Νεκρολογία στον Σπύρο Κυριαζόπουλο

1
103

Βασίλης Α. Κύρκος

Νεκρολογία στον Σπύρο Κυριαζόπουλο.

Από το περιδικό Δευκαλίων Τεύχος 21

Γεννήθηκε στὸν Πειραιᾶ (1932) ἀπό οἰκογένεια ἐκπαιδευτικῶν. Ἀπόφοιτος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ Γερμανία (Ἁμβοῦργο, Χαϊδελβέργη) καὶ στὴν Ἑλβετία (Βασιλεία). Τὸ 1960 ἀναγορεύεται διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας στὴν Ἀθήνα καὶ ἀμέσως μετὰ φεύγει γιὰ δύο χρόνια στὴ Γαλλία (Παρίσι). Κινεῖται δραστήρια καὶ δημιουργικὰ ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς λογοτεχνίας (ποίηση) ὣς τὴ φιλοσοφία.

Ἄνθρωπος μὲ γνήσια φιλοσοφικὴ διάθεση παρακολουθεῖ τὸν πνευματικὸ βηματισμὸ τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλὰ παράλληλα κατακτᾶ μὲ ἀξιοθαύμαστη ἐπιμέλεια τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ παράδοση. Ἔβλεπε τὴ φιλοσοφία ὡς συνθετικὴ λειτουργία ὅλων τῶν μορφῶν τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας καὶ τὴν προβληματικὴ τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ὣς τὴ φιλοσοφικὴ ἑρμηνεία τῆς τέχνης. Σ’ αὐτὴ τὴν εὐρύτητα κινήθηκε ὁ φιλοσοφικὸς διαλογισμὸς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου, ὣς τὸν ἀδόκητο θάνατό του σὲ αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα στὶς 27 Νοεμβρίου 1977.

Τέσσερις διαστρωματώσεις διακρίνει ὁ μελετητὴς στὴ σκέψη τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου :

1. Ἡ θρησκευτικὴ ἀπορία, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀφετηρία τῆς φιλοσοφικῆς του παιδείας.

2. Τὴν κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὴν τεχνικὴ καὶ τὴν προβληματική της.

3. Τὴν ἔρευνα τῶν γενετικῶν προϋποθέσεων της ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἢ γενικὰ τοῦ φιλοσοφεῖν.

4. Τὴν ποιητική του ἔκφραση καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν τέχνη.

Οἱ διαστρωματώσεις αὐτὲς ὁρίζουν καὶ τὰ ἐπίπεδα τοῦ στοχασμοῦ του, Στὸ πρῶτο καὶ δεύτερο ἐπίπεδο ἔχει σαφεῖς τὶς επιδράσεις τῶν σπουδῶν του στὴ Γερμανία, κυρίως ὅμως φαίνεται πὼς τὸν ἐπηρέασε ὁ δάσκαλός του Karl Jaspers. Στὸ τρίτο ἐπίπεδο, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν τρίτη διαστρωμάτωση τῆς σκεψεώς του, διακρίνεται ἡ ὡριμότητα τοῦ στοχαστῆ. Οἱ φιλολογικὲς ἀφετηρίες τοῦ φιλοσόφου εἶναι καθοριστικές : προκειμένου νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὰ γενεσιουργὰ αἴτια της ἑλληνικῆς φιλοσοφίας χρειάζεται γερὴ φιλολογικὴ πανοπλία, ἔξω ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ φαντασία καὶ τὴ γενικὴ παιδεία. Ὁ φιλόσοφος ἐδῶ εἶναι ἐρευνητὴς καὶ ἡ ἔρευνα θέλει τεκμήρια καὶ λογικὰ ἐπιχειρήματα. Ἕνα ἐπίπεδο τοποθετημένο κάθετα «καλύπτει» τὰ ἄλλα τρία, αὐτὸ εἶναι ἡ ποιητική του διάθεση. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος [160] σ’ ὅλα τὰ ἔργα του εἶναι καὶ λίγο ἢ πολὺ ποιητὴς – δύναμη καὶ ἀδυναμία συγχρόνως.

Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος μπαίνει στὸ χῶρο τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη καὶ στενὴ πόρτα τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας. Προσωπικὰ βιώματα καὶ συνειδησιακὲς καταστάσεις τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸ «ὑπαρξιακὸ» πρόβλημα τοῦ θεοῦ καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ σπουδές του κοντὰ στὸν K. Jaspers (Βασιλεία) σὲ μιὰ ἐποχὴ μάλιστα φιλοσοφικοῦ ἀπολογισμοῦ γιὰ τὸ μεγάλο Γερμανὸ φιλόσοφε) ὁδήγησαν τὸν Σπ. Κυριαζόπουλο στὶς ὑπαρξιακὲς ἐμβιώσεις ποὺ ἐκφράζονται μὲ τὰ δύο πρῶτα ἔργα του («Προλεγόμενα εἰς τὴν ἐρώτησιν περὶ Θεοῦ» Ἀθῆναι, 1960, ἡ διατριβή του, καὶ «Ἐλευθερία καὶ αὐθυπέρβασις» Ἀθῆναι 1960). Ὁλόκληρη ἡ θεολογικὴ παράδοση τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀνομοχλεύονται στὸ ἔργο αὐτὸ μὲ μιὰ ἔντονη μυστικιστικὴ διάθεση.

Ἀνασκοπώντας τὸ ἔργο ποὺ μᾶς ἄφησε βρισκόμαστε πραγματικὰ σὲ μιὰ περίεργη ἀφετηρία, σὲ μιὰ ἄνιση ἀνάπτυξη καὶ σὲ μιὰ ἀταίριαστη ἀπόληξη. Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας ἡ προβληματικὴ τῆς φιλοσοφικῆς του ἀναζήτησης σκοντάφτει ξαφνικὰ πάνω στὸ «πνεῦμα» τῆς τεχνικῆς καὶ τοῦ «θετικοῦ». Τρία βιβλία στὴ σειρὰ μέσα σὲ τρία χρόνια καὶ ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς θεωρήσεις ἀναφέρονται στὴν τεχνικὴ μὲ τὴν πλατειά, τὴ φιλοσοφική της πτύχωση : «Ἡ παρουσία τῆς φυσικῆς Ἐπιστήμης» (1963) ἀνοίγει τὸ διάλογο τοῦ φιλοσόφου μὲ τὴν τεχνικὴ Ἐπιστἡμη. Ἴσως ἄλλος νὰ κατέληγε στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησε ὁ Κυριαζόπουλος. Μὲ τὸ τέταρτο βιβλίο του «Ἡ σημερινὴ γλῶσσα. Γλωσσολογία τῆς τεχνικῆς» (1964) προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει τὸ πνεῦμα τῆς τεχνικῆς τῶν σκληρῶν καιρῶν μας στὸν κριτικὸ ἔλεγχο τοῦ φιλοσόφου. Ἀναντίρρητα σημαντικὸ βῆμα πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ τοῦ στοχασμοῦ, ἴσως ὅμως ἀπαιτεῖ πολὺ μεγάλη οἰκείωση μὲ τὰ θέματα καὶ τῆς γλώσσας καὶ τῆς τεχνικῆς, ἑπομένως καὶ εὔλογο χρόνο γιὰ νὰ μεστώσει ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τόσο σκληρὲς ἀναγνώσεις. Ἐν τούτοις ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος κατόρθωσε νὰ δεῖ τὸ πρόβλημα τῆς γλώσσας μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς τεχνικῆς, δηλ. μὲ τὴ νοοτροπία τοῦ ποιητῆ καὶ τὴν ἁπλοποὶηση τοῦ ἀμέριμνου.

