Μεσοπολεμικές σκιές και τωρινές σκιαμαχίες

10
41

Κώστας Κουτσουρέλης

Η βαριά κληροδοσία της Γενιάς του ’30 και η αβάσταχτη ηθικολογία της τρέχουσας κριτικής

Η αναψηλάφηση των πεπραγμένων της Γενιάς του ’30, όπως εντάθηκε τελευταία απ’ αφορμή επετειακές πανηγύρεις και περιοδικά αφιερώματα, είναι από τα φαινόμενα που ο παρατηρητής των λογοτεχνικών μας πραγμάτων δεν μπορεί να παραθεωρήσει. Και τούτο, επειδή η παλινδικία αυτή συδαυλίζεται από έναν αναθεωρητισμό απρόσμενα αψίθυμο και μαχητικό, αν όχι ομολογημένα ειδωλοκλάστη.

Τρεις είναι οι ισχυρισμοί τους οποίους επιστρατεύουν συνήθως όσοι ζητούν να ψαλιδίσουν το ανάστημα της γενιάς αυτής. Ότι η ταύτισή της με τις απαρχές του ελληνικού μοντερνισμού αποτελεί γραμματολογική πλάνη, αφού η τιμή πως εισήγαγαν πρώτοι τα καινά νεωτερικά δαιμόνια ανήκει δικαιωματικά σε άλλους. Ότι οι συγγραφείς που την απαρτίζουν επεσκίασαν εσκεμμένα άλλους νεότερους ή συνηλικιώτες ομοτέχνους τους, των οποίων το έργο υπερέχει κάποτε σε ποιότητα του δικού τους. Ότι, τέλος, ενέδωσαν σε μια στάση ιδεοληπτικά ελληνολατρική, ή και ύποπτα εθνοκεντρική, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον αισθητικό τους κοσμοπολιτισμό.

Οι αιτιάσεις αυτές συγκλίνουν, αφού αντί για έργα και κείμενα αποτιμούν χρονολογίες, αντιλήψεις και συμπεριφορές. Ωστόσο, κι έτσι ακόμα, θα ήταν ίσως κριτικά γόνιμες, αν οι εμπνευστές τους, πάνω στη βιάση τους ν’ αποκαταστήσουν τις ιστορικές αδικίες, δεν έπεφταν τόσο συχνά στ’ άδοξα δόκανα του ηθικισμού.

Γιατί ασφαλώς αληθεύει ότι η καβαφική ποιητική, το έργο του Καρυωτάκη και τα ελευθερόστιχα ποιήματα του Παπατσώνη προανακρούουν πρώτα αυτά τον ελληνικό μοντερνισμό. Ωστόσο, κανένα μεμονωμένο καλλιτέχνημα, οσοδήποτε πρωτότυπο, δεν δικαιούται τον τίτλο του ιστορικού σταθμού αν δεν επισύρει ή δεν συνεπιφέρει ευρύτερες αισθητικές ανακατατάξεις. Έτσι, ουδόλως ενδιαφέρει αν η “Στροφή” υπήρξε ή όχι τεχνοτροπικά “συντηρητικότερη” από τα “Ελεγεία και Σάτιρες”, λ.χ. Σημασία έχει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ήταν ο Σεφέρης και οι συνοδοιπόροι του που επέβαλαν τον ριζικό αναπροσανατολισμό της ελληνικής ποίησης – και όχι άλλοι. Και είναι η πληθύς των de facto επιγόνων τους, εν ολίγοις όλων των μεταγενέστερων ίσαμε σήμερα, που τους καθιστά ιδρυτικές μορφές του ελληνικού μοντερνισμού.

