Μία ὀντολογική καί πατερική κατανόηση τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου

0
1162

Μέρος α΄ Ἡ ἀνθρώπινη φύση «Τὸ τῶν ὅλων συνεκτικώτατον ἐργαστήριον»

Οἱ εἰδωλολάτρες ἀγνοοῦν τὸν Θεό. Βλέπουν μόνο τὴν Δημιουργία καὶ σ’αὐτὴν ἔχουν ἀποδώσει θεῖες ἰδιότητες: τὸ αὐθύπαρκτο, τὸ ἄπειρο, τὸ αὐτοδύναμο, τὴν ἀϊδιότητα, τὴν ἀθανασία, τὴν αἰωνιότητα. Οἱ θεοί τους εἶναι μορφές τοῦ ὑπάρχοντος κόσμου, ἐκφράσεις καὶ προσωποποιήσεις του. Δὲν δημιούργησαν οἱ θεοὶ τὸν κόσμο, τοῦ ἔδωσαν μόνον ἐξωτερικὴ μορφή. Δὲν εἶναι ἐλεύθεροι. Ὑπόκεινται στὴν Ἀνάγκη, ποὺ εἶναι ὁ ἀνώτατος τυφλὸς νόμος τοῦ Σύμπαντος. Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ξέρουμε ὅτι τὰ ὄντα αὐτά, ποὺ δεσπόζουν στὸν κόσμο τῆς πλάνης, δὲν εἶναι ἀνύπαρκτα. Εἶναι ἐνεργὰ καὶ πολύ συχνά, «θαυματουργά» δαιμόνια. Κτίσματα θαυμαστά, ἀλλὰ κακόβουλα καὶ ἀπατηλά.

Ἡ παγανιστικὴ σκέψη διακρίνεται ἀπὸ μία τάση πρὸς τὸν δυϊσμό, τὴν διάκριση δηλαδὴ τοῦ σύμπαντος σὲ πνευματικὸ καὶ ὑλικό. Ἔτσι ἡ ὕλη ἔγινε ταυτόσημη μὲ τὸ κακό, τὸ κατώτερο καὶ τὸ ἀνεπιθύμητο γιὰ τὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο. Τὰ προϋπάρχοντα ἀθάνατα πνεύματα, ἐμπλέκονται μέσα σ’ αὐτήν, ἐξ αἰτίας κάποιας ἁμαρτητικῆς ροπῆς. Ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ σῶμα, ἡ φυλακὴ τῆς ψυχῆς. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πλάνη ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἀρετὴ ἔχει σὰν σκοπὸ τὴν τελικὴ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ὕλη, ὕστερα ἀπὸ μιὰ σειρά μετεμψυχώσεων. Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος εἶναι τὸ πνεῦμα, ἡ ψυχή. Τὸ σῶμα εἶναι κάτι τὸ πρόσκαιρο, ἀπόβλητο, σχεδὸν κακό.

Κτίστης καὶ κτίση

Οἱ Χριστιανοὶ γνωρίζουμε τὸν Δημιουργὸ καὶ Κτίστη τοῦ σύμπαντος. Αὐτὸν ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη τὰ κτίσματα, ὅλα τὰ κτίσματα, ἐκ τοῦ μηδενός. «Οἱ Χριστιανοὶ οὐκ ἐλάτρευσαν τὴν Κτίση ἀλλὰ τὸν Κτίσαντα». Ἀγαποῦν τὴν κτίση γνήσια καὶ βαθιά, ἀλλὰ τὴν ἀγαποῦν σὰν ἔργο τοῦ λατρευτοῦ τους Κυρίου καὶ ὄχι καθ’ ἑαυτήν. Διακρίνουν τὸ χάσμα οὐσίας ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Κτίστη καὶ τὰ κτίσματα, ποὺ δὲν ἔχουν δική τους ζωὴ ἀλλὰ τὰ συντηρεῖ στὴν ὕπαρξη ἡ Χάρη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Προνοητῆ τους. Ἀνάμεσα ὅμως στὰ κτίσματα δὲν διακρίνουν κανένα χάσμα. Γνωρίζουν ὅτι λόγω τῆς ἑνότητας τῆς κτίσεως καὶ ἐξ αἰτίας τῆς δικῆς μας πτώσεως ἀλλὰ καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, «τῇ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη» καὶ «συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν… ἀποκαραδοκοῦσα… τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ… ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ». Αὐτὴ ἡ ἑνότητα κάνει ὥστε «καὶ ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσι παρακύψαι καὶ γνωρίσαι τὸ παρ’ ὑμῖν τελούμενον μυστήριον» τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας ποὺ τοὺς ἀφορᾶ ἄμεσα, ὅπως δείχνουν σὲ κάθε Λειτουργία τά «ἑξαπτέρυγα» ποὺ σκύβουν πάνω ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ διαβάσουν κι αὐτά. Χάσμα οὐσίας δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα στὰ κτίσματα. Χῶμα, φυτά, ζῶα, ἄνθρωποι, ἀγγελικὰ τάγματα ἔχουν μυστικὸ καὶ ἄρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ τους. «Ἕκαστον γὰρ κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν σῶμά ἐστιν, ὁ Ἄγγελος, ἡ ψυχή, ὁ δαίμων· ὅτι κἄν λεπτὰ ὦσιν, ὅμως ἐν ὑποστάσει καὶ χαρακτῆρι καὶ εἰκόνι κατὰ τὴ λεπτότητα τῆς φύσεως αὐτῶν τυγχάνει λεπτά»[1] (ἁγ. Μακαρίου τοῦ Αἰγύπτιου, Ὁμιλίαι Πνευματικαί, 4). Ὁ Ἄγγελος, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ἀσώματος λέγεται καὶ ἄυλος, ὅσον πρὸς ἡμᾶς· πᾶν γὰρ συγκρινόμενον πρὸς Θεὸν τὸν μόνον ἀσύγκριτον παχύ τε καὶ ὑλικὸν εὑρίσκεται, μόνον γὰρ ὄντως ἄυλον τὸ θεῖον ἐστι καὶ ἀσώματον»[2] (Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 2:3). Χάσμα οὐσίας ὑπάρχει μόνον ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὴ Δημιουργία Του.

Καὶ ἰδοὺ καλὰ

Ὁ παγανιστικὸς πανθεϊσμὸς καὶ μέσα σ’ αὐτὸν ἡ διάκριση πνεύματος καὶ ὕλης σὰν καλοῦ καὶ κακοῦ, εἶναι γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ἀντιλήψεις ὄχι μόνο ξένες, ἀλλὰ καὶ βλάσφημες. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γεν. 1:31). Αὐτά «τὰ πάντα» ποὺ «εἶδεν ὁ Θεὸς» ἦταν ὑλικὰ δημιουργήματα. Ἑπομένως, ἡ ὕλη εἶναι «καλὴ λίαν». Ποιά ὅμως ἀπὸ τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὑλικά; Τί εἶναι «ὕλη»; Τί ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅλη τὴ δημιουργία. Καὶ τί εἶναι «πνεῦμα»;  Ἂν ὄχι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς, ὁ ἀνερμήνευτος καὶ ἀπρόσιτος καὶ ἀπερίγραπτος; Τὸ κακὸ δὲν βρίσκεται στὴ φύση τῶν πραγμάτων, οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὴν κτίση Του· μπορεῖ μόνο νὰ βρεθεῖ στὴν ἐλεύθερη βούληση τῶν λογικῶν κτισμάτων Του.

