Μεταφυσική είναι η ίδια η ελληνική ιστορία

0
103

Στέλιος Ράμφος

Πεύκα και θάλασσα και πέτρες και φως δεν με αγγίζουν. Ο κόσμος έχει έλλειμμα, ενώ η ζωή είναι πλούτος. Η ψυχή ξεπέφτει και το πνεύμα φυλακίζεται στον κόσμο εις πείσμα όλων των διακηρύξεων περί «ελευθερίας του πνεύματος»: η «ελευθερία του πνεύματος» είναι απάτη και αυταπάτη. Το πνεύμα απειλείται μόνο από την ελευθερία του, την μεταμφίεσι δηλαδή του συμφέροντος σε πνεύμα. Ποτέ η νοημοσύνη του ανθρώπου δεν είχε πέσει τόσο χαμηλά, όσο στην εποχή μας· η εφεύρεσι της τυπογραφίας και η γενίκευσι της εκπαιδεύσεως δεν μας έκαναν ούτε σοφώτερους ούτε φρονιμώτερους. Αντίθετα, υψώσαμε αλόγιστα τους πόθους μας σε ιδανικό και ωνομάσαμε την απελπισία τού θέλω «ελευθερία του πνεύματος». Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι. Να ήμασταν τουλάχιστον οι πρώτοι της ιστορίας! Οι Αρχαίοι είχαν από εκείνα τα χρόνια συνείδησι ότι ο κόσμος είναι το κάτεργο του πνεύματος και ότι η ελευθερία του κόσμου είναι αγυρτεία· ήξεραν ότι το πνεύμα ούτε νομοθετείται ούτε φυλακίζεται από τις εξουσίες, ούτε και καταφεύγει στα πανεπιστήμια και στο τυπωμένο χαρτί. Αλλοίμονο αν ο νόμος το επιτρόπευε και αν η επικαιρότης το έθρεφε! Το πνεύμα είναι ανοχύρωτο και ακατάλυτο και η ελευθερία τού πνεύματος γενναιοδωρία. […]

Η μεταφυσική δεν είναι μία περίοδος της ελληνικής ιστορίας, είναι η ίδια η ιστορία. Η γέννησί της συμπίπτει με την γέννησι της φιλοσοφίας. Θα πρέπη να πω ότι το χάσμα που χωρίζει τους προσωκρατικούς από τους σωκρατικούς φιλοσόφους είναι καθαρή επινόησι των νεωτέρων. Άλλη η ενότητα της φιλοσοφίας, άλλη η συμφωνία των φιλοσοφιών. Ένα ρίγος – η απορία της αρχής – διαπερνά την φιλοσοφία απ’ άκρη σ’ άκρη. Τι σημασία έχει αν οι απαντήσεις διαφέρουν ή αν άλλοι τις ψάχνουν στον ουρανό και άλλοι τις βρίσκουν εδώ κάτω; Για να ζητούν οι φιλόσοφοι την αρχή των όντων πάει να πη ότι τα όντα δεν τους πληρούν την ύπαρξι. Αυτή η μετοχή, το ον, το εόν, είναι σύμπαν ολόκληρο – η ιστορία. Η μετοχή στην ύπαρξι είναι χρόνος και τρόπος, ο λόγος υπάρξεως λόγος αρχής. Η αρχή είναι ουσιαστικό, είναι ουσία.

Οι προσωκρατικοί ζήτησαν την αρχή των όντων. Στράφηκαν στα στοιχεία, συνέλαβαν το άπειρον, στοχάστηκαν τον λόγο και το εν, πόθησαν την σοφία και πάνσοφοι του πόθου φιλοσόφησαν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πίστευαν στα μάτια τους: πονούσαν. Όχι πως η οδύνη δεν έχει την θέσι της στην ζωή – πώς να οραματισθούμε την λύτρωσι και πώς να βρούμε την ειρήνη σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός μας; – αλλά γιατί φωλιάζει στα μάτια. Οι Έλληνες αγάπησαν τον άνθρωπο περισσότερο από την ζωή. Η φιλοσοφία είναι η ορθοστασία του ανθρώπου. Τι άλλο να σημαίνη η απορία της αρχής από την απορία της στάσεως; Αν η αρχή δεν είναι για τα μάτια, τότε η θέσι του ανθρώπου βρίσκεται στον νου. Αυτός ήταν ο πρώτος ορισμός της φιλοσοφίας.

Ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, δεν πρόδωσαν την πρώτη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία δεν προδίδει ποτέ την φιλοσοφία· και όταν ακόμη πολεμά να την καταργήση, την προστατεύει και την συντηρεί. Η φιλοσοφία οικειοποιείται απορρίπτοντας. Έτσι το καθ’ αυτό, η ιδέα, το τι ην είναι, αγκαλιάζουν την αρχική χειρονομία, την ξεδιπλώνουν και την εξαντλούν. Εάν η απορία της αρχής φέρνει την θέα στον νου, τότε η πρώτη απορία είναι η απορία της απορίας. Το σημαντικό σ’ αύτη την μετατόπισι δεν είναι η στροφή από την οδύνη της οράσεως στην γαλήνη της θεωρίας – τι δύναμι να έχη μια ψυχολογική παραδρομή; – το σημαντικό είναι ότι η γαλήνη συνοδεύει το πάθος. Λέω: το σημαντικό, γιατί πάθος σημαίνει το ίχνος του άλλου. Στο κράτος του πάθους η αρχή παραμένει· άφαντη και άναρχη είναι το άλλο και το αλλιώς του κόσμου. Οι πρώτοι φιλόσοφοι ανακαλύπτουν το πνεύμα· με τους σωκρατικούς το πνεύμα γίνεται ψυχή. Όταν οι άνθρωποι αναβλέπουν στα ύψη τού αλλιώς η μεταφυσική γίνεται ο προορισμός της φιλοσοφίας. […]

Τι τις ήθελε τις ιδέες ένας ρεαλιστής σαν τον Πλάτωνα; Όχι για να τις πραγματοποιήση, βέβαια! Κάτι τέτοιο θα ήταν η καταδίκη του κόσμου και η απελπισία του. Αν οι ιδέες παίρναν σάρκα και οστά, εάν δηλαδή η σάρκωσί τους δεν ήταν ιδέα, η κοινωνία των ανθρώπων θα κατέληγε σε μία απέραντη μυρμηγκιά. Αυτό μας διδάσκουν τουλάχιστον οι επίγειοι παράδεισοι των «προηγμένων» χωρών και αυτό εξηγεί την αλλεργία των ολοκληρωτισμών στις ιδέες. Όσο πραγματοποιούνται τα όνειρά μας, τόσο μικραίνουμε. Ο Πλάτων ήταν φανατικός της ουτοπίας από φιλανθρωπία, επειδή ήξερε ότι χωρίς την ουτοπία των ιδεών ψυχή δεν υπάρχει. Η ψυχή δεν είναι μέλος του σώματος, είναι το ρίγος του σώματος, η ατοπία του πάθους. […]

Ο άλλος κόσμος είναι το ανάστημα του ανθρώπου. Καμμία πολιτική δεν καταργεί την πολιτική, καμμία οικονομία την οικονομία, κανένα κράτος το κράτος: το αντί ευδοκιμεί στο αντί του. Μόνο το άλλο ελαφρώνει το βάρος του είναι και μόνο αυτό λυτρώνει από τα δεσμά της μορφής. Ασάλευτη η μορφή φέρνει τα ίχνη μιας δημιουργίας που περιμένει την διαιώνισί της σε ένα πνεύμα ζωής. Η ψυχή δεν διαιωνίζει την μορφή, διαιωνίζει την δημιουργία. Ύλη και πνεύμα δεν είναι συγκρουόμενες πραγματικότητες, είναι διαφορετικοί κόσμοι. Η ψυχή σχηματίζει το πάθος ενός διχασμού και τον τελειώνει, η μορφοπλασία είναι εμψύχωσι και η φιλαργυρία μορφολαγνεία. Η μορφή που βουλιάζει στο στοιχείο της απολιθώνεται και η ψυχή που ευφραίνεται στο σχήμα της βρυκολακιάζει. Η μετενσάρκωσι είναι τιμωρία: ο χρόνος της ψυχής ακολουθώντας τον χρόνο του είναι γίνεται κύκλος της κολάσεως. Μόνο η λύσι της ψυχής και του σώματος φέρνει την λύσι του χρόνου και την ανάστασι. Όπως ο χριστιανός δεν είναι καταδικασμένος σε θάνατο, έτσι και η πλατωνική ψυχή δεν είναι προωρισμένη στον κόσμο. Ο πλατωνικός χρόνος δεν ανακυκλώνεται διότι η ψυχή που απανωτά τρεις φορές θα διαλέξη τον φιλόσοφο βίο, πετάει στον ουρανό ανεπίστρεπτα: η ποίησι είναι λόγος ουρανομήκης. Το έργο γεννιέται σε μία σχέσι μυστική, στην συμπάθεια της πλάσεως και του πλάστη, μοιράζει την γενναιοδωρία του ποιητή και παρασέρνει τον κόσμο προς μίαν αρχή που δεν υπάρχει στον χρόνο. Το έργο είναι αντίδωρο. […]

