Με τον άγιο ή με τον σοφιστή;

2
190

Ο Ισοκράτης επιλέγει

 

 

Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του θεού, της αϊά-Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή και πάντα των αγίων και του αγίου Βασιλείου, να πρεσβέψει εις την παντοδυναμίαν του και εις την βασιλείαν του, να μας λευτερώσει τώρα εις τον νέον έτος, να μας λευτερώσει από την κακία μας,από την διοτέλεια μας και από τα πάθη μας και από την επιβουλίαν των ξένων.

Εις την παραμονή του αγίου Βασιλείου τα 1850, ξημερώνοντας τα 1851, σημειώνω εγώ ο αμαρτωλός όσα θάματα αξιώθηκα να ιδώ εις τον ύπνο μου και όση ευεργεσία είδα εγώ και όλη μου η φαμελιά και όσα μου είπαν άλλοι· και εις τον κίντυνο της πατρίδος και θρησκείας, από την κακία μας και διχόνοια μας και διοτέλεια μας κιντυνεύαμεν να χαθούμεν, πάντοτες ήταν το χέρι του θεού και της βασιλείας του και μας έσωσε εις όλους τους κιντύνους. Όλα αυτά τα είχα γραμμένα εις τ’ άλλο μου το στορικόν, όπου φαντάστηκα και εγώ, ο μικρότερος άνθρωπος της πατρίδος μου και όλης της κοινωνίας του κόσμου και αγράμματος, δια να βαρύνω τους σοφούς και μεγάλους ανθρώπους της κοινωνίας και μικρούς· όποιος καταδεχτεί να διαβάσει εκείνο και τούτο, όποιος ορθόδοξος χριστιανός και άλλης φυλής όπου θα λάβει τον κόπον να διαβάσει, ας πιστεύει, και αν δεν θέλει, δεν τον βιάζει κανένας· εγώ θα τα σημειώσω, και αν λέγω ψέματα, αυτός ο θεός και η βασιλεία του ας με κάμει στάχτη και κορνιαχτό, αν είμαι απατεώνας —τα είχα τα ίδια γραμμένα εις τ’ άλλο το στορικόν, κι επειδήτις πάντοτες με κατατρέχουν, να μην ψάξουν το σπίτι μου και τα βρουν, τα ξέκλισα από κει και τα βάνω σε τούτο, και θα βάλω και όσα είχα χωμένα τόσα χρόνια, ότι σάπισαν εις την γης, και ο θεός ας κάμει το έλεος του.

