Συνέντευξη: Χρήστος Μποκόρος 1821, η γιορτή

0
690

Είχα απορροφηθεί καθώς περιεργαζόμουν ένα τόσο δα εργάκι στον τοίχο αριστερά. Το φως λιγοστό σαν εκείνο που θα τρύπωνε από τον φεγγίτη σε κάποιο ξωκκλήσι ή σαν εκείνο που θα άφηνε η φλογίτσα από ένα ξεχασμένο καντήλι με είχε αναγκάσει να μισοκλείσω τα μάτια και να πλησιάσω περισσότερο από όσο επιτρέπεται ένα έργο τέχνης και μάλιστα εκτεθειμένο σε μουσείο. Ένιωθα πως το σκοτεινό περίγραμμα του Διονυσίου Σολωμού που είχα απέναντι μου έκρυβε περισσότερα από όσα έδειχνε. Το βλέμμα μου είχε την ανάγκη να τη σκάψει, να δει τι υπάρχει πίσω τoυ. Πρέπει να στεκόταν κάμποση ώρα πίσω μου ο Χρήστος Μποκόρος και να παρατηρούσε τη σκηνή όταν αποφάσισε να πάρει τον ρόλο του σκαπανέα και να μου πει όσα δεν φαίνονταν δια γυμνού οφθαλμού. «Τούτο το ξύλο ήταν από μια παλιά εικόνα σε κάποιο ξωκκλήσι πεταμένη, χαλασμένη. Ένα βράδυ είχα απελπιστεί. Ηθελα να φτιάξω τον Σολωμό αλλά δεν μου έβγαινε και δεν με έπιανε ύπνος. Σηκώθηκα. Βρήκα το ξύλο και με το δάχτυλο πήρα λίγο μαύρο από τη σκουριά και τα χρώματα που είχαν μεινει στην παλέτα. Προέκυψε αυτή η μορφή. Σοκαρίστηκα. Είχε βγει το έργο. Λέω: “Αυτό είναι Το Μνημείο των Αφανών”.»

Πιο κει, μεγαλύτερα, τα πορτρέτα του Διονυσίου Σολωμού και του Γεωργίου Καραϊσκάκη κρυμμένα στη σκιά τους. Το ένα φωτεινό-αγγελικό. Το άλλο σκοτεινό-δαιμονικό. Τον πρώτο τον ξεχωρίζεις από το χρυσοκέντητο χέρι, όπως στις θρησκευτικές εικόνες. Τον δεύτερο από το μουστάκι. «Τούτο το ξύλο που είναι ζωγραφισμένος ο Καραϊσκάκης το είχα βρει πριν τρία-τέσσερα χρόνια εκεί που ήταν το αρματολίκι του, στα Άγραφα, και μέχρι να το κρεμάσω να το δει ο ήλιος είχε πάνω του πράσινα μούσκλια. Τώρα αποχρωματίστηκαν. Ακούς καπετάνιο;» σχεδόν μονολογεί και χτυπάει χαϊδευτικά το πορτρέτο του Καραϊσκάκη, σα να χαιρετούσε έναν παλιόφιλο.

Τα μούσκλια στο κάτω μέρος του πίνακα δεν είναι και το μοναδικό απρόσμενο σε τούτη την έκθεση που πραγματοποιείται με αφορμή τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. Σε ένα άλλο έργο έχουν βρει τη θέση τους τα χτένια από έναν αργαλειό, έτοιμα να υφάνουν το φως και το σκοτάδι, κι αλλού με κηρομάστιχο ο Χρήστος Μποκόρος έχει κολλήσει ένα κομμάτι από το μπρούτζινο κρεβάτι της γιαγιάς του, της Τιτίνας. Είναι εκείνη που απεικονίζεται ως μαυροφορεμένη Δόξα στο δείπνο της γιορτής, στη δεύτερη, λουσμένη στο φως, αίθουσα. «Είναι χαροκαμένη. Δεν ειναι ηρωίδα θριάμβου», σχολιάζει ο ζωγράφος τη γυναίκα που στέκει με δάφνες στα χέρια ανάμεσα σε 28 τραπέζια με διαφορετικά τραπεζομάντηλα το καθένα. Ένα μάλιστα είναι στρωμένο με ένα ματωμένο μεσοφόρι. Και όλα είναι σπαρμένα με ζωγραφιστά ή αληθινά δαφνόφυλλα.