Εἰς νεφροὺς καὶ καρδίαν

Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα μυστήριο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ ποὺ φαίνεται. Ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος εἶναι μόνο μιὰ ἐπιφάνεια. Ὁ ἐσωτερικός, ὁ κρυπτὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀμέτρητο βάθος, ἀόρατο στὰ ἀνθρώπινα μάτια. «Ἔστι γὰρ ὡς ἐμοί γε δοκεῖ, ἡ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴ φοβερά τις καὶ δυσερμήνευτος, καὶ πολλὰ καὶ ἀπόκρυφα ἐν αὐτῇ μυστήρια Θεοῦ ἐξεικονίζουσα», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἡ θάλασσα ἔχει καὶ αὐτὴ ἐπιφάνεια καὶ βάθος, εἶναι ὅμως μία καὶ ἑνιαία μάζα νεροῦ. Ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος, «ψυχή» καί «σῶμα», δὲν εἶναι δύο φύσεις ἀλλὰ μία. Γιὰ τὸν κρυπτό, τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, δὲν χρησιμοποιήθηκε μόνον ἡ λέξη «ψυχή» ἀλλὰ καὶ ἡ λέξη «νοῦς», «καρδία», «πνεῦμα» χωρὶς αὐτὰ νὰ σημαίνουν τρίτη, τέταρτη ἢ πέμπτη φύση, «δισύνθετα», «τρισύθετα», «τετρασύνθετα» κι ἄλλες τέτοιες ἐφευρέσεις τοῦ ὀρθολογισμοῦ. Εἶναι ἀξιοπρόσεχτο ὅτι ἡ παράδοση τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν θεωρεῖ σὰν κέντρο τῆς ἀνθρώπινης νόησης τὴν «ψυχή» ἢ τό «πνεῦμα», ἀλλὰ τὴν «καρδία», ποὺ εἶναι ὄργανο καθαρὰ σωματικὸ καὶ σαρκικό. Ἀπὸ κεῖ ἀνεβαίνουν οἱ διαλογισμοὶ κι ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ζητοῦμε νὰ κατέλθει ἡ Χάρις «εἰς νεφροὺς καὶ καρδίαν» καὶ προσκυνοῦμε τὰ ἅγια λείψανα σὰν θησαυρίσματα τῆς θείας Ἐνέργειας.

Ἐν ἐμοί, τοῦτ’ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου (Ρωμ. 7:18)

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σάρκα. Σῶμα καὶ ψυχὴ εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου πράγματος, τῆς σαρκός. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ἰω. 1:14). «Ἲσον τῷ εἰπεῖν ἄνθρωπος γέγονεν» (Μ. Ἀθαν.  PG 26, 620). «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3:16). Αὐτὴ ἡ λέξη «σάρξ» περιέχει ὅλο τὸ μυστήριο τοῦ τελείου ἀνθρώπου μὲ τὸν ὁποῖο ἑνώθηκε ὑποστατικά ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ χῶρος γιὰ δυϊστικὲς ἢ τρισυνθετικὲς παρερμηνεῖες.

Ἀνθρώπινη φύση καὶ σάρκα εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα. «Κρίνεται αὐτὸς πρὸς πᾶσαν σάρκα» (Ἱερεμ. 32:17). «Εὐλαβείσθω πᾶσα σὰρξ ἀπὸ προσώπου Κυρίου» (Ζαχ. 2:17). «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη πάσῃ σαρκί» (Ἱερεμ. 12:12). «Πᾶσα σὰρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου» (Ἡσαΐας 40:6). «Καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ» (Ματθ. 24:22).

Ἡ ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινή, ἔτσι μίλησε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ δυαρχικὴ ἀνθρωπολογία ἦταν τῶν Ἐθνικῶν, δὲν ἦταν τῶν Ἑβραίων οὔτε τῶν Χριστιανῶν. Ὁ παλαιὸς καὶ ὁ νέος Ἰσραὴλ δὲν ἔκανε καμία ὀντολογικὴ διάκριση ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ὕλη. Ἤξερε Θεὸ καὶ κτίση, ἤξερε τὸν ἄνθρωπο ὂν ἑνιαῖο, κτίσμα, ὕλη, σάρκα. Ὅταν ἡ ἁγία Γραφὴ λέγει «πᾶσα σὰρξ» καὶ ὅταν λέγει «πᾶσα ψυχή» ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὸ ἴδιο πρᾶγμα, κάθε τι ποὺ ἔχει ζωὴ καὶ κυρίως τὸν ἄνθρωπο. Σὰρξ εἶναι ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος καὶ ὄχι μόνο ἕνα μέρος του, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ψυχή. Ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν ξέρει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι πλασμένος ἀπὸ δύο μέρη, τὸ ἕνα ἀθάνατο καὶ τὸ ἄλλο θνητό. Ὁ ἄνθρωπος ὁλόκληρος εἶναι θνητός, ἀφοῦ εἶναι δημιουργημένος ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος εἶναι πλασμένος γιὰ τὴν ἀθανασία.

Οἱ βροτοὶ οὖν ἐκ γῆς διεπλάσθημεν

Ὁ Χριστιανὸς γνωρίζει καὶ παραδέχεται τὴν ταπεινή του προέλευση, τὴν ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία, τὴ χωμάτινη φύση του. Δὲν προσπαθεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ἐπιστρέφοντας ρομαντικὰ στὶς εἰδωλολατρικὲς περὶ θειότητος τῆς ψυχῆς του πλάνες. Μόνον ὅσοι εἶναι ἄγευστοι τῆς χριστιανικῆς ταπείνωσης πέφτουν σ’αὐτὸ τὸ λάθος. Ὁ Χριστιανὸς ἀκούει στὶς νεκρώσιμες ἀκολουθίες χωρὶς νὰ σκανδαλίζεται ὅτι, «οἱ βροτοὶ οὖν ἐκ γῆς διεπλάσθημεν καὶ εἰς γῆν τὴν αὐτὴν πορευσόμεθα», καί «θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ’εἰκόνα Θεοῦ πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος». Ξέρει καλὰ ὅτι ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέγει «βροτός» ἐννοεῖ ὅλον τὸν ἄνθρωπον. Καθόλου δὲν ξενίζεται ἀκούγοντας ἀπὸ τὸ Μέγα Εὐχολόγιο, «ἐξέλθωμεν καὶ ἴδωμεν ἐν τοῖς τάφοις, ὅτι γυμνὰ ὀστέα ὁ ἄνθρωπος, σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία».

«Ὁ Κτίστης ὁ ἐκ γῆς διαπλάσας τῶν βροτῶν τὴν οὐσίαν… ὁ ζωγραφίσας ἐν ὑλικῇ μορφῇ τῆς νοερᾶς οὐσίας τὸ ὁμοίωμα… ὁ μέγας καὶ ὕψιστος ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν (βλ. Α΄Τιμ. 6:16), Αὐτὸς μόνος ὑπάρχει ἀθάνατος» καὶ εἶναι «ὁ μόνος φύσει ζωοποιός».

Τῇ τοῦ Δεσπότου χάριτι ἢ τῇ ἰδίᾳ φύσει;

«Ὁ Ἄγγελος ἐκεῖνος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσὼν διὰ τὴν ὑπερηφανίαν» γράφει ὁ ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος, «ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κτισθεὶς καὶ πάσῃ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ κατακοσμηθείς, οὐ τῇ τοῦ Δεσπότου χάριτι ἠβουλήθη ταῦτα ἐπιγράφειν, ἀλλὰ τῇ ἰδίᾳ φύσει. Ὅθεν καὶ ἴσον ἑαυτὸν ὑπελάμβανε τοῦ Θεοῦ εἶναι» (Φιλοκ. 1:80). Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἑωσφόρος, ποὺ ἀπέδωσε στὴ φύση τὴ δική του καὶ ὄχι στὴ χάρη τοῦ Δημιουργοῦ του τὸ μεγαλεῖο του, αὐτὸς δίδαξε τὴν ἴδια πλάνη στοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔκανε νὰ πιστέψουν ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τους ἴσοι μὲ τὸν Θεό. Ὁ θάνατος διαψεύδει αὐτὴ τὴ διαβολικὴ ἀπἀτη. Ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατήσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν πίστη στὴ θειότητα καὶ τὴν φυσικὴ ἀθανασία τους ἐφεῦραν τὸν δυϊσμὸ πνεύματος καὶ ὕλης, ψυχῆς καὶ σώματος. Ὁ θάνατος ἀφοροῦσε τὴν ὕλη καὶ τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ ἔμενε ἀνέπαφη. Ἔτσι ἔδωσαν μιὰ φαινομενικὴ ἐξήγηση στὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἱκανοποίησαν τὸν ὀρθολογισμό τους ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν οἴησή τους ἀπὸ τὴν ἄλλη.

