Μετανεωτερικότητα και Θρησκεία

1
393

Δημήτρης Αγγελής

Με αφορμή τη συζήτηση για την αποκαθήλωση των χριστιανικών συμβόλων

Η εποχή της νεωτερικότητας, της οποίας τους έσχατους καιρούς διανύουμε σήμερα («ύστερη νεωτερικότητα», κατ’ άλλους μελετητές έχουμε ήδη εισέλθει σε επόμενο στάδιο, αυτό της «μετανεωτερικότητας»), είναι η εποχή της αυτονόμησης του ατόμου από τις καταπιεστικές εξουσίες του παρελθόντος (απ’ το λεγόμενο ancien regime: δηλαδή τα αυταρχικά, απολυταρχικά καθεστώτα, την συμπλέουσα με αυτά Εκκλησία, τις προλήψεις, κλπ.), εποχή που ξεκινάει από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση (1517-1600 περίπου), περνάει από το στάδιο του Διαφωτισμού, φτάνει στη Γαλλική Επανάσταση (1789) και στη εγκαθίδρυση του γαλλικού λαϊκού ή ουδετερόθρησκου κράτους (1905), για να καταλήξει στις μέρες μας. Ο θρησκευτικός, πάντως, επικαθορισμός της χρονικής αφετηρίας της νεωτερικότητας είχε δύο πολύ σημαντικές συνέπειες: από τη μια μεριά, την ταχύτατη εξάπλωση της Διαμαρτύρησης που ως κατεξοχήν έκφραση του αυτόνομου, αυτοκαθοριζόμενου κι εκκοσμικευμένου υποκειμένου παρουσιάζει, σε σχέση με τα δεδομένα της θρησκευτικά αποχρωματισμένης εποχής μας, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι των συμπαγών χριστιανικών δογμάτων, λόγω και της καταστατικής της πολυφωνίας. Από την άλλη, συνέδεσε την ίδια τη νεωτερικότητα με μία εντατική προσπάθεια απεξάρτησης του ατόμου από τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς δεσμούς, προσπάθεια που άλλοτε εκφράστηκε βίαια κι επιθετικά (π.χ. Γαλλική Επανάσταση), κι άλλοτε σε επίπεδο θεωρητικό, ως οξύτατη σύγκρουση στο πεδίο των ιδεών.

