Μία Τριλογία για την Μαρί Κιουρί

0
4595

– Έως την Μετεφηβεία

Η Μαρία Σαλώμη Σκλοντόβσκα-Κιουρί γεννιέται στη Βαρσοβία το 1867. Είναι η μικρότερη των πέντε τέκνων της οικογένεια Σκλοντόβσκι (4 κορίτσια κι ένα αγόρι). Οι γονείς της είναι Πολωνοί, «Ρώσοι υπήκοοι». Ο πατέρας της φυσικομαθηματικός καθηγητής, μεταφραστής, ευρυμαθής, μιλάει 7 γλώσσες. Η μητέρα της μεγαλώνει τα παιδιά κι εξασκεί κατ’ οίκον την τέχνη του τσαγκάρη.
Περνάει την ώρα της με την αδελφή της Ζόσια που της διαβάζει ιστορίες, όπως και με τον πατέρα της που καλλιεργεί τα παιδιά σε οικογενειακές αναγνωστικές συνάξεις. Είναι ένα εξαιρετικά προικισμένο παιδί με πολύ καλή μνήμη. Θα χάσει την αγαπημένη της Ζόσια, που αρρωσταίνει θανάσιμα το 1876 και 2 χρόνια αργότερα – 11 ετών – τη μητέρα της από φυματίωση.
Είναι χλιαρή χριστιανή (Ρωμαιοκαθολική), πηγαίνει στην  εκκλησία, και παράλληλα βρίσκεται σε μία εποχή όπου ο θετικισμός-επιστημονισμός ανθεί κι αντικαθιστά το κίνημα των Ρομαντικών καλλιτεχνών της Ευρώπης.
Αποφοιτεί από το γυμνάσιο με χρυσό μετάλλιο το 1883. 16 ετών παραδίδει μαθήματα για να στηρίξει την οικογένειά της. Την απασχολούν ιδιαίτερα τα αδέλφια της κι ο πατέρας της, ο οποίος κατατρώγεται από ενοχές λόγω μιας παλιάς αποτυχημένης επένδυσης που είχε κάνει και απέβη σε οικονομική δυσμένεια. Τα παιδιά εκτιμούν πολύ τον πατέρα τους και τον ενθαρύννουν σθεναρώς: «Είμαστε νέοι, είμαστε δυνατοί».
Η μικρή Μάνια (το παρατσούκλι της), παρακολουθεί μαθήματα και στο «Κινητό Πανεπιστήμιο», που παραδίδουν παράνομα εθελοντές: ανατομία, φυσική, ιστορία, κοινωνιολογία. Η επανάσταση στον χώρο των θετικών επιστημών τη βρίσκει να ασχολείται με συγγραφείς όπως οι Κοντ, Σπένσερ, Παστέρ, Δαρβίνος, Μπερνάρ. Διαβάζει επίσης Ντοστογιέφσκι, Γκοντσάροφ, Πρους, Νορντάου, Κρασίνσκι, Σλοβάτσκι, Χάινε, Ρενάν, Λουί Μπλαν, Μπραντές, Μισέ, Πριντόμ, Κονιέ, Άσνικ κ.ά. Γράφει, σημειώνει, εικονογραφεί (μεταξύ άλλων και τους Μύθους του Λα Φονταίν).
Διακατέχεται από πατριωτικά αισθήματα και ανθρωπιστικές ιδέες, είναι γεμάτη πνευματικές φιλοδοξίες. Σέβεται την θρησκευτικότητα (ακόμα και στις πιο στενόμυαλες εκφάνσεις της) αλλά μισεί την υποκρισία που «είναι τόσο διαδεδομένη, όσο σπάνια είναι η αληθινή πίστη» (Προς Ενριέτα, 1887). Είναι σοσιαλίστρια, θέλει να βοηθήσει την πατρίδα της ενισχύοντας τη μόρφωση των μαζών αλλά «φοβάται το κομματικό πνεύμα».
17 ετών κάνει αίτηση σε γραφείο ευρέσεως εργασίας ως δασκάλα. Μιλάει ήδη Γερμανικά, Πολωνικά, Γαλλικά, Ρωσικά και Αγγλικά. Θα αλλάξει πόλεις και θα εργαστεί ως γκουβερνάντα για 6 χρόνια, στηρίζοντας οικονομικά την οικογένειά της. Θέλει να ανοιχθεί, να πάει στο Παρίσι για σπουδές, όμως αρνείται να υποκύψει στην παρόρμηση αυτή, καθώς και στην πρόσκληση της αδελφή της Μπρόνια που την καλεί να την φιλοξενήσει.
