Μικρό σχόλιο στην ‘’Νοσταλγία του Απόλυτου’’ του George Steiner

6
827

Το φθινόπωρο του 1976 ο George Steiner έδωσε 5 ραδιοφωνικές διαλέξεις, οι οποίες και εκδόθηκαν αργότερα σε βιβλίο υπό τον γενικό τίτλο ‘Νοσταλγία του Απολύτου’.

Εντελώς περιληπτικά η θέση του Steiner είναι η εξής: στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες η σταδιακή αποδυνάμωση του κυρίαρχου θρησκευτικού φαινομένου (βλ Χριστιανισμός) και η αντίστοιχη  εκκοσμίκευση της ζωής, ως αποτέλεσμα της ορθολογικής και επιστημονικής αμφισβήτησης της παραδοσιακής κοσμοεικόνας, δημιούργησε ένα πολύ σημαντικό κενό ως προς την νοηματοδότηση της ύπαρξης. Δημιουργήθηκε τότε η ανάγκη κάλυψης αυτού του κενού. Η δυτική ανθρωπότητα ανταποκρίθηκε σε αυτό το υπαρξιακό αίτημα νοηματοδότησης του κόσμου με δύο βασικά ανορθολογικά σχήματα. Το πρώτο από αυτά τα σχήματα αν και ιδωμένο από τη σκοπιά της επιστήμης και ειδικά των ανθρωπιστικών επιστημών βασίζεται κατά τον Steiner σε ένα σύνολο συγκεκαλυμμένων μεταφυσικών παραδοχών και ανορθολογικών επιχειρημάτων με σωτηριολογικό περιεχόμενο και μυθολογική στήριξη.  Κορυφαία παραδείγματα του σχήματος αυτού είναι ο Μαρξισμός, ο Φροϋδισμός και η θεωρία του Κλοντ Λεβί Στρος. Στο δεύτερο εντάσσονται κάθε είδους σχετικά συντεταγμένοι ανορθολογισμοί, από την αστρολογία και την πίστη στους εξωγήινους, έως τις ανατολικές θρησκευτικές δοξασίες και τους κάθε είδους μάγους και πνευματιστές.

Πίσω όμως από όλες αυτές τις τοποθετήσεις υποβόσκει η αναμέτρηση με μια κολοσσιαία διερώτηση: είναι δυνατή μια ζωή μεστή νοήματος και αλήθειας, χωρίς την υποταγή της ανθρωπότητας σε μια απόλυτη αρχή; Ο συγκεκριμένος στοχαστής εγκλωβισμένος στην διελκυστίνδα της δυτικής μεταφυσικής δεν έχει παρά μόνο δύο επιλογές. Είτε να αποδεχτεί την ύπαρξη του απολύτου ως αρχή προσδιορισμού της πραγματικότητας και της ζωής, πράγμα που θα τον έκανε απλά να οικειοποιηθεί τις συντεταγμένες της θεολογικής αντίληψης του κόσμου του μεσαίωνα,  είτε να απορρίψει την ύπαρξη του Απολύτου, στηριζόμενος σε ένα είδος συλλογικής απώθησης του τελευταίου στο συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο ορίζει ίσως ως  θεσμισμένη ΄΄νεύρωση΄΄  την κεντρική αναπαράσταση του κόσμου μας. Η θέση της επιστήμης και της θετικής αποδεικτικής μεθόδου επανεισάγουν το Απόλυτο, μεταμφιεσμένο και ίσως πιο επιθετικό από ποτέ, στην καθημερινότητά μας. Ας σκεφτούμε πόσο ισχυρή και συνηθισμένη για την υποστήριξη επιχειρημάτων  σε οποιοδήποτε θέμα είναι η επίκληση λέξεων η φράσεων όπως έρευνα, επιστήμη, στατιστική, μαθηματική απόδειξη κλπ.

