Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος

7
98

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

“Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος”  Νικόλαος Καβάσιλας

Το παρόν πόνημα αποτελείται από δύο επιμέρους κείμενα. Το πρώτο αναφέρεται στον επίσκοπο Αντιοχείας Ιγνάτιο και στην πορεία του προς τη Ρώμη, προκειμένου να ριχτεί βορά στα θηρία, το δεύτερο στους αναχωρητές της Θηβαϊδας και τους μοναχούς.
Ο αναχωρητισμός εμφανίζεται αμέσως μετά την ανακήρυξη του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Ρωμαϊκού κράτους. Μόλις ο Χριστιανισμός θριαμβεύει, δημιουργούνται οι πρώτοι πυρήνες ασκητών στην έρημο της Θηβαϊδας, στην Αίγυπτο, και εν συνεχεία στην Παλαιστίνη και τη Συρία. Τη θέση των μαρτύρων των πρώτων χριστιανικών χρόνων παίρνουν, μόλις κοπάσουν οι διωγμοί, οι αναχωρητές με το σκληρό ασκητικό τους βίο. Αντί να γευτούν το θρίαμβο αναχωρούν στην έρημο. Γιατί συνέβη αυτό; Ποια ανάγκη ώθησε εκείνους τους ανθρώπους να επιλέξουν αυτού του είδους την άσκηση, τη γεμάτη πειρασμούς και δοκιμασίες; Αυτό που επιζητούσαν δεν συμβιβαζόταν με τα πράγματα του κόσμου.

Και άφησαν πίσω τα του κόσμου για να κερδίσουν τα του ουρανού. Και με τις ροές των δακρύων εγεώργησαν της ερήμου το άγονον, όπου το τοπίο ανάλλαχτο δοκιμάζει τις ψυχές σαν σε καμίνι. Η έρημος γίνεται ο άψευστος καθρέφτης της καρδιάς, οι ασκητές γίνονται κάτοπτρα που δεν αντανακλούν κάποια εικόνα του εαυτού τους, συμμετέχοντας στη ζωή του Θεού-Λόγου που οδηγεί στην αληθινή απεραντοσύνη. Του Λόγου του αποβλητέου από τα έθνη και απόντος, όσο κι αν θέλουμε να δείξουμε ότι έχει πλέον ένα σπίτι πάνω στη γη. Ο επίσκοπος Αντιοχείας Ιγνάτιος, ο αποκαλούμενος και θεοφόρος, θα παραδοθεί στον Μόνο που μπορεί να τον βγάλει απ’ την κατάσταση που ορίζει η φθορά και ο θάνατος. Τούτο προϋποθέτει μια σειρά από σκληρές δοκιμασίες, μια πτώση, μια σειρά από παραιτήσεις που ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει πλήρως την ευθύνη τους, για να φτάσει στην ελευθερία από κάθε εξωτερικό και εσωτερικό καταναγκασμό. ΄Εχοντας αποκαλυφθεί ο Χριστός-Λόγος στα μάτια του και το μυστήριο της θείας αγάπης, αρνείται να συμμετάσχει στο κακό που κυβερνά τον κόσμο, να το αντιπαλέψει χρησιμοποιώντας τα μέσα και τους τρόπους του, ή απλώς να το ανεχθεί. Αυτό είναι που τον καθιστά αθώο. Η στάση και ο τρόπος που σκέπτεται δεν είναι υποταγμένες σε κάποιες, έστω ανομολόγητες, ιδεολογικές ή θρησκευτικές κατευθύνσεις, ή σε κάποια προσωπική δικαίωση. Απηχούν το μέτρο της δια του Σταυρού αγάπης του Χριστού, που δεν μπορούμε ν’ αντέξουμε. Της αγάπης που συντρίβει κάθε εγκόσμιο γόητρο και απογυμνώνει κάθε πολιτισμικό νόημα. ΄Η μάλλον εισάγει ένα πολιτισμικό νόημα που δεν έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα έως τώρα.
Βέβαια, αν δεν ήμασταν εμείς που θα τον καταδικάζαμε σε θάνατο, θα ήμασταν εμείς που πρόθυμα θα του προσφέραμε τα μέσα για να γλιτώσει. Ο Ιγνάτιος με την πορεία του προς το πάθος δίνει την απάντηση: «Δεν είναι έργο πειθούς ο Χριστιανισμός αλλά μεγαλοσύνης, όταν ο κόσμος τον μισεί».