Καθώς βγαίνουμε προς τα έξω μοιράζομαι μαζί του την εντύπωση πως το τραπέζι θυμίζει περισσότερο νεκρόδειπνο, παρά γιορτή, για την οποία προϊδεάζει ο τίτλος της έκθεσης – “Χρήστος Μποκόρος. 1821, η γιορτή” – που διοργανώνεται από την Εταιρεία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού και το Μουσείο Μπενάκη, στο κεντρικό του κτίριο έως τις 10 Οκτωβρίου, σε επιμέλεια των Μάνου Δημητρακόπουλου και Κωνσταντίνου Παπαχρίστου και στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας 1821-2021 με την υποστήριξη του Ιδρύματος Μποδοσάκη. «Γιορτή το λέμε, αλλά 200 χρόνια μετά είναι μνήμη. Κι αν η μνήμη δεν είναι μνημείο τι σόι μνήμη θα είναι; Η ζωγραφική αυτό κάνει: ανάγει το μνήμα σε μνημείο. Η Δόξα είναι λίγο χαμένη, αλαλιασμένη. Σκέφτηκα να είναι η ίδια σαν τη μαύρη ράχη, διότι είναι η μόνη δόξα που μπορεί να τιμήσει αυτούς που έδωσαν το έχειν και το είναι τους στον αγώνα. Είναι μαυροφορεμένη διότι έχει χάσει κόσμο. Έχει πληρώσει αυτόν τον αγώνα. Τον τιμά με τα δαφνόφυλλα που ρένει την έρημη τράπεζα. Κι είναι όλοι καλεσμένοι, όσοι συνέβαλαν, η γειτονιά, ο τόπος…»

Αν είναι έτσι τότε για ποιο λόγο τα τραπέζια είναι άδεια;

«Διότι όσοι αγωνιστήκανε δεν είναι πια εδώ, είναι πεθαμένοι. Κι εμείς τιμούμε την απουσία τους», λέει κι εξηγεί την επίπονη ψυχικά διαδικασία που πέρασε μέχρι τα παλιά ξύλα και τα φορεμένα υφάσματα που χρησιμοποιεί αντί για καμβά, να γεμίσουν με τις εικόνες που συνθέτουν την έκθεση. «Εκεί στα μέσα του 2017 κάποιος μου είπε ότι θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση κι από τη στιγμή που το άκουσα μου κόλλησε η ιδέα ότι κάτι πρέπει να κάνω γι αυτό. Δεν ήξερα τι ακριβώς, αλλά ήρθε σιγά-σιγά. Νόμιζα ότι είχα μια καθαρή κι ολοκληρωμένη ιδέα, αλλά όταν ήρθα αντιμέτωπος με τη λευκή επιφάνεια ζορίστηκα. Αντιστέκεται το κενό και πρέπει να το γεμίσεις. Πρέπει κάτι να πεις. Να βρεις τι θα κάνεις. Το ζητούμενο είναι να μην τρομάξεις και πεις δεν κάνω τίποτα. Να κάνεις κάτι. Διότι για ποιο λόγο έχεις έρθει στη ζωή; Για να πεις: εδώ είμαι. Αυτό μπορώ. Αυτό κατέχω. Κι αυτό το λίγο που μπορώ και κατέχω είναι το πιο σπουδαίο και πρέπει να το τιμήσω.»

Μοιάζει σα να προσπαθείτε να δείξετε μια άλλη πλευρά της γιορτής.

