σημείο που θα ήθελα να σταθώ είναι σε αυτό των σχέσεων όπου εκφράζεται η αγάπη και ταυτόχρονα η προσωπική ελευθερία. Πράγματι μεσα από αυτες τις δυο λέξεις ο καθενας μπορει να εννοει ό,τι θέλει. Η αγάπη μπορεί να αποτελεί απλά μια προέκταση του εγώ μου (συχνά εμφανίζεται στις σχεσεις των γονιων με τα παιδιά τους), μπορεί να υποκρύπτει μια παθολογική εξάρτηση από τον άλλο, μπορεί χίλια δυο. Και η ελευθερία δεν είναι φυσικα απομόνωση ή ακομη αδιαφορία. Το να μπορώ να σχετίζομαι με τον-ους άλλο-ους με αληθινό ενδιαφέρον και αγάπη, και ταυτόχρονο να διατηρώ την εσωτερική μου ανεξαρτησία, είναι ένα επίτευγμα καθόλου απλό και εύκολο, ιδιαίτερα σήμερα. Είμαι μοναχικός στο βάθος μου απέναντι στον Θεό, ανοιχτός προς τους άλλους μέσω της προσπάθειάς μου να τους καταλάβω και να δημιουργήσω μια ουσιαστική σχέση μαζί τους (αν επρόκειτο να το συνοψίσω σε δυο κουβέντες). Σ’ αυτό το σημείο (η παρανοημένη κατα τη γνώμη μου από τους εκκλησιαστικούς ποιμένες) ψυχολογία έρχεται να συμφωνήσει! Πάμπολλα έργα των μεγαλύτερων ψυχολόγων συνάδουν ως προς αυτό (τουλάχιστον έχω αρκετά εγώ προσωπιά υπόψιν μου). Είναι ένας χώρος (όπως και οι υπόλοιποι που αναφέρατε: τέχνη κ.λ.π) όπου η εκκλησιαστική αλήθεια τέμνεται με τη θύραθεν γνώση (μπορεί να τέμνεται). Και νομίζω ότι μόνο η περιορισμένη γνώση της κάθε πλευράς για την άλλη δημιοργεί και διατηρεί τις προκαταλήψεις που βλέπουμε συχνά και στους δυο χώρους. Φυσικά δεν αγνοώ ότι το εκκλησιαστικό βίωμα διαφέρει ποιοτικά και απο ένα σημείο και πέρα δε μπορεί να γίνει αντιληπτό. Αλλά θέλω να σημειώσω κάτι τελευταίο. Αναφέρεστε στην προς όλους εξίσου αγάπη και στην αγάπη προς τους εχθρούς. Δε μπορώ να αντειπω φυσικά οτιδήποτε στον ευαγγελικό λόγο. Αλλά θα ‘θελα να σας θέσω μόνο μια ερώτηση. Τη στιγμή που όπως λέτε οι περισσότεροι δεν είμαστε πάρά άτομα και κάτω από το όνομα της αγάπης μπορεί να κρύβονται ένα σωρό ψυχικές διαστρεβλώσεις και συχνά δεν υπάρχει ουτε καν ένας ή μία που ν’ αγαπούμε αληθινά, μήπως θα ‘ταν πιο γόνιμο, αντί να προτάσσουμε στους ανθρώπους πράγματα που στη παρούσα φάση φαίνονται άπιαστα και που ουσιαστικά παραπέμπουν στην αγιότητα, να καταπιαστούμε με μια μεγαλύτερη προσοχή και ενδιαφέρον με τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας, κοντά μας; Σας ευχαριστω.

