Μια Αναπάντεχη Συνάντηση στο Μανχάταν

2
325

Ανθρωπομάνι βιαστικό καταμεσής της Νέας Υόρκης. Όλοι, όλες περπατούν μιλώντας, τυπώνοντας στα τηλέφωνά τους. Ζέστη και υγρασία αφόρητη, πιο αφόρητη καθώς ο καλοκαιρινός ήλιος χτυπάει κατακέφαλα ανάμεσα από τους ουρανοξύστες και ζαλίζει. Εκεί που προχωρούσα «minding my own business» να σου μια μορφή άνδρα λές και βγήκε μέσα από χρόνο παράλληλο. Επιταχύνω το βήμα μου, τον πλησιάζω αλλά η ταυτότητά του δεν βγάζει νόημα. Πλησιάζω κι άλλο, διακριτικά, τον παρατηρώ που περπατάει αργά, το πλήθος ρέει πλάι του σαν ποτάμι, ενώ αυτός βυθισμένος στον κόσμο του παρατηρεί αμίλητος, φανερά μπερδεμένος. Τι παράξενο, μοιάζει με τον Σωκράτη σκέφτομαι και πάνω που η διακοπή της λογικής πήγε να τελειώσει, με ρωτάει αν γνωρίζω που είναι η Αγορά. Δεν μπορεί σκέφτομαι, κάτι τρελό συμβαίνει εδώ, σιγανεύω το βήμα μου, το ποτάμι του πλήθους ρέει τώρα γύρω μας ορμητικά, ο χρόνος σιγάνεψε και αυτός – προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει για να απαντήσω. Ώστε μιλάτε Αγγλικά Δάσκαλε; τον ρωτώ, όχι μου λέει μόνο Ελληνικά. Μα μόλις με ρωτήσατε “where is the Μarket?” ναι μου απαντάει, μιλάω τα Ελληνικά του παρόντος, τυχαίνει να συμπίπτουν με αυτά που ονομάζεις Αγγλικά.

Παράξενο σκέφτομαι αλλα στέκει, μια και στον καιρό του τα Ελληνικά ήταν η πιο διεθνής γλώσσα, τι πιο φυσικό λοιπόν να μου μιλάει Αγγλικά. Να λοιπόν που και η λογική αρχίζει να συμβάζεται. Ίσως να έχει νόημα όλο αυτό. Το βήμα μας τώρα αργό μέσα στη βουβή βουή του πλήθους και του φωτός του Νεοϋορκέζικου κατακαλόκαιρου. Δεν μπορεί ξανασκέφτομαι κάτι δεν πάει καλά εδώ, κάτι δεν ταιριάζει – λοιπόν, που είναι η Αγορά είπες; επιμένει, εδώ είναι του απαντώ, να τα μαγαζιά, πουλάνε τα πάντα, ό,τι επιθυμείς. Το αντιλαμβάνομαι αυτό μου απαντάει αλλά δεν βλέπω φιλοσόφους να διδάσκουν, πού είναι όλοι αυτοί; Πρέπει οπωσδήποτε να τους βρώ να τους ρωτήσω κάποια σημαντικά πράγματα. Μήπως εσύ είσαι φιλόσοφος και μου το κρύβεις; Δάσκαλε, με όλο το σεβασμό φιλόσοφος εγώ δεν είμαι, απλώς σε αναγνώρισα και σταμάτησα για να σε ρωτήσω αν χρειάζεσαι βοήθεια. Μου αρκεί η απάντησή σου λέει, άλλωστε συνθηματική είναι η ερώτηση, για να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον μέσα στο αδιαμόρφωτο πλήθος, ποτέ ο σωστός φιλόσοφος δεν παραδέχεται ότι είναι φιλόσοφος. Πού πας με ρωτάει, στην τράπεζα λέω, μπορώ να έρθω στην τράπεζα μαζί σου; ασφαλώς απαντάω και προχωράμε. Βγαίνομε από την τράπεζα, γιατί -με ρωτάει- η κοπέλλα στον γκισέ δεν σε πίστευε ότι ήσουν εσύ; Τι εννοείς του λέω; Σου ζήτησε ταυτότητα για να πειστεί, γιατί; Δικά σου δεν είναι τα χρήματα στην τράπεζα;