Οι διαλογισμοί που συνόδευσαν τη συγγραφή του παρόντος, ήταν αν υπάρχει δρόμος που να μην είναι φενάκη, αν ζητάμε ένα δρόμο για μια ριζική ανατροπή της στάσης και της συμπεριφοράς μας εν τω κόσμω, ένα δρόμο όπου απομυστικοποιώντας τα συναισθήματά μας και τη σημασία που δίνουμε σ’ αυτά, να δώσουμε στα πράγματα ένα νόημα και να σταθούμε απέναντι στο μηδενισμό, καθώς όλα διαλύονται, και μάλιστα στην προσπάθειά τους να βρουν ένα νόημα μέσα στη συνεχή τρεπτότητα της ανθρώπινης φύσης και των πραγμάτων.
Η ζωή που υποτίθεται έχουμε στα χέρια μας, γίνεται ξένη και νιώθουμε ξεριζωμένοι και ορφανοί επί της γης. Βαθιά είναι η αίσθηση της ματαιότητας, όταν καταλαβαίνει κανείς ότι η σφραγίδα της φθοράς συντρίβει την δυνατότητά μας νοηματοδοτήσεως του κόσμου, καθώς αναζητά την πραγματική ζωή.
Βλέπουμε στις μέρες μας ότι η παγκόσμια κατάσταση, η συνείδηση ότι μια ολική καταστροφή είναι δυνατή, ταυτίζεται με τον εσχατολογικό λόγο περί καταστροφής των πάντων. Μόνο που η δυνατότητα καταστροφής των πάντων δεν προέρχεται από κάποια Ημέρα Κυρίου, αλλά από τις δυνατότητες της ίδιας της ανθρωπότητας. Κι όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν ότι η αντίδραση κατά του πολέμου προέρχονται από τα μαθήματα των παλαιών καλών ανθρωπιστικών σχολών, που διαχωρίζουν την άκρως απαραίτητη βία από την κακή και αποτρόπαια των ισχυρών, η απουσία νοήματος, όσον αφορά στην ίδια τη ζωή και το περιεχόμενό της είναι πλέον φανερή.
Μιλάμε για δικαιώματα τη στιγμή που οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, είμαστε έτοιμοι να δώσουμε ακόμη και την ίδια μας τη ζωή, προκειμένου να γίνουμε κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαστε, και να μην αντικρίσουμε την ασθένεια και την αδυναμία μας. Το να γίνουμε «κάτι» στα μάτια των άλλων, σημαίνει ότι δεν μπορεί να είμαστε «κάτι» ενώπιον του Θεού, εξ ου και το αγωνιώδες ερώτημα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού όπως διατυπώνεται στο ποίημά του «Πόθος θανάτου»: 
Ει μηδέν ειμι,  Χριστέ μου, τις η πλάσις;
Ει τίμιός σοι, πώς τόσοις  ελαύνομαι;
(Εάν είμαι μηδέν, Χριστέ μου, γιατί με έπλασες;
Αν σου είμαι πολύτιμος, γιατί με κατατρέχουν τόσα;)

Μπορεί πλέον κανείς να μιλά για όλα και να τα εκθέτει όλα. Αποτελεί όμως πρόκληση και σκάνδαλο να μιλά για τον Χριστό, χωρίς μάλιστα να κρύβεται πίσω από απαγορεύσεις και ιδεολογικές οχυρώσεις. Δεν γίνεται να πλησιάσουμε βάσει ιδεών το πραγματικό σχήμα μας και να κινηθούμε πνευματικά, παρά με βάση τις κακοπάθειες και τα άλγη της ψυχής και του σώματος. Είναι σαν την πράξη της Βαπτίσεως, η εμβύθιση εντός των υδάτων της όντως ζωής. Μυστικώς ανθοφορεί η νέα ζωή και προσφέρει τους καρπούς της. Μέσα από τις κακοπάθειες της ψυχής και του σώματος.