  2. Σε αντίθεση με ένα προ ημερών κείμενο ενός θεολόγου εδώ στο “Αντίφωνο”, το οποίο έβριθε ανακριβειών και αφελών συμπερασμάτων, εδώ έχουμε ένα σοβαρότατο κείμενο στο οποίο θα δυσκολευόμασταν πολύ να βρούμε διαφορές από τις λεγόμενες “μεγάλες” σχολές της ψυχολογίας και κυρίως την λακανοφρουδική (όσον αφορά τις ηδονές), έως και τους Γιουνγκ-ιστές. Το μόνο που αλλάζει είναι η ορολογία.
    Πραγματικά, ξαναδιαβάζοντας λέξη προς λέξη, παράγραφο προς παράγραφο το κείμενο τούτο, δεν θα μπορούσα να διαφωνήσω στο παραμικρό του σημείο και όχι μόνο, : είχα την εντύπωση ότι διάβαζα εργασία φοιτητή της “Αναλυτικής Ψυχολογίας” αποτυπωμένη με Χριστιανό-Ορθόδοξους όρους.
    Θα συμφωνήσω λοιπόν με τον προλαλήσαντα σχολιαστή ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Θεολογίας-Ψυχολογίας σ’ ένα έμπειρο “μάτι”.
    Και κάτι ακόμα: όπως για την Εκκλησία και τη θεολογία η θεραπεία δεν είναι, (απλώς), υπόθεση ψυχολογική ή ηθική έτσι συμβαίνει και για την ψυχολογία όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο.
    Με όλο τον σεβασμό προς τον Μητροπολίτη, η προ-τελευταία παράγραφος του άρθρου του ισχύει αυτούσια και στην Ψυχολογία.

  3. “Η αποστολή της ψυχολογίας είναι διαφορετική από την αποστολή της εκκλησίας.
    Μπορεί να υπάρχει επίδραση μεταξύ τους αλλά όχι ταύτιση.
    Η εκκλησία έχει άλλη αποστολή. Η
    εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να δεχτεί τον αναστημένο Χριστό και εκεί , δηλαδή μέσα στη σχέση, ότι είναι εφικτό σε αυτή τη ζωή αποκαθίσταται,
    μέχρις ότου ολοκληρωθεί στα έσχατα…..” (Α. Κατσιάρας -Μ.Βαμβουνάκη “Όταν ο Θεός πεθαίνει”)

  4. Η ιεράρχηση του θεμελιώδους ζητήματος, του υπέρ μισούντων εμάς, και της αγάπης των γύρων μας είναι θέμα διακρίσεως και οικονομίας. ¨Οχι αντιπαλότητας. Κάθε μονομερή προσέγγιση θα μας οδηγήσει σε αδιέξοδο. Είναι προσωπικό θέμα η διάκριση και οικονομία βέβαια. Και ο δρόμος όχι ευθύς. Ταις πρεσβίαις των αγίων μας και την μετοχή στην Εκκλησία μας μπορούμε να βαδίσουμε στο τεντωμένο σκοινί της αγάπης και της ελευθερίας.

  5. Μακαρι οι πνευματικοι και οι ιεραρχες της ορθοδοξιας, καποτε να ειναι ολοι τους αποφοιτοι ψυχολογιας και ψυχαναλυσης……..
    Θα καταλαβουν ποιο ευκολα και τον θεο και τον ανθρωπο και δεν θα ειναι
    σ αυτα τα χαλια που ειναι σημερα…..
    Ψυχη, εγκεφαλος, οργανο, ειναι η πορεια της καθε ασθενειας και αν η ψυχη αρρωστησει νομιζω οτι ειναι δυσκολο να την θεραπευσει ο καθε ασχετος και καυμενος παπας της γειτονιας……… Και οι σχετικοι ειναι λιγοι…….
    Ο καρκινος πχ.ειναι ιασιμη ασθενεια…….. Ασθενεια της ψυχης……..
    Αλλα καταντησε να ειναι επαρετος, βασικα για λογους ελειψης πνευματικης και ορθης ψυχολογικης υποστηριξης………..
    Θα πρεπει επι τελους να ανοιξει ο διαλογος για το φιλοσοφικο κομματι της ορθοδοξιας, γιατι αν μεινουμε μονο στο θεολογικο και μετα απο 2000 χρονια στο ιδιο σημειο θα ειμαστε………..

