Μουσική παιδεία στην Ελλάδα

0
44

της Χαράς Τόμπρα – Λαγοπάτη,Καθηγήτρια του Ωδείου Αθηνών

Μια διαχρονική θεώρηση του αντικειμένου της μελέτης μου, οδηγεί απαραιτήτως στην αρχαιοελληνική πραγματικότητα, τότε που οι έννοιες παιδεία και μουσική ήταν περίπου ταυτόσημες ή, τουλάχιστον, η έννοια Μουσική* ήταν υπάλληλη της έννοιας Παιδεία. Από τις δύο αυτές πανάρχαιες λέξεις, η λέξη παιδεία εκ του παις – παιδός – έχει διατηρήσει έως σήμερα αναλλοίωτο το σημασιολογικό της περιεχόμενο, εσήμαινε δηλαδή και σημαίνει πάντοτε τη διαδικασία αλλά και το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης.

Εξ άλλου η λέξη Μουσική υπέστη σημασιολογική πτώχευση, εφ’ όσον το σημείο αναφοράς του όρου μουσική, με τη σύγχρονη έννοια, δηλωτικό της τέχνης των ήχων, καλύπτει μόνο ένα μέρος του ευρέος σημασιολογικού φάσματος που ο όρος Μουσική εκάλυπτε στην αρχαιότητα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Η λέξη παιδεία, δεν απαντά στον Όμηρο. Μαρτυρείται όμως στους λυρικούς Αλκμάνα, Θέογνι και Πίνδαρο. Σχετικώς σπάνια χρήση του όρου παρατηρείται στους τραγικούς, ενώ στους ιστορικούς Ηρόδοτο και Θουκυδίδη, εμφανίζεται κυρίως το ρήμα παιδεύω και το ουσιαστικό παίδευσις. Ευρεία χρήση της λέξης γίνεται στην Ξενοφώντος “Κύρου Παιδεία”. Σταχυολογώντας δε χωρία από κείμενα αρχαίων ρητόρων σταματώ στον Ισοκράτη: Προς Δημοσθένη (52-3), όπου πολύ παραστατικά δίνεται μια ζωντανή εικόνα της σωστής παιδείας: “Ώσπερ γαρ την μέλιτταν ορώμεν, εφ’ άπαντα μεν τα βλαστήματα καθιζάνουσαν, αφ’ εκάστου δε τα βέλτιστα λαμβάνουσαν, ούτω δει και τους παιδείας ορεγομένους μηδενός μεν απείρως έχειν, πανταχόθεν δε τα χρήσιμα συλλέγειν.” Στο απόσπασμα αυτό διακρίνομε την προτροπή του Ισοκράτη, προς τους “παιδείας ορεγομένους”, για μια επιλεκτική οικειοποίηση του γνωστικού αντικειμένου.

Ας δούμε τώρα τον όρο Μουσική, στο σημασιολογικό περιεχόμενό του και τη σημασιολογική λειτουργία του στην αρχαιότητα. Στον Πλάτωνα, Πολιτεία 376 e, “Τις ουν η παιδεία; ή χαλεπόν ευρείν βελτίω της από του πολλού χρόνου ηυρημένης; έστιν δέ που η μεν επί σώματι γυμναστική, η δ’ επί ψυχή μουσική”. Στο χωρίο αυτό έχουμε υπαγωγή του όρου μουσική στον όρο παιδεία, όπως του μέρους στο όλον. Θα ήταν δε ανεπίτρεπτο να αποδώσουμε τον όρο μουσική με τον όρο ποίηση ή τέχνη των ήχων δεν θα έβγαινε απλώς κανένα νόημα, διότι λόγω της προσωδίας η μουσική στην αρχαιότητα αποτελεί με την λέξη ένα κράμα, εμπεριέχεται σ’ αυτήν, είναι εγγενής στη γλώσσα. Τα ποιητικά κείμενα, αν όχι και ο πεζός λόγος, δεν απαγγέλλονταν απλώς, αλλά τραγουδιόντουσαν, σύμφωνα με τους κανόνες της προσωδίας, πράγμα που γίνεται φανερό σε δύο χωρία από διαλόγους του Πλάτωνος που παρατίθενται εδώ: “Οι επιχειρούντες τοις ρυθμοίς των στοιχείων πρώτον τας δυνάμεις διείλοντο, έπειτα των συλλαβών, και ούτως ήδη έρχονται επί τους ρυθμούς σκεψόμενοι, πρότερον δ’ ού;” ( Κρατύλος, 424 c). “Εί τις περιέλοιτο της ποιήσεως πάσης, τό τε μέλος και τον ρυθμόν και το μέτρον, άλλο τι ή λόγοι γίγνονται το λειπόμενον;” (Γοργίας, 502 c).

