Z. Λορεντζάτος: Ἡ «μυστικὴ φωταγωγία» τοῦ Παπαδιαμάντη

1
682

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Ποιό εναι τὸ ἔργο ἢ ἐκενο τὸ ἀνεξήγητο καθεστώς πς λλις ντπ τκαθεστς τν πατέρων, πο μς γκαλιάζει μέσως μς τος θεληματικὰ ἀπόκληρους πτν παράδοση μόλις προφέρομε τὸ ὄνομα τοΠαπαδιαμάντη; Καγιατί τάχα βρισκόμαστε δμπροστσκάτι ερύτερο πτγράμματα (Lettres) ποὺ ὁδηγάει στὸ ἐπίκεντρο τς πνευματικότητάς μας καπο τὸ ἔχουν, στδική μας τν παράδοση, μόνο ρισμένοι μακάριοι, πως Σολωμς ἢ ὁ Μακρυγιάννης;

Ἡ ἀπάντηση εναι πιταχτική, γινμν κάνομε λο τελετς στβρόντο ντροφοδοτομε τμελαγχολικμι­κρεμπόριο τν πετείων.

Καδικαιολογελίγα λόγια.

Μὲ ὅλα τδιηγήματα τλογοτεχνικὸ ἔργο μτὸ ὁποο Παπαδιαμάντης εναι γνωστς ς Παπαδιαμάντης, οβα­θιές του ρίζες, fons vitae, ατς ποστήνουν μπροστά μας ρθιο κατν κορμτς μορφς του κατπολύκλωνο δένδρο τοῦ ἔργου, μιὰ ἑνότητα ορίζες δβρίσκονται πρς τλο­γοτεχνικκόσμο τς θήνας. Γενικὰ ὁ κόσμος τς θήνας, ετε λογοτεχνικς ετε μή, δγνωρίζει φοτς χασε καδν πιστεύει τς ρίζες τοΠαπαδιαμάντη. σα κενος λά­τρευε καθεωροσε ερά, τχλευάζει κατθεωρεπρόληψη δεισιδαιμονία, θροφγιτς γριές. Μήτε στιγμδν ναρωτιέται μήπως ογρις βρίσκονται στγ, καὶ ἐκενος, κόσμος τς θήνας, δηλαδὴ ὁ σημερινς νθρωπος, μὲ ὅλα του τφτα κατσπουδάγματα ξέλιξη καΠρόοδος βρί­σκεται ξεκρέμαστος στν έρα. «τι ὁ ἄνθρωπος κάνει τφτα κι χι τφτα τν νθρωπον» (Μακρυγιάννης). πως ὁ Ἄγγλος, Γερμανς ἢ ὁ Γάλλος τσι καὶ ὁ λληνας «Γραι­κύλος τς σήμερον» «καμε τπατριωτικν χρέος του, χτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εναι λεύθερος νὰ ἐπαγγέλλε­ται χάριν πολυτελείας τν πιστίαν κατν παισιοδοξίαν», γράφει Παπαδιαμάντης στπασχαλινδιήγημα «Λαμπριά­τικος ψάλτης». Στν λλάδα μπκαν τόσα φτα, κτυφλω­τικστν κυριολεξία τους, στε ο λληνες τυφλώθηκαν, δβλέπουν τίποτα. Μπς εναι δυνατνρωτμε στσοβάρα; Ατὰ ὅλα, πως κατλόγια το Μακρυγιάννη, μπορενεναι «ραα», γραφικὰ ἢ διακοσμητικά, χουν «ποίηση», κάνουν τὸ ἔργο τοΠαπαδιαμάντη νὰ ἀποπνέει «τν ερεωδία τν καμένων κεριν κατν ξερολούλουδων στς εκόνες κασττέμπλα τν ρημοκκλησιν» (παραθέτω πρόσωπα τλεγόμενα τς κριτικς), λλστν ποχή μας ατὰ ὅλα δστέκουν, ξεπεράστηκαν, τί θέλετε νπμε πίσω, μήπως μπορομε, κόμα κανθέλαμε; μες χομε τὸ ἔργο καμς ρκε, λλωστε ατεναι τσπουδαο, ατ μς νεβά­ζει, πτς ποιεσδήποτε ρίζες πομπορενεναι κασκο­τεινς ἢ ἀκάθαρτες καὶ ὁπωσδήποτε διάφορες ἢ ἄσχετες μτὸ ἔργο, στν οραντς καθαρς τέχνης, καματθτέρ­πεται πάντα εαισθησία μας. Παπαδιαμάντης εναι προπαντς «λογοτεχνία» καὶ ἔγραψε γινπλουτίσει τν εαι­σθησία μας. πως καὶ ὁ Δάντης. Μάλιστα. Γινμς εὐ­χαριστήσει «ποιητικ» ασθητικὰ ἔγραψε καατός. κενα ποπίστευε ἢ ὑποστήριζε ταν νοησίες ποκανένας δν παραδέχεται πιά. ς πάει νλέει ὁ ἴδιος ,τι θέλει, πς γραψε «γινβγάλει τος ζωντανος πτδυστυχία καντος δηγήσει στμακαριότητα» (Epistola XVII, 15). Γίνεται Δάντης νξέρει ὁ ἴδιος τί κανε καλύτερα πὸ ἐμς; Ατπογυρεύετε νμς πετε εναι περβολές. πως πάντα, ἡ ἀλήθεια δβρίσκεται μήτε καττμιμήτε καττν λλη πλευρά. Ἡ ἀλήθεια βρίσκεται κάπου στμέση (τγνωστδιαλεχτικὸ ἐπιχείρημα σων συγχύζουν τμέτρο μτμε­τριότητα). Δηλαδή, μὲ ἄλλα λόγια: οτως τι χλιαρς ε, καοτε ζεστς οτε ψυχρός, μέλλω σὲ ἐμέσαι κ τοστόματός μου.