Έχει μια διαρκή μελαγχολία, σκέφτεται την οικονομική στενότητα της οικογενείας της, ονειρεύεται την ανεξαρτησία της, νιώθει σαν «γυμνοσάλιαγκας του βάλτου» κι έχει, ανά καιρούς, κρίσεις-λογισμούς αυτοκτονίας. Αφότου γυρίσει για ένα χρόνο στον πατέρα της που συνταξιοδοτείται, αρχίζει να εργάζεται σε εργαστήριο και το 1891 (24 ετών) παίρνει τη μεγάλη απόφαση να μεταβεί στο Παρίσι.
Σορβόννη. Καταλαβαίνει ότι έχει αρκετά κενά ως αυτοδίδακτη, παρακολουθώντας τα μαθήματα. Μένει μόνη μελετώντας, κάνοντας «ασκητική» ζωή για 3 χρόνια. Υπάρχουν περίοδοι βδομάδων όπου ζει μόνο με ψωμί, βούτυρο και τσάι. Έχει λιποθυμίες τις οποίες δικαιολογεί νομίζοντας ότι φταίει η πολλή δουλειά.
1893, πρώτη στις εξετάσεις του πτυχίου φυσικών επιστημών. 1894, δεύτερη στις εξετάσεις των μαθηματικών. Παραδίδει μαθήματα. Λαμβάνει την υποτροφία «Αλεξάνδροβιτς» κι επιστρέφει το ποσό εφόσον έχει ικανοποιητικά έσοδα ώστε να βοηθηθεί κάποιος που έχει μεγαλύτερη ανάγκη.
– Ερωτευμένοι Επιστήμονες
Το 1894 συναντάει τον Πιερ Κιουρί, μετά από σύσταση, ψάχνοντας εργαστήριο. Είναι Φυσικός-Ερευνητής, πολύ σεβαστός στον χώρο του και απόλυτα αφοσιωμένος. Η Μαρία του εξηγεί πως σχεδιάζει να γυρίσει στη Βαρσοβία γιατί «οι Πολωνοί δεν έχουν δικαίωμα να εγκαταλείπουν την χώρα τους» (Ρωσική κατοχή ουσιαστικά). Το πραγματοποιεί και διατηρούν αλληλογραφική επαφή. Μετά από ένα χρόνο «πολιορκίας» αποφασίζει να τον παντρευτεί και να μείνει στο Παρίσι.
Ο Πιερ είναι άθρησκος και η Μαρία χλιαρή ως χριστιανή. Παντρεύονται στο δημαρχείο. Το ταξίδι του μέλιτος περιλαμβάνει ποδηλασία στην εξοχή. Αυτή θα είναι η σταθερή απόδρασή τους κατά τον έγγαμο βίο τους. «Αυτές τις μέρες της ευτυχίας πλέκεται ένας από τους ωραιότερους δεσμούς που ένωσαν ποτέ έναν άντρα και μία γυναίκα».
Το ζευγάρι κάνει ασκητικό-επιστημονικό βίο. Το γραφείο τους: γυμνοί τοίχοι, μία βιβλιοθήκη, ένα τραπέζι, 2 καρέκλες, μία λάμπα πετρελαίου, ένα μπουκέτο λουλούδια.
Η Μαρία θεωρεί καθήκον της, ως σύζυγος, να μάθει να μαγειρεύει. Αρχίζει να το μελετάει και προσπαθεί να το συνδυάσει με την αδιάκοπη εργασία τους. «Μέχρι τις 2 ή 3 το πρωί […]ηχεί το φλογερό πιανίσιμο της σελίδας που γυρίζει, της πένας που τρέχει».
Περνάει πρώτη στις εξετάσεις για την Άδεια Διδασκαλίας στο δευτεροβάθμιο επίπεδο και φεύγουν για διακοπές, για ακόμα «ένα όργιο δραστηριότητας».
Το 1897 περνάει μια δύσκολη εγκυμοσύνη. Ο πατέρας της μεταβαίνει στη Γαλλία (Πορ Μπλαν) για να την προσέχει όσο ο Πιερ εργάζεται στο Παρίσι και το Σο. Η αλληλογραφία τους μαρτυρεί το πόσο ερωτευμένοι παραμένουν κι έχουν ανάγκη ο ένας την παρουσία του άλλου. Οκτώ μηνών έγκυος, η Μαρία κι ο Πιερ πάνε διακοπές – με τα ποδήλατα πάντα – στη Βρέστη. Στις 12 Σεπτεμβρίου γεννιέται η Ειρήνη, επίσης ένα μελλοντικό βραβείο Νόμπελ Χημείας.
Η υγεία της είναι κλονισμένη αλλά η εργασία της συνεχίζεται: δημοσιεύει στο Δελτίο της Εταιρείας για την προώθηση της Εθνικής Βιομηχανίας. Χαρακτηριστικό περιστατικό, μία κρίση πανικού που την θέλει να φεύγει άρον άρον από το Πανεπιστήμιο τρέχοντας να βρει την κόρη της που την προσέχει μία παραμάνα, νομίζοντας ότι την έχασε.