Τὸ φιλόσοφο δὲν ἐφησυχάζει ὁ θρίαμβος καὶ ἡ εὐκολία τῶν μηχανῶν, ἀντίθετα τὸν γεμίζει ὑποψία κάθε θριαμβολογία καὶ δοκιμάζει τὴν ἀγρὺπνια του ἡ εὐκολία καὶ οἱ πρακτικὲς λύσεις. Ἡ μαθητεία του κοντὰ στὸν K. Jaspers ἐπέδρασε πολύπλευρα στὸν νεαρὸ Ἕλληνα. στοχαστὴ. Ὁ Jaspers ἀναβιώνει τὴν ὑποψία τοῦ φιλοσόφου ἀπέναντι στὴ μηχανή. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος ἐνωτίζεται τὴν ἀνησυχία τοῦ γερμανοῦ φιλοσόφου καὶ τὴν πολλαπλασιάζει δημιουργικά. Ἀναμφισβήτητη λοιπὸν εἶναι ἡ ἐπίδραση τοῦ Jaspers στὶς ἀφετηρίες τῆς προβληματικῆς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου.

Ὡστόσο ἡ ἐρευνητική του διάθεση καὶ ἡ φιλοσοφικὴ «περιέργεια» δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθοῦν εὔκολα. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ «περιέργεια», ἔχει τὴ λογική της : ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ ξεκινάει μὲ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευ-[161] τικῆς ἀπορίας δυσπιστεῖ στὰ ὑποκατάστατα τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας, ποὺ ὑπόσχεται τὸ δαιμόνιο τῆς τεχνικῆς. Ἔπειτα σὰν σκεπτόμενο ἄνθρωπο καὶ σὰν ἐρευνητὴ τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἀναγωγὴ στὶς ἀφετηρίες τῶν πραγμάτων, ἐδῶ τῆς τεχνικῆς. Τὸ 1971 ἀκόμη μιὰ μελέτη του ὁρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῆς τεχνικῆς («Ἐνώπιον της Ἱ’εχνικῆς» 1971 ). Συνέχεια τῆς ἴδιας ἀνησυχίας μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ καὶ μιὰ ἄλλη μικρὴ καὶ περίεργη μελέτη του : «Τὰ ὅπλα τῆς Εὐρώπης. Πολεμολογία», Ἰωάννινα 1974). Προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει σημερινὲς θέσεις τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ σὰν ἀποτέλεσμα μερικῶν ἀνακαλύψεων στὰ νεώτερα χρόνια, ὅπως π.χ. τῆς πυρίτιδας. Τέτοια μοιραῖα γεγονότα ποιὲς ἐπιπτώσεις εἶχαν στὴν ἱστορία τοῦ πνεύματος ; Παρόμοια ἐρωτήματα ἀπασχολοῦν τὸν Σπ. Κυριαζόπουλο καὶ ἐπιμένει νὰ τὰ ἐντάσει ὀρθὰ βέβαια στὴ θεματολογία τῆς Φιλοσοφίας. Πέντε ἀπὸ τὰ 14 αὐτοτελῆ ἔργα ποὺ ἔγραψε εἶναι πράγματι συμβολή. Δὲν εἶναι βέβαια ὁ πρῶτος ἢ ὁ μόνος ποὺ καταπιάστηκε μὲ τὴν προβολὴ τῆς τεχνικῆς καὶ τῆς ἐπιδράσεις της στὸ σημερινὸ πνευματικὸ βίο τῆς Εὐρώπης. Μὲ τὶς ἐργασίες του μετέφερε στὴν Ἑλλάδα μιὰ γνωστὴ στάση τῶν Εὐρωπαίων στοχαστῶν ἀπέναντι στὰ προβλήματα καὶ στὴ φύση τῆς τεχνικῆς.

Ἀπὸ τὸ 1969 εἶναι εὐδιάκριτη μιὰ νέα τροπὴ στὴ σκέψη καὶ στὸν προβληματισμὸ τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου : ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὴν ἀρχαία σοφία, ὄχι εἰδικὰ μόνο μὲ τὴ φιλοσοφία ὅπως εἶναι ὁριοθετημένη ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἰδιαίτερη, προσωπικὴ θεώρηση τῆς ἀρχαίας πνευματικῆς κληρονομιᾶς. Ἐπιδιώκει νὰ ἐρευνήσει πτυχὲς ποὺ ἡ παραδοσιακὴ ἔρευνα τὶς ἄφησε στὸ περιθώριο, κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἐντάσσονται στὴ σύγχρονη, τὴ μοντέρνα προβληματικὴ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Τὰ θέματα ποὺ τὸν προβληματίζουν εἶναι βέβαια ἀρχαιογνωστικά, ταυτόχρονα ὅμως καὶ ἐρεθίσματα γιὰ ἕναν φιλοσοφικὸ νοῦ. Ἐδῶ διαπιστώνεται ὅλη ἡ εὐρύτατη ἀρχαιογνωστικὴ ὑποδομὴ καὶ ἡ φιλολογικὴ πανοπλία τοῦ συγγραφέα. Εἶναι ἡ περίοδος τῆς «ὡριμότητας». Ὁ τίτλος τῆς πρώτης ἐργασίας ποὺ ἀνοίγει τὴν περίοδο εἶναι χαρακτηριστικός : «Τὸ γεγονὸς τῆς Φιλοσοφίας» (1969). Ἀπὸ τὰ κεφάλαια ἀρθρώσεις τῆς ἐργασίας αὐτῆς γίνεται φανερὴ ἡ προσπάθεια τοῦ φιλοσόφου νὰ ἐξιχνιάσει τὸν ἀρχέγονο βηματισμὸ τῆς Φιλοσοφίας, «τὴν ψελλιζομένη φιλοσοφία» (Ἀριστοτέλης). Ἄλλωστε τὸ δηλώνει ὁ ἴδιος στὴν εἰσαγωγή του : «ἡ ἐξέτασις τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν γενετικῶν της προϋποθέσεων». Τὸ βιβλίο εἶναι μιὰ συμβολή, δὲν ἐξαντλεῖ βέβαια τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἐρωτηματοθεσία «ποιεῖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον». Ἡ ἐργασία αὐτὴ φαίνεται πὼς ὡρίμασε καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ χρόνου στὴ σκέψη τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου : εἶναι τὸ μοναδικὸ ἀπὸ τὰ ἔργα του μὲ τὴ μεγαλύτερη χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ προηγούμενό του : τέσσερα χρόνια. Αὐτὸς ὁ χρόνος φαίνεται τεράστιος γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δημοσίευε κάθε χρόνο ἀπὸ ἕνα βιβλίο (καὶ κάποτε καὶ δύο, τὸ 1971 καθὼς καὶ τὸ 1974), χώρια τὶς μικρότερες μελέτες σὲ περιοδικά, ἑλληνικὰ καὶ ξένα, τὶς διαλέξεις καὶ τὸ Πανεπιστημια-[162] κὸ ἔργο ποὺ ἦταν χρεωμένος. Ἡ σοβαρότητα τοῦ θέματος τὸν ἀπασχόλησε περισσότερο ἴσως ἀπ’ ὅ,τι λογάριαζε. Πράγματι ἀπὸ τὶς ἐπισημειώοεις τοῦ βιβλίου μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν εὐρύτητα τῶν πηγῶν καὶ τῆς βιβλιογραφίας ποὺ ὑποχρεώθηκε νὰ δεῖ, δεῖγμα κι αὐτὸ τῆς εὐρυμάθειας καὶ τῆς εὐσυνειδησίας του.