Γεγονός, πάντως, είναι ότι υπάρχει μια σχέση έντασης μεταξύ θρησκείας και νεωτερικότητας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που θα μπορούσε κανείς ν’ αναρωτηθεί αν αυτή καθαυτή η θρησκευτική πίστη είναι συμβατή με την εποχή μας. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο εξαιτίας της θεσμικής και πολιτισμικής αναδιάρθρωσης του συνόλου των κοινωνικών αξιών, λόγω της παγκοσμιοποίησης: όσο η πολυπολιτισμικότητα κερδίζει έδαφος σε βάρος τής κατά τόπους επικρατούσας ηθικής κοινότητας και εξαπλώνεται γύρω μας ένας πλουραλισμός αντικρουόμενων ιδεών κι ένας πολυθεϊσμός αξιών, τόσο περισσότερο γίνεται αναγκαία μια ξεκάθαρη διαμεσολαβητική πολιτική θεωρία που θα θέτει τους έλλογους και εύλογους, κατά Ρώλς, κανονιστικούς όρους προκειμένου ν’ αποφεύγονται, στο πλαίσιο της αρχής της ανεκτικότητας και της αποδοχής του άλλου, οι συγκρούσεις και να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη. Τούτο, ευθύς αμέσως συνεπάγεται μια σχετικοποίηση και περιθωριοποίηση της θρησκευτικής διερμηνείας του κόσμου, καθώς και μια σταδιακή απαξίωση κάθε υπερβατολογικής συμβολικής που με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάζει την συμπεριφορά των πολιτών.  
Η νεωτερική απομάγευση του κόσμου, που τόσο παραστατικά έχει περιγράψει ο Βέμπερ, έχει θέσει σήμερα την Εκκλησία, ή μιλώντας γενικότερα τις θρησκείες, στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, επιτρέποντας μια επιλεκτική και καθαρά χρησιμοθηρική πρόσληψη των θρησκευτικών αξιών. Έτσι, από τη μια μεριά η παρουσία της Εκκλησίας επικροτείται όταν κρίνεται ότι παράγει έργο κοινωνικά επωφελές, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις του κρατικού συστήματος πρόνοιας. Από την άλλη μεριά, όμως, ο λόγος της –ο οποίος, όπως είναι φυσικό, προβάλλει αρχές μη διαπραγματεύσιμες και με αξίωση καθολικής εγκυρότητας– επικρίνεται κάθε φορά που θεωρείται ότι εξέρχεται από τη στενή, ιδιωτικού μόνο ενδιαφέροντος ζώνη που έχει οριοθετήσει, ως ζωτικό χώρο γι’ αυτήν, η πολιτική. Και δεν θα πρέπει επιπλέον να ξεχνάμε ότι ο εμμενής, πραγματιστικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιτίθεται σαφώς στην άνωθεν θεολογική νοηματοδότηση του κόσμου, απ’ την οποία άλλωστε έχει επιλεκτικά υφαρπάξει όλα εκείνα τα στοιχεία που επενδύουν την θεσμική εξουσία και κυριαρχία με συμβολική εγκυρότητα και ισχύ. Όπως έχει εξηγήσει ο Καρλ Σμιτ στη μελέτη του για την «πολιτική θεολογία», οι κυριότερες έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του Κράτους αποτελούν εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Άλλος ένας λόγος, λοιπόν, για τον οποίο η κρατική εξουσία απαξιώνει την Εκκλησία, αφού εδώ και καιρό η τελευταία έχει πάψει να λειτουργεί ως νομιμοποιητική αρχή και υπερβατική δικαίωση των πολιτικών αποφάσεων.