Εξάλλου, δεν είναι μόνο η ιστορική επιρροή της Γενιάς του ’30 που δικαιολογεί την εξέχουσα θέση της. Αλλά προπάντων ο δημόσιος και εξωστρεφής λόγος της. Η απαράμιλλη ανθρωπογνωσία του Καβάφη, λ.χ., ή ο διαπεραστικός σαρκασμός του Καρυωτάκη συνιστούν όψεις ενός κόσμου μονοδιάστατα ιδιωτικού. Όσο κι αν σαγηνεύουν αισθητές, maudits και ειδήμονες· όση πέραση κι αν έχουν σε εποχές γενικευμένου ατομικισμού· όσο κι αν σε “μικρόψυχους καιρούς” υποβαστάζουν την αυτοπεποίθηση του σιναφιού: καθώς δεν έχουν θετικό περιεχόμενο, αδυνατούν να κορέσουν συλλογικότερες ανάγκες, ιδίως σε περιόδους δυναμικών αλλαγών. Και μια ομάδα καινοτόμων συγγραφέων που φιλοδόξησε να δραπετεύσει από τα τείχη όπου ανεπαισθήτως εγκλωβίστηκαν οι πρόδρομοί της, ήταν όχι μόνο επόμενο, αλλά επιβεβλημένο να στρέψει τις πλάτες στους ναρκισσευόμενους θιασώτες του μεσοπολεμικού καρυωτακισμού. Η στάση της Γενιάς του 1880 απέναντι στον πεισιθάνατο ρομαντισμό της Παλαιάς Αθηναϊκής Σχολής, ή του Σολωμού απέναντι στους σοφολογιότατους του καιρού του δεν υπήρξε διαφορετική.

Ηθικολογικές, και κοινωνιολογικά αφελέστατες, είναι και όσες ενστάσεις τονίζουν τον παραγκωνισμό από τη Γενιά του ’30 ενίων άλλων συγγραφέων, που σήμερα δικαίως αποσπούν την προσοχή μας. Όχι γιατί τάχα δεν συνέβη, αλλά γιατί η λογοτεχνική συντεχνία έχει κι αυτή τους σιδηρούς κανόνες της, που ουδόλως ταυτίζονται βέβαια μ’ εκείνους της κοινωνίας των αγγέλων. Οι συνομαδώσεις, οι αποκλεισμοί, οι παραγοντισμοί δεν αποτελούν, δυστυχώς, προνόμιο μιας ομάδας μοχθηρών αστών λογοτεχνών του Μεσοπολέμου, αλλά σύνηθες μέσο κάθε δημόσιας συμπεριφοράς που αποβλέπει στον πορισμό ισχύος: εν προκειμένω στην εξασφάλιση φήμης και περιωπής.

Όταν επομένως δακτυλοδεικτούμε τις ηγεμονικές βλέψεις των συγγραφέων της Γενιάς του ’30, παραλείποντας αίφνης να τις παραβάλουμε με τις τακτικές άλλων συναδέλφων τους, προγενέστερων ή επιγενομένων, τότε λέμε μισές αλήθειες. Αλλά κι αν ακόμη ο Κατσίμπαλης και η παρέα του ήταν όντως ανυπέρβλητοι μηχανορράφοι, όπως τους περιγράφουμε, και πάλι δεν θα είχαμε το δικαίωμα να πετάξουμε στον Καιάδα το έργο τους, μόνο και μόνο για να τους εκδικηθούμε. Εξόν κι αν η κριτική μας έπαψε πια να σταθμίζει κείμενα και βάλθηκε να περιφρουρεί τη δημοσία αιδώ. Η ρομαντική αγιοποίηση των “ηττημένων” της ιστορίας, που τόση πέραση έχει στις μέρες μας, δεν είναι λιγότερο τυφλή από το άκριτο λιβάνισμα των ενθρονισμένων “νικητών”.

Στην πραγματικότητα, για να ηθικολογήσω κι εγώ με τη σειρά μου, το μεγαλύτερο φιλολογικό “σκάνδαλο” του Μεταπολέμου δεν ήταν η παραγνώριση από τους ταγούς της Γενιάς του ’30 κάποιων άξιων συγγραφέων που κινήθηκαν στις παρυφές της. Αλλά η λήθη στην οποία καταδικάστηκε το σύνολο σχεδόν της προνεωτερικής λογοτεχνίας μας. Η υποτίμηση του Κοσμά Πολίτη ή του Νίκου Καρούζου, ας πούμε, αγκαλά και ασύγγνωστη, αποτελεί απλό πλημμέλημα εμπρός στον παραμερισμό ενός Παλαμά ή ενός Σικελιανού. Και είναι ειρωνικό ότι ο παραμερισμός αυτός, που μόλις πρόσφατα έδειξε κάπως να υποχωρεί, δεν βαρύνει τη Γενιά του ’30, αλλά την κριτική ολιγωρία των διαδόχων της. Η πικρή διαπίστωση του Ελύτη ότι η Ελλάδα υπήρξε φιλολογική επαρχία πριν από την έλευση της γενιάς του, για να ξαναγίνει τέτοια αμέσως μετά απ’ αυτήν, διαπίστωση με την οποία υπαινισσόταν ότι οι ορίζοντες των συγγραφέων της μεταπολεμικής περιόδου υπήρξαν χαρακτηριστικά στενοί, ισχύει δυστυχώς και για την αποξένωσή τους από μείζονα επιτεύγματα της λογοτεχνικής μας παράδοσης.