Στὸ ἴδιο ἐπίπεδο ἢ καλύτερα στὴν ἴδια εὐθεία γραμμὴ κινεῖται ὁ στοχασμὸς καὶ ἡ ἐρευνητική του προσπάθεια καὶ στὰ βιβλία ποὺ ἀκολουθοῦν στὰ δύο ἀμέσως ἑπόμενα χρόνια : «Ἡ πολιτικὴ θρησκεία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος» (1969) καὶ «Πολιτικὰ αἴτια τῆς Ἠθικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους» (1971). Τὸ μελετητὴ ἀπασχολεῖ ἀκόμη ἔντονα τὸ πρόβλημα τῶν γενετικῶν αἰτιῶν τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Στὸ δεύτερο βιβλίο ἡ διάρθρωση τῶν περιεχομένων εἶναι ἐνδεικτικὴ καὶ πειστική. Ἡ «πληροφόρηση» τῆς ἐργασίας βέβαια γίνεται ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη, ἀλλὰ τὸν συγγραφέα ἐνδιαφέρουν οἱ κοινωνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀφετηρίες τῆς Ἠθικῆς γενικὰ καὶ λιγότερο τῆς ἀριστοτελικῆς Ἠθικῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ τίτλος ἁπλῶς ἀκουμπᾶ στὸ ἔργο, δὲν τὸ καλύπτει.

Ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ μία. οἱ ἑργασίες αὐτοῦ τοῦ εἴδους καλύπτουν ἕνα προ-φιλοσοφικὸ χῶρο καὶ απαιτοῦν πολὺ μεγάλη καὶ βαθειὰ γνώση πολλῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος πράγματι διέθετε αὐτὴ τὴν ἀρχαιογνωστικὴ ὑποδομή. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πόσο τὸν βοήθησε νὰ ἐννοήσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν πορεία τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ὅποιος καταπιάνεται νὰ ἑρμηνεύσει προβλήματα τῆς φιλοσοφίας πρέπει νὰ ἔχει ὅραση ἀνοικτὴ ἀλλὰ καὶ ἱκανότητα συναγωγῆς τῶν διεσπαρμένων χωρὶς εἰς ἓν (Ἀριστοτέλης). Ὁ φιλόσοφος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν συνοπτικὸς ἔλεγε ὁ Πλάτων, δηλ. ἱκανὸς νὰ ἐπισκοπεῖ εὐρύτατες περιοχὲς τοῦ ἐπιστητοῦ, νὰ διαβλέπει τὸ καίριο καὶ τὸ οὐσιαστικὸ καὶ νὰ τὸ κλείνει στὸν κρουστὸ πυρῆνα μιᾶς ἔννοιας.