«Πίσω από τη ζωγραφική υπάρχει πάντα μια άλλη πλευρά, διότι όταν ζωγαφίζουμε δεν αντιγράφουμε ποτέ την πραγματικοτητα. Η ζωγραφική παριστά κάτι αναπαράστατο. Κρύβει κάτι πιο μυστικό. Δεν είναι φωτογραφία. Η ζωγραφική που εκτίθεται θέτει ερωτήματα. Δεν δίνει απαντήσεις. Ο ζωγράφος τα ερωτήματά του διατυπώνει στην προσπάθεια του να πραγματώσει εν ζωή και εν ζωγραφική το γνώθι σ’ αυτόν επειδή πιστεύει ότι το γνώθι σ’ αυτόν δεν σημαίνει μόνο γνώθι τον εαυτό του. Διότι ο εαυτός του δεν υπάρχει από μόνος του αν δεν είναι ενταγμένος σε μια κοινωνία. Κανένας δεν σώζεται μόνος. Όπως έλεγε και ο Μακρυγιάννης “αν είσαι στραβός κι η πατρίδα σου είναι καλά σε τρέφει. Αν η πατρίδα σου είναι αχαμνή και δέκα μάτια να χεις πάλι στραβός θε να σαι.»

Τα ερωτήματα που θέτετε εσείς, συνοπτικά, ποια είναι;

«Σε τι ομονοούμε ως κοινότητα; Λέμε “εμείς”. Τι είναι το “εμείς” και ποιοι είναι οι “άλλοι”; Αυτό το “εμείς” πού εδράζεται; Έχουμε κάτι κοινό; Το πιο απλό είναι η σημαία. Την έχουμε; Την καίμε. Την καταστρέφουμε. Ακούμε συνθήματα του τύπου: “Στο διάολο η πατρίδα, στο διάολο η θρησκεία, η Ελλάδα να πεθάνει να ζήσουμε εμείς”. Υπάρχει ένα διαρκές ερώτημα ταυτότητας κι αλοίμονο αν δεν το έχουμε. Θα είμαστε έρμαιο των ανέμων και της ευρείας ενημέρωσης, που φτιάχνει ένα περιβάλλον το οποίο σε ωθεί να τρέχεις να μάθεις τί έγινε δεξιά κι αριστερά, κι ένα μόνο δεν μπορείς να κάνεις: να σκάψεις βαθιά διότι δεν μπορείς να μείνεις σε ένα μέρος. Υπάρχει ένα σύστημα ενημέρωσης, το οποίο με φρικάρει λίγο διότι προσπαθεί να με μάθει πράγματα που δεν τα έχω ανάγκη και θεωρούμαι ενημερωμένος όταν ξέρω αυτά που θέλουνε να μάθω. Νομίζω ότι θα πρέπει ο καθένας μας να ανακαλύψει τον εαυτό του κι όχι να εξομοιωθεί με τα πρότυπα που του επιβάλλονται. Κι η ταυτότητα είναι κάτι που έχει βάθος. Πώς θα γίνεις μεγάλο δένδρο χωρίς ρίζες; Δεν θα γίνεις. Είναι θέμα επιλογής. Τι θα διαλέξουμε; Να αναρριχηθούμε εφάμιλλοι των άλλων ή περήφανοι για ό,τι όντως είμαστε; Μόνο αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι οδηγός μέλλοντος. Τα άλλα είναι φούμαρα. Τα περί προόοδου και ανάπτυξης είναι ανοησίες.»

Το πρόβλημα του προσδιορισμού της ταυτότητας είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων;

«Κάποιοι το έχουν λυμένο. Εμείς όχι διότι είχαμε πολλές περιόδους ανατροπής. Οι βασικές αρχές της Επανάστασης δεν έχουν ως κέντρο την Ελλάδα, αλλά την Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη μας ένωνε, όχι η αρχαία Αθήνα. Τι κάνουμε, λοιπόν, χωρίς κέντρο; Με το τι υποκαθιστούμε; Με τις εισαγωγές και την κατανάλωση; Είναι ένα κέντρο που μπορεί να μας συνεπάρει, να μας ανακουφίσει, να μας διασκεδάσει αλλά δεν μας προσηλώνει. Τοποθετεί τον καθένα μας σε ένα χρυσό κλουβί.»