Παλαιά τις διαφορά φιλοσοφία τε και ποιητική. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι η φιλοσοφία γεννιέται και ανδρώνεται πολεμώντας την ποίησι και τους ποιητές. Ώσπου να καταλήξωμε στην ειρήνη της ΙΙοιητικής, χρειάσθηκαν αιώνες σκληρής πάλης που άλλαξαν την όψι του κόσμου. Εκείνο που στηρίζει την ζωή και που την πλουτίζει δεν είναι η δύναμις, είναι το πνεύμα της ζωής. Το πνεύμα της φιλοσοφίας ήταν το πνεύμα της ζωής – ο Θεός. Για έναν θεό που δεν μοιάζει σε τίποτε με τους ανθρώπους αγωνίζεται ο Ξενοφάνης και έναν λόγο-θεό προσκυνά ο Ηράκλειτος. Μπορεί να υπάρχη μέτρο του κόσμου όταν εμείς βρισκόμαστε στο κέντρο του; Αν η απορία της αρχής είναι η μεταφυσική, τότε η μεταφυσική είναι η μοίρα της φιλοσοφίας. […]

Ζωή είναι ό,τι κάνουμε για να ζήσουμε και παιδεία το κουράγιο της ανθρωπιάς μας. Η γνώσι και η πολιτική δεν έχουν ιδεαλισμό και δεν δίνουν κουράγιο. Κουράγιο δίνει ο δάσκαλος που γεννώντας στην ψυχή μας τον έρωτα του άλλου, μας παρασέρνει σε μιαν άλλη ζωή. Ο ψυχοπαθής υποφέρει επειδή δεν μπορεί να προσαρμοσθή, ο επαναστάτης και ο καλλιτέχνης διψούν για αναπροσαρμογή, ο φιλόσοφος και ο άγιος είναι οι αιώνιοι απροσάρμοστοι. Φιλοσοφία καθαρή δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει πολιτική που να εμπνέη την φιλοσοφία. Ο φιλόσοφος που δεν ενσαρκώνει τα οράματά του είναι καθηγητής και η φιλοσοφία που δεν είναι αδιάβροχη στην πολιτική μπαίνει στην υπηρεσία του κράτους. Ο φιλόσοφος δεν πολιτεύεται όχι επειδή περιφρονεί τα κοινά, αλλά διότι ο λόγος του δεν υπηρετεί κανένα συμφέρον. Δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά, ούτε και ουδέτερος. Η ουδετερότητα είναι πάντα στρατευμένη και το ξέρει, ενώ η στράτευσι, και το ξέρει κι αυτό, δεν είναι μόνο εφησύχασι, είναι ο τρόπος που βρίσκει το κακό να ριζώνη στον κόσμο. Ποιος θα πάρη το κακό επάνω του όταν όλοι το καταδικάζουν;