Ψυχὴ καὶ σῶμα

Οἱ λέξεις «πνεῦμα», «ψυχή» καὶ «σῶμα» δὲν χρησιμοποιοῦνται στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες μὲ τὴν ὀρθολογιστικὴ ἔννοια ποὺ ἔχουν στὴ φιλοσοφία τοῦ παγανισμοῦ ἢ τοῦ σχολαστικισμοῦ. Χρησιμοποιοῦνται μὲ ἐλευθερία καὶ προϋποθέτουν συνείδηση τοῦ μυστηρίου στὸ ὁποῖο ἀναφέρονται. Ἐκφράζουν καταχρηστικὰ διαφορὲς ἰδιοτήτων καὶ λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος. Τὰ ὀνόματα ἐναλλάσσονται χωρὶς νὰ δίνεται σ’ αὐτὰ ὀρθολογιστικὸ περιεχόμενο. «Πολλὰ λέγει ἡ Θεία Γραφή, καὶ τίθησι καταχρηστικῶς ὀνόματα πολλάκις… οἱ συνετοὶ συνιεῖσι τοῦτο» (ἁγ. Ἰσαὰκ Σύρου, Λόγ. 83). Στὴ χρήση τῶν διαφόρων λέξεων ὁδηγεῖ ὁ σκοπὸς τοῦ λόγου καὶ ἡ νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν δέχονται, χωρὶς ποτὲ νὰ ρηχαίνει ἡ αἴσθηση τοῦ μυστηρίου γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦμε, γιατὶ οἱ ὀρθόδοξοι δὲν στέκονται στὶς ἀνθρώπινες λέξεις ἀλλὰ τὶς ξεπερνοῦν. Ἂν οἱ Πατέρες τόνισαν ὅτι ὁ Χριστὸς σὰν ἄνθρωπος ἦταν ψυχὴ καὶ σῶμα τὸ ἔκαναν ἐξ αἰτίας τῆς νοοτροπίας τῶν Ἐθνικῶν, γιὰ νὰ μὴ νομίσουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔγινε ὁλόκληρος καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ σαρκούμενος πῆρε μόνο σῶμα χωρὶς ψυχή. Ἂν δὲν ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας αἱρέσεις σὰν αὐτὴ τοῦ Ἀπολιναρίου δὲν καταλαβαίνουμε τὸν σκοπὸ τῶν Πατέρων καὶ τῶν λέξεων ποὺ χρησιμοποίησαν καὶ εὔκολα τοὺς παρεξηγοῦμε ὅτι εἶχαν δῆθεν ἑλληνιστικὴ ἀνθρωπολογία. Οἱ Πατέρες μιλοῦσαν συχνὰ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀδυνατοῦσε νὰ καταλάβει τὸν σεβασμὸ τῶν Χριστιανῶν καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὴν ὕλη.

Στὴ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα ἡ λέξη «ψυχή» μεταφράστηκε ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «νέφες», ποὺ σημαίνει «ζωή». Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ἡ λέξη καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, καὶ ἀναφέρεται στὸν ἄνθρωπο ὅπως καὶ στὰ ζῶα.

Ἀκουσόμεθά σου πάλιν

Ὅταν οἱ Χριστιανοὶ μιλοῦν γιά «σωτηρία ψυχῆς καὶ σώματος» δὲν ἀναφέρονται σὲ δύο διαφορετικῆς φύσεως ὄντα ποὺ συγκολλήθηκαν πρόσκαιρα σὲ τούτη τὴ ζωή. Τονίζουν ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι γιὰ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ἐπειδὴ οἱ εἰδωλολάτρες ἄνθρωπο πραγματικὸ νόμιζαν μόνο τὴν ψυχή, ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνει σαφὲς ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι γιὰ τὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀόρατο. Ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νὰ καταλάβουν ὅτι σωτηρία δὲν εἶναι νομικῆς φύσεως δικαίωση ἀλλὰ ὀντολογικὴ ἀπολύτρωση ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, διὰ τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὴ ἡ Ἀνάσταση πόσο ἀκατανόητη εἶναι γιὰ τὴν ἑλληνιστικὴ νοοτροπία! Τί τὴν χρειάζεται τὴν ἀνάσταση ἡ ψυχὴ ἄν, ὅπως λένε, εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της ἀθάνατη καὶ θεία; Γιὰ νὰ ξαναμπεῖ πάλι στὴ φυλακὴ τοῦ σώματος, στὰ γρανάζια τῆς ὕλης καὶ τοῦ κακοῦ; Πόσο σκανδάλισε τοὺς Ἀθηναίους τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως! «Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου», εἶπαν εὐγενικὰ στὸν Ἀπόστολο. Οἱ εἰδωλολάτρες πιστεύουν στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Οἱ Χριστιανοὶ πιστεύουν στὴν Ἀνάσταση.

Μέχρι σήμερα ἀκόμη πολλοί «Χριστιανοί» δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπευθοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀρχαία ἀρρώστια, παρ’ ὅλη τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιατὶ διαβάζουν τὸ κήρυγμά τους φορώντας ἑλληνιστικὰ γυαλιά. Ὁ Αὐγουστίνος τῆς Ἱππῶνος ὁμολόγησε στίς «Ἐξομολογήσεις» ὅτι ἂν δίσταζε τόσα χρόνια νὰ γίνει Χριστιανὸς ἦταν γιατὶ ἡ ἀποστροφή του πρὸς τὸ σῶμα τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἀσπασθεῖ τὴν πίστη στὴ Σάρκωση. Ἀλλά, δὲν μᾶς φταίει ἡ σάρκα, τὸ σῶμα, ἡ ὕλη, διδάσκουν οἱ Πατέρες. «Μὴ κάκιζε τὴν ὕλην· οὐ γὰρ ἄτιμος. Οὐδὲν γὰρ ἄτιμον ὃ παρὰ Θεοῦ γεγένηται» (ἁγ. Ἰω. Δαμ. PG 94, 124 SC). Εἶναι ἡ φθορὰ ποὺ μᾶς φταίει. Ἄλλο τὸ σῶμα καὶ ἄλλο ἡ φθορά. Τὸ σῶμα μπορεῖ νὰ εἶναι φθαρτὸ δὲν εἶναι ὅμως φθορά, μπορεῖ τὼρα νὰ πεθαίνει, δὲν εἶναι ὅμως θάνατος. Τὸ σῶμα εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο τὸν ἔφερε ἡ κακή μας πρόθεση, ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν ζωοδότη Κύριο. Στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν καταστρέφεται τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος.

Τὸ μυστήριο τῆς ταφῆς

Ὁ ἄνθρωπος «σπείρεται ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία» (Κορ. Α΄ 15:42). Τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τῆς ταφῆς, τῆς διατήρησης τῆς προσωπικότητάς μας στὸν τάφο καὶ τῆς τελικῆς ἀνάστασης δὲν τὸ περιγράφουν οἱ Πατέρες μὲ ἑλληνιστικὲς εἰκόνες, ἀλλὰ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς σπορᾶς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Ὅπως ὁ σπόρος ποὺ πετιέται στὴ γῆ, δὲν χανόμαστε ὅταν πεθαίνουμε, ἀλλὰ ἔχοντας φυτευθεῖ ἀνασταινόμαστε» (ἁγ. Ἀθαν. Περὶ Ἀναστάσεως 21, PG 25, 123). Δὲν χανόμαστε στὸν τάφο, ὅπως δὲν χάνεται τὸ σιτάρι ὅταν φυτεύεται στὴ γῆ. Ἡ διάλυση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴ γῆ εἶναι, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, κάτι σὰν τὴν διάλυση τοῦ φυτεμένου σπόρου: δὲν ἐξαφανίζεται, μεταμορφώνεται. Φυτεύεται μέσα στὸ Σύμπαν ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ φέρει μαζί της καὶ τὸ Σύμπαν στὴν ἀφθαρσία. Κάθε μνῆμα εἶναι κι ἕνα μόσχευμα ἀφθαρσίας. Μεγάλη ἡ ἱερότητα τῶν κοιμητηρίων.

Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἐπιχειροῦν νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριο τοῦ  Ἅδη. Λέγουν μόνο, «ψυχαὶ δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ». Αὐτὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τὸ ξέρουν παντοδύναμο. Δὲν χρειάζονται καμιὰ ἄλλη ἐξήγηση γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς προσωπικότητας μετὰ τὸν τάφο. Ὅμως αὐτὴ τὴν ἐπιβίωση τὴν ξέρουν σὰν κάτι τὸ πρόσκαιρο καὶ τὸ ἐλλιπές. Τὴν ὀνομάζουν «κοίμηση», παρομοιάζοντάς την μὲ τὸν ὕπνο· μιὰ κατάσταση ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὶς αἰσθήσεις, ὅπου ὁ ἄνθρωπος στερημένος ἀπὸ ὅλα βρίσκεται μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸν Θεό –ἂν τὸν Θεὸ τὸν εἶχε ἀφήσει νὰ κατοικήσει μέσα του ὅσο ζοῦσε. Κι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ καὶ ἀκούει ὅλες τὶς προσευχὲς τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοῦ Θεοῦ ἀκοῦνε καὶ οἱ ἅγιοι καὶ ἀνταποκρίνονται στὶς προσευχές μας. Ἡ «κοίμηση» δὲν εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ ποὺ προσδοκοῦμε, ἀλλὰ μόνο κατάσταση ἀναμονῆς τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀναμονῆς τῆς ἀναστάσεως. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἀπελευθέρωση ἀλλὰ καταστροφή. Σωτηρία εἶναι ἡ λύτρωση ἀπὸ τὴν καταστροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ποθούντων στὴ «χώρα τῶν ζώντων», ἡ συμμετοχή τους στὴ θεία Ζωή. Σωτηρία εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ δεύτερη Ἀνάσταση. Ἡ Ἀνάσταση τῆς ἐλεύθερης βούλησης ἀνήκει σ’ ἐκείνους ποὺ ἐλεύθερα ποθοῦν τὴ Ζωή. Ἡ Ἀνάσταση τῆς φύσης ὅμως, ἡ ἀφθαρτοποίηση τῆς σάρκας, εἶναι γιὰ ὅλους, γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Εἶναι προϋπόθεση τῆς αἰώνιας Ζωῆς καὶ Βασιλείας. «Καινὴν γῆν καὶ καινοὺς οὐρανοὺς προσδοκῶμεν».

Ἡ γενική Ἀνάσταση εἶναι καίριο ἄρθρο τῆς πίστεώς μας. Καὶ εἶναι τόσο σοβαρὸ τὸ ζήτημα ὥστε οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι ὅσους δὲν ἔχουν τὴν ὀρθόδοξη περὶ ἀνθρώπου καὶ θανάτου ἀντίληψη, ἀλλὰ τὴν περὶ ψυχῆς εἰδωλολατρική, νὰ μὴ τοὺς δεχόμαστε σὰν Χριστιανούς· «οἱ καὶ λέγουσι μὴ εἶναι νεκρῶν Ἀνάστασιν, ἀλλ’ἅμα τῷ ἀποθανεῖν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἀναλαμβάνεσθαι εἰς οὐρανόν, μὴ ὑπολαμβάνετε αὐτοὺς χριστιανούς» (ἁγ. Ἰουστ. Φιλ. Διάλογος 80 PG 6, 665).

Τὸ τῶν ὅλων συνεκτικώτατον ἐργαστήριον

Τὰ κτίσματα μετέχουν σ’ ἕνα φάσμα ἰδιοτήτων καὶ λειτουργιῶν, σὲ μιὰ διαβάθμιση χαρισμάτων, ποὺ ἄλλα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῶν ζώων, τῶν φυτῶν, τῶν λίθων, καὶ ἄλλα χαρακτηριστικὰ τῶν ἀγγέλων. Καὶ τὰ μὲν ζῶα δὲν ἔχουν τὶς ἰδιότητες τῶν ἀγγέλων, οὔτε οἱ ἄγγελοι τὶς λειτουργίες τῶν ζώων. Μόνον ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἰδιότητες, χαρίσματα καὶ λειτουργίες ποὺ ἁπλώνονται καὶ ἀντιπροσωπεύουν ὅλη τὴν κλίμακα τῆς κτίσεως. Αὐτὴ τὴν ἀγγελικὴ καὶ ζωϊκὴ ὄψη τοῦ ἀνθρώπου ἀποδίδουν οἱ Πατέρες μὲ τὶς καθιερωμένες ἀρχαῖες λέξεις «ψυχή» καὶ «σῶμα». Δὲν πρόκειται καθόλου γιὰ δυϊσμὸ φύσεων καὶ οὐσιῶν, γιὰ κάποια σύνθεση στὸν ἄνθρωπο τῆς φυσικῆς θνητότητας (σῶμα) καὶ τῆς φυσικῆς ἀθανασίας (ψυχή), ὅπως στὴν πλατωνικὴ ἀνθρωπολογία. Ἡ σωματικὴ (φαινομένη) καὶ ἡ νοερά (μὴ φαινομένη) ὄψη τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν δύο πλευρὲς τοῦ ἰδίου πράγματος· μιὰ ἐπιφάνεια κι ἕνα βάθος. «Δύο γνωρίζω ἀνθρώπους, ἕνα τὸν φαινόμενον καὶ ἕνα τὸν ὑποκεκρυμμένον τῷ φαινομένῳ, ἀόρατον, τὸν ἔσω ἄνθρωπον» (ἁγ. Γρηγ. Νύσ., PG 44, 264). Παρ’ ὅλη τὴν ποικιλία λειτουργιῶν καὶ ἰδιοτήτων ὁ ἄνθρωπος καὶ ὅλα τὰ κτιστά, σὰν μιὰ ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα, χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἑνότητα καὶ συνοχή. Γι’ αὐτὸ ἡ πτώση τῶν ἀγγέλων παρέσυρε στὴν πτώση τοὺς ἀνθρώπους, καὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ δική τους πτώση παρέσυραν τὴν ὑπόλοιπη κτίση στὴ φθορά.

Ὁ ἄνθρωπος, ἔχοντας τὶς ἰδιότητες ὅλων τῶν κτιστῶν, εἶναι κεντρικό δημιούργημα, κτίσμα ποὺ ἀνακεφαλαιώνει ὁλόκληρη τὴν κτίση, συνεκτικὸς δεσμὸς ὁλόκληρης τῆς Δημιουργίας «ὥσπερ τι τῶν ὅλων συνεκτικώτατον ἐργαστήριον… οἱονεὶ σύνδεσμός τις φυσικός (τῶν πάντων)» (ἁγ. Μαξ. PG 91, 1305 AB). Γι’αυτὸ καὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν κτίση Του καὶ νὰ τῆς μεταγγίσει τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς Θεότητος, δὲν ἔγινε ἄγγελος ἀλλὰ ἄνθρωπος. Ἔτσι ἀγκάλιασε τὴν κτίση ὁλόκληρη. Ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐνέργεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας δόθηκε, ἐν Χριστῷ ἀναστάντι, στὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στοὺς ἀγγέλους. «Χαίρεις (Παναγία) μετὰ Θεὸν ἡ θεός… ἀμέσως ἡ δεχομένη τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν, τὸ πλήρωμα ὅλον καὶ εἰς ἅπαντας, ἀγγέλους ἀνθρώπους τε, τοῦτο διαπορθμεύουσα» (ἁγ. Ἀνδρ. Κρήτης).

Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦταν μία ἑνιαία φύση ἀλλὰ δύο, μιὰ ἀθάνατη ψυχὴ καὶ ἕνα θνητὸ σῶμα, τότε, ὄντας σχισμένος στὰ δύο ὁ ἴδιος, ἀντὶ νὰ ἑνώνει θὰ χώριζε τὴν κτίση φέρνοντας μέσα της τὸ δικό του χάσμα, τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὴ θνητότητα καὶ τὴν ἀθανασία. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἑνιαία φύση, καὶ αὐτὴ ἡ φύση εἶναι ὁλόκληρη καλεσμένη στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία. «Κέκληκε δὲ ὁ Θεὸς εἰς ζωὴν καὶ ἀνάστασιν τὸν ἄνθρωπο, οὐ τὸ μέρος ἀλλὰ τὸ ὅλον κέκληκεν, ὅπερ ἐστι τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα… Πῶς οὖν τοὺς νεκροὺς ἀνέστησε; Πότερον τὰς ψυχὰς ἢ τὰ σώματα; Ἀλλὰ δῆλον ὅτι ἀμφότερα» (ἁγ. Ἰουστ. Φιλ. «Περὶ Ἀναστάσεως», 8-9). Δὲν προσδοκοῦμε ἀνάστασιν σωμάτων, ἀλλὰ ἀνάστασιν νεκρῶν.

 

Μέρος β΄ Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Θεία σφραγίδα στὴ χωμάτινη φύση Εἰκών

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γεν. 1:27). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, καὶ ὅλον τὸν ἄνθρωπο, ψυχὴ καὶ σῶμα (ἁγ. Εἰρηναίου, «Ἔλεγχος» Ε΄, 6:1). «Μὴ ἂν ψυχὴν μόνην μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ συναμφότερον, ὃν δὴ καὶ κατ’εἰκόνα πεποιηκέναι ὁ Θεὸς λέγεται»[3] (ἁγ. Γρηγ. Παλαμᾶ, PG 150, 1361C).

Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Χριστός (Κορ. Β΄, 4:4 καὶ Κολασ. 1:15). Αὐτὸς εἶναι ἡ φανερὴ εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, γιατὶ εἶναι ὁ ἴδιος καὶ ἀόρατος Θεὸς καὶ ὁρατὸς ἄνθρωπος. Βλέποντας τὸν Χριστὸ εἴδαμε τὸν Θεό.

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ γιατὶ ἔχουμε δημιουργηθεῖ κατ’εἰκόνα Χριστοῦ. «Σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. 8:29). Εἴμαστε εἰκόνες εἰκόνος, εἰκόνες τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ, ποὺ εἶναι εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου. Αὐτὸ σημαίνει «δημιουργημένοι κατ’εἰκόνα Θεοῦ».

Ὁ ἄνθρωπος στὴν ὁλότητα τῆς φύσης του, «ψυχή καὶ σῶμα», καὶ στὴν πληρότητα τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας της μέχρι τὸ τέλος, εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἑνώθηκε μὲ τὴ φύση μας στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον· κατ’εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν. Ἡ μὲν οὖν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐν πάσῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει θεωρουμένη, τὸ τέλος ἔσχεν. Ὁ δὲ Ἀδὰμ οὔπω ἐγένετο… γέγονεν οὖν κατ’εἰκόνα ὁ ἄνθρωπος, ἡ καθόλου φύσις… ὄχι μέρος τοῦ ὅλου, ἀλλ’ ἅπαν ἀθρόως τὸ τῆς φύσεως πλήρωμα»[4] (ἁγ. Γρηγ. Νύσ. PG 44, 204 D).

Αὐτὴ ἡ ἕνωση τῶν φύσεων στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο, κατὰ χάριν, ἐκεῖνα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν διακρίνουν: τὴν ἐλευθερία, τὴν δημιουργικότητα, τὴν κυριαρχία, τὸν λόγο (ὄχι τὴν ὁμιλία, οὔτε τὴν ἐξυπνάδα, ἀλλὰ κάτι πολὺ βαθύτερο). Μία ἀπὸ τὶς θεῖες αὐτὲς ἰδιότητες εἶναι καὶ ἡ ἀθανασία. «Ζωὴ γὰρ ὢν κατὰ φύσιν ὡς Θεός, ἐπειδὴ γέγονεν ἓν πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα, ζωοποιὸν ἀπέφηνεν αὐτήν»[5] (ἁγ. Κυρίλ. Ἀλεξ. PG 77, 113). Ἡ πηγὴ λοιπὸν τῆς ἀθανασίας στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι κάποια ἀθάνατη ψυχὴ ἀλλὰ ἡ ζωοποιὸς σάρκα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου.

Ἂν καὶ ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ ἔγινε σ’ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας, ἐν τούτοις εἶναι ἡ ἀπ’ἀρχῆς ὀντολογικὴ πραγματικότητα τῆς κτίσεως. «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολασ. 1:26). «Τοῦτό ἐστιν τὸ μακάριον, δι’ ὅ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος. Τοῦτό ἐστιν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμεν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστό), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας»[6] (ἁγ. Μαξ. Ὁμολ., PG 90, 621 A).

Ὁ Χριστὸς εἶναι πρωτότοκος πάσης κτίσεως, «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτὸς ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολασ. Α΄, 15:17). Ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Θεοῦ», τὸ πρωτότυπο τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὀντολογικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ κτίσματα γιὰ νὰ μετάσχουν, κατὰ χάριν καὶ κατὰ υἱοθεσίαν, στὴ θεία ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ ὁ τέλειος τρόπος γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση Θεοῦ καὶ κτίσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι ὁ μακάριος σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τὰ πάντα δημιουργήθηκαν, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἡ πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ: ἡ ἀσύγχυτη καὶ ἀδιαίρετη ἕνωση τοῦ Δημιουργοῦ μὲ τὴ δημιουργία Του, ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινός, ὁ αἰώνιος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀναστήθηκε, ποὺ ἀναλήφθηκε καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. «Τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ» (Νικολ. Καβάσιλα, PG 150, 680C). Εἰκόνες Αὐτοῦ εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν κατασκευή μας, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι τὸ ὀντολογικό μας πρωτότυπο. Φίλοι ἢ ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς αἰωνιότητάς μας ἀλλὰ καὶ τῆς ἐλευθερίας μας. Ἡ ἕνωση τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔκανε κι ἐμᾶς πρόσωπα, κατ’ εἰκόνα δική Του, πρόσωπα δεκτικὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, δεκτικὰ τῆς Χάριτος. Μᾶς ἔκανε δοχεῖα κατάλληλα νὰ δεχθοῦν τὴν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἴμαστε εἰκόνες Θεοῦ ἐπειδὴ εἴμαστε εἰκόνες Χριστοῦ ποὺ εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.

Ὁμοίωσις

Ἄλλο εἰκὼν καὶ ἄλλο ὁμοίωσις. Ὁ Θεὸς μᾶς θέλησε κατ’ εἰκόνα Του καὶ καθ’ὁμοίωσιν (Γεν. 1:26), μᾶς ἐποίησε ὅμως μόνο κατ’ εἰκόνα Του (Γεν. 1:27). «Ἡ βουλὴ δύο εἶχε, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ὁμοίωσιν. Ἡ δημιουργία ἕν ἔχει… παρέλκον ἐστι δὶς τὰ αὐτὰ λέγειν. Ἀργὸν ρῆμα ἐν τῇ Γραφῇ λέγειν, βλασφημία δεινή… Διατὶ οὐκ εἴρηται, καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ’εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ὁμοίωσιν… Τὸ μέν, τῇ κτίσει ἔχομεν· τὸ δὲ ἐκ προαιρέσεως κατορθοῦμεν… Δυνάμει ἡμᾶς ἐποίησεν ὁμοιωτικοὺς Θεοῦ. Δύναμιν δὲ δοῦς πρὸς τὸ ὁμοιοῦσθαι Θεῷ, ἀφῆκεν ἡμᾶς ἐργάτας εἶναι τῆς πρὸς Θεὸν ὁμοιώσεως… Ἔχω οὖν τῇ κτίσει τὸ κατ’εἰκόνα· γίνομαι δὲ τῇ προθέσει, καὶ καθ’ ὁμοίωσιν»[7] (ἁγ. Γρηγ. Νύσ. PG 44, 272-273). Εἴμαστε δημιουργημένοι δοχεῖα τῆς Χάριτος ὅλοι μας. Τὸ ἂν θὰ γεμίσουμε ὅμως τὸ δοχεῖο αὐτὸ μὲ τὸ λαδάκι τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τήν «πρὸς Θεὸν νεύσιν» μας. Προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ «ὁμοίωσή του μὲ τὸν Θεό, ἡ θέωση, ποὺ τὴν ἐργάζεται μυστικὰ στὸν ἄνθρωπο ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ δίνεται στὸν ἄνθρωπο ἂν ἐνεργητικὰ τὴν ἀποδέχεται καὶ κρατήσει τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία Του.

