¨Ενας νέος μουσικός χρόνος

0
89

Ἄγγελος Καλογερόπουλος

 

Ἀνοίγω μιὰ ἱστορία τῆς μουσικῆς –γιὰ παράδειγμα Ἱστορία τῆς Μουσικῆς ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὥς σήμερα, ἐκδ.Ἐλευθερουδάκη, 2008- καὶ παρατηρῶ ὅτι στὸ ἱστορικό της διάγραμμα ἀπουσιάζει αὐτὸ ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε «βυζαντινὴ» μουσική. Ὑπάρχουν, βέβαια, στο κεφάλαιο γιὰ τὴν Μεσαιωνικὴ μουσικὴ τῆς Δύσης κάποιες ἀναφορὲς καὶ στοὺς πρωτεργάτες τῆς μουσικῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν καὶ τοὺς δυτικούς. Συγκεκριμένα, ὅταν ἀναφέρεται στὸ Γρηγοριανὸ μέλος δὲν παραλείπει νὰ χαρακτηρίσει τὴ μουσικὴ τῆς «Βυζαντινῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» ὡς κληρονομο τῶν «στοιχείων τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς πράξης» καὶ νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ «μουσικὴ θεωρητικὴ παραγωγὴ τῶν Ἑλλήνων» πέρασε καὶ στὴ δυτικὴ παράδοση. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ οὐδέν.

Αὐτὴ ἡ ἀπουσία δὲν εἶναι περιπτωσιακή, ἀλλὰ μόνιμη θὰ ἔλεγε κανεὶς σὲ κάθε ἱστορία τῆς μουσικῆς ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἱστορία τῆς τέχνης. Ἀρκεῖ νὰ ρίξει κανεὶς μιὰ ματιὰ στὴ μνημειώδη Ἱστορία τῆς Τέχνης τοῦ Γκόμπριτζ. Ἐλάχιστες οἱ ἀναφορὲς στὴ μεγάλη εἰκονογραφικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ στὴν ὁλοκληρωτική της ἐπιβολὴ μέχρι τὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἀναγέννησης. Ἡ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ παράδοση τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τίθεται στὸ περιθώριο κάθε εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας. Ἡ μονομέρεια αὐτὴ -ἡ ὁποία ἐξηγεῖται ἀπὸ τὴν χρόνια προκατάληψη γιὰ τὸ λεγόμενο «Βυζάντιο» ὡς μιὰ χιλιόχρονη (!) περίοδο παρακμῆς- συνιστᾶ  ἀναπηρία σὲ μιὰ σύγχρονη εὐρωπαϊκὴ ἀντίληψη. Ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς μεμονωμένους μελετητὲς ἤ ἐξέχουσες προσωπικότητες ἡ πνευματικὴ παράδοση τῆς δυτικῆς Εὐρώπης ἀγνοεῖ παντελῶς τὴν ἀνατολική της πλευρά.

Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ μιὰ πλήρη ἀπαξίωση μιᾶς ἱστορικῆς περιόδου στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ τέχνες καὶ τὰ γράμματα θεραπεύονται, φυσικὰ κάτω ἀπὸ τὴν σχεδὸν ἀπόλυτη κυριαρχία τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο, ὁ προεξάρχων ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἀξιοποιεῖ τὴ μεγάλη ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση καὶ τὴ συνεχίζει. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ λάβει ὑπ’ ὄψη του ὅτι τὸ σύστημα τῆς Ὀκτωηχίας στὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἔχει ἄμεση ἀναφορὰ στοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς τρόπους, ἐνῶ οἱ ὀνομασίες ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὰ σημαδόφωνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς παραπέμπουν στὸ τονικὸ σύστημα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας (πχ. ὀξεία, βαρεία κλπ). Καὶ ἐνῶ ἡ ἀνατολικὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ δὲν συνέβαλε στὴν ἀνάπτυξη μιᾶς ἀντίστοιχης κοσμικῆς μουσικῆς, δὲν θὰ πρέπει κανεὶς νὰ παραβλέπει ὅτι ἡ συστηματοποίηση τῆς θεωρίας της ὑπῆρξε πρότυπο γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς μουσικῆς τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας.