«Οι αγώνες, οι νίκες της, την μεταμορφώνουν εξωτερικά, της έπλασαν ένα καινούργιο πρόσωπο. Είναι αδύνατο να κοιτάξεις χωρίς συγκίνηση μια φωτογραφία της Μαρίας Κιουρί λίγο μετά τα 30 της. Το γερό, κάπως μονοκόμματο κορίτσι, έγινε ένα πλάσμα εξαϋλωμένο. Σου έρχεται να πεις: Τί γοητευτική, τί παράξενη, τί ωραία γυναίκα! Αλλά δεν το τολμάς, μπροστά σ’ αυτό το πελώριο μέτωπο, αυτό το απόκοσμο βλέμμα. Η κυρία Κιουρί έχει ραντεβού με τη δόξα κι έχει φροντίσει να γίνει ωραία».
Εργασία: εξετάζει ορυκτά, παρατηρεί ένα νέο χημικό στοιχείο, εξαιρετικά ραδιενεργό. Ανακαλύπτουν το Ράδιο και το Πολώνιο (όπως το ονόμασε η Μαρία) μες στον Πισσουρανίτη κι εργάζονται χρόνια για να τα εξάγουν σε καθαρή μορφή. Τα καταφέρνει 45 μήνες μετά την εκκίνηση – 1902.
Προς Μπρόνια, 1899: «όσο περισσότερο ζούμε μαζί τόσο αγαπιόμαστε». Ο Πιερ είναι κτητικός και ζηλιάρης. Έχει μεγάλη ανάγκη από τη μόνιμη παρουσία της που «τον βοηθά να σκέφτεται άνετα». Ζηλεύει μέχρι και τη μικρή Ειρήνη που επίσης έχει ανάγκη από την παρουσία της μητέρας της.
Μονταίν: «Αν διαθέτεις μεγάλη αξία και ακόμη μεγαλύτερη σεμνότητα, μπορείς να μείνεις για πολύ καιρό στην αφάνεια». Ο Πιερ αρνείται τιμές και ψυχαναγκαστικές καταστάσεις όπου του ζητούν να παρουσιάσει τα προσόντα του. Είναι και οι δυο τους ταπεινοί εκ φύσης και αποφεύγουν την άνευ λόγου προβολή. Η Μαρία, έως το τέλος της ζωής της, θα έχει απορρίψει, π.χ., δύο φορές τον Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής (ανώτατη αναγνώριση πολίτη στη Γαλλία). Θα αποκομίσει δεκάδες βαρυσήμαντα βραβεία που είτε δε μπορεί να αποφύγει είτε την ευνοούν στους σκοπούς της – θέλει, με τον άντρα της, διακαώς ένα εργαστήριο.
Το 1903 την βρίσκει απαρηγόρητη μετά από μία απρόσμενη αποβολή. Παράλληλα, η Μπρόνια χάνει το δεύτερο παιδί της, κάτι που γεμίζει τρόμο την Μαρία: «δεν μπορώ να κοιτάξω την κόρη μου χωρίς να τρέμω» (φοβούμενη ότι μπορεί να πεθάνει κι αυτή ανά πάσα στιγμή). Ο Πιερ επίσης ασθενεί – δεν θα του δοθεί ακριβής γνωμάτευση της καταστάσεώς του – και υποφέρει από έντονους πόνους.
Από το 1899 έως το 1904 το ζεύγος θα έχει δημοσιεύσει 32 επιστημονικές ανακοινώσεις. Μεγαλύτερη κατάκτησή τους είναι η διαπίστωση πως το Ράδιο, καταστρέφοντας τα άρρωστα κύτταρα, θεραπεύει διάφορες μορφές λύκου, όγκους και βοηθάει στη θεραπεία του καρκίνου.
Το 1902 η Ακαδημία Επιστημών χορηγεί στους Κιουρί πίστωση 20 χιλιάδων φράγκων για την εξαγωγή ραδιενεργών υλικών. Δύο χρόνια αργότερα θα ιδρυθεί και εργοστάσιο παραγωγής ραδίου και τους παραχωρείται χώρος να εργασθούν. Το υλικό τους γίνεται μία από τις ακριβότερες ουσίες (750 χιλιάδες χρυσά φράγκα το γραμμάριο). Δε θέλει όμως κέρδος. Δε θέλει να καταχωρήσει τα δικαιώματά της για τον τρόπο παρασκευής του ραδίου. «Οι φυσικοί ανακοινώνουν πάντοτε ακέραιες τις έρευνές τους – αν η ανακάλυψή μας έχει εμπορικό μέλλον, αυτό είναι κάτι τυχαίο από το οποίο δεν έχουμε το δικαίωμα να επωφεληθούμε […]το ράδιο θα χρησιμοποιηθεί για να θεραπεύσει άρρωστους ανθρώπους», θα συμφωνήσουν μεταξύ τους. «Έχουν επιλέξει μια για πάντα ανάμεσα στη φτώχεια και στον πλούτο».