Τὸ ἐμφύσημα

Εἶναι πολὺ διαδεδομένη ἡ πλάνη ὅτι τὸ ἐμφύσημα (Γεν. 2:7) ἦταν δῆθεν ἡ ψυχὴ ποὺ δόθηκε σ’ἕνα προκατασκευασμένο πήλινο, ἄψυχο ἄγαλμα. Ἡ κακοδοξία αὐτὴ ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἑλληνιστικὴ δυϊστικὴ ἀνθρωπολογία, ὅπου ἡ ψυχὴ συνήθως θεωρεῖται ὅτι προϋπάρχει τοῦ σώματος, ἀφοῦ νομίζεται ἀπὸ τὴ φύση της ἀΐδιος καὶ ἀθάνατος. Αὐτὴ ἡ χρονικὴ διάσταση σώματος καὶ ψυχῆς, ὅπως γενικὰ κάθε διάσταση σώματος καὶ ψυχῆς, εἶναι εἰδωλολατρικὴ καὶ ἀπόλυτα ἀντιχριστιανική. «Ἀπόβλητος ἐπίσης ὁ παρ’ ἀμφοτέρων λόγος… μήτε κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀπάτην… μηδ’ οὐ πάλιν οἱονεὶ πήλινον ἀνδριάντα προδιαπλασθέντα τῷ λόγῳ τὸν ἄνθρωπον, τούτου ἕνεκα τὴν ψυχὴν γίνεσθαι λέγειν… Ἑνὸς ὄντος τοῦ ἀνθρώπου… μίαν αὐτοῦ καὶ κοινὴν τῆς συστάσεως τὴν ἀρχὴν ὑποτίθεσθαι, ὡς ἂν μὴ αὐτὸς ἑαυτοῦ προγενέστερός τε καὶ νεώτερος γένοιτο»[8] (ἁγ. Γρηγ. Νύσ. PG 44, 229-237). Οἱ Πατέρες τονίζουν μὲ ἐπιμονὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ὁλόκληρος τὴ στιγμὴ τῆς σύλληψεως, καὶ ὅτι δὲν προϋπάρχει ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος ἢ τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς. Τονίζουν ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ πλάση τοῦ Ἀδὰμ ἐπαναλαμβάνεται στὸν καθένα μας μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὸ ἴδιο χέρι. «Ἡ χεὶρ δὲ ἡ πλάσασα τότε τὸν Ἀδάμ, καὶ αὔτη καὶ νῦν καὶ ἀεὶ τοὺς μετ’ ἐκεῖνον πάλιν πλάττει καὶ διασυνίστησι (ἁγ. Ἀθαν., PG 25, 429). Ἡμεῖς δὲ τὴν μέσην ὁδὸν ὡς βασιλικὴν κατὰ τοὺς Πατέρας ἡμῶν ὁδεύοντες οὔτε προΰπαρξιν οὔτε μεθύπαρξιν ψυχῆς ἢ σώματος, συνύπαρξιν δὲ μᾶλλον φαμεν» (ἁγ. Μαξ. 91, 1325D).

Τί ἦταν τὸ ἐμφύσημα στὴν πραγματικότητα, τὸ βλέπουμε στὴν Καινὴ Διαθήκη (Ἰω. 20:22). «Ὁ Ἰησοῦς… ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». «Ἀνακαινίζων τὸν ἄνθρωπον ὁ Κύριος, καὶ ἣν ἀπώλεσε χάριν ἐκ τοῦ ἐμφυσήματος τοῦ Θεοῦ, ταύτην πάλιν ἀποδιδούς, ἐμφυσήσας εἰς τὸ πρόσωπον τῶν μαθητῶν, τί φησί; Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον» (Μ. Βασ. PG 32, 140D).

Ὅ,τι ἦταν τὸ ἐμφύσημα στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ἴδιο ἦταν καὶ στὴν Παλαιά: ἡ Χάρις καὶ ἡ Ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως οἱ ἀπόστολοι δὲν ἦταν πήλινα ἀγάλματα ἀλλὰ ζωντανοὶ καὶ κινούμενοι ἄνθρωποι, τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔλαβε τὸ ἐμφύσημα στὴν Παλαιά. Αὐτὴ ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἦταν κάτι ποὺ χάθηκε μὲ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν ξαναδίνει ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους. Δὲν ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους ψυχή· ψυχὴ εἶχαν, ὅπως εἶχε καὶ ὁ Ἀδάμ. Κάτι ἄλλο τοὺς ἔδωσε ποὺ ἔκανε τὴν ψυχή τους «ψυχὴν ζῶσαν», ὅπως καὶ τοῦ Ἀδάμ. «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάπτειν τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς». Αὐτοὶ οἱ νεκροὶ ἦσαν ἔμψυχοι καὶ κινούμενοι ἄνθρωποι ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ποὺ ζωοποιεῖ (Β΄Κορ. 3:6). «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται». Αὐτὴ ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος δίδεται στὸν ἄνθρωπο ὁλόκληρο, ψυχὴ καὶ σῶμα καὶ τὸν ἁγιάζει καὶ τὸν ζωοποιεῖ. «Ἐνεφύσησε γὰρ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, τουτέστι μοῖράν τινα τῆς αὐτοῦ χάριτος ἐναπέθετο τῷ ἀνθρώπῳ, ἵνα τῷ ὁμοίῳ ἐπιγινώσκη τὸ ὅμοιον». (Μ. Βασ., PG 29, 449B). Πνεῦμα ἅγιο, βιαία πνοὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἐμφύσημα. Τὸ ἐμφύσημα στὸν Ἀδὰμ καὶ στοὺς Ἀποστόλους προηγεῖται μὲν χρονικὰ τῆς Πεντηκοστῆς, ὅμως δυνάμει αὐτῆς δίδεται.

«Ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς». Ἕνα πρόσωπο δὲν εἶναι ποτὲ κάτι τὸ ἄψυχο. Ἕνα πτῶμα ἢ ἕνα πήλινο ἄγαλμα δὲν εἶναι πρόσωπα. Ὁ Ἀδὰμ ἦταν πρόσωπο ἐπειδὴ ἦταν εἰκόνα τοῦ σαρκωθέντος προσώπου τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Οἱ πρωτόπλαστοι «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι… ἡ ἄνωθεν δόξα παντὸς ἱματίου μᾶλλον αὐτοὺς περιέσκεπε» (ἁγ. Ἰω. Χρυσ., PG 53, 123 & 131). Ἡ ἄνωθεν δόξα δὲν εἶναι βέβαια κάτι τὸ κτιστό, ἂρα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ψυχή. Εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο στό «καθ’ ὁμοίωσιν». Αὐτὴ τὴν ἄκτιστη δόξα ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ τὴν χάσει ἢ νὰ μὴν τὴν ἀποκτήσει ποτέ. Τὴν εἰκόνα ὅμως δὲν τὴ χάνουμε ποτὲ γιατὶ τὴν ἔχουμε ἀπὸ τὴ γέννησή μας. «Τὸ καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι θείαν ἀποβαλόντες, τὸ κατ’εἰκόνα ἀπωλέσαμεν» (ἁγ. Γρηγ. Παλ., PG 150, 1148). Εἴμαστε ἄνθρωποι ἐπειδὴ εἴμαστε εἰκόνες Χριστοῦ. Κι αὐτὸ γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι Θεάνθρωπος καὶ φέρει τὴ σάρκα μας. Αὐτὴ ἡ σάρκα ποὺ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, στὸν θρόνο τῆς Θεότητος, εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ ἡ ταυτότητά της, ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ποὺ μᾶς δίδονται χωρὶς διάκριση ἀλλὰ ἐναπόκειται στὴν ἐλεύθερη βούλησή μας ἂν θὰ τὰ δεχθοῦμε ἢ θὰ τὰ ἀπορρίψουμε.