Εις δόξα του θεού σημειώνω πρώτα την μεγάλη εσπλαχνίαν του θεού οπού είδα όπου έκαμεν εις εμένα τον αμαρτωλόν. Τα 1837 μου άνοιξαν οι πληγές του σώματος μου, όπου είμαι πληγωμένος εις τα δεινά της πατρίδος και έκαμα αστενής τέσσερους μήνες· έτρεχαν οι πληγές από το χέρι μου και από τ’ άλλο μου το σώμα- ετρύπησε το σώμα μου όλο από την πολυκαιρία της αστένειας μου. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ ούλους τους γιατρούς- με το σεντόνι με γύριζαν, ότι έμεινα πετσί και κόκαλα, εσούρωσε το σώμα μου εξαιτίας το τρέξιμον των πληγών μου· τότε οι ελπίδες όλες ενέκρωσαν έστειλα, ήρθε ο πνεματικός, με ξεμολόγησε, με μετάλαβαν, ήμουν και εγώ ο ίδιος μπεζερισμένος την άχλιαν κατάστασην όπου κατήντησα και αφάνισα και όλους τους ανθρώπους του σπιτιού, συγερίζοντάς με και άγυπνοι τόσες μήνες, φωνές νύχτα και ημέρα, αστένησαν και αυτείνοι, έλεγα πότε να πάρει ο θεός τ’άμανέτι, να λευτερωθώ και εγώ και αυτείνοι. Ήρθε η μέρα. Όλ’οι ιατροί με αποφάσισαν έρχεται και η γυναίκα μου με όλα μου τα παιδιά, να πάρουν τον τελευταίον ασπασμόν εκεί οπού μπήκαν μέσα και τους είδα, είπα: Αυτείνοι είναι πεθαμένοι και σβησμένοι όλοι εις το εξής, και θα γκιζερούν τους δρόμους δυστυχισμένοι. Τότε δοξάζω τον θεόν και τον περικαλώ να με αφήσει, μόνον δι’ αυτούς τους αδύνατους και ανήλικους. Βαγγελίστρα, είπα, πρέσβεψε και σώσε, ότι η ώρα ήρθε. Λέγω των γιατρών: Πιάστε με και βγάλτε με εις την σάλα με όλο το σεντόνι. Μου λέγει ο Ηπίτης: Τώρα σε Ολίγο εκεί θα βγεις. Τους λέγω: Βγάτε όλοι όξω ευτύς, μην μείνει κανένας εδώ. Τους έβγασα, βήκαν, κατεβαίνω μόνος μου και βάνω τα παπούτσια μου και πετάγομαι τρέχοντας εις την σάλα, και δίνω ένα σάλτο και πετάχτηκα απάνω εις τον καναπέ εκείνος ο τράτος, το αδύνατο το σώμα, έπεσα μπαϊλντισμένος και πήρα έναν ύπνο ως ένα κάρτο, οπού τέσσερους μήνες ύπνο δεν είδα, και τα μάτια μου ξυλιασμένα, και όλο φωνές. Τότε τους λέγω να μου σάσουν τ’ άλογο μου και να του βάλουν σκουτιά απάνω εις την σέλα· το ‘σασαν, με πιάσαν οι άνθρωποι, με βάλαν απάνω, και πήγα εις την Σιργιανή, εις την Παναγίαν και την ιδίαν ημέρα εκεί ζήτησα να φάγω, και έκαμα και τα χλιά μπάνια· εκεί έκατσα ένα μήνα, κλείσαν οι πληγές πίσου, και σηκώθηκα, σαν θέλει ο θεός και η χάρη της, και ήρθα εδώ. Η γυναίκα μου ήταν γκαστρωμένη, το παιδί έτρωγε αυτήν την θροφή εις την κοιλιά, γένεται το παιδί σερνικόν, γένεται δύο τριών χρόνων, βγαίνει το τρικούκουλο, του ανοίγουν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες· έκαμεν με αυτά περίτου από ‘ναν χρόνον δεν μπόρησε να το γιατρέψουν ολ’ οι ιατροί της Αθήνας και άπ’ όξω άλλοι πραχτικοί τάζω και αυτό εις τον μεγάλον γιατρό, τον θεόν, και την Βαγγελίστρα. Και όταν αστένησα εγώ, τάχτηκα να πάγω εις την Μεγαλόχαρη, την Βαγγελίστρα (όταν ήμουν σε κίντυνο, ταζόμουν)· όταν γιατρεύτηκα, αστόχησα να πάγω· αρρωσταίνοντας και το παιδί, το τάζω και αυτό και να το πάρω να πάγω, αστοχώ και αυτό όταν γέρεψε. Έρχεται η τρίτη Σεπτεβρίου, την νύχτα οπού μας είχαν τρογυρισμένα όλα τα στρατέματα, και εγώ χωρίς δύναμην, και την αυγή θα μ’ έβαιναν εις την τζελατίνα (εις τ’ άλλο στορικόν ξηγώμαι πώς έτρεξε), τότε περικαλιώμαι τον θεόν και την χάρη της να μας προφτάσουνε, και όντως έκαμεν νεκρανάστασην σε μας και μας έσωσε· τάχτηκα και τότε, πάλε τ’ αστόχησα. Τις ήμερες εκείνες της τρίτης Σεπτεβρίου, εις τις έξι, εις τις εφτά μέρες εκείνου του μηνός, βλέπει ένας γερο-σεβάσμιος αγωνιστής, κάτοικος έξω εις τα χωριά, την νύχτα οπού χαζιρεύεταν να κοιμηθεί και πήγε εις τα εικονίσματα του να κάμει την προσευκή του, βλέπει ένα σύγνεφον και του λέγει: Γνωρίζεις τον Μακρυγιάννη; Αυτός τον πήρε ο φόβος. Μην φοβάσαι· τον γνωρίζεις; του λέγει. Λέγει και αυτός ο δυστυχής: Τον γνωρίζω. Να πας να του ειπείς, δι’ αυτό όπου εργάστη θα τον κιντυ­νέψουν πολύ και αυτόν, και αυτός μην φοβηθεί- ας έχετε τις ελπίδες εις τον θεόν και θα σας σώσει· και να του ειπείς να πάγει εκεί οπού τάχτη τόσες φορές και γιατρεύτηκε και εσώθηκαν όλοι από τον κίντυνο· να πάγει εις την Βαγγελίστρα. Αυτός δεν ήρθε. Αφού τρεις φορές το είδε και τον βίασε και ήρθε και μου το είπε, πάλε το βάρησα εις το κωφό. Όταν θα βαρούσαμεν τουφέκι, την τρίτη Σεπτεβρίου, βλέπει ένας άλλος αγωνιστής, χριστιανός καλός, τις δύο του μηνός ξημερώνοντας, ότι βρέθη εις το περιβόλι μου, αυτός και ένας λαμπροφορεμένος ως δεσπότης, και παρουσιάστηκα και εγώ. Του λέγει αυτεινού του αγωνιστή ο δεσπότης: Αυτόν όπου βλέπεις, και θα τον σώσω από τον κίντυνον (και παρουσιάζεται και μια στέρνα με μαγαρισές) και θα τον βγάλω και από αυτείνη την μαγαρισά. Και σταύρωσε και έλαψε ο τόπος. Και ευθύς παρουσιάζομαι και με δύο παιδιά μικρά, και ξύπνησε ο άνθρωπος και ήρθε και μου το είπε· δεν του είχα ειπεί αυτεινού τίποτας δια την τρίτη Σεπτεβρίου, οτ’ ήταν με τον Βάσιον και υποπτευόμουν.