Καθένας, ωστόσο, μπορεί να διερωτηθεί, τι λογής απαίτηση είναι αυτή, να πρέπει να κακοπάθει κανείς στην παρούσα ζωή για να μεθέξει στην αιώνια; Ανέτρεξα στη μελέτη των μύθων, προκειμένου να δικαιολογήσω μια πράξη που στην ουσία ήταν και παραμένει ανίερη: τη θανάτωση ως προϋπόθεση της μεθέξεως της θείας ζωής.
Η σχέση των Ευαγγελίων με τους μύθους και τη μυθική σκέψη είναι σημείο κομβικό. Με τον Χριστό καταλύεται η κυκλικότητα του χρόνου, ο χρόνος της αενάου επαναλήψεως. Πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα στον άνθρωπο ν’ αγγίξει το αιώνιο παρόν, το μεστό απ’ την ουσία και το νόημα που προσδίδει η αγάπη.
Αν δεχτούμε ότι δεν μπορεί να σταθεί πλέον μύθος γύρω απ’ τον οποίο να στρέφεται ο δήμος, η κοινότητα των ανθρώπων, παρότι εξακολουθούμε να ζούμε με περιτρίμματα και υποκατάστατα μύθων, μπορεί να δούμε και την τέχνη του λόγου σαν ένα μέσο που αποκαλύπτει την εικόνα της πτώσεώς μας, την οποία και οφείλουμε να αναλάβουμε. Η ίδια η ενσάρκωση του Χριστού σημαίνει το τέλος της μεταφυσικής. Δεν χρειάζεται λοιπόν να καλλιεργούμε φαντασιώσεις και μύθους, αλλά εισδύοντας στην εικόνα της πτώσεως, να μάθουμε τι λογής αγάπη είναι η αγάπη του Χριστού.
Αυτό που συμβαίνει σε χριστιανούς και άθεους είναι πως εξακολουθούν  να βλέπουν τα Ευαγγέλια υπό το φως των μύθων, και όχι τους μύθους υπό το φως των Ευαγγελίων. Άνευ όμως της χάριτος του Θεού δεν μπορούμε να εισέλθουμε στην εικόνα της πτώσεώς μας και να γεννηθεί το αίτημα της σωτηρίας, που διαφορετικά είναι ακατανόητο. Και όσο εισερχόμεθα στην εικόνα της πτώσεως, τόσο βλέπουμε καθαρά τις παγίδες του διαβόλου τις απλωμένες επί της γης, όπως έλεγε και ο Μέγας Αντώνιος.
΄Αραγε ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να ιδρύσει μια νέα θρησκεία και ένα νέο πολιτισμό ως συνέχεια του παγκόσμιου μυθικού και πολιτισμικού συστήματος; Και τι είναι αυτό που διαφοροποιεί το Χριστιανισμό από τις άλλες θρησκείες; Τι είναι αυτό που μπορεί να μας κάνει να πούμε ότι ο Χριστιανισμός κατά βάση δεν είναι θρησκεία; Με την έλευσή του στον κόσμο ο Χριστός συνέτριψε όλους τους μύθους. Και τούτο θα το καταλάβουμε αν αναγνώσουμε τα Ευαγγέλια όχι ως αλληγορίες ή κείμενα που κινούνται απλώς στο χώρο του συμβόλου ή μπορούν να εξηγηθούν βάσει κάποιας λογικής που υπαγορεύεται από τη σκέψη και τους τρόπους κάθε εποχής. Ούτε σαν παραμύθια που συνέβησαν «τω καιρώ εκείνω», in illo tempore, σε κάποιο μυθικό χρόνο, και δεν έχουν καμιά σχέση με το σήμερα. Αν τα διαβάσουμε και τα αφουγκραστούμε, αν δηλαδή αφήσουμε τα νοήματά τους να εισέλθουν εντός μας, αν τα δούμε μέσα από το φως που τα ίδια αναδίδουν και όχι προσπαθώντας να τα φωτίσουμε εμείς, θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός και ο Θεός-Λόγος είναι ένα και το αυτό. Ότι όσα λένε τα Ευαγγέλια δεν αφορούν μόνο τους ανθρώπους της εποχής τους, ή τους Φαρισαίους, αλλά ότι ο Χριστός είναι πάντα εδώ και μας ομιλεί και είναι στο χέρι μας να τον ακούσουμε ή να μην τον ακούσουμε. Εξακολουθεί να ομιλεί σε μας, που έχουμε αυτιά για να μην ακούμε και μάτια για να μη βλέπουμε. Και όσο κρατούμε κλειστά τα’ αυτιά και τα μάτια μας, τόσο η ζωή της ανθρωπότητας θα γίνεται πιο ολέθρια και καταστροφική.
Όταν ο άγιος Ιγνάτιος απορρίπτει τον κόσμο, απορρίπτει τον κόσμο του φόνου και του αίματος, και τον απορρίπτει από αγάπη για τον Χριστό. Γνωρίζει πως ο Χριστός είναι ο αθώος που απεπέμφθη από τούτο τον κόσμο, ότι υπέστη έναν ατιμωτικό και ντροπιασμένο θάνατο, ως ένα μίασμα που έπρεπε να εκλείψει. Μήπως έχουμε την εντύπωση ότι δεν θα πράτταμε κι εμείς ακριβώς τα ίδια με τους Εβραίους; ΄Ότι δεν πράττουμε τα ίδια; Με το να επιβάλλει κανείς την εξουσία του, εν ονόματι κάποιου δικαίου, της ενότητας ή της σωτηρίας του λαού ή του κράτους, πράττει τα ίδια, είτε είναι Κρέων, Καϊάφας ή νεωτερικός άνθρωπος.
Αν αναλογιστούμε ότι η αυτοκτονία, έστω ως πράξη απελπισίας, έχει γίνει συνήθης πρακτική σε διάφορες περιοχές του κόσμου προκειμένου να πληγεί ο αντίπαλος, έχω την εντύπωση πως το μίσος πλέον στρέφεται εναντίον όλων. Στους Βυζαντινούς του 14ου αιώνα υπάρχει μια διαφορά που επισημαίνει ο Γάλλος ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ. Είχε εκλείψει το «εποικοδομητικό μίσος» που θα τους επέτρεπε να στραφούν αποτελεσματικά κατά των εχθρών ώστε να επιβιώσουν, κάτι που σημαίνει πως η βία είχε χάσει στη συνείδησή τους το κέντρο της. Αυτή η κατάσταση δεν ήταν ανεξάρτητη του ησυχασμού. Ο ησυχασμός, που πιστεύω είναι η μεγαλύτερη επανάσταση που έγινε ποτέ, και φυσικά παραγνωρίστηκε, μας θέτει ενώπιον μιας άλλης καταστάσεως. Είναι τεράστια η σημασία του διαχωρισμού θείας Ουσίας και θείων Ενεργειών, που διατυπώθηκε από τον Γρηγόριο Παλαμά. Δεν είναι απλώς δυο θεολογικές έννοιες που αφορούν τους θεολόγους, την ακαδημαϊκή θεολογία ή την παράδοση. Δεν είναι καν έννοιες. Φανερώνουν την δυνατότητα του ανθρώπου να μεθέξει στο θείον, χωρίς ταυτοχρόνως να θίγεται η υπερβατικότητα του Θεού, η υπερβατικότητα της αγάπης του Θεού. Ενώ από τη Δύση, όπως και από το Ισλάμ, ο Θεός θεωρείται απροσπέλαστος στην υπερβατικότητά του, και όντως είναι, δια του Γρηγορίου Παλαμά δεχόμαστε ότι υπεισέρχεται στους βίους των ανθρώπων  και επί του επιπέδου της ιστορίας, παρέχοντας τη δυνατότητα υπερβάσεώς της. Τούτο υποδηλώνει η ενσάρκωση του Χριστού. Ας μην ανησυχούμε λοιπόν ότι ο Θεός βεβηλώνεται ή προσβάλλεται ή έρχεται ως εκδικητής και τιμωρός. Οι πράξεις μας είναι που σφυρηλατούν το αδυσώπητο πεπρωμένο μας.