Με αυτά λοιπόν γίνεται φανερό ότι από ρυθμικής και μελωδικής πλευράς, η αρχαία ελληνική γλώσσα, ο πνευματικότατος αυτός φορέας σημασίας, ήταν πλήρης και από μουσική ουσία, και επομένως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μία αμιγή τέχνη των ήχων, αλλά στο γενικότερο πνευματικό και αισθητικό φαινόμενο, που είναι μία εκ των προτέρων σύνθεση των δύο βασικών εκφάνσεων της ανθρώπινης επικοινωνίας, της γλώσσας και της μουσικής. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη μορφή, που απευθύνεται στον καθόλου άνθρωπο, τον διανοητικό και αισθητικό, η οποία πραγματώνει με τους δύο αυτούς παράγοντες μιαν αδιάσπαστη ενότητα. Μέσα από την ενότητα αυτή, του λόγου με τη μουσική, προέκυψε στην Ιστορία ένα δημιούργημα ανάλογο της αρχαιοελληνικής πνευματικής στάσης: η αρχαία ελληνική γλώσσα. Διότι στην αρχαιότητα το πνευματικό, το ουσιώδες, βυθίζεται έως την αισθητότητα και γίνεται μ’ αυτήν ταυτόσημο. Έτσι η αρχαία ελληνική γλώσσα ή η Μουσική ήταν το όχημα της παιδείας, μιας παιδείας που, στοχεύοντας στην διάπλαση του σώματος και παράλληλα στην διάπλαση της ψυχής και του πνεύματος, αποτελούσε πολιτισμικό έρεισμα.

Ο πλουσιότατος σε σημασιολογικό φορτίο αρχαίος όρος Μουσική, που πήρε αργότερα την έννοια “μουσική”, τέχνη δηλαδή των ήχων, μορφολογικά είναι επίθετο που αναφέρεται στις Μούσες περίπου στη δραστηριότητα ή την ικανότητα των Μουσών. Ως γνωστόν, πρόκειται για τις θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης, που κατοικούσαν στο όρος Ελικών και προστάτευαν τις τέχνες και τις επιστήμες. Έτσι, στους αρχαίους, το σημαίνον Μουσική προδίδει και ετυμολογικά την θεϊκή προέλευση του σημαινομένου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιμετώπιση στην αρχαιότητα των δύο σχετικών με την πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα φαινομένων, δηλαδή της ποίησης και της μουσικής. Στην αντιδιαστολή μουσική – ποίηση, με τον όρο μουσική έχουμε αναφορά στη θεϊκή προεμπειρική καταγωγή, ενώ η ποίηση είναι το αποτέλεσμα ανθρώπινης ενέργειας που υπάγεται στην εμπειρία, είναι φαινόμενο εμπειρικό και εκφράζεται με το ρήμα ποιώ. Πρώτη μαρτυρία της λέξης μουσική έχομε στον Πίνδαρο, 1ος Ολυμπιόνικος “… αγλαϊζεται δε και μουσικάς εν αώτω”.

Δύο σχολές υπήρχαν στην αρχαιότητα για την αντίληψη και την κατανόηση της μουσικής: η Πυθαγορική και η Αριστοξενική. Σύμφωνα με τους Πυθαγορείους η αντίληψη και η κρίση γίνεται από το πνεύμα, τη διάνοια, και όχι από την αίσθηση της ακοής. Κατά τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο: “ακοή κρίνομεν τα των διαστημάτων μεγέθη, διανοία θεωρούμεν τας των φθόγγων δυνάμεις” (Αρμονικά στοιχεία, ΙΙ 33, Meibom).