 

Οράματα και θάματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη σελ 41-44 εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ.

 

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

 

Πέρασαν εκατόν εξήντα χρόνια από τότε που ο Μακρυγιάννης έγραψε τα κείμενά του και τούτο δω το αδικημένο. Όλα αυτά τα χρόνια γνώρισαν ειδών ειδών κατατρεγμούς. Άλλοτε «νόμιμους»,επίσημους και ανοιχτούς -« πάντοτες με κατατρέχουν» σημειώνει ο ίδιος ο πενηνταεπτάχρονος Στρατηγός- και άλλοτε ύπουλους,συγκεκαλυμένους και ανεπίσημους. Τα τελευταία χρόνια τον χαβά παίζουν οι του δευτέρου είδους σε μιαν όμως πιο «προχωρημένη»μορφή,πιο εκλεπτυσμένη και πιο «φιλοσοφική». Η μορφή αυτή των κατατρεγμών δεν αμφισβητεί τα λογικά του Μακρυγιάννη αλλά βάλλει κατά του ανθρωπολογικού τύπου που εκφράζει και ο οποίος-σύμφωνα με τον φιλόσοφο,τον σοφιστή θα έλεγα εγώ-είναι ελλειμματικός. Βλέπε:

www.antifono.gr/portal/Πρόσωπα/Ράμφος/2008-11-13-12-54-55/2177-Στέλιος-Ράμφος-Περί-Φιλοκαλίας-Μεταχρονολογημένα-Επιλεγόμενα.html

Ο Ισοκράτης έχει μιαν ιδιαίτερη αγάπη στο Στρατηγό Μακρυγιάννη που από το 1967 έως το 1972 έστεκε άγρυπνος φρουρός στο παιδικό του προσκέφαλο όντας εντοιχισμένος «για τον φόβο των Ιουδαίων».Από τότε έως του Νυν και έως του Αιώνος στέκει…δερματόδετος ότι σώθηκε από εκείνους τους κατατρεγμούς από τις υγρασίες και τις σαπίλες. Στέκει νήφων στα μελετήματα και στους στοχασμούς του. Άλλοτε ως Στρατηγός. Άλλοτε ως Κηπουργός. Άλλοτε λαβωμένος. Άλλοτε λαμπροφορεμένος. Άλλοτε μαχόμενος στο Νιόκαστρο,στους Μύλους και στον Σερπετζέ . Άλλοτε με τον ταμπουρά και το τραγούδι. Στην φρεγάδα του «Ντερνή» ματοβαμμένος να του παίζουν τη Μασσαλιώτιδα. Άλλοτε με τη γραφίδα και με το καντήλι αναμμένο. Δείχνει ή χαράζει το δρόμο για την Άνω Πόλη ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσα πόλιν,αλλά την μέλλουσα επιζητούμε».

Ο Ισοκράτης λοιπονά από σήμερα «σηκώνει ντουφέκι*» κατά του σοφιστή!

«όποιος θέλει να τρώγει

τίμιο ψωμί για να ζει

ας μας σταθεί στο πλάι

ν’αγωνιστούμε μαζί»

 

*και για να μη νομίζει κανένας κάτι άλλο το «σηκώνω ντουφέκι» είναι σχήμα λόγου,λόγου όμως ένοπλου… «τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’αρέσουν» Νίκος Καββαδίας.

 

2 Σχόλια

  1. Αγαπητοί,

    αυτή η διαμάχη “Γιανναρικών” vs “Ραμφικών” αρχίζει να θυμίζει τις διαμάχες περί Χερουβείμ και Σεραφείμ όταν έπεφτε η Πόλη.

    Κοιτάξτε γύρω σας. “Μπήκαν στην Πόλη ο οχτροί..” Η μητέρα των μαχών – η μάχη για την Παιδεία – άρχισε.

    Ας κατεβούμε – έστω και για λίγο – από τον Χριστιανο-Πλατωνικό κόσμο των ιδεών, και ας κάνουμε κάτι πρίν είναι αργά.

    Αλλίως, ετοιμαστείται όλοι μαζί να φωνάζουμε ¨έάλω η Πόλις”. και μετά ας ωρεί ο καθείς το μέρος όπου θα μετακομίσει..

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here