Βλέποντας κατά πού βαδίζει ο κόσμος, καθώς είμαστε πια κύριοι του οίκου μας, «ελεύθεροι και αυτόνομοι», όπως επαγγέλλεται και η σύγχρονη εξατομίκευση, και μπροστά, και μόνο μπροστά, βρίσκεται το ειρηνικό, γεμάτο πρόοδο και ευζωία μέλλον, είθε η ζωή του Λόγου να ενισχύσει τις αντιστάσεις για τη χρησιμοποίηση κάθε είδους όπλου για εξόντωση των αντιπάλων, καθώς οι αντιστάσεις αυτές ολοένα αμβλύνονται.
«Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας» (Λουκάς, 20, 17). Ο Χριστός-Λόγος εξακολουθεί να αποδοκιμάζεται και να αποπέμπεται από τον κόσμο. Από το γεγονός της αποπομπής πρέπει να ξεκινήσουμε για να εννοήσουμε τι μπορεί να είναι η Εκκλησία. Ο Χριστός και Εκκλησία δεν μπορούν αληθινά να προσεγγιστούν για λόγους προσωπικής δικαίωσης, διατύπωσης θεολογικών ή ιδεολογικών απόψεων, επειδή έτσι λέει η παράδοση, ή απλώς ως καταφύγιο και προστασία. Αλλά ως αδήριτη ανάγκη, ως ζήτημα ζωής και θανάτου για τον καθένα χωριστά.