Δεν θα επιμείνω εδώ σ’ εκείνες τις παράδοξες απόψεις που ψέγουν τους συγγραφείς της Γενιάς του ’30 για την εθνοκεντρική δήθεν ιδεολογία τους. Στην πλειονότητά τους τέτοιες αιτιάσεις σωρεύουν αδιάκριτα όρους όπως “ελληνολατρία”, “ελληνικότητα” και “ελληνοκεντρισμός”, για να τους ταυτίσουν κατόπιν εκ του ασφαλούς με την εσωστρέφεια, την στενότητα πνεύματος και τον σωβινισμό. Έτσι, πεισματικά παραβλέπεται ότι οι πυκνές αναφορές στον συμβολικό κόσμο της ελληνικής φύσης, γλώσσας, μυθολογίας και ιστορίας αποτελούν κοινό τόπο των ευρωπαϊκών Νέων Χρόνων. Ότι το αίτημα μιας “εθνικής τέχνης”, που σε μας σταδιοδρόμησε ως “ελληνικότητα”, έχει τις καταβολές του στον γερμανικό ρομαντισμό και επηρέασε πλήθος Ευρωπαίων καλλιτεχνών ώς τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα. Ότι και αυτός ο εθνικισμός, όσος τέλος πάντων ανιχνεύεται σε κείμενα της γραμματείας μας, αρδεύτηκε ανέκαθεν και από δυτικές πήγες. Με άλλα λόγια, υπήρξε φαινόμενο καθ’ όλα παράλληλο προς τις διεθνείς τάσεις της εποχής του – όπως ακριβώς τα σημερινά αντεθνικιστικά και παγκοσμιωμένα ιδεολογήματα που επείγονται να τον καταγγείλουν.

Για όσους δεν θέλγονται απ’ αυτόν τον αγχωμένο ακτιβισμό, το συμπέρασμα παραμένει αναπόδραστο. Συγγραφείς πιο φιλόξενους και φιλέτερους, πιο ανοιχτούς στα έξωθεν ρεύματα και τις διεθνείς αναζητήσεις από αυτούς του ’30 η λογοτεχνία μας δεν έχει να επιδείξει. Κι αν αναλογιστούμε την ιστορική συγκυρία της εποχής τους, που από μόνη της θα δικαιολογούσε πολύ θυμικότερες στρατεύσεις, θα διαπιστώσουμε πόσο επιτυχημένα αντιστάθηκαν στις σειρήνες της εθνοδοξίας και των κάθε λογής ζηλωτισμών. Αλλά και με πόσο, αξιοσημείωτο για καλλιτέχνες, ρεαλισμό πολιτεύθηκαν. Ισορροπώντας αριστοτεχνικά μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, εντοπιότητας και κοσμοπολιτισμού, του “Εμείς” και του “Εγώ”, ζήτησαν να ανακουφίσουν χρόνιες και βασανιστικές αμφιθυμίες του νεότερου ελληνισμού ως προς την ταυτότητά του και τους δεσμούς του με τη Δύση. Η σπουδαιότητα του εγχειρήματός τους αποτυπώθηκε στην απήχησή του. Ξέχωρα από την αναντίρρητη αισθητική του αξία, συνόδευσε τη συλλογική μας αυτοκατανόηση επί μισό και πλέον αιώνα.

πηγή: Καθημερινή, Κυριακή 19.4.2002

10 Σχόλια

  1. Εξάλλου, δεν είναι μόνο η ιστορική επιρροή της Γενιάς του ’30 που δικαιολογεί την εξέχουσα θέση της. Αλλά προπάντων ο δημόσιος και εξωστρεφής λόγος της. Η απαράμιλλη ανθρωπογνωσία του Καβάφη, λ.χ., ή ο διαπεραστικός σαρκασμός του Καρυωτάκη συνιστούν όψεις ενός κόσμου μονοδιάστατα ιδιωτικού. Όσο κι αν σαγηνεύουν αισθητές, maudits και ειδήμονες· όση πέραση κι αν έχουν σε εποχές γενικευμένου ατομικισμού· όσο κι αν σε “μικρόψυχους καιρούς” υποβαστάζουν την αυτοπεποίθηση του σιναφιού: καθώς δεν έχουν θετικό περιεχόμενο, αδυνατούν να κορέσουν συλλογικότερες ανάγκες, ιδίως σε περιόδους δυναμικών αλλαγών.