Στην αρχαιότητα λοιπόν κάθε πνευματική και ψυχική καλλιέργεια είχε θεϊκή προέλευση και ονομαζόταν Μουσική. Ο Πλάτων (Πολιτεία, 424 c), κρούει τον κώδωνα του κινδύνου μπροστά στο ενδεχόμενο μεταβολής της Μουσικής: “Είδος γαρ καινόν μουσικής μεταβάλλειν ευλαβητέον ως έν όλω κινδυνεύοντα ουδαμού γαρ κινούνται μουσικής τρόποι άνευ πολιτικών νόμων των μεγίστων, ως φησί τε Δάμων και εγώ πείθομαι”.

Ο ηθοπλαστικός χαρακτήρας της μουσικής υπογραμμίζεται στην αρχαιότητα από την θεωρία του ήθους, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην δια της Μουσικής εκπαίδευση των νέων στην αρχαία Ελλάδα. Ήθος στη μουσική σήμαινε τον ηθικό χαρακτήρα, που μπορεί να εμπνεύσει στην ψυχή η Μουσική. Ο Πλάτων, για να αναφερθεί μία επί πλέον από τις αναρίθμητες φιλοσοφικές εκφράσεις του πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, αναφέρει στην Πολιτεία (401 e) διά στόματος Σωκράτη: “‘Αρ’ ουν, ην δ’ εγώ, ω Γλαύκων, τουτων ένεκα κυριωτάτη εν μουσική τροφή, ότι μάλιστα καταδύεται εις το εντός της ψυχής ό τε ρυθμός και αρμονία και ερρωμενέστατα άπτεται αυτής φέροντα την ευσχημοσύνην, και ποιεί ευσχήμονα εάν τις ορθώς τραφή, ει δε μή, τουναντίον;”

“Όταν δε ο εκ Μεγαλοπόλεως Πολύβιος διατυπώνει τον 20 π. Χ. αι. την άποψη ότι: “Μουσικήν δε, την γ’ αληθώς μουσικήν, πάσιν ανθρώποις όφελος ποιείν, Αρκάσιν δε και αναγκαίον” υπονοείται σαφώς μία παιδευτική λειτουργία, η οποία, μέσω της μουσικής θα πραϋνει και θα εξημερώσει τα ενδεχομένως τραχέα, λόγω του ορεινού περιβάλλοντος και της άγριας δασικής φύσης, ήθη των αρχαίων Αρκάδων.

Η αρχαία ελληνική γλώσσα, όμως, ως όργανο ανθρώπινης επικοινωνίας, υπέκειτο στους νόμους της γλωσσικής μεταβολής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό σήμαινε μια προϊούσα υπερτροφία του μουσικού στοιχείου εις βάρος του γλωσσικού, το οποίο έχασε βαθμιαία την αυστηρή ρυθμική του συγκρότηση, την καθορισμένη από την προσωδία. Ο Πλάτων, που πίστευε στη σταθερή συνθετικότητα του λεκτικού σώματος και τη συνδεδεμένη με αυτή βασική πνευματική στάση, καταπολέμησε τις νέες τάσεις τις οποίες περιφρονούσε. (Έτσι κατανοούμε καλύτερα την θεωρία του για τη Μουσική, την οποία θεωρούσε ως κατ’ εξοχήν δύναμη καθοριστική του ήθους). Διότι ήδη στην εποχή του συνέβη ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η αντικειμενική διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων. Εν σχέσει με την αντικειμενική διάρκεια, όλες οι συλλαβές έγιναν αδιάφορες και αρθρώνονταν σαν να ήταν όλες βραχείες. Η διάρκειά τους ήταν τώρα εξάρτηση της εκάστοτε ομιλίας του υποκειμένου. Η εκφραστική ανάγκη διαφοροποίησης ήταν που δημιούργησε τον τονισμό. Η αρχαία Μουσική είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Στη θέση της πρόβαλλε μια καινούργια γλώσσα και η συνδεδεμένη με αυτήν καινούργια κοινωνική πραγματικότητα. Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται ότι ο όρος Μουσική της αρχαιότητας δεν μπορεί να αποδοθεί με τον σημερινό όρο μουσική: μουσική με την σημερινή σημασία είναι μόνο ένα τμήμα της αρχαίας Μουσικής. Δεν έπαψε βέβαια πάντοτε, ακόμη και ως μουσική, τέχνη των ήχων, να έχει τον σημαντικό της ρόλο, θετικό ή αρνητικό, στην παιδευτική διαδικασία.