Η πραγματική παιδεία είναι ψυχαγωγία ερωτική. Η αρετή δεν διδάσκεται και η αλήθεια δεν τυποποιείται – οι ιδέες φανερώνονται στην ψυχή σε μιαν αποκάλυψι. Αυτό που μάχεται ο Πλάτων στην μίμησι είναι η παράδοσι της ψυχής στην μορφή και η μνημείωσί της. Η αληθινή ποίησι, πιστεύει, είναι μουσική, δεσμός με το επέκεινα που αγιάζει τον κόσμο και τον εμψυχώνει, και η φιλοσοφία η πιο μεγάλη μουσική. Αν η ομορφιά είναι του έργου, η σημασία απ’ όπου αναβλύζει το ξεπερνά. […]

Λειτουργία θα πη να ζης με την ψυχή σου. Η λειτουργία δανείζει το όνομά της σε μία τελετουργία που την συμβολίζει χωρίς να ταυτίζεται μαζί της, είναι το παράδοξο ενός πάθους που δεν συνειδητοποιούμε ποτέ την αιτία του. Το υπόγειο ρεύμα που διατρέχει τον ελληνισμό απ’ άκρη σ’ άκρη περνάει από εδώ. Η υφή του νοήματος στον Πλάτωνα δεν είναι γνωσιολογική και η θεωρία των ιδεών δεν είναι οντολογία παρά στον βαθμό που το είναι αποτελεί μέρος μίας ιεραρχίας η οποία καταλήγει στο επέκεινα. Ο έρως του Συμποσίου είναι ένας πόθος που ξεπερνάει τα πάθη και το μέγιστον μάθημα της Πολιτείας ένα δράμα ασύλληπτο για την γνώσι. Αυτό που μας τρελλαίνει και μας τυφλώνει στον έρωτα δεν είναι κάτι χειροπιαστό, είναι η παρεμβολή ενός καθ’ αυτού στο βίωμα. Όταν όμως η παρουσία δεν πληρώνει τον πόθο, τότε το νόημα δεν υπάρχει στις αισθήσεις αλλά στο πάθος της ψυχής. Πώς να πεισθούμε ότι το καλόν αυτό καθ’ αυτό ή η του αγαθού ιδέα ανοίγουν την οντοθεολογική εποχή της ιστορίας του είναι, όταν ουδέ τις λόγος ουδέ τις επιστήμη το φαντάζονται κι όταν μόλις και μετά βίας το διακρίνουμε (μόγις οράσθαι) χάρι στην δύναμι της ψυχής μας; Απέναντι στο επέκεινα, χωρίς αντικείμενο και καθαρή από αναφορές, η ψυχή χωρίς να παύη να είναι συνείδησι υπάρχει ως εσωτερικότης. Η αθανασία της πλατωνικής ψυχής που θεμελιώνει τον χωρισμό του Εγώ και της συνειδήσεως – την γύμνια της ψυχής, είναι η προϋπόθεσι της θεώσεως (ομοίωσις θεώ κατά το δυνατόν) και η φιλοσοφία η πρώτη λειτουργία. Αυτός που αρκείται στα φαινόμενα χωρίς να ανοιχτή στις ιδέες δεν ζη με την ψυχή του και καταστρέφεται στην πραξι του. Η λειτουργία είναι ζωή πνευματική, το βάθος της Ιστορίας. […]