Έχουμε τραυματική σχέση με την Ιστορία;

«Η Ιστορία είμαστε εμείς. Χωρίς εμάς το παρελθόν δεν υπάρχει. Εννοείτε αν έχουμε ως έθνος τραυματική σχέση με την Ιστορία; Μα είμαστε έθνος; Κι αυτοί που καίνε τη σημαία; Θέλουν να είναι Έλληνες; Τι διδάσκουμε στα παιδιά; Τα μαθαίνουμε τι σημαίνει θυσία εαυτού; Τους διδάσκουμε ότι δεν υπάρχω μόνο εγώ, αυτάρκης με τα γκατζετάκια μου, το αυτοκίνητό μου, τις μπρίζες μου, αλλά ότι για να υπάρξω χρειάζομαι κι άλλους ανθρώπους; Και για να είμαι με αυτούς κάτι πρέπει να θυσιάσω; Τι προτίθεμαι να θυσιάσω; Ο πλησίον δεν είναι κάποιοι φοβεροί τύποι. Κάτι αντιπαθητικά ανθρωπάκια είναι. Πώς θα συμβιώσω μαζί τους; Τι θα τους επιτρέψω να μου κάνουν και τι δεν θα επιτρέψω;»

Πιστεύετε ότι έχουμε παρεξηγημένη εικόνα για την Επανάσταση;

«Όλα μια παρεξήγηση είναι στον κόσμο μας, διότι ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αυθεντικός ερμηνευτής των γεγονότων; Υπάρχει μία αλήθεια; Το θέμα είναι μέσα στην παρεξήγηση να βρούμε οδό και να πορευθούμε περήφανοι. Μας δίνουν λόγο αυτοί να είμαστε περήφανοι ή πρέπει να ντρεπόμαστε γι αυτούς και να θέλουμε κι εμείς να γίνουμε διεθνείς και Ευρωπαίοι; Έχουμε λόγο να αντλήσουμε κάτι από αυτούς;

Μπορείτε να φανταστείτε την εποχή; Τη φοβερή επιθυμία της ελευθερίας που τους έκανε να ξεπεράσουν και τον φόβο του θανάτου; Κι εκόντες ή άκοντες τους τιμούμε κάτι που μας δυσκολεύει λίγο διότι έχουμε χάσει πολλά από τα προσόντα τους, ενώ προσπαθούμε να τους κρίνουμε, να τους απομυθοποιήσουμε, να τους αποηρωποιήσουμε επειδή δεν μοιάζουν με μας. Θα προτιμούσαμε να είναι πιο κοντά μας, λιγότερο θαρραλέοι, λιγότερο απαιτητικοί, λιγότερο κατσαπλιάδες, λιγότερο φτωχοί και λιγότερο πλούσιοι, διότι ο πλούτος και η φτώχεια αλλού μετριούνται. Εγώ λέω, λοιπόν, ότι έχουμε λόγο να αντλήσουμε φως από το σκοτάδι. Κι αυτό προσπαθώ να κάνω.»

Μπορεί η ζωγραφική να έχει κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία;

«Αυτή η εποχή δεν ξέρει τι είναι τέχνη, δεν έχει κριτήρια. Τέχνη είναι, λέει, η έκφραση του καθενός. Για μένα είναι η συναντίληψη του κοινού και του κύριου σε μια κοινότητα.»

Θέτετε καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης την έλλειψη ενός σημείου σύγκλισης στην κοινότητα. Οι αγωνιστές της Επανάστασης πού “συναντήθηκαν”;

«Το κοινό τους είναι ότι αγωνίστηκαν και κατέθεσαν το έχειν και το είναι τους υπέρ ελευθερίας και πίστεως. Είναι το μοναδικό κοινό που αναγνωρίζω.»