Ο Steiner αν και κάνει ένα βήμα προς την αποκάλυψη  του επιστημονικού προσωπείου του Απολύτου, αυτοπεριορίζει την κριτική του σκέψη στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, αφήνοντας ανέγγιχτες, σε ένα καλά οριοθετημένο πεδίο που περιβάλλεται από ιερότητα, τις λεγόμενες θετικές επιστήμες. Τόσο το πεδίο που αναγνωρίζει ο συγγραφέας ως θεολογικό ή ως μεταθεολογικό, όσο και το πεδίο της άρνησης του Απολύτου (που όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε κάθε άλλο παρά επέκεινα του Απολύτου είναι),  το εκλαμβάνουν ως μια ανώτατη και απρόσιτη (ή έστω προσιτή υπό αυστηρές προϋποθέσεις) αρχή πραγματικότητας που επιβάλλει τους όρους της σε κατώτερες μορφές στερώντας τους την ελευθερία. Θα μπορούσαμε  μάλιστα να υποθέσουμε πως η κατανόηση αυτή ανάλογα με τις υπαρξιακές μας προτεραιότητες καθορίζουν και τη στάση μας έναντι της ρητής αποδοχής ή όχι του Απολύτου. Δηλαδή, όπου προέχει η διασφάλιση της ζωής επιλέγεται η αποδοχή του απολύτου, ενώ όταν προέχει η ελευθερία προκρίνεται η απόρριψή του. Εδώ ας μας επιτραπεί η ανάδειξη μιας διαφορετικής κατανόησης του Απολύτου, που ούτε στερεί την ελευθερία σε όσους το αποδέχονται μα και ούτε τους υποχρεώνει να το αρνούνται ενοχικά υποκύπτοντας όμως ανεπίγνωστα στις επιταγές του. Σε αυτή τη λογική αποδεχόμαστε το απόλυτο ως μια ιδρυτική και εγγυήτρια δύναμη σε έναν ατελεύτητο διάλογο με το μη απόλυτο, τονίζοντας την αξία του διακυβεύματος της σχέσης ως ελευθερίας.

πηγή: Aντίφωνο

6 Σχόλια

  1. H αποδοχή του Απόλυτου δεν προϋποθέτει ελευθερία;
    Τον Χριστό ή τον αποδέχεται κανείς ή όχι. Ο Λόγος είναι απόλυτος. Όμως δεν επιβάλλεται στον άνθρωπο, “όστις θέλει οπίσω μου ελθείν” Επίσης λέει “ἐάν τὶς μου ἀκούση τῶν ρημάτων καὶ μὴ πιστεύση, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν οὐ γαρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμο, ἀλλ’ ἵνα σὼσω τον ΄κόσμον. ὁ ἀθετῶν ἐμέ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τον κρίνοντα αὐτόν ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἐν τῆ ἐσχάτη ἡμέρα».(κατ. Ιωανν.12,47-48)
    Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει να αποδεχθεί ή όχι, δεσμεύεται όμως από τις συνέπειες της επιλογής του.
    Μια διαφορετική κατανόηση του Απόλυτου που δεν στερεί την ελευθερία αλλά μάλλον οδηγεί στην ελευθερία, χρειαζόμαστε. Όταν ο Χριστός μας προτρέπει να αγαπούμε όχι μόνον αυτούς που μας αγαπούν, αλλά και τους εχθρούς μας, αυτό δεν απαιτεί από μέρους μας για να πραγματωθεί, ελευθερία;

  2. Γιά το πού έγκειται η ελευθερία του ανθρώπου ως προς τον Θεό, έγραψα ένα σύντομο σχόλιο στο Χριστουγεννιάτικο άρθρο του Χρήστου Γιανναρά. Το αντιγράφω εδώ αυτούσιο:
    [Σημείωση: Με την άποψη ότι η ελευθερία του ανθρώπου έγκειται στην αποδοχή ή την άρνηση του Θεού ο Χρήστος Γιανναράς προσπάθησε να αναιρέσει τις λανθασμένες απόψεις του π. Φλωρόφσκυ, (βλ. “Το αίνιγμα του κακού”, κεφάλαιο 12) αλλά όχι με τρόπο πειστικό. Ο Θεός δεν έδωσε στον άνθρωπο την δυνατότητα να τον αρνηθεί, γιατί θα ήταν δυνατότητα αυτοεξαφάνισης, άρνησης της ίδιας της φύσης και της ύπαρξης του ανθρώπου. Θα ήταν μία ύπουλη παγίδα, μία τέτοια ελευθερία. Ο άνθρωπος έχει λάβει άπειρες δυνατότητες πρακτικής εκδήλωσης και δράσης, δηλαδή εκδήλωσης της ελευθερίας του, όχι όμως την δυνατότητα άρνησης του Θεού στην πράξη. (Η άρνηση του Θεού μόνο στα λόγια είναι μικρό πρόβλημα, όπως περίπου και η αποδοχή του Θεού από τον φόβο της τιμωρίας ή την ελπίδα της ανταμοιβής)].