Διαβάζοντας τὶς ἐργασίες αὐτὲς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωοη πὼς ὁ συγγραφέας τους ξεπέρασε τὴν ἀναγνωριστικὴ περιδιάβαση στὶς περιοχὲς τῶν προβλημάτων του καὶ κατόρθωσε νὰ μᾶς δώσει ὣς ἕνα βαθμὸ εἰκόνα τῶν γενετικῶν προϋποθέσεων τῆς φιλοσοφίας. Ἐν τούτοις στὰ γραφτά του βρίσκουμε μᾶλλον ἐρωτήσεις παρὰ ἀποσαφηνισμένες ἀπαντήσεις. Ἴσως δὲν μπόρεσε νὰ ἀφομοιώσει σὲ τόσο λίγο χρόνο τὶς «πληροφορίες» ποὺ σώρευσε μέσα του ἡ ποικιλία τῶν πηγῶν, ποὺ ἦταν ἀναγκασμένος νὰ χρησιμοποιήσει. Μέσα σὲ τρία χρόνια προσπάθησε νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ φωτίσει βασικὰ προβλήματα τοῦ φιλοσοφικοῦ γίγνεσθαι, μολονότι στὴ διεθνῆ βιβλιογραφία ὑπῆρχε ἀρκετὴ προεργασία. Αὐτὸ βέβαια δὲν δεσμεύει τὸ μελετητὴ νὰ ξαναδεῖ τὰ προβλήματα καὶ νὰ δώσει δικές του λύοεις. Μιὰ ἔνδειξη πάντως τῶν δυσκολιῶν ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος παρέχει ἡ γλωσσικὴ μορφὴ τῶν ἔργων του. Δὲν ἐνοχλεῖ τόσο ἡ καθαρεύουσα, ὁπωσδήποτε ἕνα ἐρωτηματικὸ γιὰ τὴ γνησιότητα κάθε φιλοσοφικοῦ διανοήματος – ἀλλὰ ἡ θολὴ καὶ ἀκατάσκευη φράση, μαρτυρία λει-[163] ψῆς πνευματικῆς διεργασίας καὶ ὄχι καθαρῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Ἴσως ἂν δὲν ὑπῆρχε κάποια βιασύνη στὴ συγγραφὴ καὶ στὴν ἔκδοση τῶν βιβλίων αὐτῶν νὰ εἴχαμε πιὸ θετικὰ ἀποτελέσματα, γιατὶ καὶ τώρα ἀσφαλῶς ἔχουμε μιὰ προσφορὰ μ’ ὅλο τὸ φόρτο τῆς λογιοσύνης καὶ τὴ φραστικὴ δυσκαμψία. Ἕνα βιβλίο ποὺ ἀνήκει στὴν πρωποβουλία τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου, τὸ περιεχόμενό του μοιράζεται ὅμως μὲ μιὰ σαρανταριὰ παιδιὰ – φοιτητὲς τῆς φιλοσοφικῆς Σχολῆς τῶν Ἰωαννίνων – ἔχει τὸν τίτλο «Ἡράκλειτος. Μιὰ φροντιστηριακὴ ἔρευνα (1973). Καταρχὴν ἡ σκέψη νὰ καταγραφεῖ ὁ διάλογος μιᾶς φροντιστηριακῆς δουλειᾶς τῶν φοιτητῶν εἶναι ἐπαινετή, καὶ μακάρι νἄβρισκε ἀντιστοιχίες, ὄχι ἀπαραιτήτως μιμητές, καὶ σ’ ἄλλους τομεῖς τῆς Πανεπιστημιακῆς δραστηριότητας, μολονότι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ λείπει ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια. Τὸ θέμα «Ἡράκλειτος» σίγουρα ἔχει μεγάλη «ἐνδοχώρα» καὶ διαρκῆ ἐπικαιρότητα. Τὸ βιβλίο παρουσιάζει καὶ ἕνα ἄλλο ἐνδιαέρον : πῶς βλέπουν οἱ σημερινοὶ «πολιτικοποιημένοι» νέοι (φοιτητὲς) τέτοια πνευματικὰ μεγέθη τοῦ πνευματικοῦ παρελθόντος τῆς ἀνθρωπότητος ; Τὸ ἐρώτημα αὐτό, καθὼς καὶ ἄλλα θαρρῶ μὲ ἀντιστοιχίες στὰ σημερινά, δὲν καθαρίζει στὸ βιβλίο κι αὐτὸ γιὰ λόγους προφανεῖς : εἴμαστε τότε στὸ 1973 καὶ δὲ χρειάζεται νὰ κοιτάζει κανεὶς τὴ χρονολογία : οἱ μισοί, σχεδὸν φοιτητὲς τοῦ φροντιστηρίου μιλοῦν καθαρεύουσα ! Ἂν εἶναι δυνατὸ αὐτὸ σὲ τέτοιες συζητήσεις, ὅπου καὶ οἱ καθαρεύοντες μιλοῦν τὴ μητρική τους γλῶσσα, γιὰ ν’ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀμεσότητα τοῦ συζητητῆ ! Τέτοιες ἐξωτερικὲς ἐνδείξεις σημαίνουν πολλά. Δύο ἀκόμα ἐργασίες γιὰ τὴ φιλοσοφία καὶ μιὰ ποὺ μαρτυρεῖ τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου γιὰ τὴ τέχνη θὰ κλείσουν πρόωρα τὸν κύκλο τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζωῆς του. Τὸ πρῶτο ἀπ’ αὐτὰ «Παθολογία τοῦ λόγου», Θεσ/νίκη 1974) κινεῖται στὶς γνωστὲς περιοχὲς τοῦ στοχασμοῦ του. Τὸ δεύτερο στεγάζει ἐργασίες διάφορες καὶ μὲ διαφορετικὴ ἀφετηρία συγγραφῆς· ἄλλες εἶναι ἀναδημοσιεύσεις καὶ ἄλλες «ἀνεπτυγμένη» μορφὴ διαλέξεων ἢ ἀνακοινώσεων.

Τέλος ἡ ἐργασία του «Ὁ σοσιαλιστικὸς ρεαλισμὸς στὴ ζωγραφικὴ» (1977), τὸ τελευταῖο βιβλίο του, ἀπηχεῖ ἐνδιαφέροντα παράλληλα πρὸς τὴ φιλοσοφία. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος εἶχε τὴν ἀγάπη τῆς τέχνης καὶ προπάντων τῆς ποιήσεως. Δείγματα τῆς ἀγάπης του στὴν ποίηση πέντε ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ τύπωσε σὲ πέντε χρόνια. Ἴσως δὲν ὑποπτευόταν πόσο σκληρὸς εἶναι ὁ ποιητικὸς λόγος, γι’ αὐτὸ σὲ τόσο λίγο χρόνο τόσες πολλὲς ποιήσεις. Ὡστόσο δὲν τοῦ ἔλειπε -ἡ εὐαισθησία καὶ τὸ καθαρὸ βλέμμα. Περισσότερο ὅμως ποιητὴς εἶναι στὶς φιλοσοφικές του ἐργασίες.

Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος εἶχε ἕναν ἐντελῶς προσωπικό, «ἱερὸ δεσμὸ» μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὸ φιλοσοφεῖν. Ἔξω ἀπὸ τὶς ἐντυπώσεις ἐκείνων ποὺ τὸν γνώρισαν καὶ διαλέχτηκαν μαζί του, στὰ βιβλία του καὶ στὶς ἄλλες μικρότερες ἐργασίες του δημοσιευμένες σὲ ποικίλα ἔντυπα, ὄχι μόνο φιλοσοφικὰ καὶ εἰδικὰ ὑπολανθάνει μιὰ κοφτερὴ ἀμφιβολία, ποὺ φαίνεται νὰ τοῦ βασάνιζε [164] τὸ μυαλὸ μέρα καὶ νύχτα. Ἡ εἰλικρίνεια, χωρὶς ἀμφιβολία, δὲν λείπει ἀπὸ τὶς ἐργασίες του. Κι αὺτὸ δίνει τὸ μέτρο μιᾶς καθαρῆς ψυχῆς, ἑνὸς ἤθους ἀκέραιου. Δὲν ἐξετάζουμε ἐδῶ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών του· γι’ αὐτὲς, καθὼς καὶ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τὶς ἔδωσε στὰ γραφτά του, ἔχει κανεὶς τὶς ἐπιφυλάξεις του. Περισσότερο ἐνδιαφέρει αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ δοῠμε καὶ νὰ ἀποτυπώσουμε τὴν προσπάθεια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ θέλησε νὰ φιλοσοφήσει καὶ ποὺ σίγουρα δὲν πρόφθασε νὰ μᾶς δώσει τὸν ὥριμο καρπὸ τοῦ στοχασμοῦ του.

http://electra.lis.upatras.gr/index.php/deukalionas/article/view/1420/1296

Βασ. Α. ΚΥΡΚΟΣ

[165]

πηγή: περιοδικό Δευκαλίων Τεύχος 21 (Έτος Ζ’)

1 σχόλιο

  1. Ὁ σωστὸς σύνδεσμος εἶναι (μέχρι νὰ χαλάσῃ) αὐτός :
    http://electra.lis.upatras.gr/index.php/deukalionas/article/view/1420/1296