Η λειτουργία ενσαρκώνει την ιδέα μιας ιστορίας που υπακούει στην ηθική και όπου η δόξα του Θεού ως λόγος υπάρξεως αγιάζει το είναι. Η ύπαρξι όμως και η ιστορία δεν έχουν θέσι στην δυαδικότητα του μυστικού θείου έρωτος. Οι τρίτοι αποκλείονται από την κοινωνία του μυστικού με τα ύψη. Ο νηπτικός ησυχάζει με την νηστεία και με την προσευχή, αλλά το είναι μένει αλειτούργητο: χωρίς σταυρό ο κόσμος δεν αγιάζει. Αυτή η αντινομία στέρεψε το Βυζάντιο και το γονάτισε. Βυθισμένος ο μεσαιωνικός ελληνισμός στην εντέλεια της μυστικής ακινησίας, λησμόνησε την ατέλεια της μορφής και παραιτήθηκε από την λειτουργία, όπως παραιτήθηκε άλλωστε και η Δύσι, όταν αναζητώντας διέξοδο στα αδιέξοδα του μυστικισμού οδηγήθηκε στην θεοποίησι της ιστορίας. Διαχωρίζοντας οι καθολικοί μοναχοί των τελευταίων μεσαιωνικών χρόνων την προσευχή από το εργόχειρο, χώρισαν την λειτουργία από την ιστορία και νομοθέτησαν τα πεπρωμένα μιας κοινωνίας βιομηχανίας και τεχνικής. Στον κόσμο της θετικής θεολογίας ο Θεός, παρά την δογματική του αποφατικότητα, παίρνει τις διαστάσεις του σύμπαντος, η λειτουργία ξεπέφτει σε ιεροτελεστία και η Εκκλησία από χώρος του απεριόριστου μεταβάλλεται σε κράτος του Θεού, θεμέλιο και στήριγμα του συγχρόνου κράτους. Εδώ βασιλεύει η επιστήμη ως τεχνική και ως δύναμι, ένα πνεύμα δοτό (εκ του Πατρός) που πνίγεται σε μία ανθρώπινη γνώσι (και εκ του Υίού εκπορευόμενον). Άραγε το ασυμβίβαστο του ιδανικού και της ιστορίας που υποφέρουμε δεν είναι η ψυχοπάθεια μιας ζωής η οποία δεν κατορθώνει να λειτουργηθή και να λειτουργήση; […]

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται ούτε στην Ανατολή ούτε στην Δύσι, είναι η αναφορά των σημείων του ορίζοντα και ο ορίζοντας. Το μέτρο της προτεραιότητος ενός γεγονότος δεν εξαρτάται από την χρονολογία του άλλα από τον χρόνο με τον οποίο μας κατακλύζει. Η ιστορία αρχίζει πάντοτε με κάποιο μοιραίο γεγονός που στην δική μας περίπτωσι ήταν η ίδια η Ιστορία. Η ιστορία είναι το γεγονός της φιλοσοφίας και ο πολιτισμός της φιλοσοφίας, πλανητικός και διαπλανητικός πια, ο ελληνικός πολιτισμός. Ο χριστιανισμός δεν έρχεται απ’ έξω για να συμπληρώση τον ελληνισμό ή για να τον αναιρέση: είναι γνήσιος καρπός του ελληνισμού και ανακεφαλαίωσί του, ενσάρκωσι του Θεού-Λόγου. Ζούμε έναν ελληνικό πολιτισμό και μοιραζόμαστε την δόξα του και την κρίσι του. Η τεχνική είναι ανίκανη και για το καλό και για το κακό – μας προσφέρει ό,τι της ζητήσουμε. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα προϊόντα της τεχνικής είναι ουδέτερα, αλλά ότι η τεχνική μπορεί να υπηρετήση το αγαθό. Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιή πως δεν υπάρχει κατάκτησι που να τον ολοκληρώνη και πως η ολοκλήρωσι είναι σχέσι λειτουργική, τότε έχει την δύναμι να εισχωρήση στα βάθη τού είναι χωρίς να αυτοκτονήση. Αυτό είναι το νόημα της πλατωνικής επιστήμης, που είναι κατά βάθος ηθική και που βρίσκεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας· κι αυτό είναι το μήνυμα της σταυρώσεως. Η κρίσι που παραδέρνει ο κόσμος μας δεν οφείλεται στην τεχνική ή την οικονομία ή τον υπερπληθυσμό, είναι κρίσι νοήματος με μορφές τέτοιες – ηθική κρίσι. Ξεχνάμε ότι η κυριαρχία τού είναι δεν διαφέρει από την εξουσία του Σισύφου πάνω στην πέτρα του και ότι απόλυτη εξουσία και απόλυτη σκλαβιά πάνε μαζί. Η σημερινή κρίσι, όπως όλες οι κρίσεις άλλωστε, είναι ρήξι της υπάρξεως με τους λόγους υπάρξεως, λήθη της ρίζας και όχι σήψι της. Η πτώσι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σημαδεύει μία εποχή που θυμίζει έντονα την δική μας: μία κοσμοκρατία καταρρέει υπό το βάρος της παντοδυναμίας της, η οποία δεν έχει να στηριχθη πουθενά. Όταν ρίζα της δυνάμεως είναι η δύναμι, η παντοδυναμία είναι λήθη της ρίζας και το αδιέξοδό της απροχώρητο. Στις περιπτώσεις αυτές ούτε οι βάρβαροι ούτε οι υποανάπτυκτοι είναι μία κάποια λύσις: οι άνθρωποι αυτοί, ας μην αυταπατώμαστε, θέλουν απλώς την εξουσία.