 

Από το βιβλίο: “Θηριομαχία – Δύο κείμενα για τον άγιο Ιγνάτιο και τους ασκητές της Θηβαϊδας”, εκδ.Ακρίτας 2003

7 Σχόλια

  1. Εξαιρετικό κείμενο. Μάθημα θέασης της ιστορίας· οδηγός υπερβάσεως των πειρασμών και των θλίψεων που χαρίζει στους εραστές της. Και για μένα προσωπικά, ένα μάθημα ανάγνωσης του ευαγγελίου. Ευχαριστώ Αλέξανδρε που το έγραψες. Ευχαριστoύμε Antifono που το κατέστησες προσιτό. Β.Ξ.

  2. Άτακτες σκέψεις και γράψιμο, που, προπαντός, δεν ανταποκρίνεται στον τίτλο του. Ωραίο ίσως, όμως, για λογοτεχνικό κήρυγμα. Δεν υπάρχουν απαντήσεις στις ερωτηματοθεσίες του, όπως λ.χ. για τη θεοδικία, για το “σταυρούσθαι” και για το “παθείν” τού ανθρώπου.

    Εγκαταλείποντας ο συγγραφέας την ιστορική ερμηνεία των Ευαγγελίων και υιοθετώντας την υπαρξιακή (R. Bultmann), όχι μόνο απεμπολεί την αξία και θέσμιση της Θ. Αποκάλυψης ως ιεράς Παράδοσης (“παρακαταθήκης τής πίστεως”) στον Χριστιανισμό, αλλά και “κατασκευάζει” έναν μυθικό (παγκόσμιο) Χριστό, όπως π.χ. έκανε ο αρχαίος Γνωστικισμός.