  6. Η εισήγηση αυτή εκφωνήθηκε πρίν από αρκετά χρόνια. Πολλά γράφτηκαν και έγιναν εν τω μεταξύ, ιδιαίτερα στον χώρο της θεραπείας των ψυχικών ασθενειών. Αναρωτιέμαι ποιές είναι σήμερα οι απόψεις του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου.

  7. Γιά να παραμείνη στην μνήμη ο λόγος του Άγιου Μάξιμου, αντιγράφω δύο καίρια αποσπάσματα. Επισημαίνω μόνο την τριάδα “αρχαίων κακών”, “άγνοια Θεού-φιλαυτία-τυραννίς”, που προκύπτουν διαδοχικά από παράχρησιν της τριάδας των οικείων δυνάμεων “λόγος-επιθυμία-θυμός”. Είναι προφανές γιατί δεν πρέπει να γίνεται πόλεμος κατ’ ευθείαν στα συναισθήματα ή τα πάθη. Η φιλαυτία δεν είναι μία γενική διατύπωση που ταυτίζεται με τον “εγωϊσμό”. Η φιλαυτία εμφανίζεται στον άνθρωπο όταν συμβεί σε αυτόν “άγνοια Θεού” και αναγκαστικά αρχίσει να στηρίζεται μόνο στον κατακερματισμένο εαυτό του, τον “εις πολλάς μοίρας” κατατετμημένον. Η θεραπεία προκύπτει από τον ορισμό και περιγράφεται σαφέστατα: τριπλή και ταυτόχρονη προς τον Θεό τροπή και των τριών οικείων δυνάμεων “λόγου τε καί ἐπιθυμίας καί θυμοῦ”.
    (Δεν τολμώ να θυμίσω τον γέροντα Πορφύριο, για να μην με μαλώσετε.)
    Όμως, ο Άγιος Μάξιμος μιλά για τον “φυσιολογικό” ή μέσο άνθρωπο, τον μετά την πτώση ασθενή στο σώμα και την ψυχή. Ο ψυχικά ασθενής σύμφωνα με την σύγχρονη ψυχιατρική, ανήκει σε αυτήν την κατηγορία ή όχι; Επομένως η πιό πάνω εισήγηση είναι εντός ή εκτός θέματος;
    Β´. Τοῦ αὐτοῦ πρός Ἰωάννην κουβικουλάριον, περί ἀγάπης….
    …ἀφ᾿ οὗ τόν ἄνθρωπον ἅπαξ τῆς κατά φύσιν κινήσεως τραπῆναι παρέπεισε, καί πρός τό κεκωλυμένον ἀπό τοῦ ἐπιτετραμμένου κινῆσαι τήν ὄρεξιν, καί τρία τά μέγιστα καί ἀρχαῖα κακά, καί πάσης ἁπλῶς εἰπεῖν κακίας γεννητικά ἑαυτῷ ὑποστήσασθαι· ἄγνοιαν, φημί, καί φιλαυτίαν, τυραννίδα, ἀλλήλων ἐξηρτημένας καί δι᾿ ἀλλήλων συνισταμένας. Ἐκ γάρ τῆς περί Θεοῦ ἀγνοίας, ἡ φιλαυτία. Ἐκ δέ ταύτης, ἡ πρός τό συγγενές τυραννίς ἐστι· καί οὐδείς ἀντερεῖ λόγος· τῷ κατά παράχρησιν τρόπῳ τῶν οἰκείων δυνάμεων, λόγου τε καί ἐπιθυμίας καί θυμοῦ, ταύτας ὑποστησαμένων· δέον λόγῳ μέν, ἀντί τῆς ἀγνοίας πρός τόν Θεόν διά γνώσεως κατά ζήτησιν μονώτατον κινεῖσθαι· δι᾿ ἐπιθυμίας δέ, τοῦ τῆς φιλαυτίας πάθους καθαρόν κατά πόθον πρός τόν Θεόν μόνον ἐλαύνεσθαι· καί τῷ θυμῷ τυραννίδος κεχωρισμένῳ, πρός το Θεοῦ μόνου τυχεῖν ἀγωνίζεσθαι· καί τήν ἐκ τούτων καί δι᾿ ἥν ταῦτα, θείαν καί μακαρίαν ἀγάπην δημιουργῆσαι, τήν Θεῷ συνάπτουσάν τε, καί Θεόν ἀποφαίνουσαν τόν φιλόθεον…