Η νεώτερη Ελλάδα παραπαίει αναζητώντας την ταυτότητά της μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Η περιπέτεια αυτή που αρχίζει τα τελευταία βυζαντινά χρόνια σαν πνευματική κρίσι και που με την Τουρκοκρατία και την Ενετοκρατία μετατρέπεται σε υλικό γεγονός, είναι η μόνιμη και αφανής αιτία όλων των διχασμών που υφαίνουν την νεοελληνική πραγματικότητα, μία αργία του παρόντος η οποία καταδικάζει τους αιώνες να συνωστίζονται στο παρελθόν χωρίς διέξοδο στο μέλλον. Ένα στενό μπορεί να σταματήση την θάλασσα. Τι άλλο να είναι η αρχαιολογία της ιθαγένειας από το παρελθόν που δεν διαρκεί και πώς ένα παρόν που αργεί να μην υποκινή την Μεγάλη Ιδέα μιας νεκραναστάσεως, να μην ανοίγη τον δρόμο στον Διαφωτισμό και τις ιδεολογίες της δυνάμεως και της ρήξεως που αυτός συνοψίζει; Δεν είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος, είμαστε ναυάγιο σε ένα παρόν αυτοσκοπό. Ποια μπορεί να είναι η ιθαγένεια του Νεοέλληνα σε έναν κόσμο ελληνικό; Πώς και πού να την αναζητήση, όταν η Ελλάδα ζη και βασιλεύη σε ένα πνεύμα ζωής που δεν παρέχει προνομίες ελληνικότητος σε κανέναν; Υπάρχει μία περίπτωσι εξελληνισμού που δεν αφελληνίζει;

Η ιθαγένειά μας είναι η γλώσσα μας. […] Η ελληνική γλώσσα είναι έργο ποιητικό. Στην ιστορία της διαβάζουμε την ιστορία της ιστορίας και στους ποιητές της αναγνωρίζουμε τους μεγάλους ιστορικούς. Δεν υπάρχει συναίσθημα γι’ αυτή την γλώσσα που αναβλύζει απ’ την ψυχή – τα ελληνικά αρνούνται την ψυχολογία. Τα συναισθήματα είναι αντιδραστικά και η έκφρασί τους παραποίησι. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στα αρχαία ελληνικά, την μόνη γλώσσα συγγραφέων που υπάρχει: ο λόγος των Αρχαίων είναι άσβηστο ηφαίστειο, ρίζες που σκίζουν τα βράχια και φωτιές που καίνε τον ουρανό. Η ανάγκη της εκφράσεως δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο αίτημα ελευθερίας – ο φιλελευθερισμός της προοπτικής αφήνει ασυγκίνητη την ελληνική ψυχή. Όχι πως οι Αρχαίοι αγνοούσαν την προοπτική, αλλά το σύμπαν τους δεν ήταν εκτεθειμένο σε ένα φως υπερκόσμιο. Η λογική της προοπτικής είναι η αποσύνθεσι της μορφής σε ένα μαθηματικοποιημένο χώρο, η διεκδίκησι της απόλυτης ελευθερίας στην αντινομική πρακτική τού άνευ όρων. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ο αναρχισμός έχει μία πολιτική προοπτική και ένα βάθος λογοκρατίας. Η ανάγκη του κόσμου και η ανάγκη της μορφής πάνε για τον Έλληνα μαζί· η δημιουργία βρίσκεται πέρα της ελευθερίας και της υποταγής, δεν είναι ούτε εξευμενισμός των στοιχείων της φύσεως ούτε διάλυσι του κόσμου σε ατομικά συναισθήματα, είναι ελάφρωμα της ύλης στην μορφή – εξαΰλωσι. Η τέχνη είναι η λειτουργία του κόσμου, ένας συμβολισμός που παραμερίζοντας τις αισθήσεις μάς οδηγεί στην αλήθεια μιας τάξεως καθαρά πνευματικής. Ακρότης και εξοχή τις λόγων εστί τα ύψη. Τι θα μπορούσε να εκφράση ένας τέτοιος λόγος και τι να μεσιτεύση; Και πώς να μιλήση αλλιώς απ’ την σιωπή; Η σιωπή είναι ο λόγος της δημιουργίας.

