Μια απογείωση από τη λάσπη της καθημερινότητας

0
1428

Συνέντευξη προς την Μαρία Δέδε και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Βιολέτα. Βαθύ, ζαλιστικό το άρωμά της. Σαν τη μυρωδιά του Πάσχα. Αυτό των παιδικών μας χρόνων αλλά και των κατοπινών, όταν αναζητάμε κάπου να ακουμπήσουμε. Η θυσία. Ο θάνατος. Η ανάσταση. Στοιχεία του θείου δράματος. Το καθεμέρα της ανθρώπινης ζωής.

«Στου ιερού Λυκαβηττού το σκούφο» συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου. Κυριακή των Βαΐων. Μεσημέρι. Κοπιαστική η βδομάδα που πέρασε. Των Παθών, αυτή που μόλις ξεκινούσε. Ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης, τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια που ξεφύτρωσαν σε μια πλαγιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στα Βήματα των νέων ανθρώπων που έστησαν τις δικές τους παρέες και πορεύονταν. Κάτω από τον ήλιο, μπροστά από τις σκιές μας. Η ηθοποιός βιώνει την ιεροτελεστία του Πάσχα όπως τη βίαιη έκρηξη της άνοιξης. Αφουγκράζεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή το θαύμα της Ανάστασης: «Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι». Αναπλάθει εικόνες «όταν ο παπάς κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας” ξαναμπαίνει στην εκκλησία μετά την Ανάσταση το βράδυ του Σαββάτου», μα πάνω απ’ όλα είναι αυτό το άρωμα βιολέτας που αναδύεται…

ΕΡ.: Πώς λειτουργεί το Πάσχα για σας;

«Είναι μια συμβολική απογείωση, όπου τα πράγματα που ζει κανείς μέσα σε μια λάσπη καθημερινότητας δικαιώνονται με έναν τρόπο μεταφορικό και συμβολικό…»

ΕΡ.: Εχει αλλάξει το αίσθημά σας απέναντι στο Πάσχα ή είναι όπως τότε που ήσασταν παιδί;

«Έχει ισχυροποιηθεί. Η ζωή μου ήταν ένας χαοτικός αυτοσχεδιασμός. Δεν έχω μνήμες από αυτά τα χρόνια, οπότε μεγαλώνοντας, ως αντίβαρο, ψάχνω να βρω ορισμένες ιεροτελεστίες, κάποιες σταθερές που να σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κάπου να ακουμπήσεις. Δυστυχώς, είναι λίγες οι ιεροτελεστίες που μπορούν να με πείσουν. Το Πάσχα και όλη η διαδικασία είναι ένας πολύ βαθύς, γνήσιος και ολοκληρωμένος ποιητικός συμβολισμός. Είναι κάτι που με πείθει. Λειτουργεί επάνω μου και κάθε χρόνο καταφέρνει και με συγκινεί βαθιά.»

ΕΡ.: Λόγω πίστης, θρησκευτικού αισθήματος, τελετουργίας; Ποιο απ’ όλα αυτά;

«Ακολουθώ τα πράγματα που καταφέρνουν να με πείσουν. Επειτα, υπάρχει μια αντιστοιχία στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία, στο τυπικό της εκκλησίας και σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ιδίως την άνοιξη, στη φύση. Θυμάμαι κάτι που μ’ έχει συγκινήσει: Σε μια εκκλησία της Σίφνου έμεινα στην αναστάσιμη λειτουργία, που είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην Ορθοδοξία. Είναι αυτό το “Αρατε πύλας” που λέει ο παπάς. Ήταν ένας πολύ γειωμένος άνθρωπος, ο οποίος ξαναμπήκε στην εκκλησία κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας”. Ηταν τρομακτικά βίαιο. Ετσι σκληρή και βίαιη εποχή είναι και η άνοιξη.»

ΕΡ.: Για τι είδους σκληρότητα μιλάτε;

«Για να γίνει μια ανάσταση, πρέπει να επέλθει πρώτα ένας θάνατος. Πρέπει να νεκρωθεί το παλιό για να φυτρώσει το καινούργιο. Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι. Αυτό το βιώνει κανείς πάρα πολύ μέσα στην πορεία της ζωής του. Το ξέρει και το αναγνωρίζει σ’ ένα τυπικό μιας τελετής μέσα στην εκκλησία…»

ΕΡ.: Και η έννοια της θυσίας όπως λειτουργεί στο θείο δράμα;

«Και αυτό ισχύει στη ζωή. Όταν λέω παραίτηση, αυτό εννοώ. Για να κερδίσεις κάτι καινούργιο, πρέπει κάτι παλιό να θυσιάσεις.»

ΕΡ.: Εσείς τι θυσιάζετε ή τι θα θυσιάζατε δυνητικά;

«Κάθε άνθρωπος θυσιάζει πάρα πολλά πράγματα για να προχωρήσει. Εγώ φέτος κατάλαβα πως για να κερδίσει κάποιος την ελευθερία τού πνεύματος και της ψυχής του, πρέπει να υπερασπίζεται θυσιάζοντας κάτι, την προσωπικότητά του. Οταν είσαι “δημόσιο πρόσωπο” μπλέκεσαι σ’ ένα παιχνίδι. Την εικόνα που είχαν ή έχουν οι άλλοι για σένα την υιοθετείς και την προφυλάσσεις, ενώ μπορεί να μην είσαι αυτό. Προσπαθώντας να υπερασπιστείς αυτή την εικόνα, καμιά φορά χάνεις την ελευθερία σου…»