    Τὸ κείμενο, πάντως, εἶναι αὐτό :
    [160]

    Νεκρολογία
    ΣΠΥΡΟΣ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

    Γεννήθηκε στὸν Πειραιᾶ (1932) ἀπό οἰκογένεια ἐκπαιδευτικῶν. Ἀπόφοιτος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ Γερμανία (Ἁμβοῦργο, Χαϊδελβέργη) καὶ στὴν Ἑλβετία (Βασιλεία). Τὸ 1960 ἀναγορεύεται διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας στὴν Ἀθήνα καὶ ἀμέσως μετὰ φεύγει γιὰ δύο χρόνια στὴ Γαλλία (Παρίσι). Κινεῖται δραστήρια καὶ δημιουργικὰ ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς λογοτεχνίας (ποίηση) ὣς τὴ φιλοσοφία.
    Ἄνθρωπος μὲ γνήσια φιλοσοφικὴ διάθεση παρακολουθεῖ τὸν πνευματικὸ βηματισμὸ τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλὰ παράλληλα κατακτᾶ μὲ ἀξιοθαύμαστη ἐπιμέλεια τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ παράδοση. Ἔβλεπε τὴ φιλοσοφία ὡς συνθετικὴ λειτουργία ὅλων τῶν μορφῶν τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας καὶ τὴν προβληματικὴ τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν ὣς τὴ φιλοσοφικὴ ἑρμηνεία τῆς τέχνης. Σ’ αὐτὴ τὴν εὐρύτητα κινήθηκε ὁ φιλοσοφικὸς διαλογισμὸς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου, ὣς τὸν ἀδόκητο θάνατό του σὲ αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα στὶς 27 Νοεμβρίου 1977.
    Τέσσερις διαστρωματώσεις διακρίνει ὁ μελετητὴς στὴ σκέψη τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου :
    1. Ἡ θρησκευτικὴ ἀπορία, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀφετηρία τῆς φιλοσοφικῆς του παιδείας.
    2. Τὴν κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὴν τεχνικὴ καὶ τὴν προβληματική της.
    3. Τὴν ἔρευνα τῶν γενετικῶν προϋποθέσεων της ἀρχαίας Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἢ γενικὰ τοῦ φιλοσοφεῖν.
    4. Τὴν ποιητική του ἔκφραση καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν τέχνη.
    Οἱ διαστρωματώσεις αὐτὲς ὁρίζουν καὶ τὰ ἐπίπεδα τοῦ στοχασμοῦ του, Στὸ πρῶτο καὶ δεύτερο ἐπίπεδο ἔχει σαφεῖς τὶς επιδράσεις τῶν σπουδῶν του στὴ Γερμανία, κυρίως ὅμως φαίνεται πὼς τὸν ἐπηρέασε ὁ δάσκαλός του Karl Jaspers. Στὸ τρίτο ἐπίπεδο, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν τρίτη διαστρωμάτωση τῆς σκεψεώς του, διακρίνεται ἡ ὡριμότητα τοῦ στοχαστῆ. Οἱ φιλολογικὲς ἀφετηρίες τοῦ φιλοσόφου εἶναι καθοριστικές : προκειμένου νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὰ γενεσιουργὰ αἴτια της ἑλληνικῆς φιλοσοφίας χρειάζεται γερὴ φιλολογικὴ πανοπλία, ἔξω ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ φαντασία καὶ τὴ γενικὴ παιδεία. Ὁ φιλόσοφος ἐδῶ εἶναι ἐρευνητὴς καὶ ἡ ἔρευνα θέλει τεκμήρια καὶ λογικὰ ἐπιχειρήματα. Ἕνα ἐπίπεδο τοποθετημένο κάθετα «καλύπτει» τὰ ἄλλα τρία, αὐτὸ εἶναι ἡ ποιητική του διάθεση. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος [160] σ’ ὅλα τὰ ἔργα του εἶναι καὶ λίγο ἢ πολὺ ποιητὴς – δύναμη καὶ ἀδυναμία συγχρόνως.
    Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος μπαίνει στὸ χῶρο τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη καὶ στενὴ πόρτα τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας. Προσωπικὰ βιώματα καὶ συνειδησιακὲς καταστάσεις τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸ «ὑπαρξιακὸ» πρόβλημα τοῦ θεοῦ καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ σπουδές του κοντὰ στὸν K. Jaspers (Βασιλεία) σὲ μιὰ ἐποχὴ μάλιστα φιλοσοφικοῦ ἀπολογισμοῦ γιὰ τὸ μεγάλο Γερμανὸ φιλόσοφε) ὁδήγησαν τὸν Σπ. Κυριαζόπουλο στὶς ὑπαρξιακὲς ἐμβιώσεις ποὺ ἐκφράζονται μὲ τὰ δύο πρῶτα ἔργα του («Προλεγόμενα εἰς τὴν ἐρώτησιν περὶ Θεοῦ» Ἀθῆναι, 1960, ἡ διατριβή του, καὶ «Ἐλευθερία καὶ αὐθυπέρβασις» Ἀθῆναι 1960). Ὁλόκληρη ἡ θεολογικὴ παράδοση τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀνομοχλεύονται στὸ ἔργο αὐτὸ μὲ μιὰ ἔντονη μυστικιστικὴ διάθεση.