    Συμπληρώνω ότι ελεύθερη επιλογή, σύμφωνα με τον κοινό νου κάθε υγιούς απλού ανθρώπου, είναι η χωρίς συνέπειες ύπαρξη ισοδύναμων επιτρεπτών εναλλακτικών. Μπορώ να πάρω τον δεξί, ή τον ίσιο ή τον αριστερό δρόμο, χωρίς να με πιάσει η τροχαία. Όταν ο Χριστός υποδεικνύνει τί δεν πρέπει να κάνουμε, προειδοποιεί για την επιλογή της αυτοκαταστροφής πορείας με βλαπτικές επίσης συνέπειες στην ζωή των άλλων. Επομένως, δεν μας δίνει αυτή την ελευθερία, αφού οι τιμωρητικές συνέπειες είναι προσαρτημένες στην επιλογή αυτή από την ίδια την κατασκευή μας, από τον τρόπο που μας συνέλαβε ο Λόγος και μας δημιούργησε. Δεν μπορούμε να μην έχουμε σχέση με αυτόν, διότι θα πάψουμε να υπάρχουμε και αυτό δεν το θέλουμε. (Περί Θείων Ονομάτων, Διονύσιος Αρεοπαγίτης). Όπως δεν είναι εκδήλωση ελευθερίας του ίδιου του Χριστού και Λόγου η σύγκρουσή του με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Όταν ο άνθρωπος αρνείται τον Θεό, πάσχει από μία μορφή βαθιάς ανωμαλίας, αφού αρνείται τον ίδιο τον εαυτό του, όπως η άρνηση τροφής στην πάθηση της νευρικής ανορεξίας.