Δικά μου είναι. Και τότε πώς και δεν σε ξέρουν; Και όταν λές ότι είσαι αυτός που είσαι γιατί δεν αρκεί ο λόγος σου; Γιατί χρειάζεται να επιβεβαιώσεις ότι είσαι αυτός που λές ότι είσαι; Καταλαβαίνω που το πάς δάσκαλε του απαντώ, αλλά είναι θέμα κλίμακας και αποδοτικότητας. Αντιλαμβάνομαι πως σε κάποιον ξένο φαίνεται τρελό πως προσπαθούμε συνεχώς να πείσουμε τράπεζες, υπηρεσίες, ακόμα και τα τηλέφωνά μας ότι είμαστε εκείνοι που λέμε πως είμαστε. Δηλαδή χωρίς την ταυτότητά σου δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση σε αυτά που είναι δικαιωματικά δικά σου; με ρωτάει. Δυστυχώς έτσι είναι τα πράγματα Δάσκαλε απαντώ, ελπίζοντας να αρκεστεί στην απάντησή μου, αλλά συνοφρυάστηκε. Και ποιος αποφασίζει τι απαιτείται για να πείσει ο ένας τον άλλον πως όντως είναι εκείνος που λέει πως είναι; Συνήθως η κυβέρνηση το αποφασίζει αυτό απαντώ κοφτά. Η απάντησή μου πρέπει να τον εξόργισε διότι ανέβασε τον τόνο της βραχνής φωνής του. Και τι συμφέρον έχει η κυβέρνηση να βάζει πρόσθετες δυσκολίες σε κάποιον πολίτη που απλώς θέλει να πείσει ότι είναι αυτός που λέει ότι είναι; Δάσκαλε μου βάζεις δύσκολα του λέω εγώ, προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο για μια αξιοπρεπή απάντηση…Αυτό γίνεται για να διασφαλισθεί ο ίδιος ο πολίτης και να αποφευχθούν καταστάσεις που παραβαίνουν τους νόμους. Πριν προλάβω να τελειώσω, καλά -μου λέει- και πώς κρίνεται η επάρκεια σε αυτό τον αγώνα άνισης ταυτοποίησης; Που βγάζει το παιγνίδι αυτό τον πολίτη, την κυβέρνηση, την πόλη;

Πιστοποιητικό γεννήσεως, ταυτότητα, αποτυπώματα, διαβατήριο, ηλεκτρονικά στοιχεία και βιομετρικά δεδομένα, γιατί μου λές ότι η αυξητική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ανθρώπων είναι και η ποθητή οδός της αύξουσας αποδοτικότητας; Τι νόημα έχει αν η αποδοτικότητα της πόλης εκτοξευθεί στα ύψη ενώ ταυτόχρονα η εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών στερείται νοήματος και άρα ύπαρξης; Τι να την κάνω την πόλη σου με τους ουρανοξύστες όταν δεν έχει ούτε νόημα ούτε αξία να εμπιστευθώ έναν τυχαίο συνάνθρωπό μου; Δεν έχουμε βρει καλύτερο τρόπο από αυτόν του λέω εγώ αλλά βλέπω ότι έχει εξοργιστεί με τις απαντήσεις μου και αναζητώ απελπισμένα δικαιολογία για να αποχωρήσω. Συγγνώμη Δάσκαλε του λέω, αλλά βιάζομαι να γυρίσω σπίτι, πρέπει να φύγω. Ανοίγω βήμα αλλά εκείνος με ακολουθεί, εγώ βαδίζω πιο γοργά, εκείνος ξοπίσω, να εκτοξεύει ερωτήσεις σα ρουκέτες κατά πάνω μου. Πώς δέχονται οι πολίτες να ζουν μέσα σε ένα αυξανόμενο έλλειμα εμπιστοσύνης; Πώς ερωτεύονται οι άνθρωποι το μέλλον τους στην πόλη σου; Που είναι όσοι βγήκαν από το Σπήλαιο για να κοινωνήσουν την αλήθεια στους υπόλοιπους; Που κρύβονται επιτέλους οι φιλόσοφοι και οι ποιητές; Συνεχίζει να μου φωνάζει οργισμένος ερωτήσεις, εγώ το έχω βάλει για τα καλά στα πόδια, τρέχω με ταχύτητα ονείρου, στο παρά ένα με σώνει ο υπόγειος και το ανώνυμο πλήθος μέσα στο οποίο χάθηκα χωρίς κανένα απολύτως ίχνος εμπιστοσύνης.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης είναι Ηλ/γος Μηχανικός (PhD). Ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στη Γιούνιον Σκουέαρ”,1932) είναι έργο του, αμερικανού, Ίζαμπελ Μπίσοπ.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Ο Σωκράτης, βέβαια, ήξερε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθετε. Σοφά, όμως, προσπαθούσε να μάς μεταδώσει το εξεταστικό, διδακτικό, μικρόβιο “γιατί ;”. Όπως το πετυχαίνει και ο κ. Παπαδάκης.
    Διδακτικό, λοιπόν, το κείμενο του κ. Παπαδάκη, ιδίως για όσους δεν μπορούν να εκτιμήσουν την ονειρική διάσταση της ζωής.

  2. Κείμενο Ζωντανό, που βρίθει νοημάτων αλλά και προκλήσεων για προσωπικές επανατοποθέτησεις επί της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ο αναγνώστης νιώθει την εσωτερική ανάγκη να επιστρέφει σε αυτό και να μετέχει, αναγεννημένος κάθε φορά, στον εξελισσόμενο διάλογο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here