Νοσταλγία της ευγένειας

9
936

 Πώς τόσο αιφνιδίως χάθηκε η ευγένεια τριγύρω και αναμεταξύ μας; Μα, πού πήγε η αιδημοσύνη; Την τρομερή αλλαγή πιστοποιούμε ακόμα κι εμείς οι για την ώρα κάπως νεότεροι, εμείς που δεν γνωρίσαμε παρά μόνον ορισμένες ύστατες εκδηλώσεις της: την τήρηση κάποιων προσχημάτων, το παλιό καλό τακτ, την ακρίβεια στα ραντεβού, τον πληθυντικό αριθμό, την αυτονόητη παραχώρηση θέσης, τις ώρες κοινής ησυ­χίας, έννοιες όπως κοσμιότητα και κομψότη­τα, τις μικρές επισημότητες και τα ανώδυνα εθιμικά πρωτόκολλα, την αναμονή και την πρόποση στο τραπέζι, τις φιλόφρονες συ­στάσεις, το κράτημα της θύρας τη σεμνολογία και τη χαμηλοφωνία, την υπομονή στον διάλογο και παντού, την τάξη στη σχολική αίθουσα, την ευπρέπεια στους δημόσιους χώρους, τη μειλίχια οδήγηση, την ιπποσύνη προς τις γυναίκες -και όχι μόνο—, την χείρα βοηθείας, τον εξυπηρετικό μπάρμαν, το «από καλή οικογένεια», το «με συγχωρείτε», το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «με τις υγείες σας», το καλωσόρισμα και την κατευόδωση, το «χαίρετε» στο ασανσέρ, το α­γουροξυπνημένο χαμόγελο, την ερυθρίαση, την αμηχανία, τον ξερόβηχα.