    Σαν γνήσιος καντιανός, θα αμφισβητήσω την Δογματίζουσα Μεταφυσική, διότι δεν έχει κανένα περιεχόμενο, αλλά αποτελεί μόνο λογοπαίγνια. Οι έννοιες “Απόλυτο”, “Καθολικό”, “Αναγκαίο” βρίσκονται μόνο στο μυαλό του ανθρώπου, είναι ο τρόπος που σκέπτεται, δεν αποτελούν γνώρισμα ούτε του Θεού ούτε της Φύσης, αλλά έννοιες, “κατηγορίες”, που ο άνθρωπος αναπόφευκτα χρησιμοποιεί για να κατασκευάσει τα νοητικά μοντέλλα με τα οποία περιγράφει τον κόσμο γύρω του. Ο Χριστός δεν μας συντρίβει με το απόλυτο, ούτε υπάρχουν απόλυτοι κανόνες και νόμοι, στον κόσμο της πτώσης που ζούμε. Η Πίστη μπορεί όλα να τα ανατρέψει, αλλά η δύναμή μας είναι μηδαμινή. Μονά ζυγά είμαστε χαμένοι. “Τότε, ποιος μπορεί να σωθεί;” είπαν οι Μαθητές, και ο Χριστός απάντησε, “Τα αδύνατα στους ανθρώπους δυνατά στον Θεό”. Όμως, η ανάγκη να προσπαθήσω να εφαρμόσω τον Νόμο από αιδημοσύνη είναι έμφυτη, εκτός και αν έχω πια διαφθαρεί ολότελα. Η ηθικότητα πηγάζει από την Χάρη, όχι από την μηχανική επανάληψη, το έθος. Δεν είναι κομφορμισμός, συμμόρφωση στους νόμους κανενός. Ανακαλύπτω μέσα μου το σωστό χάρις στην Πίστη Ελπίδα Αγάπη Σοφία, δηλαδή τις διαβαθμίσεις του φωτός του Θεού, που πλημμυρίζει την συνείδησή μου. Όταν συνειδητοποιώ την αθλιότητα αυτού του κόσμου και την αδυναμία μου, ακόμη και όταν δεν είναι καθαρμένος, όταν συναισθάνομαι την νόσο και ασθένειά μου, φωτίζομαι, και αυτό το φως με καθαίρει σταδιακά και επ’ άπειρον. (βλ. τα τρία βιβλία του σεβ. Ναυπάκτου περί Ορθόδοξης Ψυχοθεραπείας).
    Η αγάπη προς τους εχθρούς είναι Θεία Ενέργεια, είναι η πρόνοια του Θεού, όπως κάθε πατέρας και μητέρα αγαπά όλα τα παιδιά του, όποια και αν είναι, και πονά όταν εγκληματούν. Μας ζητά να τον μιμηθούμε, να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν εχθροί. Όμως, σε αυτόν τον κόσμο, είμαστε αναγκασμένοι να αμυνθούμε, τηρώντας βέβαια ορισμένους κανόνες ανθρωπισμού, αποφεύγοντας το χειρότερο. Δεν είναι δίκαιο, είναι αναπόφευκτο, καθώς και απόδειξη της πτώσης και του εκφυλισμού του κόσμου μας, η ανάγκη μας να πολεμήσουμε. Από εδώ πηγάζει και το δικαίωμα αντίστασης στο κακό και την κατάχρηση εξουσίας. Γι αυτό και οι Ορθόδοξοι Παπάδες μπορούν να κρατούν όπλο. Δεν είναι θεάρεστο, ούτε “ανθρωπάρεστο”, είναι αναπόφευκτο μέχρι την Δευτέρα Παρουσία.
    Ο Νόμος που μας κρίνει κάθε στιγμή είναι ενσωματωμένος στην κατασκευή μας, δεν είναι θεσπισμένος από έναν αυθαίρετο Θεό, που νομοθετεί στήνοντας σαδιστικές παγίδες, όπως εκείνοι οι άρχοντες που τον προσαρμόζουν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους, γιά να προπαγανδίσουν την αισχρή συμπεριφορά τους παρουσιάζοντας έναν θεό που τους μοιάζει.
    Όταν χαλάρωσε ο Παπαδόπουλος σκόπιμα λίγο τα χαλινάρια το 1972, ο Ρώτας έδωσε μία διάλεξη γεμάτη κοινοτυπίες περί Ελευθερίας, όπως ότι “η ελευθερία μου οριοθετείται από την ελευθερία του άλλου” κλπ κλπ Θυμάμαι ακόμη την απογοήτευσή μου, όπως και την απελπισία μου από την ανεπάρκεια της Εισαγωγής στην Μεταφυσική του Χάιντεγκερ, που διάβασα τον ίδιο καιρό. Ευτυχώς, αν δεν αφήσουμε τους άλλους να σκοτίσουν τον Νού μας, που είναι μία σύνθεση άρρητου λόγου και ενικού συναισθήματος, μπορούμε να βρούμε διέξοδο σε όλες τις απορίες, πάντα προς τα μέσα, όπου ατενίζουμε “την βασιλεία του Θεού”, “την φύση των πραγμάτων”.

  3. Το προηγούμενο σχόλιο αποτελεί απάντηση και στο σχόλιο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, που αντέγραψε ένα απόσπασμα από το δυσεύρετο βιβλίο του Κωνσταντίνου Ι. Ζάχου, “Αυτός ο κόσμος είναι λίγος για τον άνθρωπο” (βλ. “Ο Γιώργος Πρεβελάκης στο Αντίφωνο”).

    Καλή Ανάσταση σε όλους.

  4. Προς Νίκο Δεληνικόλα.
    Νομίζω πως όλα τούτα παραπέμπουν στη νύχτα της Γεθσημανής. Δεν θα ήθελα τώρα να επεκταθώ επ’αυτού, αλλά εάν “ο Θεός αγάπη εστί” τότε τι λογής θέλημα μπορεί να είναι το θέλημα του Πατρός; Και γιατί ο Ιησούς λέγει “γενηθήτω το θέλημά σου” και όχι “γενέσθω το θέλημά σου”, αν επρόκειτο για επιβολή;

    ΥΓ. Το βιβλίο του Κ. Ζάχου εκδόθηκε από “Το περιβόλι της Παναγίας”, γνωστό βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης που κάνει και κάποιες εκδόσεις. Στην Αθήνα ίσως να υπάρχει στην Αποστολική Διακονία, και σε ένα άλλο μικρό βιβλιοπωλείο απ’ όπου το προμηθεύτηκε και ο Κ. Βεργής, ο οποίος ξέρει και πού είναι.