Ατεναι πιχειρήματα μις λότητας ποὺ ἔχασε τν πνευματικότητά της.

Παπαδιαμάντης, ν δν μεινε στὸ Ἅγιον  ρος, πως λογάριαζε, ἢ ἂν δφόρεσε τελικτκαλογερικσχμα, πως Μωραϊτίδης δν ταν, φαίνεται, προορισμένο νὰ ἀκολου­θήσει αττδρόμο, ν κατὸ ἀθλοθέτημα τοδρόμου ατοστάθηκε πάντοτε τπολικό του στέρι δβρκε καστν θήνα ποττδρόμο του, φοῦ ἀπτ1873, ταν ρθε στν πόλη μτς πενήντα χιλιάδες ψυχές, κάθε πνευματικς δρό­μος ταν σχεδν χαμένος. Τκρατίδιο το1830 βοηθημένο πτν Ερώπη κατν πόδημη στρατιτν «φωτισμέ­νων» λλήνων εχε ρχίσει νπετάει να να σα εχαν δια­σωθεῖ ἀπτν πνευματικὴ ἢ τμεταφυσικπαράδοση τν πατέρων του καεχε βάλει πλώρη χωρς νμπορετότε νκαταλάβει τί κανε (λίγοι τκαταλάβαιναν) γινγίνει, πως τόσα λλα, να συγχρονισμένο ερωπαϊκκράτος. […]