ΕΡ.: Η οποία θυσία, τελικά, μήπως κρύβει πίσω της ένα υπερτροφικό, «εγώ», όσο κι αν ακούγεται παράδοξο αυτό;

«Εξαρτάται με ποια μορφή γίνεται. Προσωπικά μ’ αυτές τις έννοιες νιώθω τρομακτικό δέος, γιατί αισθάνομαι ότι οι δικές μου πιθανές θυσίες, που μπορώ να έχω κάνει, είναι σ’ ένα ποιητικό επίπεδο και πολύ μεταφορικό. Σε αντίθεση με τις θυσίες που έχουν κάνει άλλοι άνθρωποι και ίσως δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό έχω μια επιφύλαξη, γιατί πραγματικά νιώθω ότι, θέλοντας και μη, ένας καλλιτέχνης βρίσκεται μάλλον στον προθάλαμο αυτών των εννοιών. Οι πραγματικά βαθιές θυσίες γίνονται σ’ ένα άλλο επίπεδο. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μίντια ούτε με ποιητικές μεταφορές. Εχουν το ακριβές αντίτιμο της ζωής – μια σταγόνα αίμα, οπότε…»

ΕΡ.: Οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε με ποιητικές μεταφορές ή να δημιουργούμε ποιητικούς συσχετισμούς;

«Αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να μεταδίδει το αίσθημα και το άρωμα αυτών τών πραγμάτων μ’ όσο πιο ειλικρινή και έντιμο τρόπο.»

ΕΡ.: Μια και μιλήσατε για αρώματα. Το Πάσχα μυρίζει ακόμη στην Ελλάδα; Σας πιάνει μια μυρωδιά στη μύτη;

«Όχι απλώς με πιάνει, με τρελαίνει.»

ΕΡ.: Αρωμα βαρύ, στυφό, γλυκό;

«Για μένα το Πάσχα θα μπορούσε να είναι αυτή η μεθυστική, βαθιά ζαλιστική μυρωδιά της βιολέτας.»

ΕΡ.: Πηγαίνετε στην εκκλησία αυτή την εποχή;

«Ναι, πάω πάντα και κυρίως τα τελευταία χρόνια έχω ανακαλύψει το συγκλονιστικό κομμάτι, μετά την Ανάσταση, στο οποίο μένω. Αυτό το χωρίς περιορισμούς κείμενο του ορθόδοξου τυπικού, που σπάνια κάθεται ο κόσμος να το ακούσει και που με δυο λόγια λέει ότι κι αυτός που έρχεται την τελευταία στιγμή είναι καλοδεχούμενος, γιατί το τραπέζι είναι γεμάτο και τους χωράει όλους.»

ΕΡ.: Είστε εντός του χριστιανικού πνεύματος, το βιώνετε…

«Αυτή η έννοια της απόλυτης δεκτικότητας των πάντων, ότι χωρούν τα πάντα και όλοι εδώ, εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ. Είναι ένα στοίχημα της ζωής το να καταλάβουμε ότι τελικά όλοι στον πυρήνα μας, στο σκληρό κουκούτσι, πέρα από εικόνες, στεγανά και κοινωνικές συνθήκες, είμαστε ίδιοι. Ακόμη και με τον Αλβανό που φοβόμαστε. Ακόμη και με αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές τού πλανήτη και κάνουν τη βρώμικη οουλεια για λογαριασμό όλων, τα σκιάχτρα και οι μπαμπούλες των φόβων όλων μας, δικαίων ή αδίκων…»

ΕΡ.: Απόλυτη δεκτικότητα;

«Υπάρχει ένας τόπος και μια στιγμή όπου χωράνε όλοι, γιατί είναι ίδιοι.»

ΕΡ.: Ποιο πρόσωπο του θείου δράματος πιστεύετε ότι βρίσκεται πιο κοντά σε εσάς;

«Η Παναγία.»

ΕΡ.: Η Παναγία κάτω από το σταυρό; Αυτή η εικόνα;

«Επειδή είναι ο φορέας του τέλεια στρογγυλού και ακέραιου αισθήματος που για μένα είναι μια απόλυτη εικόνα τού τι είναι θηλυκότητα. Είναι μια πλήρης αγκαλιά.»

ΕΡ.: Πιστεύετε ότι αυτά τα πρόσωπα που μετέχουν στο Θείο Δράμα συναντώνται και στην καθημερινότητα; Είναι ρόλοι που μοιράζονται μια κι έξω ή πού εναλλάσσονται;

«Είναι πτυχές της δικής μας ψυχής και της αντιφατικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ψυχή ενός ανθρώπου. Οι μαθητές κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα του Θείου Δράματος είναι σαν την ψυχή μας – ένα πρίσμα με πολλές πλευρές. Καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι ένα κομμάτι που περιέχει η ψυχή μας.»

ΕΡ.: Η Παναγία σπάει τον καθρέφτη;

«Η Παναγία τα περιέχει όλα. Είναι η πλήρης αγκαλιά, όπου όλα αυτά τα κομμάτια γίνονται ένα μέσα από την απόλυτη αποδοχή… Μόνο μέσα από την απόλυτη αποδοχή και παραδοχή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να αισθανθεί ότι όλα αυτά τα κομματάκια μπορούν να ενωθούν. Αυτό είναι το θαύμα της αγάπης, ότι κάνει τα πράγματα που καθρεφτίζονται μέσα σ’ αυτήν, ολόκληρα, τα ενοποιεί και τα δοξάζει…»

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998

 

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το προσκύνημα της δεσποινίδος”, 1932) είναι έργο του Θεόφιλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here