    Δεν νομίζω πως το έργο ενός ποιητή ή πεζογράφου μπορεί να κριθεί μόνο από την “[i]ιστορική επιρροή της Γενιάς του[/i]” ή “[i]τον δημόσιο και εξωστρεφή λόγο[/i]” του. Κυρίως κρίνεται από τις δονήσεις που προκαλεί στις καρδιές των όπου γης συνανθρώπων του. Και βλέπουμε σήμερα πως ο Έλληνας ποιητής που αγγίζει περισσότερο τους ξένους είναι ο “μονοδιάστατα ιδιωτικός” Καβάφης.

    Νομίζω επίσης πως αν κάτι θ’ αντέξει στον χρόνο από τη γενιά του ’30, αυτό θα είναι το έργο του Σεφέρη. Γιατί εκφράζει έναν μύχιο πόνο για ένα ήθος, κόσμο και πολιτισμό που χάνονται, κάτι που αγγίζει πολλούς ανθρώπους, όπου γης. Το έργο των υπόλοιπων εκπροσώπων αυτής της γενιάς δύσκολα διαβάζεται σήμερα. Κι ο πολυδιαφημισμένος Ελύτης, που στίχους του χρησιμοποιούμε ευκαίρως ακαίρως εδώ στην Ελλάδα για να στηρίξουμε τις ποικίλες ιδεοληψίες μας, ξεθωριάζει στο εξωτερικό. Κι είναι θέμα χρόνου (των επομένων γενεών) να ξεθωριάσει κι εδώ, όταν όλα και περισσότερο θα συνειδοτοποιείται πως πίσω από τις ωραίες λέξεις του απουσιάζουν το βάθος κι η αλήθεια του ανθρώπου.

  2. Τα θερμά μου συγχαρητήρια στον Κώστα Κουτσουρέλη για το τόσο πολύπτυχο – παρά τη λακωνικότητά του – αυτό κείμενο.

    Αξίζει ίσως να παρατηρήσουμε, συμπληρωματικά, ότι τα δέκα χρόνια που έχουν περάσει από τη συγγραφή τού συγκεκριμένου άρθρου επαληθεύουν μόνο τη διορατικότητα των εκτιμήσεών του:
    Αν εν έτει 2012 – ισχυρίζομαι – η ποίηση εντοπίζεται ακόμα πιο περιθωριοποιημένη στο δημόσιο τοπίο μας, απ’ όσο ήταν το 2002, αυτό μάλλον έχει να κάνει και με το ότι πρόκειται για μια ποίηση που είχε επλέξει ήδη “καταστατικά” να… οπισθοδρομήσει επί των οδών που είχε κάποτε διανοίξει η γενιά του ’30.

  3. Αν η φήμη ενός συγγραφέα στο εξωτερικό είναι το κριτήριο, τότε ο Πόε είναι πιο σπουδαίος από τον Ουίτμαν και ο Αλέξανδρος Δουμάς από τον Σταντάλ. Και, φυσικά, ο Παπαδιαμάντης δεν πιάνει μία εμπρός στον Ροΐδη της Πάπισσας…