Κανείς δεν διανοείται να ισχυριστεί ότι «παλιά» οι άνθρωποι ή οι Έλληνες ήταν «κα­λοί» και ότι σήμερα «χάλασαν». Το ότι, όμως, ο μακαρισμός του παρελθόντος αποτελεί αναμφίλεκτη ιστορικο-εθνολογική σταθερά ή το ότι η ποιότητα ζωής, η ομορφιά, η χαρά, η τιμή, το νόημα είναι έννοιες μη μετρήσιμες δεν σχετικοποιεί ούτε υποβαθμίζει κατ’ α­νάγκην μια διαπίστωση που κάνει λόγο για εμφανή ποιοτική φθίση ενός είδους ή γέ­νους. Ο Unamuno, «προοδευτικός της πα­ράδοσης», παρατηρεί το 1910: «Πάντοτε υπήρχε όχλος, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, μου φαίνεται ότι ο όχλος άλλων καιρών ήταν πιο σεβαστικός απ’ τον σημερινό, ότι ήξερε να αγνοεί και να σέβεται εκείνους που ήξεραν περισσότε­ρα απ’ αυτόν». Εξέλιξη δεν θα πει βελτίωση. [Ούτε στάση θα πει συντήρηση]. Σε κάθε στερεότυπη ελεεινολόγηση σοβεί η πεποί­θηση μιας αχρείαστης μεταλλαγής, ενός επιπόλαιου αφανισμού, μιας αυτοκτονικής πτώχευσης. Ο εφησυχασμός, λοιπόν, στην αλήθεια ότι αρχαιόθεν οι πρεσβύτεροι ελεεινολογούν τους νεότερους παραβλέπει την ισότιμη αλήθεια ότι ορισμένες άξιες δεν διαρκούν αιωνίως και ότι με την ελάχιστη φροντίδα μπορούμε ν’ αποτρέψουμε τη μη αναστρέψιμη στρέβλωση ή τον οριστικό χα­μό ενός πράγματος, του οποίου τη ζωτική α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε σφόδρα αμέσως ή αργότερα, πάντως υπερβολικά αρ­γά. Κάναμε π.χ. τα περιβόλια μας πολυκατοι­κίες και σήμερα στενάζουμε που δεν υπάρ­χει πράσινο.
Φαίνεται οι κακουχίες γαλουχούσαν τα άτομα και τις κοινωνίες σ’ ένα είδος ολιγάρ­κειας, επισφάλειας κι ευαλωτότητας που τρό­πον τινά εξομοίωνε ως έναν βαθμό τις τύχες κι εκδημοκράτιζε ως άλλον βαθμό τις προσ­δοκίες, έτσι που να μην αποσυνδέεται, και μάλιστα σχεδόν εντελώς, όπως στη σημερι­νή εποχή, η υπαρξιακή μας διάσταση από την κοινωνική, ο αυτοσεβασμός από τον αλ­ληλοσεβασμό, η μέριμνα για το εγώ από το ενδιαφέρον για τους άλλους.
Κι επειδή ο όρος «ευγένεια» παραπέ­μπει πρωτίστως στην κληρονομική αβρότη­τα μιας εξίσου κληρονομικής αριστοκρατίας, η οποία δεν στερείται τόσα ώστε να μην προλαβαίνει ν’ ανατραφεί επισταμένως: Μο­λονότι η μόρφωση αποτελούσε στην ιστο­ρία πολυτελές κεκτημένο ή ακόμα και ιδεώδες των ολίγων, η αφελής έγνοια και η συλ­λογική απαίτηση για μια «καθωσπρέπει» πα­ρουσία αρκούσαν συχνά για ν’ αντισταθμί­σουν την ανυπαρξία ή στέρησή της. Πλέον, στις μέρες μας της υποχρεωτικής πια εκπαί­δευσης και του αμελητέου αναλφαβητισμού, τα ταπεινά κοινωνικά στρώματα έχουν απο­λέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το φιλότιμο που ενέπνεαν άλλοτε η λιτότητα και ο κίν­δυνος, μιμούμενα την υλοφροσύνη των τα­ξικών τους εχθρών (και κρυπτο-προτύπων), υπερακοντίζοντάς τους σε ζήλο και απερισκεψία. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, το ταπεινό κοινωνικό στρώμα της Ευρώπης: ένας πάλαι ποτέ υπερήφανος λαός, μαζί με τα άλλα, έχασε με τον καιρό και οικειοθελώς την υπερηφάνεια, την ευγένεια, την αξιοπρέ­πειά του. Ίσως αμετακλήτως. Το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα: στους ανήθικους και ανερυθρίαστους πολιτικούς στους εγωκεντρι­κούς και άξεστους πολίτες.
Η αγένεια προδίδει, εκτός από κρετινισμό κι έλλειψη αυτοεκτίμησης, νοσούσα ανθρωπολογική και πολιτική στάση. Από τη μία, ο ανάγωγος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνε­ται πόσο η έμπρακτη προσκόλληση στον εαυτόν του τον απομονώνει, υπονομεύοντας σε βάθος χρόνου όλα όσα ο ίδιος επιδιώκει, αφού δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ηδονή εκεί που απουσιάζει η στοιχειώδης κοινωνι­κή αποδοχή και μετοχή. Από την άλλη, λη­σμονεί, πάνω απ’ όλα, ότι η αναγνώριση της ισότητας συνιστά προϋπόθεση και της εύρυθμης και της εύμορφης διαβίωσης ότι, σε τελική ανάλυση, θερίζουμε ό,τι σπέρνου­με και ότι, με την ανοχή και τη συμβολή μας στην αναίδεια, καθιστούμε τον βίο και τον χώρο μας όλο και πιο αφιλόξενο για εμάς και τους δικούς μας. Δημιουργούμε και εγκα­θιδρύουμε, κοντολογίς, ένα περιβάλλον χω­ρίς ανθρωπιά, σέβας, ηθική και, εν τέλει, αξιο­πρέπεια («στην ηθική δεν υπάρχει τίποτε άλλο έκτος από το αίσθημα της αξιοπρέπειας» – Alain), ένα περιβάλλον μέσο- και μακροπρό­θεσμα α-βιώσιμο. Η αδιαφορία μας για τον άλλο ως πρόσωπο, αν ιδωθεί σε μαζική κλί­μακα, δεν είναι παρά η εχθρική αδιαφορία των άλλων προς το πρόσωπό μας, αφού για τους άλλους εμείς είμαστε οι άλλοι.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Έλληνας είναι αγενής. Την ίδια στιγμή, πολλά δεινά που ολοένα και δρι­μύτερα καταλογίζουμε στους άλλους έχουν τη ρίζα τους όχι μόνον στην ευγένεια που τόσο απότομα εξέλιπε αλλά και στην έλλει­ψη νοσταλγίας της. Η αλγεινή ανάμνηση μιας αξίας, όταν αυτή δεν έχει τελεσίδικα παρέλ­θει, ενδέχεται με μαγικό αλλά και ευφυή τρόπο να την αναβιώσει. Έτσι, η πάση θυσία διατήρηση, εμφύσηση, επίκληση, διάδοση ή επαναφορά των καλών τρόπων στα μικρά παιδιά, στις νέες γενιές, δεν είναι ύποπτος αναχρονισμός, αλλά ευφυής ηθική επένδυση κοσμοϊστορικής σημασίας για τον χαρακτή­ρα της προσεχούς ζωής. Οφείλουμε να έχουμε μονίμως κατά νου ότι στις οικογένει­ες και τις κοινωνίες μας δεν γεννιούνται απλώς νέοι άνθρωποι, αλλά σ’ αυτές πλάθονται νέοι τύποι άνθρωπου. Κι επειδή, από μία άποψη, πάντοτε στο βάθος παραμένουμε μικρά παιδιά, ικανά να μην κατανοούμε το καλό μας, επείγει για τους μεγαλύτερους, όπου και αν βρίσκονται, η με κάθε μέσο και τρόπο διεκδίκηση της ευγένειας, εδώ που καταντήσαμε, έστω και αρχικά τυπικής ή υποκριτικής, σαν εκείνη των νεοαστών που κεραύνωνε ο L. Bloy. Είναι πολύ προτιμότε­ρη. Η μέσω συστάσεων, ήτοι προσβλητικών υπενθυμίσεων του αυτονόητου, όπως αυτή να στεκόμαστε δεξιά στις κυλιόμενες κλίμα­κες του Μετρό για να μπορούν να διέρχο­νται οι συνάνθρωποί μας. Και όλα αυτά, μπας και (ξανα)γίνουμε στοιχειωδώς «τρυφεροί ο ένας με τον άλλον, καθώς οι θλίψεις μας είναι ίδιες» (J. Swift).
Αναδημοσίευση από τη «Νέα Ευθύνη», τχ. 4, Μάρτιος–Απρίλιος 2011.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, αμερικανού, Έντουαρντ Χόπππερ.