    ….ἡμῖν ὑποτύπωσιν τελείας εὐαρεστήσεως, καθ᾿ ἥν ὁ τῆς φιλαυτίας ἠρέμα κατασβέννυται νόμος, ὁ κατ᾿ ἀρχάς δι᾿ ἡδονῆς ἡμᾶς ἀπατηλῶς Θεοῦ καί ἀλλήλων ἀπαγαγών· καί ἀνθ᾿ ἑνός Θεοῦ, πολλούς εἶναι ἤ οὐδένα τό σύνολον νομισθῆναι διδάξας, παντελῶς τήν τοῦ ἐν ἡμῖν λόγου πρός τήν σάρκα κατέραξε δύναμιν, καί εἰς πολλάς τήν μίαν φύσιν κατατεμών μοίρας, ὑπέρ ἡδονῆς κατ᾿ ἀλλήλων τήν τοῦ ἐν ἡμῖν θυμοῦ δύναμιν ἐθηρίωσε. Γενοῦ τοίνυν, ὡς εἶπον, πάντα τῷ χρῄζοντι τῆς σῆς ἐπικουρίας, ἵνα τοιοῦτον εὕροις τόν Θεόν σοι γινόμενον, τόν πάντα πᾶσι γίνεσθαι διά φιλανθρωπίαν καταδεχόμενον….

  8. Ο άγιος Μάξιμος μιλά για τον συνηθισμένο άνθρωπο, αυτόν δηλαδή που σύμφωνα με τα ψυχιατρικά δεδομένα είναι υγιής. Αν αυτός είναι ασθενής τότε όλοι μας, των ψυχιάτρων συμπεριλαμβανομένων, είμαστε ασθενείς και χρειαζόμαστε θεραπεία. Στοιχεία δε της αναγκαίας θεραπευτικής γνώσης δίδονται από τον Μάξιμο στα εν λόγω “κεφάλαια”.

    Είναι όμως σαφές ότι η σύγχρονη ψυχιατρική, θεωρώντας ως “υγιή” τον συνηθισμένο άνθρωπο και ασχολούμενη με τα ποικίλα φαινόμενα αποσταθεροποίησης αυτού του θεωρουμένου ως “υγιούς”, διαμορφώνει μια γνώση εντελώς άσχετη με την προηγούμενη. Αυτή η δεύτερη μάλιστα βασίζεται στην παντελή άγνοια και αγνόηση της πρώτης.

    Ερωτήματα: Μπορεί η πρώτη γνώση να υποκαταστήσει την δεύτερη; Μπορεί να λυθεί η μεταξύ τους αντίφαση; Τι θα σήμαινε για την δεύτερη να δεχθεί την ύπαρξη της πρώτης;

    Εν ολίγοις συμμερίζομαι κ. Δεληνικόλα τον επιφυλακτικό υπαινιγμό σας.