Ἡ «βυζαντινὴ μουσικὴ» -παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει προσελκύσει τὸ ἐνδιαφέρον σπουδαίων μελετητῶν- ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα μουσειακὸ εἶδος ἐνῶ συχνὰ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν μεταβυζαντινὴ συνέχειά της κι ἀπὸ τὴν νῦν ἐν χρήσει ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Ἔτσι, σπανίως προκαλεῖ ἕναν διάλογο μὲ τὴ σύγχρονη μουσική δημιουργία. (Σκέφτομαι τὴν σπουδαία ἐξαίρεση τοῦ Στέφαν Μίκους).

Βεβαίως, δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι καὶ ἡ πνευματικὴ παραγωγὴ τῆς νεώτερης Ἑλλάδας ἀντιμετώπισε -ἂν δὲν ἀντιμετωπίζει ἀκόμη- μὲ καχυποψία τὴν περίοδο αὐτὴ τῆς ἱστορίας μας, ἀλλὰ, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ τὴ μουσική, τὰ πιὸ σημαντικὰ ἔργα γράφτηκαν σὲ ἕνα δημιουργικὸ διάλογο μὲ τὴν παράδοση αὐτή. Ἐνῶ ἡ σύγχρονη μουσικὴ τῶν βαλκανικῶν λαῶν κουβαλάει μέσα της αὐτὴν τὴν κοινὴ «βυζαντινὴ»παράδοση.

Κάθε σπουδαῖο βῆμα τοῦ πολιτισμοῦ πρὸς τὰ μπρὸς προϋποθέτει μιὰ ἐπανατοποθέτηση σὲ σχέση μὲ μιὰ ὁρισμένη πλευρὰ τοῦ παρελθόντος, ἕναν ἐπαναπροσδιορισμὸ ποὺ ἀπελευθερώνει τὶς δημιουργικὲς δυνάμεις τοῦ παρόντος. Μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου δυτικοῦ πολιτισμοῦ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισει κανεὶς τὴν μουσικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὡς μιὰ ἀκόμη ἐκδοχὴ τοῦ «ἔθνικ» ἀλλὰ στὶς πραγματικές της διαστάσεις. Ἡ μουσικὴ αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ πρώτη στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο ποὺ ἀνέπτυξε μιὰ ὁλοκληρωμένη θεωρία τοῦ συστήματος τῶν ἤχων της, ἡ ὁποία στηρίχτηκε σὲ ἕνα ὀργανωμένο σύστημα γραφῆς χωρὶς νὰ καταργεῖ τὴν προφορικὴ παράδοση καὶ ἐπίσης ἡ μουσικὴ ποὺ ἀναπτύχθηκε παράλληλα –καὶ ὑπῆρξε ὀργανικὰ συνυφασμένη- μὲ μιὰ ὑψηλὴ ποίηση. Αὐτὴ ἡ μουσικὴ δὲν ἀποτελεῖ ἀφορμὴ γιὰ νὰ προσθέσει κανεὶς ἕνα ἐξωτικὸ χρῶμα ποὺ θυμίζει ἀνατολὴ. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπίσης μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ μιᾶς «ἀνατολίτικης» μουσικῆς. Εἶναι μιὰ μουσικὴ παράδοση ποὺ διατηρεῖ  τὸ μέτρο, τὴν ἁρμονία καὶ τὴ συμμετρία ὅπως ἀποκαλύπτεται ἀπὸ τὸν μελωδικό της πλοῦτο, τὴν πολυηχία της καὶ τὴν αὐστηρή της δομή. 

Ἀλλά, ἐπὶ πλέον, δὲν εἶναι μιὰ αὐστηρῶς «μεσαιωνικὴ» μουσικὴ παράδοση, ἀλλὰ μιὰ παράδοση ποὺ συνεχίζει νὰ ἔχει σπουδαίους δημιουργοὺς καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν νεώτερων χρόνων. Ὁ Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος ὑπῆρξε σχεδὸν σύγχρονος τοῦ Μότσαρτ, ἐνῶ ἡ πιὸ σημαντικὴ μεταρρύθμιση τῆς μουσικῆς αὐτῆς συνέβη τὸ 1814. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ μιὰ ζῶσα μουσικὴ παράδοση, καθόλου στάσιμη. Ἀλλὰ μὲ μιὰ διαφορετικὴ ἀντίληψη τῆς κίνησης καὶ τοῦ χρόνου.

Αὐτὸς ὁ διαφορετικός της χρόνος μπορεῖ νὰ γονιμοποιήσει δημιουργικὰ καὶ τὸν δικό μας μουσικὸ χρόνο.

 

πρώτη δημοσίευση: Φρέαρ, τχ. 5 Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014

 

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here