Ο λόγος των βυζαντινών είναι βαρύτιμο άμφιο. Ύμνοι, ψαλμοί, εικονίσματα, κεριά, μυρωδικά, αρχιτεκτονικές, συνεργάζονται να υψώσουν τον πιστό στον μυστικό κόσμο της Ορθοδοξίας. Ο λόγος αυτός, εικόνα και ομοίωσι του Δημιουργού-Λόγου, ανταποκρίνεται στην πνευματική υπόστασι του κόσμου με μια τέτοιαν εντέλεια, ώστε να μην αποφεύγη κανείς την αμαρτωλή σκέψι πως ο Θεός ίσως καταλαβαίνη μόνο ελληνικά. Έκφρασι απόλυτη ενός απολύτου κόσμου, ασυμβίβαστη με το συναίσθημα! Οι βυζαντινοί ποιηταί αττικίζουν φανατικά χωρίς ούτε λόγιοι να είναι ούτε και γλωσσικό πρόβλημα να δημιουργούν, ενώ το έργο τους, η Θεία Λειτουργία, αιώνες τώρα θερμαίνει τις ψυχές των απλών ανθρώπων και των σοφών. Η γλώσσα που υπηρετεί το απόλυτο και το απρόσιτο αγνοεί το συναίσθημα. Το συναίσθημα είναι το σκίρτημα του Εγώ στην θέα τού είναι, η μικροψυχία της πρώτης συλλήψεως. Πώς να πιάση τόπο το συναίσθημα στην ψυχή και πώς να την εκφράση, όταν αυτή δίνεται στο άμορφο και το πέραν; Ο μυστικός δεν ζη με τις αισθήσεις γιατί ξερριζωμένος από τον κόσμο είναι ψυχισμός: ο λόγος του και η τέχνη του δεν αναπαριστούν, ενσαρκώνουν την αφθαρσία και μάς λειτουργούν. Η γαρ τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει. Ανεμισμένα πεύκα σε βράχους βυζαντινών εικονογραφιών, χρυσοί ουρανοί, μορφές αγίων, τροπάρια, κανόνες και κοντάκια δεν είναι του κόσμου μας, όπως δεν είναι και δικά μας έργα. Η πρωτοτυπία και η πρωτοβουλία είναι άγνωστες στην βυζαντινή τέχνη και σκέψι. Και η ελευθερία. Το μαντεύεο Μοίσα, προφατεύσω δ’ εγώ του αρχαίου ποιητή, ο βυζαντινός ελληνισμός το έκανε καταδικό του. Ο υμνογράφος ακολουθεί ένα τραγούδι αγγελικό και ο αγιογράφος αποτυπώνει την «ιδέα» κάποιου αγίου, αδιαφορώντας για το πραγματικό του πρόσωπο· δεν υπάρχει κορώνα στην υμνογραφία και δεν υπάρχει προοπτική στην εικονογραφία· ο θείος έρως για τον αρχιτέκτονα δεν είναι έφοδος στον ουρανό, είναι ταπείνωσι και προσκύνησι, καμπύλη του τρούλλου: η βυζαντινή αισθητική είναι ηθική. Στην λυτρωτική τελειότητα της ταπεινώσεως που πραγματοποιεί το πλατωνικό όραμα της εξορίας των ποιητών, λειτουργούν χίλια χρόνια εξορίας του συναισθήματος και χίλια χρόνια αφθαρσίας της γλώσσας.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο «Τόπος υπερουράνιος» (σήμερα, τμήμα του τόμου «Τριώδιον», εκδ. Αρμός) που πρωτοκυκλοφόρησε το 1974.

Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο βρίσκονται αναρτημένα εδώ 

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here