Κρατήσαμε ζωντανό το όραμα τους;

«Το είχαμε χρέος; Το είχαμε βάλει προσταγή μας; Είμαστε χρεωκοπημένη χώρα; Είμαστε εξαρτημένοι; Άρα για ποια ελευθερία μιλάμε; Αυτή του να αγοράζουμε όποια προϊόντα θέλουμε από αυτά που μας εισάγουνε; Εθελοτυφλούμε; Αν μας βολεύει αυτό… Ο καθένας με τον πολιτισμό του και τις απαιτήσεις του θα πορευτεί. Η ελευθερία είναι μεγάλο βάρος. Θέλει αγώνα. Θέλει αίμα. Εμείς τι δίνουμε για την ελευθερία; Τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε; Γίνεται ελευθερία χωρίς να θυσιάσουμε τίποτα;»

Δεν αποτελεί κεκτημένο;

«Μια ελευθερία που μας έδωσαν άλλοι; Αν δεν φυσήξεις το κάρβουνο της Ιστορίας και της Παράδοσης δεν πρόκειται ούτε να πυρώσει, ούτε να σε φωτίσει, ούτε να σε ζεστάνει. Κι αν απομακρυνθείς θα παγώσεις στη μοναξιά και την υποτέλεια. Θα είσαι διαρκώς εξαρτημένος.»

Υπάρχει τρόπος να ομονοήσουμε;

«Είναι σα να λέμε ότι αναζητούμε το νόημα της ζωής. Το νόημα της ζωής το βρίσκουμε ζώντας. Δεν υπάρχει τρόπος να υποδειχθεί. Είμαστε εδώ για να επαναλάβουμε το ερώτημα. Είμαστε ευλογημένοι να ζήσουμε τη ζωή μας και να δυσκολευτούμε να βρούμε τον δρόμο μας. Αλλιώς θα μας τον είχανε έτοιμο άλλοι. Και γιατί να μας τον έχουν έτοιμο άλλοι; Γιατί να περπατήσουμε ξένους δρόμους; Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός στηρίζεται στην απάντηση του Ηρακλή στο ερώτημα αν θα ακολουθήσει την οδό της αρετής ή της κακίας. Διότι η απάντηση “η οδός της αρετής” είναι ουσιαστικά η επιλογή της μη οδού. Δεν υπάρχει. Είναι κατσάβραχα. Πρέπει να ανοίξεις μόνος σου το μονοπάτι. Αλλιώς ακολουθείς τη μεγάλη λεωφόρο, τη μόδα που θα αλλάξει του χρόνου.

Αυτούς που τιμάμε τώρα επέλεξαν να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη της υποτέλειας και πλήρωσαν το αναγκαίο τίμημα. Ποιο τίμημα είμαστε υποχρεμένοι να πληρώσουμε εμείς για να είμαστε όντως εμείς; Συνήθως τα θεωρούμε όλα αυτά δικαιώματα. Θεωρείς, δηλαδή, κάποιον κυρίαρχο που πρέπει να στο δώσει. Ποιος είναι αυτός; Και θα στο δώσει τζάμπα; Κι αν στο δώσει θα είναι δικό σου ή θα είναι δικό του και στο έδωσε και με ποιο αντάλλαγμα; Η ελευθερία είναι ένα δικαίωμα που θα στο δώσει κάποιος άλλος; Συζητάμε συνέχεια για τα δικαιώματά μας. Τι δώσαμε για να πάρουμε δικαιώματα;»

Διαχρονικά ο λόγος σας ακόμη κι όταν αφορά αμιγώς τη ζωγραφική έχει έντονο το πολιτικό στοιχείο. Έχετε σκεφτεί να εμπλακείτε με την ενεργό πολιτική;

«Δεν είναι ενεργός πολιτικά ο ρόλος κάποιου που κάνει εκθέσεις; Αν εννοείτε τους πολιτευτές, οι περισσότεροι από τους αυτούς εκτελούν εντολές και οδηγίες των επικυρίαρχων. Ποιος παίρνει αποφάσεις; Ποιος ελέγχει τι πρέπει να γίνει και τι όχι; Το αποφασίζουν οι βουλευτές στη Βουλή των Ελλήνων; Για ποια πολιτική μιλάμε; Για την πολιτική της υποτέλειας; Για την πολιτική διεκπαιρέωσης υπαγορευμένων λύσεων; Η Πολιτεία μας είναι χρεωκοπημένη και απολύτως εξαρτημένη και έχουμε συμβάλει όλοι σε αυτό το αποτέλεσμα μηδενός εξαιρουμένου.»

Συνέντευξη στη Μαίρη Αδαμοπούλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here