9 Σχόλια

  1. Πολύ ωραίο το άρθρο σας κ. Βραχνέ. Ομολογώ την συνενοχή μου σε όσα ευστόχως περιγράφετε… Θα ήθελα μόνο να ήταν πιο ευκρινής η διάκριση των ‘καλών τρόπων’ ενός αστού με την αληθινή εσωτερική ευγένεια της ψυχής.

  2. Η ευγένεια στηρίζεται στο ατομικό συμφέρον και γνωρίζει καλά ότι εξυπηρετείται από το συλλογικό συμφέρον. Το φιλότιμο στηρίζεται στην αυτο-κένωση, στην αρετή, και στην ελευθερία. Η ευγένεια ωχρεί μπροστά στο φιλότιμο. Όταν όμως λείψει η συλλογική άσκηση της ευγένειας, σε τι χρησιμεύει η ίδια η ευγένεια; Εκεί χάνεται. Είναι δεσμευμένη στη χρησιμοθηρία. Πως θα ανακτήσουμε το φιλότιμ; Αυτό είναι το ζητούμενο.

  3. Οφείλω να καταθέσω την επιφύλαξή μου μπροστά σε μια προσέγγιση που (κατ’ ουσίαν) κηρύσσει τον… πόλεμο του [i]φιλότιμου[/i] κατά της [i]ευγένειας[/i].
    Ένα – στην πραγματικότητα – [b]εμφύλιο[/b] πόλεμο.

    Κι ομολογώ το, έτι περισσότερο, μούδιασμά μου όταν τέτοιες αψίκορες εναντιώσεις, εκδηλώνονται μέσα από έναν λαό ο οποίος διατηρεί ασίγαστη ενάργεια… εμφυλίων αλληλοαποκλεισμών.