  5. “Περιπατητής στο συνοικισμό Νταηλάκη, στην κορυφή της Ψαλίδας με το σμιλεμένο πρόσωπο του Μεγαλέξανδρου. Το αλύχτημα των τσομπανόσκυλων απ’ τη στρούγκα, γύρω απ’ το γαλάρι και τα γρέκια, λάλημα πετρεινού για όρθρο. Πρέπει να εγερθείς για να αντικρίσεις το προσκυνητάρι της Αγίας Σοφίας, Πίστης, Αγάπης, Ελπίδας στη στροφή του δρόμου, τα μαντίλια κόμπο στο συρμάτινο φράκτη στον ΄Αγιο Ελευθέριο, που χαρίζει χαρμόσυνο τόκο, τις κάλτσες που κρέμονται στο εικόνισμα. Να εγερθείς από τους δρόμους του ύπνου για να πορευτείς το δρόμο της ψυχής που στον αέρα χαράζουν πετάγματα”.
    Από το βιβλίο “Αναβαθμοί και Στάσιμα”.

    Σημ.: Συνοικισμός Νταηλάκη στην Καστοριά. ΄Οπως και το βουνό “Ψαλίδα”. Το προσκυνητάρια της Αγίας Σοφίας και του Αγίου Ελευθερίου βρίσκονται στην περιοχή του βουνού.

  6. Η υπακοή είναι η μέγιστη άσκηση ελευθερίας, η εκούσια υπηρεσία. Έχουμε ξανασυζητήσει για το καθήκον που επωμίζομαι εκούσια, δηλαδή ελεύθερα και υπεύθυνα, μ’αρέσει δεν μ’αρέσει, ασφαλέστερα δε αν δεν μ’αρέσει. Ξαναθυμίζω τον Αρεοπαγίτη και την φράση του που περιγράφει τον Παντοκράτορα στους τρούλλους των εκκλησιών, δηλαδή την Εικόνα του Πατέρα, που όμως δανείζεται το ιστορικό πρόσωπο του Υιού, του Ιησού. Αυτή την φορά αντιγράφω πιό πολύ:
    “Ὥρα δὴ τῷ λόγῳ τὸν πολυώνυμον θεὸν ὡς παντοκράτορα καὶ ὡς παλαιὸν ἡμερῶν ὑμνῆσαι. Τὸ μὲν γὰρ λέγεται διὰ τὸ πάντων αὐτὸν εἶναι παντοκρατορικὴν ἕδραν συνέχουσαν καὶ περιέχουσαν τὰ ὅλα καὶ ἐνιδρύουσαν καὶ θεμελιοῦσαν καὶ περισφίγγουσαν καὶ ἀῤῥαγὲς ἐν ἑαυτῇ τὸ πᾶν ἀποτελοῦσαν καὶ ἐξ ἑαυτῆς τὰ ὅλα καθάπερ ἐκ ρίζης παντοκρατορικῆς προάγουσαν καὶ εἰς ἑαυτὴν τὰ πάντα καθάπερ εἰς πυθμένα παντοκρατορικὸν ἐπιστρέφουσαν καὶ συνέχουσαν αὐτὰ ὡς πάντων ἕδραν παγκρατῆ, τὰ συνεχόμενα πάντα κατὰ μίαν ὑπερέχουσαν πάντα συνοχὴν ἀσφαλιζομένην καὶ οὐκ ἐῶσαν αὐτὰ διεκπεσόντα ἑαυτῆς ὡς ἐκ παντελοῦς ἑστίας κινούμενα παραπολέσθαι. Λέγεται δὲ παντοκράτωρ ἡ θεαρχία καὶ ὡς πάντων κρατοῦσα καὶ ἀμιγῶς τοῖς διοικουμένοις ἐπάρχουσα καὶ ὡς πᾶσιν ἐφετὴ καὶ ἐπέραστος οὖσα καὶ ἐπιβάλλουσα πᾶσι τοὺς ἐθελουσίους ζυγοὺς καὶ τὰς γλυκείας ὠδῖνας τοῦ θείου καὶ παντοκρατορικοῦ καὶ ἀλύτου τῆς ἀγαθότητος αὐτῆς ἔρωτος.”
    [“Περί Θείων Ονομάτων”, κεφ. ι΄ περί παντοκράτορος, παλαιού ημερών · εν ω και περί αιώνος και χρόνου.]

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here