Παπαδιαμάντης βλεπε πς τ«φτα» ποὺ ἔφερ­ναν οἱ Ἕλληνες ππαντοῦ ἔκαναν τελικὰ ὅλο καπιὸ ἀδια­πέραστο «τς γνωσίας τσκότος». Καστν κανόνα ποὺ ἔγραφε γιτν «Διονύσιον τν ν λύμπ» παρακαλιόταν στν σιο: τος ν πογνώσει τσκότει, βαίνουσι, τς φωταγωγίας τς μυστικς μετάδος (δη΄, τροπάριο γ΄). Στμεταίχ­μιο ατὸ ἀνάμεσα στος δυκόσμους Παπαδιαμάντης γρα­ψε διηγήματα, ναί, λογοτεχνικεδος ξενόφερτο ρκούμενος «ες τν περιγραφν τν προσώπων κατν πραγμά­των, περ εναι στενς καὶ ἀκριβς τὸ ἡμέτερον ργον», ση­μειώνει στ«Γυφτοπούλα», κασήμερα τν ξέρομε πτδιηγήματά του· μως ποῦ ὁδηγιονται σοι ξεπεράσουν τς ασθητικς πιφάνειες καβρον τν πυρήνα ἢ ἀπομονώσουν τν οσία τν διηγημάτων ατν;  θπάρομε στσοβαρτν κόσμο πο μς παρουσίασε, λόκληρο μως τν κόσμο τς ρθόδοξης λληνικς χριστιανοσύνης ς τς κρότατες συνέπειές του, κατότε θπροσπαθήσομε νκαταλάβομε τν Παπαδιαμάντη χι μόνο σλογοτέχνη, λλσν πνευματικό μας κεφάλαιο ατδν σχυριζόμαστε πς εναι; ἢ ἀλλις θγυρίσομε πίσω στς ασθητικς πιφάνειες, στ«λογοτε­χνία» στν ψυχολογία τν διηγημάτων καθθερίσομε ,τι σπείραμε: τν σκοπη (l’ art pour l’ art) νεροτριβ τς εαισθησίας μας. σοι θέλουν εναι λεύθεροι ντκάνουν ατό. Μόνο ποχάνουν τδικαίωμα νπάρουν τν Παπαδιαμάντη στσοβαρά, ἢ ἂν τν πάρουν στσοβαρά, τότε χάνουν τδικαίωμα νπαραμερίσουν φρόντιστα σα λάτρευε κενος κατεχε κάνει ζωή του, ντθεωρον μόνο «ποίηση» κα«γραφικότητα», κανσυνεχίζουν τιμώρητα τὰ ἀτομικπάρε δσε σοι νθρωποι τόσες καὶ ἐντυπώσεις (impressionisme) μτς ασθητικς πιφάνειες. Διέξοδος δν πάρχει.