Στο Βυζάντιο, που είναι ο ιστορικός συνδετικός κρίκος μεταξύ αρχαιότητας και σύγχρονης Ελλάδας, η μουσική αποτελούσε μέρος του διδακτικού προγράμματος της θύραθεν παιδείας. Ως μάθημα ανήκε στην μαθηματική τετρακτύν, της οποίας τα υπόλοιπα τρία μαθήματα ήταν η Αριθμητική, η Γεωμετρία και η Αστρονομία. Η εγκύκλιος παίδευσις των Βυζαντινών περιελάμβανε και τη θεωρητική τριάδα των μαθημάτων: τη Γραμματική, τη Διαλεκτική και τη Ρητορική. Η συνολική εκπαίδευση ήταν προσαρμοσμένη στις επιταγές και απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής και επηρεασμένη από την αρχαία παράδοση. Εξ άλλου, η σύνδεση της μουσικής με τα μαθηματικά, μας παραπέμπει στις μεταξύ των ήχων προκαθορισμένες από την φύση αριθμητικές σχέσεις, τις γνωστές από τα πειράματα του Πυθαγόρα με το μονόχορδο.

Αναφορά της μουσικής παιδείας στη νεώτερη Ελλάδα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς παράλληλη δειγματοληπτική αναφορά στο Ωδείο Αθηνών, το αρχαιότερο μουσικό ίδρυμα της χώρας, που από το 1871, χρονολογία ιδρύσεώς του από το Μουσικό και Δραματικό Σύλλογο Αθηνών, χάραξε αποφασιστικά τον δρόμο της μουσικής εξωσχολικής παιδείας. Οι σκοποί του Συλλόγου, όπως διαγράφονται καθαρά στην ιδρυτική πράξη είναι: Η διδασκαλία της μουσικής και δραματικής τέχνης και η ανάπτυξη της μουσικής σε διεθνές επίπεδο. Άξιο προσοχής είναι ότι το πρώτο διδακτικό πρόγραμμα του Ωδείου δεν περιλαμβάνει σχολή κλειδοκυμβάλου (πιάνου), ενώ τα υπόλοιπα μουσικά όργανα περιορίζονται σε βιολί και φλάουτο, δηλ. αρχαίο τετράχορδο και αρχαίος αυλός, σαν να εκπροσωπούσαν τα δύο αυτά όργανα τις βάσεις της αρχαίας μουσικής την απολλώνεια, κυριαρχούμενη από το λόγο και τη συνοδευτική του λόγου λύρα, και τη διονυσιακή, εκφραζομένη από τον οργιαστικό αυλό.

Το Ωδείο Αθηνών φυτοζωούσε επί είκοσι χρόνια, έως ότου το 1891 διορίστηκε στην θέση του διευθυντή ο γερμανικής παιδείας και γερμανικού πολιτιστικού προσανατολισμού δραστήριος Γεώργιος Νάζος, ο οποίος κατέστρωσε αμέσως ένα καινούργιο πρόγραμμα διδακτέας ύλης, με εισαγωγή καινούργιων οργάνων στη διδασκαλία. Το εμπλουτισμένο πρόγραμμα περιελάμβανε τάξεις μονωδίας, χορωδίας, πιάνου, το κουαρτέττο των εγχόρδων, ξύλινα και χάλκινα πνευστά, θεωρία της μουσικής και, φυσικά, σχολή δραματικής τέχνης. Είναι φανερό ότι με την εισαγωγή προγράμματος διδασκαλίας των νέων αυτών οργάνων, άνοιξε ο δρόμος σε μια διαδικασία εξευρωπαϊσμού της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα, διαδικασία της οποίας τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, βιώνουμε έως σήμερα.