Δὲν μεταβλήθηκε ὁ Ἀδὰμ σὲ πήλινο ἄγαλμα ἢ σὲ πτῶμα ὅταν, μὲ τὴν παρακοὴ ἔχασε τὴν Χάρη τοῦ ἐμφυσήματος. Ἀλλά, γνώρισε τὴ γύμνια του (Γεν. 3:7) καὶ φρόντισε νὰ τὴ σκεπάσει μὲ γήϊνα ὑποκατάστατα ἐκείνης τῆς Δόξας ποὺ τὸν σκέπαζε πρίν, ὅπως κάνει μέχρι σήμερα ἡ ἀνθρωπότητα. Χωρὶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο οἱ ἄνθρωποι εἶναι «ψυχικοί, Πνεῦμα μὴ ἔχοντες» (Ἰούδ. 19). Πνευματικὸς ἄνθρωπος καὶ τέλειος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει μέσα του τὴ Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος (ἁγ. Εἰρην. «Ἔλεγχος» 5, 6:1). Αὐτὴ ἡ θεία Ἐνέργεια διαποτίζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ δέχεται, μέχρι νεφρῶν καὶ καρδίας καὶ μυελοῦ τῶν ὀστῶν. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, διὰ τῆς Σαρκὸς τοῦ Θεανθρώπου, κατοικεῖ στὴ σάρκα μας. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔδωσε στὴ σάρκα ποὺ πῆρε ἀπὸ μᾶς τὴν ἐνέργεια τῆς θεότητός Του, καὶ ἔκανε ἔτσι ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων δεκτικὸ τοῦ θείου πυρός.

Δὲν εἴμαστε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ δεχθήκαμε τὸ ἐμφύσημα, ἀλλὰ δεχθήκαμε τὸ ἐμφύσημα ἐπειδὴ εἴμαστε εἰκόνες. Εἴμαστε ἀπὸ τὴν κατασκευή μας λαμπάδες ποὺ θ’ ἀνάψουν ὁπωσδήποτε ἂν θελήσουμε νὰ τὶς φέρουμε σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸ Ἀνέσπερο Φῶς καί, ἔτσι καὶ ἀνάψουν, νὰ μὴ σβύσουν ποτὲ πιά, ἂν τὶς φυλάξουμε ἀπὸ τὶς βίαιες πνοὲς τοῦ κόσμου. «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε».

 

Ἐπίλογος 

Τὸ Πρόσωπο

Ἡ βάση τῆς Χριστιανικῆς ὀντολογίας

Μία ἀπὸ τὶς βασικότερες αἰτίες τῆς σύγχυσης ποὺ ὑπάρχει στὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ὀρθολογισμὸς πολλῶν χριστιανῶν ἔχει ἀμαυρώσει τὴν ὀντολογικὴ διάκριση ἀνάμεσα στὴν οὐσία καὶ τὴν ὑπόσταση, τὴ φύση καὶ τὸ πρόσωπο. Τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι φύση. Ὁ Θεὸς εἶναι μία φύση σὲ τρία πρόσωπα. Ἡ φύση τοῦ Θεοῦ εἶναι κοινὴ στὰ τρία πρόσωπα. Τὸ κάθε πρόσωπο, ὅμως, ἀπὸ τὰ τρία εἶναι μοναδικό.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ», συνεπάγεται ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι καὶ στὸν ἄνθρωπο ὅπως καὶ στὸν Θεό, ὑπάρχει ἡ ἴδια διάκριση φύσεως καὶ προσώπων. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ Θεός, εἶναι ἕνας κατὰ τὴν φύση, ἀλλὰ σὲ μύρια πρόσωπα.

Ἡ φύση μας εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους μας. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν καθένα μας ὂν μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο εἶναι τὸ πρόσωπό μας. Καὶ τὴ μὲν φύση μας εἴδαμε ἀπὸ ποῦ τὴν ἔχουμε καὶ πῶς δημιουργήθηκε. Τὸ πρόσωπό μας, ὅμως, εἶναι ἕνα μυστήριο. Ἕνα μυστήριο, ἐντούτοις, πέρα γιὰ πέρα χειροπιαστό, ἀφοῦ εἶναι κάτι ποὺ τὸ ζοῦμε καθημερινὰ στὸν ἑαυτό μας καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς περιβάλλουν.

Αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἀνθρώπους, ὄντα διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ζῶα, εἶναι τὸ πρόσωπο. Τὰ ζῶα δὲν ἔχουν πρόσωπο, ἔχουν μόνο φύση. Πρόσωπο δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο στὰ λογικὰ ὄντα. Ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο καί, κατ’εἰκόνα Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ ἄγγελοι εἶναι κι αὐτοὶ πρόσωπα.

Τί εἶναι τὸ πρόσωπό μας καὶ ἀπὸ ποῦ τὸ ἔχουμε; Εἶναι τὸ ἀποτύπωμα τῆς σφραγίδας ἐπάνω στὴ χωμάτινη φύση μας. Ἡ σφραγίδα εἶναι θεία καὶ μοναδική. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἀποτυπώματα τῆς σφραγίδας εἶναι ὅσα καὶ οἱ ἄνθρωποι. Λέγονται εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Τὸ πρωτότυπο μιᾶς βασιλικῆς σφραγίδας, τοῦ βασιλικοῦ δαχτυλιδιοῦ, εἶναι χρυσό. Τὰ ἀποτυπώματα τῆς σφραγίδας, ὅμως, εἶναι ἀπὸ τὴν ὕλη ἐπάνω στὴν ὁποία ἀκούμπησε τὸ χρυσό δαχτυλίδι, κερὶ ἢ πηλός. Τὸ σχέδιο ποὺ ἀποτυπώνεται εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει ἐπάνω στὸ χρυσὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι.

Στὴ δική μας περίπτωση, ἡ θεία σφραγίδα εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ πηλὸς ποὺ δέχεται τὴ σφραγίδα εἶναι ἡ χωμάτινη φύση μας. Τὸ σχέδιο ποὺ ἀποτυπώνεται ἐπάνω στὴ χωμάτινη φύση εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἄγγιγμα τῆς θείας σφραγίδας ἐπάνω στὴ χωμάτινη φύση εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Τὸ σφράγισμα αὐτὸ τῆς χωμάτινης φύσης μας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου δὲν εἶναι μόνο μιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα. Εἷναι, κυρίως, μιὰ ὀντολογικὴ πραγματικότητα, πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, μὲ τὰ θεμέλιά της στηριγμένα πάνω στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό.

Τὰ θεῖα, λοιπόν, χαρακτηριστικὰ τοῦ εἶναι μας δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴ χωμάτινη φύση μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ τυπώθηκε πάνω σ’αυτὴ τὴ φύση. Τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ εἶναι ἡ ἐλευθερία, ὁ λόγος, ἡ ἀθανασία, ἡ δεκτικότης τῆς Ἐνέργειας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ δυνατότητα τῆς δημιουργίας καὶ ἄλλα παρόμοια. Δὲν εἶναι χαρακτηριστικὰ φύσεως, ἀλλὰ χαρακτηριστικὰ προσώπου.