πάρχουν, μως, νθρωποι πομπορενπροτιμν νπάρουν τν Παπαδιαμάντη στσοβαρκανκοιτάξουν ποιά εναι ρίζα ἢ ἡ «μυστικφωταγωγία», πως προσεύχεται ὁ ἴδιος, ποστηρίζει τν κόσμο τς σποραδίτικης ταπεινοσύνης τς πρωτευουσιάνικης φτωχολογις τν διηγημάτων του. Πολλοὶ ἀποθαυμάζουν, λόγου χάρη, τν ασθησιασμποφα­νερώνουν ρισμένα κομμάτια, πως τ«νειρο στκμα» ἢ ἄλλα, κατονίζουν αττν πλευρά. λλατδσημαίνει τίποτα. Ατδείχνει πς καὶ ἐκενος ταν νθρωπος μαἰ­σθήσεις καὶ ἐξερευνοσε κάποτε τν περιοχή τους. Μόνο ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης (ἢ ὁ ἄνθρωπος τς παράδοσης) δσταματοσε κε. Δζητοσε νκάνει τς ασθήσεις του κοσμο­θεωρία τρόπο ζως, καπροπαντς ξερε πτν παράδοση πς πς πίνων κ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν. Πα­παδιαμάντης βρισκόταν στος ντίποδες σων πέφτουν μτκεφάλι μέσα στδίνη τν παλατιν τς Κίρκης τν λεγόμενων «νδρείων τς δονς» (Καβάφης). τσι πως παρουσιάζεται σν καταξίωση, ἡ ἀνδρεία τς δονς εναι δειλία τοπνεύματος, δυναμία νὰ ἀναγνωρίσομε τὸ ἀόρατο πίσω πτφαινόμενο, τὸ ὑπερφυσικ πίσω πτφύση· γκλωβισμς στφυσικό. Ἡ ἀνδρεία τοΠαπαδιαμάντη κρατοσε πὸ ἄλλη ρίζα, πνευματική. Δσταματοσε στς φυσικς ασθή­σεις πομοιραζόμαστε μτζωντανά, λλὰ ἤξερε νπαίρνει πτς λλες (ατς ποθεωρομε νύπαρχτες σήμερα), πὸ ἐκενες ποὺ ὅποιος πιεμιφορ ομδιψήσ ες τν αἰῶνα. κόσμος τουλόκληρος, φύση καὶ ἄνθρωποι, φωτίζεται χαραχτηριστικὰ ἀπτπαράξενο κενο μοναδικφς καλα­βαίνει τν παρξή του μοναχὰ ἐπειδὴ ἔχει πίσω του τβαθιρίζα, fons vitae, τν πλαστουργικατία τν κόσμο τοπνεύματος. Καὶ ὁ κόσμος ατς ξεπερνάει τὰ ὅρια τς νθρώπινης διανόησης τν ασθήσεων. Τπνεμα δν τὸ ἔχεις, τκαταχτς βιάζεις τβασιλεία του. Τδιανόηση τς ασθήσεις τὰ ἔχεις (καί, ν θέλεις, τκαλλιεργες). Παπα­διαμάντης ποτδλάτρεψε, πως λέει παράδοση, τ κτίσει παρτν κτίσαντα. Σκιάθος ποπλέει στκμα, μαζμτφύση κατος νθρώπους της, πάρχει μόνο πειδατς τν χει ποθέσει σμικρχιβάδα μέσα στχέρι τοπαντοδύνα­μου, ν χειρΘεο. Γνωρίζει πτος προγόνους του «Ες τμονύδριον τοτος Παναγίας τς Κουνίστρας) ζησαν κατττέλη τοΙΗ’ κατς ρχς τοΙΘ’ αἰῶνος ξ πλά­γιοι νιόντες συγγενες μου λοι ερομόναχοι» πς κόσμος τοτος εναι πραγματικς μόνο ς ποτέλεσμα τς ατίας του, διαφορετικά δίχως τν ατία του καταρρέει, παύει νὰ ὑπάρχει, τχέρια μας πιάνουν παντοῦ ἕνα φάντασμα πλάσμα, τμὴ ὄν. Τν πόκοσμη ατία ατή, γιμς πομιλμε καγράφομε λληνικά, πγενες γενεν τν πραγ­ματοποιεμεταφυσικά, δηλαδθρησκευτικά, τν παληθεύει στζωή μας ἡ ὀρθόδοξη παράδοση τς χριστιανοσύνης, ὁ ἀπαρασάλευτος ξονας γύρω πτν ποο ταλανίζεται γόνιμα μάταια, ξαρτται πολύβουος στρόβιλος τς ζως. λ­λος τρόπος μεταφυσικς πραγματοποίησης δν πάρχει γιμς τουλάχιστο ποζομε στς περιοχς ατς τς γς. Τὰ ἄλλα (διανόηση καασθήσεις) εναι τοῦ ἀνθρώπου, δν εναι τοΘεο. Καὶ ὁ ἄξονας ατός, μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἀληθινμετα­φυσική χι ατποδιδάσκουν στπανεπιστήμια, μεταφυσικτν φιλοσόφων, «des philosophers et des savants» (Pascal), δηλαδτν τόμων, δική σου καὶ ἡ δική μου, τοΣπινόζα τοΚάντ, λλὰ ἐκείνη ποτζες ( δν τζες) μέσα σου μπραχτα ταν κολουθς μιπαράδοση μένει μετακίνητος μέσα στγενικροκαὶ ἀστάθεια, που λα περνον καὶ ἀλλάζουν «δΧριστιανισμς μεινε καθμέ­ν». […]