  4. Πόσα χρόνια υπήρξα έτσι ευγενική, καλοπροαίρετη, φιλόξενη, ανιδιοτελής! Ποτέ δεν είπα όχι σε άνθρωπο σε μια ανάγκη κι ας ήτανε κιόλας “εχθρός” μου. Το αποτέλεσμα; Απαξίωση, η καλοσύνη και η ευγένεια θεωρήθηκαν ξανά και ξανά ανοησία και σημάδι ασημαντοσύνης, με το σκεπτικό “για να τρέχει αυτή, δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει.” Επίσης εκμετάλλευση, κάνανε τη δουλειά τους μόνο.
    Σήμερα δυστυχώς οι κοινωνίες λειτουργούν με εγωισμό, συμφεροντολογισμό και ανταγωνισμό. Μετά από χ τραυματικές εμπειρίες και για να προστατεύσω τον εαυτό μου από τις συνεχείς ήττες, κραταω μια υγιειή απόσταση από όλους και από όλα.
    Δεν υπάρχουν πια ευγενικοί άνθρωποι, κι αν και δεν είναι όλοι φυσικά κακοί, οι περισσότεροι είναι απλά αδιάφοροι για ότι βρίσκεται έξω από την σφαίρα του εγώ τους.
    Η γεννιά των παιδιών μου ονομάζει “θύματα” τα καλά και ευγενικά παιδιά, αυτά τα λίγα που υπάρχουν ακόμα. Δεν τα ονομάζει δε μόνο έτσι, συχνά αυτά τα παιδιά είναι και στόχος μόμπιγκ, γιατί η ευγένεια και η καλοσύνη ισοδυναμούν με αδυναμία.
    Θυμάμαι με πόση ευγένεια και αφέλεια ξεκίνησαν τα παιδιά μου τη ζωή τους και πόσο γρήγορα αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν για να μην γίνουνε τα κορόιδα και ακόμα χειρότερα για να μην γίνουνε θύματα. Λογικό είναι ότι έχουνε μερικές ακλόνητες αρχές, με πρώτη αυτήν να μην κάνουνε στους άλλους ποτέ αυτό που δεν θα θέλανε να τους κάνουνε οι άλλοι. Αλλά η πίστη στον συνάνθρωπο και η εμπιστοσύνη πήγανε προ καιρού περίπατο.
    Προσωπικά όμως δεν νομίζω πως παλιότερα ήτανε τα πράγματα καλύτερα, απλά κάποτε ο κόσμος κρατούσε ακόμα τα προσχήματα, ένιωθε πότε μια πράξη του δεν ήτανε σωστή και δεν τολμούσε να την διαπραγματευτεί ανοιχτά. Πράγματα για τα οποία κάποτε θα ντρεπόμασταν, έγιναν τώρα αυτονόητα, αν όχι κιόλας και του σαλονιού.

  5. «Θυμάμαι με πόση ευγένεια και αφέλεια ξεκίνησαν τα παιδιά μου τη ζωή τους και πόσο γρήγορα αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν για να μην γίνουνε τα κορόιδα και ακόμα χειρότερα για να μην γίνουνε θύματα. […] Η πίστη στον συνάνθρωπο και η εμπιστοσύνη πήγανε προ καιρού περίπατο.»

    Αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «απώλεια της εφηβείας» είναι ένα τ ρ ο μ α κ τ ι κ ή ς_ έ κ τ α σ η ς_ και τ ρ ο μ α κ τ ι κ ο ύ_ β ά θ ο υ ς_ φαινόμενο, στο οποίο βεβαίως δεν θα ενσκύψει ποτέ η κοινωνιολογία μας – ούτε, πχ, θα ερωτηθεί σε καμμιά του συνέντευξη ο κ. Ράμφος:
    [b]Η δημόσια συζήτηση επιτρέπεται να αναφέρεται μόνο στα προβλήματα, εκείνα, για τα οποία ο κυρίαρχος λόγος κ α τ α φ έ ρ ν ε ι ακόμα να διασπείρει ψευδαισθητικές απαντήσεις.[/b]

    Το Τσάκισμα της Εφηβείας, ωστόσο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αυταπάτες: Είναι μια πραγματικότητα που αδυνατεί να εξωραϊσθεί – η μόνη, οπότε, διέξοδος που απομένει (σε επίπεδο “υψηλής θεωρίας”) είναι αυτή να κατασκιασθεί.

  6. Αγαπητέ μου admin,

    Καταλαβαίνοντας οτι τό πολύ ωραίο παρόν άρθρο περί ευγένειας είναι”κονσέρβα” (ΚΑΘΟΛΟΥ δέν πειράζει αυτό, μιά που η αναδρομή – βλέπετε τήν λέξη που “αφ΄εαυτής” μού’ ρχεται στήν γλώσσα, σάν ν’ αφορά σέ κατι τίς τό ξεπερασμένο καί ανύπαρκτο, πιά ; – σ’ ένα τέτοιο θέμα, ΠΑΝΤΑ ωφελεί), θεώρησα σκόπιμο ν’ απευθυνθώ σέ σάς, μιά που θά υπήρχε θέμα “ανεπικαιρότητας” ν’ απαντήσω στόν συγγραφέα ή στούς σχολιαστές.