  4. Η απήχηση κι η διάδοση των έργων ενός συγγραφέα στο εξωτερικό (δεν έγραψα για φήμη) είναι [u]ένα[/u] από τα κριτήρια για την αξία του. Αναφέρθηκα σ’ αυτό, γιατί στην Ελλάδα κάποια πράγματα λειτουργούν συντεχνιακά και ιδεολογικά, κάτι που συνήθως δεν συμβαίνει με τους Έλληνες συγγραφείς στα ξένα.
    Φυσικά υπάρχουν κι εκεί κάποια ιδεολογικά αίτια για τη μη πρόσληψη του έργου κάποιων συγγραφέων, όμως αυτό ισχύει πολύ λιγότερο και για πολύ πιο λίγους. Για το “αμετάφραστο” του Παπαδιαμάντη, είχα σημειώσει σε σχόλιό μου στο άρθρο “χωρίς τη φύση πια” του κ. Προγκίδη στο “Αντίφωνο”:
    [i]Συμφωνώ πως “ο ξένος αναγνώστης έχει ανάγκη από τον Παπαδιαμάντη όσο και ο Έλληνας”. Όμως, οι άνθρωποι για τους οποίους εκπονούνται τέτοιες μεταφράσεις δεν έχουν τις ίδιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις με εμάς, τους Έλληνες. Κι ο “μεταβυζαντινός” πολιτισμός κι η παράδοση που εκφράζει ο συγγραφέας είναι ελάχιστα γνωστός και μάλλον συκοφαντημένος στη Δύση, αντίθετα με τον ελληνιστικό πολιτισμό και παράδοση που βασικά εκφράζει ο Καβάφης.
    Δεν εννοώ πως ο τελευταίος δεν είναι μεγάλο λογοτεχνικό μέγεθος, αλλά νομίζω πως η αγάπη των Δυτικών για τον αρχαίο ελληνισμό βοήθησε στη διάδοση του έργου του, ενώ η κουλτούρα του Παπαδιαμάντη λειτουργεί, κατά ένα μέτρο, κατά της διάδοσης του δικού του.[/i]

  5. Είναι αλήθεια ότι η επιτυχία του Καβάφη στο εξωτερικό στηρίχθηκε αρχικά στα κλασικά θέματά του. Σήμερα όμως αυτό που τον κρατάει στο προσκήνιο είναι η ομοφυλοφιλία του, θεωρείται κάτι σαν ήρωας της gay pride. Στο τελευταίο αφιέρωμα του Δέντρου υπάρχει ένα άρθρο σχετικό με την παρουσία του στο ίντερνετ: στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι αναφορές έχουν να κάνουν με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις.
    Είναι και ευκολομετάφραστος σε αντίθεση με τον Σικελιανό, τον Παλαμά ή τον Σολωμό λ.χ. Το κυριότερο όμως είναι το ιδεολογικό κριτήριο, αυτό το “δεν εδεσμεύτικα, αφέθηκα και πήγα” ταιριάζει γάντι με το παραμύθι της αυτοπραγμάτωσης με το οποίο γαλουχείται ο κάθε Δυτικός. Αντίθετα ο Ελύτης εκφράζει μια στάση ζωής ασκητική (“θα καρώ μοναχός των θαλερών πραγμάτων”), σεβαστική απέναντι στην ιερότητα του φυσικού κόσμου. Όπως και ο Παπαδιαμάντης, είναι λογικό να μην έχει πέραση στην Ευρώπη ή την Αμερική.

  6. Θα μου επιτρέψεις, φίλε μου, να αμφιβάλλω για την ασκητική(!) στάση ζωής του ωραιοπαθούς Ελύτη και να παραθέσω δυο γνώμες, μια ενός αληθινού ασκητή και μια ενός φίλου και ομοτέχνου του Ελύτη που έζησε λιτά τα χρόνια της ωριμότητάς του:

    Του π. Πορφυρίου: “[i]Ο Ελύτης είναι ένας καλός “υποκριτής”,* που πιστεύει στην ανώτερη δύναμη, αλλά σε τίποτα άλλο. Μπορεί να μπει μέσα σε όλα και να μιλήσει σαν χριστιανός και σαν βουδιστής και σαν άθεος.[/i]”
    *Η λέξις χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοιά της. Όχι δηλαδή με την προσβλητική έννοια αυτού που υποκρίνεται απατηλά, αλλά με την έννοια εκείνου που μπορεί να παίξει τέλεια έαν οποιονδήποτε ρόλο.” ([i]Μαθητεύοντας στον Γέροντα Πορφύριο[/i], Μήλεσι 2011, σσ. 267-268)

    Του Μίλτου Σαχτούρη: “[i]καταλάβαινα ότι ήταν διαφορετικός. Πιο ανάλαφρος άνθρωπος. Γελούσε πιο εύκολα για κάτι[/i]” ([i]Ποιος είναι ο τρελός λαγός[/i], Αθήνα 2000, σ. 73).