    Τέλος, ο συγγραφέας φαίνεται ότι ασπάζεται τη θέση ότι ο Ησυχασμός είναι το αντίθετο της βίας. Μα οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης δεν διέπραξαν βιαιότητες; Ή, αν μιλήσουμε για πνευματική βία, εκείνοι που έκαναν πράξη το “η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται” (Ματθ. 11, 12) δεν ήταν οι Ησυχαστές;

  3. Δεν είμαι θεολόγος ή ιστορικός για να εκφράσω τις απόψεις μου χρησιμοποιώντας θεολογική ορολογία. Όμως, θεωρώντας ότι η… “κοινή λογική” είναι το ύψιστο δώρο τού Θεού προς τον άνθρωπο θα την χρησιμοποιήσω για να προσεγγίσω το θέμα τού ασκητισμού από καθαρή χριστιανική άποψη. Αναμφισβήτητα, ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστεύει και να ζει σύμφωνα με τα όσα τού καταμαρτυρά και τού υπαγορεύει η ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση. Σίγουρα, ο κάθε διανοητής έχει ανάγκη (κατά περιόδους) ενός πνευματικού εφησυχασμού που τον βοηθά να γεμίζει τις ψυχοσυναισθηματικές του μπαταρίες ώστε να είναι σε θέση να βλέπει πιο καθαρά την πραγματικότητα απαλλαγμένος από ανθρώπινες φροντίδες και μικρότητες. Βασικά ο… “ησυχασμός” δεν είναι κατακριτέος. Όμως, απ’ αυτό το σημείο (πνευματικής ενίσχυσης τού… “ησυχάζοντος” και τής επιστροφής του στον… κόσμο) μέχρι το σημείο τής πλήρους εγκατάλειψης τών… εγκοσμίων και τής αδιαφορίας τού “ησυχάζοντος” για το τι συμβαίνει τριγύρω του η απόσταση είναι πολύ μεγάλη και σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογείται η εγκατάλειψη τών τα τού κόσμου και μάλιστα σε μια εποχή, όπως η σημερινή, κατά την οποία η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σκληρά από κάθε είδους δυστυχία και απανθρωπιά. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι ο… “ησυχασμός” είναι μια φυγή, από τον αγωνιστικό στίβο, αδικαιολόγητη με βάση τη χριστιανική διδασκαλία και κοσμοαντίληψη. Δυστυχώς, ο μοναχισμός εκτός από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στην πλειονότητα του έχει να παρουσιάσει μονάχα σκοτεινές σελίδες μέσα στην ιστορία τής ανθρωπότητας (βλ. μεσαίωνας, βυζαντινή περίοδος) και γι’ αυτό δεν δικαιολογείται καθόλου η ύπαρξή του με τη μορφή που… πλασάρεται. Το ότι οι… “ησυχάζοντες” επικαλούνται ως βασική τους προσφορά την προσευχή είναι τελείως παράλογο και υποκριτικό. Πιστεύω ότι θα ήταν αποτελεσματικότερη η προσφορά τους, αν επέστρεφαν στον… “αμαρτωλό κόσμο”, ως γιατροί, δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί. κ. ά., ως νέοι Σαμαρείτες για ν’απαλύνουν τον πόνο τών συνανθρώπων τους δίνοντας ζωντανά παραδείγματα τής έμπρακτης χριστιανικής αγάπης. Και τότε θα βλέπαμε τούς ανθρώπους να προσεύχονται ευχαριστηριακά για τους ευεργέτες τους. Το ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και μάλιστα κατά τη διάρκεια τών διωγμών δεν υπήρχε αναχωρητισμός δείχνει την υπευθυνότητα και τη σωστή τοποθέτηση τών πρώτων χριστιανών απέναντι στον άνθρωπο. Όλες οι άλλες δικαιολογίες που προβάλονται για τη στήριξη τού μοναχισμού είναι θέσεις που με πολλή μαεστρία μαγειρεύτηκαν και μαγειρεύονται για να δικαιολογήσουν τ’ αδικαιολόγητα. Ο Θεός να βάλει το χέρι Του.