Στα μέσα περίπου της δεκαετίας 1910 – 1920, που είναι εποχή ακμής για το Ωδείο Αθηνών, εορτάζεται στην Αθήνα η εικοσιπενταετηρίς του Νάζου στο Ωδείο. Ο εορτασμός δίνει την ευκαιρία ενός απολογισμού του έργου του και ο τύπος αναφέρεται διεξοδικά στο πρόσωπό του και την αναδιοργάνωση του Ωδείου, που επιτελέσθηκε στις ημέρες του. Δίπλα στο άρθρο με τις διθυραμβικές κρίσεις, που δημοσιεύθηκε στην “Εφημερίδα” και υπογράφεται από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, υπάρχει όμως και μία ευρέως διαδεδομένη αρνητική άποψη που θέλει τον Νάζο, ως υπέρμαχο της ευρωπαϊκής μουσικής παιδείας, πολέμιο της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Εν τούτοις, στο ενεργητικό του καταγράφονται ήδη δύο κινήσεις, παραδειγματικής αξίας, υπέρ της ελληνικής μουσικής. Η πρώτη είναι ότι, κατόπιν συνεννοήσεώς του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ίδρυσε το 1904 στο Ωδείο την πρώτη στην Ελλάδα Σχολή Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, επί κεφαλής της οποίας τοποθετήθηκε ο σοφός Κωνσταντινουπολίτης Κωνσταντίνος Ψάχος. Η δεύτερη κίνηση του Νάζου ήταν η προσπάθεια περισυλλογής δημοτικών τραγουδιών. Το 1910 και το 1911 ταξίδεψε με τον Κωνσταντίνο Ψάχο στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, όπου, αφού προηγουμένως τα διάφορα δημοτικά τραγούδια τραγουδήθηκαν με τρόπο αυθεντικό από ντόπιους τραγουδιστές, περάστηκαν σε φωνογραφικό κύλινδρο και κατόπιν κατεγράφησαν πιστά από τον Κωνσταντίνο Ψάχο σε βυζαντινή παρασημαντική, η οποία εξασφάλιζε την ορθή απόδοση διαστημάτων διαφορετικών από τα διαστήματα της συγκερασμένης δυτικοευρωπαϊκής κλίμακας. Τα τραγούδια αυτά εμπεριέχονται στο βιβλίο “50 δημώδη άσματα Πελοποννήσου και Κρήτης.” Συλλογή Ωδείου Αθηνών. Σύλλογος Ωφελίμων Βιβλίων. Αθήναι, 1930.

Εν τούτοις δεν έπαψε να υφίσταται η εναντίον του καχυποψία, και όταν κάποτε κάνοντας εκδρομή στα Μετέωρα έφθασε στο απώτατο μοναστήρι, όπου τον υποδέχθηκε ένας μοναχός, τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο καλόγερος, οδηγώντας τον στην εκκλησία, τον ρώτησε το όνομά του. Στο άκουσμα του ονόματος Νάζος, ο καλόγερος έμεινε εμβρόντητος και κοιτάζοντάς τον άγρια του είπε: “Τι; ο Νάζος του Ωδείου Αθηνών; Ώστε εσύ είσαι που κατέστρεψες τη μουσική στην Ελλάδα!” Η φήμη του ως καταστροφέα της ελληνικής μουσικής είχε φθάσει ως το απομακρυσμένο εκείνο μοναστήρι! Εδώ θα ήθελα να προσθέσω, ότι εκκρεμεί ακόμη η ετυμηγορία για τον ρόλο του Γεωργίου Νάζου στην διαμόρφωση του προσώπου της νέας ελληνικής μουσικής. Διάφορες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση δεν έχουν καταλήξει σε ένα πειστικό έως τώρα αποτέλεσμα. Ας περιμένουμε…