    Ἀνασκοπώντας τὸ ἔργο ποὺ μᾶς ἄφησε βρισκόμαστε πραγματικὰ σὲ μιὰ περίεργη ἀφετηρία, σὲ μιὰ ἄνιση ἀνάπτυξη καὶ σὲ μιὰ ἀταίριαστη ἀπόληξη. Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευτικῆς ἀπορίας ἡ προβληματικὴ τῆς φιλοσοφικῆς του ἀναζήτησης σκοντάφτει ξαφνικὰ πάνω στὸ «πνεῦμα» τῆς τεχνικῆς καὶ τοῦ «θετικοῦ». Τρία βιβλία στὴ σειρὰ μέσα σὲ τρία χρόνια καὶ ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς θεωρήσεις ἀναφέρονται στὴν τεχνικὴ μὲ τὴν πλατειά, τὴ φιλοσοφική της πτύχωση : «Ἡ παρουσία τῆς φυσικῆς Ἐπιστήμης» (1963) ἀνοίγει τὸ διάλογο τοῦ φιλοσόφου μὲ τὴν τεχνικὴ Ἐπιστἡμη. Ἴσως ἄλλος νὰ κατέληγε στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπὸ ὅπου ξεκίνησε ὁ Κυριαζόπουλος. Μὲ τὸ τέταρτο βιβλίο του «Ἡ σημερινὴ γλῶσσα. Γλωσσολογία τῆς τεχνικῆς» (1964) προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει τὸ πνεῦμα τῆς τεχνικῆς τῶν σκληρῶν καιρῶν μας στὸν κριτικὸ ἔλεγχο τοῦ φιλοσόφου. Ἀναντίρρητα σημαντικὸ βῆμα πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ τοῦ στοχασμοῦ, ἴσως ὅμως ἀπαιτεῖ πολὺ μεγάλη οἰκείωση μὲ τὰ θέματα καὶ τῆς γλώσσας καὶ τῆς τεχνικῆς, ἑπομένως καὶ εὔλογο χρόνο γιὰ νὰ μεστώσει ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τόσο σκληρὲς ἀναγνώσεις. Ἐν τούτοις ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος κατόρθωσε νὰ δεῖ τὸ πρόβλημα τῆς γλώσσας μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς τεχνικῆς, δηλ. μὲ τὴ νοοτροπία τοῦ ποιητῆ καὶ τὴν ἁπλοποὶηση τοῦ ἀμέριμνου.
    Τὸ φιλόσοφο δὲν ἐφησυχάζει ὁ θρίαμβος καὶ ἡ εὐκολία τῶν μηχανῶν, ἀντίθετα τὸν γεμίζει ὑποψία κάθε θριαμβολογία καὶ δοκιμάζει τὴν ἀγρὺπνια του ἡ εὐκολία καὶ οἱ πρακτικὲς λύσεις. Ἡ μαθητεία του κοντὰ στὸν K. Jaspers ἐπέδρασε πολύπλευρα στὸν νεαρὸ Ἕλληνα. στοχαστὴ. Ὁ Jaspers ἀναβιώνει τὴν ὑποψία τοῦ φιλοσόφου ἀπέναντι στὴ μηχανή. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος ἐνωτίζεται τὴν ἀνησυχία τοῦ γερμανοῦ φιλοσόφου καὶ τὴν πολλαπλασιάζει δημιουργικά. Ἀναμφισβήτητη λοιπὸν εἶναι ἡ ἐπίδραση τοῦ Jaspers στὶς ἀφετηρίες τῆς προβληματικῆς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου.
    Ὡστόσο ἡ ἐρευνητική του διάθεση καὶ ἡ φιλοσοφικὴ «περιέργεια» δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθοῦν εὔκολα. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ «περιέργεια», ἔχει τὴ λογική της : ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ ξεκινάει μὲ τὴν ἐμβίωση τῆς θρησκευ-[161] τικῆς ἀπορίας δυσπιστεῖ στὰ ὑποκατάστατα τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας, ποὺ ὑπόσχεται τὸ δαιμόνιο τῆς τεχνικῆς. Ἔπειτα σὰν σκεπτόμενο ἄνθρωπο καὶ σὰν ἐρευνητὴ τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἀναγωγὴ στὶς ἀφετηρίες τῶν πραγμάτων, ἐδῶ τῆς τεχνικῆς. Τὸ 1971 ἀκόμη μιὰ μελέτη του ὁρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῆς τεχνικῆς («Ἐνώπιον της Ἱ’εχνικῆς» 1971 ). Συνέχεια τῆς ἴδιας ἀνησυχίας μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ καὶ μιὰ ἄλλη μικρὴ καὶ περίεργη μελέτη του : «Τὰ ὅπλα τῆς Εὐρώπης. Πολεμολογία», Ἰωάννινα 1974). Προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει σημερινὲς θέσεις τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ σὰν ἀποτέλεσμα μερικῶν ἀνακαλύψεων στὰ νεώτερα χρόνια, ὅπως π.χ. τῆς πυρίτιδας. Τέτοια μοιραῖα γεγονότα ποιὲς ἐπιπτώσεις εἶχαν στὴν ἱστορία τοῦ πνεύματος ; Παρόμοια ἐρωτήματα ἀπασχολοῦν τὸν Σπ. Κυριαζόπουλο καὶ ἐπιμένει νὰ τὰ ἐντάσει ὀρθὰ βέβαια στὴ θεματολογία τῆς Φιλοσοφίας. Πέντε ἀπὸ τὰ 14 αὐτοτελῆ ἔργα ποὺ ἔγραψε εἶναι πράγματι συμβολή. Δὲν εἶναι βέβαια ὁ πρῶτος ἢ ὁ μόνος ποὺ καταπιάστηκε μὲ τὴν προβολὴ τῆς τεχνικῆς καὶ τῆς ἐπιδράσεις της στὸ σημερινὸ πνευματικὸ βίο τῆς Εὐρώπης. Μὲ τὶς ἐργασίες του μετέφερε στὴν Ἑλλάδα μιὰ γνωστὴ στάση τῶν Εὐρωπαίων στοχαστῶν ἀπέναντι στὰ προβλήματα καὶ στὴ φύση τῆς τεχνικῆς.
    Ἀπὸ τὸ 1969 εἶναι εὐδιάκριτη μιὰ νέα τροπὴ στὴ σκέψη καὶ στὸν προβληματισμὸ τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου : ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὴν ἀρχαία σοφία, ὄχι εἰδικὰ μόνο μὲ τὴ φιλοσοφία ὅπως εἶναι ὁριοθετημένη ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἰδιαίτερη, προσωπικὴ θεώρηση τῆς ἀρχαίας πνευματικῆς κληρονομιᾶς. Ἐπιδιώκει νὰ ἐρευνήσει πτυχὲς ποὺ ἡ παραδοσιακὴ ἔρευνα τὶς ἄφησε στὸ περιθώριο, κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἐντάσσονται στὴ σύγχρονη, τὴ μοντέρνα προβληματικὴ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Τὰ θέματα ποὺ τὸν προβληματίζουν εἶναι βέβαια ἀρχαιογνωστικά, ταυτόχρονα ὅμως καὶ ἐρεθίσματα γιὰ ἕναν φιλοσοφικὸ νοῦ. Ἐδῶ διαπιστώνεται ὅλη ἡ εὐρύτατη ἀρχαιογνωστικὴ ὑποδομὴ καὶ ἡ φιλολογικὴ πανοπλία τοῦ συγγραφέα. Εἶναι ἡ περίοδος