τέχνη εναι μέσον δν εναι σκοπός. Παπαδιαμάντης δγοητεύτηκε πτμέσον, στε νλησμονήσει τσκοπὸ ἢ νκάνει σκοπτμέσον. «πειτα οδαμοσχεδν θερητε τι πεζήτησα βεβιασμένην θέσιν πλοκήν, πως γαλ­βανίσω τν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου». λογοτεχνικός ( altra cosa) κόσμος τς θήνας μπορενρω­τάει τί θὰ ἦταν Παπαδιαμάντης χωρς τδιηγήματα τλογοτεχνικὸ ἔργο. Δβλέπω νρωτάει τί θὰ ἦταν τδιηγή­ματα χωρς τν Παπαδιαμάντη. Ποιό θὰ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα (διηγηματογραφία) δίχως τν ατία του (Παπαδιαμάντης). Ατθὰ ἦταν, στόσο, κανονικσειρά. Γιατὶ ἔχομε στν λληνικγλσσα κασξένες καὶ ἄλλα λογοτεχνικὰ ἔργα, ασθητικ«ραα» πληρέστερα σκατεργασία, λλδν ε­ναι Παπαδιαμάντης. Λείπει προέχταση πο μς μεταφέρει κάθε λαό στὸ ἀνεξήγητο κενο καθεστς τν πατέρων στὸ ἐπίκεντρο τς πνευματικότητάς μας, στμεταφυσικρίζα τς ζως. Καγιντὸ ἔχει κανένας ατδφτάνει ποιαδήποτε ποιητικφλέβα ασθητικπληρότητα. Ατμοναχή της μπορενγεννάει ργα (γεννάει πολλά), δγεννάει τὰ ἔργα τς παράδοσης. πτν λλη μεριά, τνὰ ἀνή­κεις πλ καμόνο στν παράδοση, δίχως νὰ ἔχεις τχρειαζούμενη δεξιοσύνη στχέρια, πάλι δφτάνει νδώσει σὲ ὁποιοδήποτε ργο τν προέχταση ποὺ ἀναφέραμε. Παράδειγμα Μωραϊτίδης. Εχε τὸ ἕνα, δν εχε τὸ ἄλλο. Πρέπει νὰ ὑπάρ­χουν κατδυό (παράδοση καδεξιοσύνη) γινμεταφερό­μαστε στρίζα τς ζως. Κααττδυπρέπει νὰ ἔχουν γίνει να. Παράδειγμα Παπαδιαμάντης.

Κάτι, λοιπόν, παράξενο συμβαίνει δ. ταν ρχίσομε ντσυλλογιζόμαστε, σως φοβηθομε. σως φτάσομε κό­μα καὶ ὣς τφόβο τοΚυρίου. Τότε θεναι ρχσοφίας.

Τμήματα ἀπὸ τὸ κείμενο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης – πενήντα χρόνια  ἀπὸ τὸ θάνατό του». Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Μελέτες», τόμος Α΄, ἐκδ. Δόμος. Ἀρχικὴ δημοσίευση: περιοδικὸ Ταχυδρόμος, 1961. Το αντλούμε από την «Πειραϊκή Εκκλησία » τχ. 200, Ιανουάριος 2009.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Κωστή μου, ο γεννημένος και ήδη προορισμένος να σταυρωθεί και Αναστηθεί Χριστός, (αλίμονο μας εάν δεν…), ας είναι η υψηλή παρέα και ανάσα σου, σ’ αυτόν τον δρόμο το χρήσιμο, που διάλεξες, να ευσταθήσεις, αν ήδη δεν το έχεις κάνει. Κι έχεις ένα κάτιτις, που σε διακρίνει και σε καθορίζει στο ψηφιδωτό της Ζωντανής μας Ζωής – Παράδοσης. Έχεις “μάτι”, να διακρίνεις τα ουσιώδη, και όχι μόνον τα ουσιώδη, αλλά και τα πολύτιμα και εκλεκτά. Είσαι ο Τυμβωρύχος αρχαίων αναζωποιών Κλεών, των απαραίτητων για να συνεχίσει η Ζύμωση που συνεχώς μας απειλεί ότι θα παύσει. Να ‘σαι καλά, εργάτη εσύ της Νοήμονος Ζωής, που είθε κάποτε, όλοι μας να ευχηθούμε να μας αγκαλιάσει όλους μας!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here