Σήμερα η ιδρυματική εξωσχολική μουσική παιδεία στην Ελλάδα παρουσιάζει την εξής εικόνα: Υπάρχουν ανά την επικράτεια περί τα 500 ιδιωτικά και δημοτικά Ωδεία και Μουσικές Σχολές. Κρατικό είναι μόνο το Ωδείο Θεσσαλονίκης, ενώ το Ωδείο Αθηνών είναι απλώς επιχορηγούμενο από το κράτος. Τα τελευταία χρόνια έχομε και ίδρυση πανεπιστημιακών τμημάτων μουσικής, ενταγμένων στις Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων. Το Μουσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών ιδρύθηκε το 1991, ακολουθώντας το πρότυπο του Μουσικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στα τμήματα αυτά γίνεται κυρίως θεωρητική προσέγγιση του αντικειμένου, ενώ στο Μουσικό Τμήμα του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Μουσικό Τμήμα του προσφάτως ιδρυθέντος Πανεπιστημίου της Μακεδονίας, παράλληλα με τις θεωρητικές σπουδές, υπάρχουν, κατά το πρότυπο των αντίστοιχων πανεπιστημιακών Μουσικών Τμημάτων του εξωτερικού, και σπουδές προχωρημένου επιπέδου πρακτικής οργανικής εκτέλεσης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ, για λόγους αντικειμενικής αντιμετώπισης του θέματος της ηθοπλαστικής δυνάμεως της μουσικής, στην άποψη του Thomas Mann, όπως αυτή καταγράφεται στο μυθιστόρημά του Dr. Faustus. Στο μυθιστόρημα αυτό η μουσική τέχνη παίζει τον παραδειγματικό ρόλο του συμβόλου της γενικής κρίσης των αξιών κατά τον 206 αι. Διά στόματος του αφηγητή Serenus Zeitblom, ο Th. Mann προβαίνει στις ακόλουθες διατυπώσεις: “…. η πιο μύχια ίσως, αλλά εξαίσια άναρθρη γλώσσα, δεν θάπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στην παιδαγωγική – ανθρωπιστική σφαίρα, παρ’ όλη την σημαντική της θέση στην αρχαιοελληνική εκπαίδευση και γενικά στη δημόσια ζωή της αρχαίας πόλης. Θεωρώ ότι ανήκει σ’ έναν κόσμο πνευματικό μεν, για το αλάθητο όμως του οποίου δεν θάβαζα το χέρι στη φωτιά σε θέματα λογικής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας”. Ίσως δεν έχει άδικο ο Thomas Mann, αλλά νομίζω ότι η περίπτωση της αρχαίας Μουσικής και ο συμβολισμός της πτώσης των αξιών, που ο ίδιος αναθέτει στην μουσική των χριστιανικών αιώνων, είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετα πολιτιστικά φαινόμενα.

Η προσωπική μου άποψη για το θέμα αυτό, είναι ότι στην αρχαία Αθήνα, η μουσική παιδεία, συνδεδεμένη, εξαρτημένη και “τιθασσευμένη” από το λόγο, λειτουργούσε κατά τελείως διαφορετικόν τρόπο απ’ αυτόν της σύγχρονης ιδρυματικής μουσικής παιδείας. Επρόκειτο για μια “φυσική” επαφή του νέου ανθρώπου με αυτήν, μέσα από τη γλώσσα, η οποία εμπεριείχε την μουσική. Όσο για την “ψιλή” λεγομένη, χωρίς το λόγο, οργανική μουσική, την αυλητική ή την κιθαριστική τέχνη, αυτή λειτουργούσε γενικώς σε πλαίσια λατρευτικά και δεν άφηνε ίσως περιθώρια για εγωισμό και οίηση. Διότι στη σημερινή “κοσμική” μουσική πραγματικότητα εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε στην οίηση από μόνες τις πληροφορίες που παίρνομε από τα αισθητήρια όργανα και να γίνουμε “οιηματίες” μουσικοί κατά μία έκφραση του Παπαδιαμάντη. Την αγνότητα και τη φυσικότητα όμως της μουσικής θα την βρούμε μόνο μέσα στα δημοτικά τραγούδια και τους χορούς, των οποίων τους βηματισμούς ανιχνεύουμε σε κάποια αρχαία ανάγλυφα.