Ὅπως ὅλα τὰ μυστήρια, τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ὁριστεῖ. Εἶναι τὸ ἄπιαστο «κάτι» ποὺ ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου καὶ τοὺς ἔκανε δεκτικοὺς τῆς Χάριτος καὶ Ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι φύση, δὲν εἶναι μιὰ δεύτερη οὐσία. Εἶναι μιὰ ἰδιότητα τῆς χωμάτινης φύσης ποὺ ὅμως εἶναι δοσμένη ἀπ’ἔξω, τὸ ἀποτύπωμα τοῦ Θείου Προσώπου τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς. Αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ὂν μοναδικό, ἀνεπανάληπτο, ἐλεύθερο, γνωστὸ στὸν Θεὸ καὶ ἑπομένως, ἐσαεὶ ὑπαρκτὸ στὴ θεία μνήμη, ἔτσι ὥστε καὶ μετὰ τὸ θάνατο καὶ τὴ διάλυση τῆς φύσεώς του, αὐτὸ νὰ μένει «ἐν χειρὶ Θεοῦ». Ἡ θεία μνήμη εἶναι ὕπαρξη καὶ ζωὴ αἰώνιος ἐν Θεῷ.

Τὸ πρόσωπο εἶναι ὅ,τι μένει ἀπὸ τὸν ἀνθρωπο μετὰ θάνατον. Ὅ,τι τὸν συνδέει μὲ τὴν καινούρια φύση ποὺ θὰ ἀποκτήσει μὲ τὴν Ἀνάσταση, αὐτὸ ποὺ γεφυρώνει τὸ παλιὸ σῶμα τῆς φθορᾶς μὲ τὸ καινούριο τῆς ἀφθαρσίας καὶ κάνει καὶ τὸ παλιὸ καὶ τὸ καινούριο σῶμα, σῶμα τοῦ ἴδιου καὶ ἀνεπανάληπτου ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του χῶμα τῆς γῆς, ἔχει τὸ πρόσωπο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν θέλησε κατ’ εἰκόνα Του καὶ ἔγινε ἄνθρωπος γι’ αὐτόν. Ἐπάνω σ’ αυτὸ τὸ πρόσωπο ἐνεφύσησε ὁ Θεὸς πνοὴ ζωῆς, τὴν Χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔγινε ὁ ἄνθρωπος ψυχὴ ζῶσα. Ὅπως γίνεται τὸ σίδερο, ποὺ εἶναι δεκτικὸ τῆς φωτιᾶς καὶ ὅταν ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ φωτιὰ πυρακτώνεται κι αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς φωτιᾶς.

Τὸ μυστήριο τῆς διάκρισης ἀνάμεσα στὴ φύση καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι πολύ σημαντικό. Τὰ μυστήρια δὲν τὰ καταλαβαίνουμε, ἀλλὰ τὰ ζοῦμε. Ὅποιος ζεῖ τὴν Ὀρθοδοξία κάτι καταλαβαίνει ἀπὸ τὰ παραπάνω. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι προσπαθοῦν νὰ κατανοήσουν τὰ μυστήρια μὲ τὴ δύναμη τοῦ μυαλοῦ τους.

Ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, εἶναι ἐν Χριστῷ. Μποροῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴ σύγχυση τοῦ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν καταλάβουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ρίζα τοῦ εἶναι μας καὶ τὸ θεμέλιο τῆς ὕπαρξής μας.

 

 

Σημειώσεις

[1] Γιατὶ τὸ καθένα ἀπ΄αὐτὰ εἶναι σῶμα σύμφωνα μὲ τὴν δική του φύση, εἶτε πρόκειται γιὰ Ἄγγελο, εἶτε γιὰ ψυχή, εἶτε γιὰ δαίμονα. Γιατί, μπορεῖ νὰ εἶναι λεπτά, ὅμως συμβαίνει νὰ εἶναι λεπτὰ κατὰ τὴν λεπτότητα τῆς φύσεώς τους, κατὰ τὴν ὑπόσταση καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ καθενός.

[2] Ὁ ἄγγελος λέγεται ἀσώματος καὶ ἄυλος ὅταν συγκρίνεται μὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Συγκρινόμενος ὅμως μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε σύγκριση, ἀποκαλύπτεται παχὺς καὶ ὑλικός· γιατὶ μόνο τὸ θεῖο εἶναι πραγματικὰ ἄυλο καὶ ἀσώματο.

[3] Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὀνομάζουμε ἄνθρωπο μόνο τὴν ψυχὴ ἢ μόνο τὸ σῶμα, ἀλλὰ ὀνομάζουμε ἄνθρωπο τὴν ἕνωση αὐτῶν, ποὺ ὁ Θεὸς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του.

[4] Καὶ δημιούργησε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ τὸν δημιούργησε. Καἰ ἔτσι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅπως τὴν βλέπουμε νὰ εἰκονίζεται στὴν ὁλότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἔφθασε στὴν πληρότητά της. Ὁ δὲ Ἀδὰμ δὲν εἶχε πλασθεῖ ἀκόμα. Πλάσθηκε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁλόκληρη ἡ φύση του, κατὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ… ὄχι μόνο ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ σύνολο, ἀλλὰ μέσα σὲ μιἀ στιγμὴ δημιουργήθηκε ἡ φύση στὴν πληρότητά της.

[5] Ὁ Θεὸς ὄντας ὁ ἴδιος Ζωὴ ἀπὸ τὴ φύση Του, καὶ ἔχοντας ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἴδια Του τὴ σάρκα, τὴν ἔκανε καὶ αὐτὴν ζωοποιό.

[6] Αὐτὸς εἶναι ὁ εὐλογημένος σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν ὅλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀρχῆς τῶν ὑπαρκτῶν ποὺ ὁ Θεὸς προεπινόησε. Αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε ὡς προεπινοούμενο τέλος εἶναι αὐτὸ ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου τὰ πάντα δημιουργήθηκαν, ἐνῶ τὸ ἴδιο δὲν ἔχει καμία αἰτία. Ἔχοντας αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὁ Θεὸς (τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστό), ἔφερε τὰ ὄντα στὴν ὕπαρξη.

[7] Ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ περιλαμβάνει τόσο τὸ κατ’εἰκόνα ὅσο καὶ τὸ καθ’ὁμοίωσιν. Ἡ δημιουργία περιλαμβάνει μόνο τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο… Θὰ ἦταν πλεονασμός (γιὰ τὴ Γραφή) νὰ ἐπαναλαμβάνει τὸ ἴδιο πρᾶγμα, γιατὶ εἶναι βλασφημία μεγάλη νὰ λέμε ὅτι στὴν Γραφὴ ὑπάρχουν λόγια περιττά… Δὲν εἰπώθηκε λοιπὸν ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν… γιατὶ τὸ μὲν πρῶτο τὸ ἔχουμε ἀπὸ τὴ δημιουργία μας, τὸ δὲ δεύτερο μέλλει νὰ τὸ κατορθώσουμε μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή μας… γιατὶ μᾶς ἔπλασε ἐν δυνάμει ὅμοιους μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ ὁμοιάσουμε τὸν Θεό, μᾶς ἄφησε νὰ ἐργαστοῦμε πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπό… ὥστε ἔχοντας ἀπὸ τὴ δημιουργία μου τὸ κατ’εἰκόνα, νὰ πετύχω μὲ τὴν θέλησή μου τὸ καθ’ὁμοίωσιν.

[8] Ἀπαράδεκτες εἶναι καὶ οἱ δύο ἀπόψεις… δὲν θὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε οὔτε κατὰ τὴν ἑλληνικὴ πλάνη ἀλλὰ οὔτε πάλι ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε μὲ τὸν λόγο τὸν ἄνθρωπο ὡς πήλινο ἄγαλμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἔγινε μετὰ καὶ ἡ ψυχή. Γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καὶ μία καὶ κοινὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ὕπαρξής του, ὥστε νὰ μὴν λέγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.

 

(Δημοσιεύτηκε ἀρχικὰ στὸ Περιοδικό «Ρίζες» και τὸ 2004 στὸ Περιοδικό «Ἐπίγνωση» www.epignosi.eu)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here