    Άς μού επιτραπεί, λοιπόν, νά σημειώσω – μ’ έναν λυγμικό σαρκασμό καί μέ μιά αίσθηση, ανώφελης πιά, αυτογνωσίας, καί αποτυχημένου, δι’ έργων, παραδειγματισμού – σχολιαστικά, τά εξής :

    1) Επιφυλάσσεται, ο πολύς κ. Καστρινάκης, πρό οκταετίας σχεδόν, απορών καί εξιστάμενος γιά τόν “εμφύλιο” …πόλεμο μεταξύ φιλότιμου καί ευγένειας (κατά προηγηθέν σχόλιο, τότε), που, βέβαια – καί πολύ εύλογα – τού προκαλούσαν “θυμηδία”, μούδιασμα, τό ονόμαζε.

    Δέν φαντάζομαι νά χαίρεται καί πολύ, γιατί, πλέον, ο εμφύλιος αυτός εσιγάσθη, οριστικώς καί αμετακλήτως, μιά που οι έννοιες, ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ, που “αντιμάχονταν”, εξέλιπαν πιά (οριστικώς καί αμετακλήτως καί πάλι), καί, μετ’ ού πολύ, θά “συναντώνται”, λεξικογραφικώς καί μόνο, σέ κάποια λεξικά τών συνεχιστών τού κ. Μπαμπινιώτη, ή κάποιας νυσταλέας Ακαδημίας.

    Άλλωστε, θ’ απομετρά – καί θά εξίσταται (ακόμα περισσότερο) – αναλογιζόμενος σέ πόσους “εμφυλίους” ενεπλάκη η δυσθυμία – καί η θυμηδία του – έκτοτε καί μέχρι τώρα … Θ’ αποτολμούσε νά τούς “καταμετρήσει” ; Αλλά, καί εάν ναί, σέ τί “θά ωφελούσε” ;

    2) Καί γιά ν’ “αυτομυκτηρίσω” τά όσα η σοφή καί τολμούσα Γαία (γιατί όμως εν συμβολική ονομασία ; – τήν απάντηση στό ενδόμυχο αυτο-ερώτημά μου, “μού” έδωσε η δεύτερη ανάγνωση τού δικού μου σχολίου, πρίν τήν υποβολή του, μιά που κι’ εγώ, εν τέλει, καί παρά τήν αρχική πρόθεση, “κατέφυγα” στήν χρήση δηλωτικού συναισθήματος καί όχι ονόματος, γιά λόγους “καθωσπρεπισμού” καί διαφύλαξης τής ιδιωτικότητας) – πρίν 7,5 χρόνια – καταγράφει, νά σημειώσω οτι η σημειωθείσα εν τώ μεταξύ “πρόοδος” στό θέμα που αναφέρεται, είναι τέτοια (μακάρι νά είναι διαστροφικό αυτό που θά καταθέσω – νά τό λυγμικό, που σάς έγραφα στήν αρχή – καί νά ισχύει προσωπικά καί μόνο γιά μένα καί γιά τίς ακραίες ιδιορρυθμίες μου), που όταν γυρίζω από τίς σπάνιες, πλέον, επισκέψεις μου στό νησί τής παρεπιδημίας τής οικογένειας τής κόρης μας, μέ τίς δύο εκεί εγγονούλες μας, έχω ήδη αντιπαρέλθει τήν χαρά καί τήν ευλογία τής συνάντησής μας, καί μέ “βαραίνει” η αίσθηση τού οτι “ο Βασιληάς είναι γυμνός” – οι εγγονούλες μας είναι κακότροπες, καθόλου ευγενείς, ούτε σέβας έχουν – καί δέν τολμώ νά τό εκστομίσω ούτε στούς αγαπημένους μου κόρη καί γαμπρό, ούτε στά συμπαθέστατα συμπεθέρια, αλλ’ ούτε καί στήν γιαγιά – σύζυγό μου, που θά’ χει έτοιμη νά μού “ξεφουρνίσει” τήν (αδικαιολόγητη) “δικαιολογία” τους.

    3) Εύχομαι, αγαπητοί μου Γαία, admin, Κύριε Καστρινάκη, καί αγαπητοί μου φίλοι, συσχολιαστές καί άλλοι, ένα τέτοιο βάρος νά μή σάς “συνδράμει” ποτέ.