Πάντως η γνώμη μου για την αξία της σημερινής μουσικής παιδείας είναι απολύτως θετική. Μέσα από αυτήν μαθαίνει κατ’ αρχήν ο νέος σπουδαστής οργάνου, 1ον. Την αυστηρή πειθαρχία στις οδηγίες που του δίνει το μουσικό κείμενο. 2ον. Συνακόλουθα ασκείται στην αρετή της υπομονής και της επιμονής. 3ον. Έρχεται σε επαφή εκτελεστική ή ακουστική με μεγάλα έργα τέχνης (δημιουργήματα μεγάλων συνθετών), τα οποία τον βοηθούν ίσως στην μύησή του στο νόημα ενός καλλίτερου κόσμου.

Τελειώνοντας θα ήθελα να παραθέσω κάποιες σκέψεις του Θρασύβουλου Γεωργιάδη, ενός από τους μεγάλους σοφούς του 20ου αι., επί της διαχρονικής παιδευτικής αξίας της μουσικής και της αρχαίας θεωρίας περί ήθους:

“Η μουσική πράξη ταυτίζεται με τον χρόνο. Ο χρόνος είναι αυτός που με υποχρεώνει να κινούμαι προς τα εμπρός, επάνω στο τεντωμένο του σχοινί, πάντοτε κοντά στον επόμενο σταθμό μου, στο μελλοντικό τώρα, και να προσπαθώ να ισορροπήσω, σαν ένας ακροβάτης. ‘Έτσι όμως βρίσκομαι στην περιοχή του πρακτικού, της απόφασης, του ηθικού στοιχείου, της υπευθυνότητας. Αποφασίζω αδιάκοπα για το επόμενο τώρα, δίνοντάς του μορφή. Ο κόσμος των ήχων αποδεικνύεται ως η δομή οφείλω – πράττω. Πρόκειται για την περιοχή της ενέργειας, ενδεικτικής του ανθρώπου. Γι αυτό το λόγο οι Έλληνες μιλούσαν για το ήθος της μουσικής, που προσδιορίζει το ανθρώπινο ήθος, δηλαδή για την καθ’ ημάς μουσική παιδεία. Κάτι τέτοιο ισχύει διαχρονικά. Και μόνο επειδή ήταν μουσικός ο Beelhoven μπόρεσε να υλοποιήσει ως έργο την πνευματική του στάση, που ονομάζεται αλλοιώς και ηθικό στοιχείο. Διότι το αίτημα αυτό έκλεινε μέσα της η μουσική επί χιλιάδες χρόνια και, κάπως έτσι, αυτή την πραγμάτωση περίμενε…”

* Η γραφή με κεφαλαίο αρχικό της λέξης παραπέμπει στη συνθετικότητα του φαινομένου στην αρχαιότητα.

Επιλογή βιβλιογραφίας

Geοrgiades, ΤhrasγbυIοs: Der griechische Rhythmus, Η. Schneider Verlag, Tutzing, 1977 (Β’Εκδοση)

Geοrgiades, ΤhrasγbυIοs: Musikund Rhythmus bei den Griechen. Zum Ursprung der abendlaendischen Musik, Rowohlts Oeulsche Enzyklopaedie 61, Hamburg, 1958.

Geοrgiades, ΤhrasγbυIοs: Nennen und Erklingen, Sammlung Vandenhoeck, Goettingen, 1985

Δροσίνης Γ, (επιμέλεια): Ο Γεώργιος Νάζος και το Ωδείον Αθηνών, Αθήναι 1938

Καλογερόπουλος, Άγγελος: Ο θρους του δέρατος, Η μουσική στον Παπαδιαμάντη, Εκδόσεις Αρμός

Mann, Thomas: Ooktor Faustus, Fischer Taschenbuch Verlag, Frankfurt α/Μ, 1967

Μαρκαντώνης, Ιωάννης: Παραδόσεις Ιστορίας της Παιδείας, Αθήναι 1977

Μιχαηλίδης Ιωάννης: Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής, Αθήνα 1982

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here