    Εκτός κι αν ο όρος “ασκητική στάση” σημαίνει κάτι άλλο απ᾿ αυτό που καταλαβαίνει ο μέσος Νεοέλληνας!

  7. Ο π. Πορφύριος έχει προφανώς δίκιο. Ο Ελύτης δεν έχει σχέση με τις θρησκείες, η σκέψη του πάει βαθύτερα, στη φύση του ιερού, γι’ αυτό και είναι εύστοχη η παρατήρηση για την “ανώτερη δύναμη”.

    Τώρα, για την ωραιοπάθεια, επειδή γι’ αυτήν έχουν κατηγορηθεί και άλλοι (ο Σικελιανός λ.χ., ο Καβάφης επίσης, ο Ουάιλντ, ο Τόμας Μαν κ.ο.κ.) δεν ξέρω τι ακριβώς εννοείς. Αν θες, διευκρίνησε.

    Αν ως ασκητική, ο μέσος Έλληνας εννοεί το Άγιον Όρος, ο Ελύτης βεβαίως δεν έχει σχέση μ’ αυτήν. Υπάρχουν άλλωστε πολλά είδη ασκητικής, η επικούρεια, η στωική, η ασκητική του νιχιλισμού, αυτή του Καζαντζάκη κ.ά. Ο ασκητισμός του Ελύτη έχει να κάνει με ό,τι ο ίδιος ονόμαζε αισθητική του ελαχίστου: “Με λίγα σπουργίτια, μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ’αυτά μόνον, γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων.” “Πολύ δεν θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι. Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα. Όμως ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.” Και στην προσωπική του ζωή υπήρξε πάντοτε ολιγαρκής, εκείνα τα περίφημα 50 τετραγωνικά της Σκουφά όπου πέρασε όλη του τη ζωή το μαρτυρούν καλύτερα από κάθε τι άλλο.

    Η

  8. Αυτό του π. Πορφυρίου το ανάρτησα, για να δείξω ότι στίχοι σαν το “θα καρώ μοναχός των θαλερών πραγμάτων” και το “Με λίγα σπουργίτια, μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ’αυτά μόνον, γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων” είναι απλώς ρόλοι που υποδυόταν ο Ελύτης, χωρίς να έχουν σχέση με τη ζωή του. Εύκολα λόγια, χωρίς εσωτερικο αντίκρισμα.
    Μια άλλη λέξη για την ωραιοπάθεια είναι ο “ναρκισισμός” που στον Ελύτη ξεχειλίζει από παντού, όχι μόνο στους στίχους αλλά και στη δημόσια εικόνα του.

  9. Η ζωή ενός συγγραφέα είναι το έργο του, τουτέστιν τα “λόγια” του. Με αυτή την έννοια, η διάκριση αυτών των δύο δεν έχει νόημα. Όσο για τον ναρκισσισμό, που είναι πολύ βαρύτερη έννοια από την απλή ωραιοπάθεια, δεν θα σου διαφεύγει ότι έχει συχνά συνδεθεί με τη θρησκεία και ειδικά τον μοναχισμό. Προφήτες, ασκητές, ιεράρχες, ακόμη και ο ίδιος ο Ιησούς έχουν κατά καιρούς κριθεί από ψυχαναλυτές και άλλους ερμηνευτές υπό το πρίσμα του ναρκισσισμού. Αν θες τη γνώμη μου, πολύ εύκολη μομφή, σε όλες όμως τις περιπτώσεις…

  10. Κατέγραψα απλώς την αίσθησή μου από τον Ελύτη, ως αναγνώστης και λίγο ομότεχνος (έχει εκδοθεί μια μικρή συλλογή μου).
    Δεν νομίζω πως κατά κανόνα η ζωή και το έργο ενός συγγραφέα ταυτίζονται. Δες τι λέει ο Λιγνάδης για τον Σαχτούρη: “[i]Ο ποιητής Σαχτούρης κι ο άνθρωπος Σαχτούρης είναι ένα υποκείμενο και το αυτό, κι αυτό είναι κάτι πολύ σπάνιο[/i]” ([i]Ποιος είναι ο τρελός λαγός[/i], Αθήνα 2000, σ. 98).

    Όσο για το τι λένε ψυχαναλυτές, κλπ. για τον Χριστό και τους Αγίους της Εκκλησίας με αφήνει παγερά αδιάφορο. Έχω άλλη αίσθηση, βιωματική.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here