Στο νέο, τελικά, περιβάλλον της ομογενοποίησης των πολιτισμικών συμπεριφορών, το οποίο για χάρη της καταναλωτικής ευδαιμονίας εξορθολογίζει και σχετικοποιεί τη σημασία των κάθε λογής παραδόσεων, η θρησκευτική εμπειρία οφείλει να είναι περιορισμένη στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και του υποκειμενικού συναισθήματος, να είναι δηλαδή ελεγχόμενη. Έτσι εξηγείται και η συνεχής αμφισβήτηση του δημόσιου λόγου αλλά και των πολιτιστικών εκφράσεων της πλειοψηφούσας θρησκείας που φτάνουμε σήμερα να τα θεωρούμε ως ιδιαίτερα «προνόμια»: ο χριστιανικός μονοθεϊσμός ανέκαθεν θεωρούνταν πολιτικά επικίνδυνος, ωστόσο ποτέ του, τουλάχιστον στην ορθόδοξη εκδοχή του, δεν αποδείχτηκε και κοινωνικά επικίνδυνος, το αντίθετο. Όμως σήμερα, στην εποχή της λατρείας της παγκόσμιας οικονομίας, για προφανείς λόγους, αναγορεύεται σε κίνδυνο για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα…
Στο περιθώριο της θεωρητικής συζήτησης που προηγήθηκε, σημειώνουμε εδώ ότι η περίπτωση της χώρας μας, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών διαμόρφωσης του νεοελληνικού κράτους (τουρκοκρατία, εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας, καθυστέρηση ανάπτυξης, κ.τ.λ.), καταχωρείται στις περισσότερες μελέτες περί νεωτερικότητας, μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια, στις εξαιρέσεις. Τα αποτελέσματα αυτής της καθυστερημένης εισόδου στη νεωτερικότητα θεωρήθηκαν ως επαρκής δικαιολογία ώστε να προκριθεί ένα σκληρό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού (modernization: σύνολο σωρευτικών αλληλοενισχυόμενων διαδικασιών), και όχι μια ήπια νεωτερίκευση (:προαγωγή εκείνων των διεργασιών που συγκροτούν την συνθήκη της νεωτερικότητας) της ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός αυτό είχε πριν κάποια χρόνια ως αποτέλεσμα μια περίοδο σφοδρής κοινωνικής σύγκρουσης εξαιτίας μιας άσκοπης όσο και αμελητέας μεταβολής στον τύπο των αστυνομικών ταυτοτήτων και στη συνέχεια έναν παρατεταμένο διάλογο πάνω στο ανώριμο ακόμα θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας, μέσα στον οποίο εντάσσεται και το ζήτημα της αποκαθήλωσης των χριστιανικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους. Η επιλογή της βίαιης εκσυγχρονιστικής διαδικασίας που, κατά τον Χάμερμπας, καθιστά τη νεωτερικότητα ένα γενικό υπόδειγμα διαδικασιών κοινωνικής εξέλιξης, ανεξαρτήτως του ιδιαίτερου χωρο-χρονικού πλαισίου στο οποίο εφαρμόζεται (γεγονός που κατανοείται ως βούληση εργαλειακής κυριαρχίας, δηλαδή ως ορθολογική απαίτηση χειραγώγησης και καθυπόταξης των κοινωνικών συνθηκών), οφείλεται σε μια περιφρονητική στάση προς την, θεωρούμενη ως οπισθοδρομική, ελληνική πραγματικότητα. Όμως, ακόμη κι αν αυτή η πραγματικότητα αλλάξει, ακόμα κι αν απωλέσει τις θρησκευτικές της αναφορές ή τον ορθόδοξο ηθικό και πολιτιστικό της καθορισμό, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι ο δικαιικός ηθικός νομικισμός και η πολιτειακή διαπαιδαγώγηση θα κάνουν τους πολίτες καλύτερους, ώστε να μη φέρονται εγωιστικά αλλά «ώριμα» και ορθολογικά. Φαίνεται, τελικά, πως η επί δύο τουλάχιστον αιώνες φιλοσοφική αποδόμηση του Διαφωτισμού δεν κατάφερε ακόμα να εξαλείψει τις ιδεοληψίες των όψιμων, στη χώρα μας, υποστηρικτών του…