τῆς «ὡριμότητας». Ὁ τίτλος τῆς πρώτης ἐργασίας ποὺ ἀνοίγει τὴν περίοδο εἶναι χαρακτηριστικός : «Τὸ γεγονὸς τῆς Φιλοσοφίας» (1969). Ἀπὸ τὰ κεφάλαια ἀρθρώσεις τῆς ἐργασίας αὐτῆς γίνεται φανερὴ ἡ προσπάθεια τοῦ φιλοσόφου νὰ ἐξιχνιάσει τὸν ἀρχέγονο βηματισμὸ τῆς Φιλοσοφίας, «τὴν ψελλιζομένη φιλοσοφία» (Ἀριστοτέλης). Ἄλλωστε τὸ δηλώνει ὁ ἴδιος στὴν εἰσαγωγή του : «ἡ ἐξέτασις τῆς φιλοσοφίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν γενετικῶν της προϋποθέσεων». Τὸ βιβλίο εἶναι μιὰ συμβολή, δὲν ἐξαντλεῖ βέβαια τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἐρωτηματοθεσία «ποιεῖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον». Ἡ ἐργασία αὐτὴ φαίνεται πὼς ὡρίμασε καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ χρόνου στὴ σκέψη τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου : εἶναι τὸ μοναδικὸ ἀπὸ τὰ ἔργα του μὲ τὴ μεγαλύτερη χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ προηγούμενό του : τέσσερα χρόνια. Αὐτὸς ὁ χρόνος φαίνεται τεράστιος γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δημοσίευε κάθε χρόνο ἀπὸ ἕνα βιβλίο (καὶ κάποτε καὶ δύο, τὸ 1971 καθὼς καὶ τὸ 1974), χώρια τὶς μικρότερες μελέτες σὲ περιοδικά, ἑλληνικὰ καὶ ξένα, τὶς διαλέξεις καὶ τὸ Πανεπιστημια-[162] κὸ ἔργο ποὺ ἦταν χρεωμένος. Ἡ σοβαρότητα τοῦ θέματος τὸν ἀπασχόλησε περισσότερο ἴσως ἀπ’ ὅ,τι λογάριαζε. Πράγματι ἀπὸ τὶς ἐπισημειώοεις τοῦ βιβλίου μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν εὐρύτητα τῶν πηγῶν καὶ τῆς βιβλιογραφίας ποὺ ὑποχρεώθηκε νὰ δεῖ, δεῖγμα κι αὐτὸ τῆς εὐρυμάθειας καὶ τῆς εὐσυνειδησίας του.
    Στὸ ἴδιο ἐπίπεδο ἢ καλύτερα στὴν ἴδια εὐθεία γραμμὴ κινεῖται ὁ στοχασμὸς καὶ ἡ ἐρευνητική του προσπάθεια καὶ στὰ βιβλία ποὺ ἀκολουθοῦν στὰ δύο ἀμέσως ἑπόμενα χρόνια : «Ἡ πολιτικὴ θρησκεία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος» (1969) καὶ «Πολιτικὰ αἴτια τῆς Ἠθικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους» (1971). Τὸ μελετητὴ ἀπασχολεῖ ἀκόμη ἔντονα τὸ πρόβλημα τῶν γενετικῶν αἰτιῶν τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Στὸ δεύτερο βιβλίο ἡ διάρθρωση τῶν περιεχομένων εἶναι ἐνδεικτικὴ καὶ πειστική. Ἡ «πληροφόρηση» τῆς ἐργασίας βέβαια γίνεται ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη, ἀλλὰ τὸν συγγραφέα ἐνδιαφέρουν οἱ κοινωνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀφετηρίες τῆς Ἠθικῆς γενικὰ καὶ λιγότερο τῆς ἀριστοτελικῆς Ἠθικῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ τίτλος ἁπλῶς ἀκουμπᾶ στὸ ἔργο, δὲν τὸ καλύπτει.
    Ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ μία. οἱ ἑργασίες αὐτοῦ τοῦ εἴδους καλύπτουν ἕνα προ-φιλοσοφικὸ χῶρο καὶ απαιτοῦν πολὺ μεγάλη καὶ βαθειὰ γνώση πολλῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος πράγματι διέθετε αὐτὴ τὴν ἀρχαιογνωστικὴ ὑποδομή. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πόσο τὸν βοήθησε νὰ ἐννοήσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν πορεία τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ὅποιος καταπιάνεται νὰ ἑρμηνεύσει προβλήματα τῆς φιλοσοφίας πρέπει νὰ ἔχει ὅραση ἀνοικτὴ ἀλλὰ καὶ ἱκανότητα συναγωγῆς τῶν διεσπαρμένων χωρὶς εἰς ἓν (Ἀριστοτέλης). Ὁ φιλόσοφος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν συνοπτικὸς ἔλεγε ὁ Πλάτων, δηλ. ἱκανὸς νὰ ἐπισκοπεῖ εὐρύτατες περιοχὲς τοῦ ἐπιστητοῦ, νὰ διαβλέπει τὸ καίριο καὶ τὸ οὐσιαστικὸ καὶ νὰ τὸ κλείνει στὸν κρουστὸ πυρῆνα μιᾶς ἔννοιας.
    Διαβάζοντας τὶς ἐργασίες αὐτὲς τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωοη πὼς ὁ συγγραφέας τους ξεπέρασε τὴν ἀναγνωριστικὴ περιδιάβαση στὶς περιοχὲς τῶν προβλημάτων του καὶ κατόρθωσε νὰ μᾶς δώσει ὣς ἕνα βαθμὸ εἰκόνα τῶν γενετικῶν προϋποθέσεων τῆς φιλοσοφίας. Ἐν τούτοις στὰ γραφτά του βρίσκουμε μᾶλλον ἐρωτήσεις παρὰ ἀποσαφηνισμένες ἀπαντήσεις. Ἴσως δὲν μπόρεσε νὰ ἀφομοιώσει σὲ τόσο λίγο χρόνο τὶς «πληροφορίες» ποὺ σώρευσε μέσα του ἡ ποικιλία τῶν πηγῶν, ποὺ ἦταν ἀναγκασμένος νὰ χρησιμοποιήσει. Μέσα σὲ τρία χρόνια προσπάθησε νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ φωτίσει βασικὰ προβλήματα τοῦ φιλοσοφικοῦ γίγνεσθαι, μολονότι στὴ διεθνῆ βιβλιογραφία ὑπῆρχε ἀρκετὴ προεργασία. Αὐτὸ βέβαια δὲν δεσμεύει τὸ μελετητὴ νὰ ξαναδεῖ τὰ προβλήματα καὶ νὰ δώσει δικές του λύοεις. Μιὰ ἔνδειξη πάντως