    Καί δέν πρόκειται περί “απώλειας τής εφηβείας”, φίλε Γεώργιε, ούτε μόνο γιά ολοσχερή “παράλειψη τής ευγένειας”. Πρόκειται γιά κάτι, που ούτε καί γι’ αυτό θά μπορούσε νά ερωτηθεί ο κ. Ράμφος, μιά που η “τέχνη τού ζείν κατά κόσμον”, δηλαδή η συντροφικότητα – διά τής παρακίνησης τού ενδιαφέροντος γιά τόν άλλο (ιδίως γιά τόν διαφορετικό, γιά τόν ανάπηρο, γιά τόν ξένο, γιά τόν γέρο), καί γιά ό, τι άλλο μπορεί νά κάνει ν’ αναβλύσει τό συναίσθημα τό καταγωγικό τού φιλότιμου, τής ευγένειας, καί τής φιλαλληλίας – εν τέλει -, η κοινωνικότητα (διά τής ευαισθητοποίησης καί τού παραμερισμού τού υπερτροφικού εγώ), καί τόσα άλλα , ΟΥΤΕ διδάσκεται (στά σπίτια τών πολυάσχολων γονέων καί “κατανοούντων / συγχωρούντων” γιαγιαδοπαππούδων, ή στά σχολεία τών “Ωρολογίων Προγραμμάτων”, αφασικών, εν πολλοίς, αλλ’ ούτε καί στήν Εκκλησία, που καταφέρνει – διαρκώς καί περισσότερο – νά “κατηχεί” αυτο-περιθωροποιούμενη καί αναχρονίζουσα), ΟΥΤΕ εμπνέεται, ΟΥΤΕ προβάλλεται καί καλλιεργείται διά τού συνεχούς παραδείγματος.

    4) Έχουν, ακόμα, οι “εμφύλιοι” στούς οποίους αναφέρθηκα, παμφίλτατε Κύριε Καστρινάκη, καί σέ σάς μιά “διακρινόμενη PER SE” διακριτή επίδραση : Η χαρίεσσα καί “λαλέουσα” πηγή τού βαθυστοχασμού σας (δυό σχόλιά σας στό άρθρο αυτό τό παληό, νομίζω περισσότερα κι’ από δύο σέ άλλα παλαιότερα άρθρα, που έτυχε νά διαβάσω στό “Αντίφωνο”), σάν νά οδεύει / οδηγείται σέ μιάν (αθέλητη 😉 “στέρευση”, ή “απομείωση ανάβλυσης” , είναι έτσι ; (άν καί θά καταλάβαινα τόν λόγο, άν πράγματι είναι).

    Νά γράψω, μόνο, απλά, οτι “σάς” έχουμε τήν ίδια ανάγκη, όπως καί τά φιλοσοφήματα τού κ. Ράμφου καί τά τόσα καί τόσα ενδιαφέροντα μέχρι καί συγκλονιστικά άρθρα τών σύγχρονων Πατέρων καί πνευματικών ανθρώπων, που μάς δωρίζονται, κατά Χάριν, στόν χώρο τού “Αντίφωνου” (Εύγε ! καί πάλιν “Εύγε” Κωνσταντίνε, μετά τής ομάδας σου)

    Γιατί ν’ αρκούμαστε στήν μή απολειπόμενη “ομιλία” καί σχολιασμό σας διά τής εικαστικής οδού, μέ τήν επιλεκτικότητα – καί εκφραστικότητα – τών εικονογραφικών σας “σχολίων” ;

    Σάς χαιρετώ – Μέ τήν αγάπη καί εκτίμησή μου

    • “Με την αγάπη μου” θα σου πω δυο λόγια: Μάθε να διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές! Εκείνο που φαίνεται σαν απρέπεια και κακοτροπία κρύβει (πιθανώς) άλλα δεινά: Φόβος, επιθυμίες, ανασφάλεια… Να συζητάτε, στην οικογένεια. Πρέπει λέτε πώς αισθάνεστε και τι θέλετε, με σαφήνεια κι απλότητα. Μόνο με την αποτελεσματική επικοινωνία προκύπτει, τελικά, κοινωνία.

  7. (Επί τού ανωτέρω σχολίου)

    Ψυχιατρικής υφής, αλλά σίγουρα εκ φιλικής διαθέσεως εκπορευόμενη “σύσταση” στήν ημετέρα “ανοικτικότητα” (openness), – γι’ αυτό καί ευπροσδέκτως εκτιμούμενη – μέ μόνο “λάθος” (αναφοράς) μιάς γενιάς, μιά που οι εγγονούλες δέν υπήρξαν ποτέ υπό τήν κηδεμονία μας, ούτε θά’ πρεπε άλλωστε.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here