πηγή: Aντίφωνο, πρωτοδημοσιεύθηκε στην Πολιτική Ενημέρωση, τ. 2, Ιανουάριος 2010

1 σχόλιο

  1. Θ α ήθελα να σταθώ σε ένα πολύ σημαντικό, κομβικό κατ’ εμέ σημείο του άρθρου και αν είναι δυνατόν να το διαπραγματευτώ νενικότερα. Είναι μια παρεξήγηση που είναι τόσο εύκολο να διασαφηνιστεί εννοιολογικά που είναι απορίας άξιον πως εδώ και πολύ καιρό διαιωνίζεται στο λόγο, αν και οι ιστορικές καταβολές αυτής της παρεξήγησης εύκολα αιτιολογούν την ύπαρξή της. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι ο θρησκευτικός λόγος ‘ο οποίος όπως είναι φυσικό προβάλλει αρχές μη διαπραγματεύσιμες με αξίώση καθολικής εγκυρότητας’ δε συνεπάγεται αναπόφευκτα μια οποιαδήποτε αυταρχικότητα ή διάθεση επιβόλής αυτού λόγου. Αυτό δε μάλιστα είναι και εσωτερικό στοιχείο των περισσοτέρων από αυτών παραδοσιαών πίστεων, δηλαδή ο σεβασμός της ελευθερίας του ανθρώπου και η μη χρήση βίας (οποιασδήποτε βίας, ακόμη και ψυχολογικής) στη διάδοση αυτού του λόγου. Από την άλλη μεριά είναι φανερό ότι στην πράξη αυτή η αρχή καταστρατηγήθηκε πολλές φορές ιστορικά ώστε να συνδεθεί όποιαδήποτε πίστη ανφοράς σε ‘μία αλήθεια’ και μάλιστα ‘μια συγκεκριμένη αλήθεια’, στις συνειδήσεις και με την αυταρχική αξίωση της παραδοχής της. Σήμερα το δικαίωμα της θρησκευτικής ανεξαρτησίας η της ελεύθερης επιλογής πεποιθήσεων και η δημόσια έκφραση της δικαιώματα ακόμη και συνταγματικά κατοχυρωμένα στη δύση είναι από τα πλεόν αναμφισβήτητα και αυτονόητα δεδομένα του πολιτισμού μας. Αν καταστρατηγούναται στην πράξη (που καταστρατηγούνται) είναι πάντως κάτι που δεν μπορεί να γίνει παρά κρυφά και επικαλυμένα, μη νόνιμα. Από την άλλη μεριά θεωρείται σήμερα από τη σύγχρονη σκέψη ότι η ελευθερία αυτή, σημαίνει και σχετικοποίηση της αλήθειας. ¨οτι δεν μπορεί να υπάρχει μια καθολική αλήθεια και ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανεις κάτι τέτοιο και πολύ περισσότερο να ισχυριστεί ότι η παράδοση που είναι κανείς μέλος η πίστη ή ο λόγος της είναι ο πιο έγκυρος φορέας της. Απορέι κανείς που αυτή η σύνδεση παρουσιάζεται ως λογικά αναπόφευκτη, παρότι είναι ιστορικά κατανοητή. Παρόμοια βέβαια σύγχυση συμβαίνει και σε άλλα ζητήματα, δηλαδή θα πρέπει να κανείς να αποδείξει ότι ένας νέγρος έχει βιολογικά την ίδια διανοητική ικανότητα με ένα λευκό και κάτά μέσο όρο τον ίδο βαθμό εφυίας, ώστε να μπορεί να έχει και τα ίδια δικαιώματα. Είναι φοβερά παράδοξο ότι και οι δύο πλευρές (υποστηρικτές και μη των ίσων δικαιωμάτων) αποδεχόνται τέτοιου είδους κριτήρια σε αυτές της συζητήσεις. Με την ίδια λογική ένας καθυστερημένος διανοητικά άνθρωπος δε θα πρεπε να έχει ίσα δικαιώματα, ενδεχομένος και ένα παιδί, ένας άρρωστος ή ένας γέρος. Ευτυχώς που αντιρροπιστικά σ’ αυτην την ιδεολογική σύγχυση έχει σήμερα αναπτυχθεί μια κοινωνική ευαισθησία προς όλες τις μειονεκτικές ομάδες που χρειάζονται μια ιδιαίτερη φροντίδα. Η αντίληψη αυτή, να σημειώσω εδώ, ότι κάποιος άνθρωπος με ανώτερα ή περισσότερα χαρίσματα από κάποιον άλλον είναι αυτόματα ανώτερος και δυνητικά δικαιούται να ασκεί εξουσία πάνω στους άλλους είναι βαθύτατα αντιχριστιανική. Η εκκλησία πιστεύει ότι οποιοδήποε ατομικό χάρισμα είναι μια δωρεα που δίδεται για την υπηρεσία του πλησίον και μια τέτοια αντίληψη βαθιά αντιεξουσιαστική έχει και για τις θέσεις ‘εξουσίας΄ (στη θεωρία τουλάχιστον) ότι αυτός που έχει μια τέτοια θέση δεν έχει στην πραγματικότητα παρά μια παραπάνω υποχρέωση και ευθύνη για τη διακονία του πλησίον.
    Επιπροσθέτως θα ήθελα να αναφερθώ στην σύνδεση εκκλησία-κράτους στην ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για ενα μακρό ιστορικό δεδομένο που στην πραγματικότητα η αιτία και η δικαιολόγησή του βρίσκεται στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών ήταν ταυτόχρονα και χριστιανοί ορθόδοξοι. Από και και πέρα όταν αυτό το δεδομένο πάυσει να ισχύει (και σήμερα δείχνει πως προς τα κει βαίνουν τα πράγματα) είναι φυσικό κάτι τέτοιο να πάψει να υφίσταται (μια διαπίστωση που θα μπορούσε να ελεγθει με τη μορφή ενός δημοψηφίασματος). Για την εκκλησία μια τέτοια σύνδεση δεν είναι απαραίτητη και δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι αυτό θα την βοηθήσει ώστε να απεμλακεί από συμφέροντα και δεσμούς με την οποια κρατική εξουσία και έμπρακτα να ρθει πιο κοντά στον πραγματικό της χαρακτήρα που καμια σχέση δεν έχει με ‘βολέματα’ και ‘προνόμια’

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here