  4. [i]Πιστεύω ότι θα ήταν αποτελεσματικότερη η προσφορά τους, αν επέστρεφαν στον… “αμαρτωλό κόσμο”, ως γιατροί, δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί. κ. ά[/i]

    Το επιχείρημά σου είναι της ίδιας υφής με το να μετράμε την προσφορά της Εκκλησίας με βάση τα χρήματα που δαπανά στο φιλανθρωπικό έργο. Κάτι δηλαδή σαν φιλανθρωπικό σωματείο.

    Έτσι κι εσύ θα προτιμούσες τους αναχωρητές σε ρόλο ηθικοδιδάσκαλου ή ιατροφιλοσόφου.

  5. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο κείμενο, με το οποίο δέν μπορώ να συμφωνήσω διότι απλώς δέν πιστεύω.Ομολογώ, όμως,πως είναι τόσο γοητευτικός ο χριστιανικός μύθος, που με οδηγεί στην άποψη πως ”Εν αρχή- δέν-είναι ο Λόγος,αλλά η λογοτεχνία.

  6. Σκόρπιες ανταποκρίσεις στα προηγούμενα:
    Η λογοτεχνία δίνει μορφή στον κατερχόμενο λόγο ή τον αναδυόμενο από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Καταλήγει μία φόρμουλα που αν την διερευνήσεις σχολαστικά θα βγει πάντα λανθασμένη, αν την χρησιμοποιήσεις ποιητικά, γίνεται όργανο για άντληση από την ίδια πηγή. Στην ορθοδοξία ο λόγος είναι πάντα προσωπικός και ευκαιριακός. Όταν γίνεται δόγμα μετατρέπεται αυτόματα σε αίρεση.
    Ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος προσπαθεί να εμπνευστεί από όλη την ελληνική γραμματεία, χωρίς να πετάει στα σκουπίδια την πατερική παράδοση, όπως η πλειοψηφία των λογοτεχνών μας. Και έχει κάθε δικαίωμα να λέει ό,τι νοιώθει βαθύτερα, αφού είναι προσεκτικός και ανοιχτός. Δεν έγινε ιερέας, παραδείγματος χάριν, αγνοώντας τους Πατέρες και υιοθετώντας προτεστάντικες αντιλήψεις.
    Γράφει ό,τι καταλαβαίνει και νοιώθει, αλλά και υπηρετεί την γλώσσα του μεταφράζοντας, δηλαδή κατανοώντας και παρουσιάζοντας ακόμη και τις απόψεις που δεν ταυτίζονται με τις δικές του.
    Είναι ένα καλό παράδειγμα για όλους.
    Η αναχώρηση μπορεί να συμβεί και μέσα στο πλήθος, αλλά η γύμναση σε αυτήν απαιτεί να αφήνουμε τις έγνοιες και τον κόσμο απ’ έξω ορισμένες ώρες καθημερινά, την εβδομάδα, τον μήνα…

    Και κάτι ακόμη. Πίστευα και εγώ για χρόνια ότι ο ασκητισμός αναπτύχθηκε όταν ο Χριστιανισμός έγινε κρατική θρησκεία και σταμάτησαν οι διωγμοί. Άν όμως ερευνήσουμε λίγο πιο προσεκτικά θα δούμε ότι οι διωγμοί των ορθοδόξων μετά το 313 υπήρξαν πολυάριθμοι και μακροχρόνιοι συχνά δε ιδιαίτερα μαρτυρικοί. Η δε πρακτική της αναχώρησης στην έρημο, αν υποθέσουμε ότι δεν εγκαινιάστηκε από τον Χριστό τον ίδιο, σίγουρα αποτέλεσε έναρξη για την αποστολική δράση του Παύλου. Ούτε προσιδιάζει στον Χριστιανισμό, όπως εύκολα διαπιστώνουμε μελετώντας τους στωϊκούς. Πράγματι, οι νέοι έχουν πολλά να κάνουν στο μέλλον. Πρέπει να ελέγξουν την ορθότητα όλων όσων έχουν γραφεί μέχρι σήμερα διδακτικών βιβλίων. Δεν ωφελούν οι απαγορεύσεις αλλά η έρευνα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here