  9. Τολμώ να προχωρήσω στο έδαφος της συμφωνίας μας και να ευχηθώ, κάποιος αρκετά έμπειρος και ηλικιωμένος πνευματικός με στέρεη κατάρτιση θεολογική ή καλλίτερα μία καλή ομάδα τριών ή τεσσάρων προσώπων που να συμμερίζονται αυτή την θεωρητική και πρακτική γνώση σε ποικίλο βαθμό έκαστος, να προσπαθήσουν να συντάξουν μία σοβαρή προσέγγιση της σύγχρονης ψυχιατρικής από την πλευρά της Εκκλησίας. Μόλις το διατύπωσα, συνειδητοποιώ την μεγάλη δυσκολία του εγχειρήματος. Οι σχολές πανεπιστημιακής ψυχιατρικής δεν είναι μία και δύο, ενώ η ψυχανάλυση σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό δεν είναι αποδεκτή από αυτές. Οι ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι είναι επίσης αρκετές και όχι συμβατές μεταξύ τους. Ο τρόπος που κρίνει δε η μία την άλλη, ακόμη και συγκεκαλυμμένα, συχνά προδίδει απαξίωση. Προς ποιες λοιπόν σχολές και ομάδες ψυχοθεραπείας να τοποθετηθεί η Εκκλησία, όταν είναι αλληλοαμφισβητούμενες ή πολύ λίγο επικοινωνούσες; Πάντως, ο διάλογος με την πανεπιστημιακή ψυχιατρική θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία, αφού στα χέρια της είναι τα κρατικά ιδρύματα και εκεί προσφεύγουν όσοι ορθόδοξοι χριστιανοί συμβεί να έχουν ένα σοβαρό περιστατικό στο συγγενικό ή φιλικό τους περιβάλλον.
    Το μεγάλο πρόβλημα είναι, νομίζω, η άγνοια, μολονότι και οι δύο χώροι, Εκκλησία και πανεπιστημιακή Ιατρική, συνήθως παριστάνουν τις αυθεντίες. Αυθέντες είναι όντως, όπως η πιό πάνω εισήγηση φανερώνει με τον τρόπο που καταλήγει:
    “Υγεία για μας είναι η σωστή σχέση του ανθρώπου με τους τρεις αυτούς παράγοντες (το Θεό, τους άλλους και τη φύση), που αποτελούν τον ορισμό του ανθρώπινου όντος. Ασθένεια είναι η διαταραχή της τριπλής αυτής και τρισδιάστατης σχέσεως. Ίσως αυτό να διαφοροποιεί πολύ τη θεολογία από τη ψυχιατρική —ίσως όχι, εσείς θα κρίνετε. Εκείνο, που είναι βέβαιο είναι ότι τόσο η Εκκλησία όσο και η ιατρική επιστήμη πρέπει να συμπέσουν στη βασική αυτή διαπίστωση, αν πρόκειται να αναπτυχθεί ένας διάλογος μεταξύ τους.”
    Εδώ θα πρότεινα την ακόλουθη διόρθωση: Άγνοια Θεού, αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους, ανώμαλη μετά την πτώση φύση. Αυτή είναι η αφετηρία μας είτε είμαστε “φυσιολογικοί” είτε “ψυχασθενείς”, χριστιανοί ή άθεοι.
    Όταν ο ψυχίατρος υποδέχεται έναν ψυχασθενή σε κρίση ή όταν ο ιερέας αντιμετωπίζει έναν βαθιά διαταραγμένο ηθικά και σε σύγχυση πιστό, αλλά φυσιολογικό κατά τα φαινόμενα, δεν μπορούν να βρουν στήριγμα στα υπέροχα οικοδομήματα που υπονοεί η άψογη ανωτέρω διατύπωση. Αυτοί θα έπρεπε να συναντηθούν και να αρχίσουν να ανταλλάσσουν βιώματα από τον καθημερινό αγώνα τους και την αδυναμία τους ή την απόγνωσή τους, τα θαύματα που έχουν ζήσει επίσης. Τα θεωρητικά οικοδομήματα μπορούν να στηθούν μόνο αφού συγκεντρωθεί αρκετή βιωματική και πειραματική γνώση, κοινή σε μία κοινότητα αγωνιζόμενων ψυχιάτρων και πνευματικών. Γιά να συναντηθούν δύο επιστήμες, πρέπει να είναι επιστήμες.
    Αυτό ουσιαστικά ρώτησα στο πρώτο μου σχόλιο: Έγινε κάτι μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια ή το χάσμα μεγάλωσε;

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here