τῶν δυσκολιῶν ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος παρέχει ἡ γλωσσικὴ μορφὴ τῶν ἔργων του. Δὲν ἐνοχλεῖ τόσο ἡ καθαρεύουσα, ὁπωσδήποτε ἕνα ἐρωτηματικὸ γιὰ τὴ γνησιότητα κάθε φιλοσοφικοῦ διανοήματος – ἀλλὰ ἡ θολὴ καὶ ἀκατάσκευη φράση, μαρτυρία λει-[163] ψῆς πνευματικῆς διεργασίας καὶ ὄχι καθαρῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων. Ἴσως ἂν δὲν ὑπῆρχε κάποια βιασύνη στὴ συγγραφὴ καὶ στὴν ἔκδοση τῶν βιβλίων αὐτῶν νὰ εἴχαμε πιὸ θετικὰ ἀποτελέσματα, γιατὶ καὶ τώρα ἀσφαλῶς ἔχουμε μιὰ προσφορὰ μ’ ὅλο τὸ φόρτο τῆς λογιοσύνης καὶ τὴ φραστικὴ δυσκαμψία. Ἕνα βιβλίο ποὺ ἀνήκει στὴν πρωποβουλία τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου, τὸ περιεχόμενό του μοιράζεται ὅμως μὲ μιὰ σαρανταριὰ παιδιὰ – φοιτητὲς τῆς φιλοσοφικῆς Σχολῆς τῶν Ἰωαννίνων – ἔχει τὸν τίτλο «Ἡράκλειτος. Μιὰ φροντιστηριακὴ ἔρευνα (1973). Καταρχὴν ἡ σκέψη νὰ καταγραφεῖ ὁ διάλογος μιᾶς φροντιστηριακῆς δουλειᾶς τῶν φοιτητῶν εἶναι ἐπαινετή, καὶ μακάρι νἄβρισκε ἀντιστοιχίες, ὄχι ἀπαραιτήτως μιμητές, καὶ σ’ ἄλλους τομεῖς τῆς Πανεπιστημιακῆς δραστηριότητας, μολονότι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ λείπει ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια. Τὸ θέμα «Ἡράκλειτος» σίγουρα ἔχει μεγάλη «ἐνδοχώρα» καὶ διαρκῆ ἐπικαιρότητα. Τὸ βιβλίο παρουσιάζει καὶ ἕνα ἄλλο ἐνδιαέρον : πῶς βλέπουν οἱ σημερινοὶ «πολιτικοποιημένοι» νέοι (φοιτητὲς) τέτοια πνευματικὰ μεγέθη τοῦ πνευματικοῦ παρελθόντος τῆς ἀνθρωπότητος ; Τὸ ἐρώτημα αὐτό, καθὼς καὶ ἄλλα θαρρῶ μὲ ἀντιστοιχίες στὰ σημερινά, δὲν καθαρίζει στὸ βιβλίο κι αὐτὸ γιὰ λόγους προφανεῖς : εἴμαστε τότε στὸ 1973 καὶ δὲ χρειάζεται νὰ κοιτάζει κανεὶς τὴ χρονολογία : οἱ μισοί, σχεδὸν φοιτητὲς τοῦ φροντιστηρίου μιλοῦν καθαρεύουσα ! Ἂν εἶναι δυνατὸ αὐτὸ σὲ τέτοιες συζητήσεις, ὅπου καὶ οἱ καθαρεύοντες μιλοῦν τὴ μητρική τους γλῶσσα, γιὰ ν’ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀμεσότητα τοῦ συζητητῆ ! Τέτοιες ἐξωτερικὲς ἐνδείξεις σημαίνουν πολλά. Δύο ἀκόμα ἐργασίες γιὰ τὴ φιλοσοφία καὶ μιὰ ποὺ μαρτυρεῖ τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ Σπ. Κυριαζόπουλου γιὰ τὴ τέχνη θὰ κλείσουν πρόωρα τὸν κύκλο τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζωῆς του. Τὸ πρῶτο ἀπ’ αὐτὰ «Παθολογία τοῦ λόγου», Θεσ/νίκη 1974) κινεῖται στὶς γνωστὲς περιοχὲς τοῦ στοχασμοῦ του. Τὸ δεύτερο στεγάζει ἐργασίες διάφορες καὶ μὲ διαφορετικὴ ἀφετηρία συγγραφῆς· ἄλλες εἶναι ἀναδημοσιεύσεις καὶ ἄλλες «ἀνεπτυγμένη» μορφὴ διαλέξεων ἢ ἀνακοινώσεων.
    Τέλος ἡ ἐργασία του «Ὁ σοσιαλιστικὸς ρεαλισμὸς στὴ ζωγραφικὴ» (1977), τὸ τελευταῖο βιβλίο του, ἀπηχεῖ ἐνδιαφέροντα παράλληλα πρὸς τὴ φιλοσοφία. Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος εἶχε τὴν ἀγάπη τῆς τέχνης καὶ προπάντων τῆς ποιήσεως. Δείγματα τῆς ἀγάπης του στὴν ποίηση πέντε ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ τύπωσε σὲ πέντε χρόνια. Ἴσως δὲν ὑποπτευόταν πόσο σκληρὸς εἶναι ὁ ποιητικὸς λόγος, γι’ αὐτὸ σὲ τόσο λίγο χρόνο τόσες πολλὲς ποιήσεις. Ὡστόσο δὲν τοῦ ἔλειπε -ἡ εὐαισθησία καὶ τὸ καθαρὸ βλέμμα. Περισσότερο ὅμως ποιητὴς εἶναι στὶς φιλοσοφικές του ἐργασίες.
    Ὁ Σπ. Κυριαζόπουλος εἶχε ἕναν ἐντελῶς προσωπικό, «ἱερὸ δεσμὸ» μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὸ φιλοσοφεῖν. Ἔξω ἀπὸ τὶς ἐντυπώσεις ἐκείνων ποὺ τὸν γνώρισαν καὶ διαλέχτηκαν μαζί του, στὰ βιβλία του καὶ στὶς ἄλλες μικρότερες ἐργασίες του δημοσιευμένες σὲ ποικίλα ἔντυπα, ὄχι μόνο φιλοσοφικὰ καὶ εἰδικὰ ὑπολανθάνει μιὰ κοφτερὴ ἀμφιβολία, ποὺ φαίνεται νὰ τοῦ βασάνιζε [164] τὸ μυαλὸ μέρα καὶ νύχτα. Ἡ εἰλικρίνεια, χωρὶς ἀμφιβολία, δὲν λείπει ἀπὸ τὶς ἐργασίες του. Κι αὺτὸ δίνει τὸ μέτρο μιᾶς καθαρῆς ψυχῆς, ἑνὸς ἤθους ἀκέραιου. Δὲν ἐξετάζουμε ἐδῶ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών του· γι’ αὐτὲς, καθὼς καὶ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τὶς ἔδωσε στὰ γραφτά του, ἔχει κανεὶς τὶς ἐπιφυλάξεις του. Περισσότερο ἐνδιαφέρει αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ δοῠμε καὶ νὰ ἀποτυπώσουμε τὴν προσπάθεια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ θέλησε νὰ φιλοσοφήσει καὶ ποὺ σίγουρα δὲν πρόφθασε νὰ μᾶς δώσει τὸν ὥριμο καρπὸ τοῦ στοχασμοῦ του.

    Βασ. Α. ΚΥΡΚΟΣ
    [165]

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here