Το Πανεπιστήμιο Παρισίων αναγνωρίζει την Κιουρί και την χρήζει Διδάκτωρ με βαθμό Άριστα. Θα αποκομίσουν διάφορα βραβεία και χρηματικά έπαθλα τα οποία τους ενδιαφέρουν περισσότερο. Τους καλεί το Royal Institution (1903) στην Αγγλία. Εκεί, σε μία δεξίωση, λιμπίζεται το περιδέραιο μίας κυρίας, σκεπτόμενη «πόσα εργαστήρια κρέμονται στο λαιμό της». Είναι η πρώτη γυναίκα που γίνεται δεκτή στις συνεδριάσεις. Παραλαμβάνει και το μετάλλιο Ντέιβι από την Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου.
Το 1903 έρχεται το πρώτο της Νόμπελ (με 70 χιλιάδες χρυσά φράγκα) το οποίο θα μοιραστεί με τον Ανρί Μπεκερέλ. Η Ακαδημία Επιστημών της Στοκχόλμης τους καλεί για διάλεξη αλλά η Μαρία είναι πολύ αδύναμη και θα το αναβάλλουν.
Κρατάει τη θέση της στη σχολή των Σεβρών και με τα έξτρα έσοδα βοηθούν με διάφορους τρόπους. Κάνουν δωρεές, βοηθάει Πολωνούς φοιτητές (θα συνεχίσει έως το τέλος της ζωής της), μία νεανική της φίλη, τους κλητήρες του εργαστηρίου τους, μία μαθήτρια στην σχολή που διδάσκει κι έχει ανάγκη…
Αρχίζει το φορτίο της διασημότητας: «η δόξα ρίχνεται στους μεγάλους, γαντζώνεται από πάνω τους με όλο της το βάρος, προσπαθώντας να ανακόψει την πορεία τους», ενώ θέλουν απλώς «[…]ν’ απολαύσουν τις φωτογραφικές λεπτομέρειες της γέννησης της ραδιενέργειας» (Πιερ Κιουρί προς Ζορζ Γκουί, 1902). Μαρία προς Γιόσεφ,1903 και 1904: «Μας έχουν κατακλύσει τα γράμματα και οι επισκέψεις των φωτογράφων και δημοσιογράφων. Ευχόμαστε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί για να βρούμε την ησυχία μας […]οι τιμές μας έχουν ρημάξει τη ζωή […]χθες, ένας Αμερικάνος μου ζήτησε να του επιτρέψω να βαφτίσει με το όνομά μου ένα άλογο κούρσας […]δεν απαντάω – χάνω τον καιρό μου διαβάζοντάς τα». «[…]Οι εύνοιες της τύχης φέρνουν μαζί τους κι ένα σωρό προβλήματα. Ποτέ δεν υπήρξαμε λιγότερο ήρεμοι […]εμείς, που ονειρευόμαστε – για φαντάσου! – να ζήσουμε σαν άγριοι, μακριά από τους ανθρώπους!». «[…]Η καλύτερη μεταμφίεσή τους είναι πάντοτε η φυσική τους εμφάνιση».
Το 1904 γεννιέται η Εύα. Κάνουν διαλείμματα παρακολουθώντας εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες, θέατρο, ακόμα και πνευματιστικές συγκεντρώσεις (μέντιουμ). Η οικογένεια Περέν είναι από τους πιο κοντινούς τους φίλους αλλά και διάφορα πρόσωπα της επιστήμης και της τέχνης όπως ο περίφημος γλύπτης Ροντέν.
Έως τον θάνατο του Πιερ, το 1906 – ένα φρικτό δυστύχημα με άμαξα – οι Κιουρί είναι πολύ ερωτευμένοι κι ευχαριστημένοι. Μαρία: «ο Πιερ ήταν όλα όσα μπορούσα να ονειρευτώ την εποχή του γάμου μας, κι ακόμα περισσότερα». Πιερ: «ήταν γλυκιά η ζωή κοντά σου Μαρία». Μετά τον θάνατο του Πιερ η Μαρία συγκλονίζεται. Κρατάει ημερολόγιο κατά το οποίο μιλάει στον άντρα της σε πρώτο πρόσωπο και προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τη σκέψη της. Η Σορβόννη της προτείνει να αναλάβει την έδρα του στη σχολή κι εκείνη το δέχεται (1908 – αναγόρευση ως τακτική καθηγήτρια).
Μετακομίζει στο Σο με τις κόρες της και τον πεθερό της που με διάφορες γκουβερνάντες φροντίζουν τα παιδιά. Το 1910 θα πεθάνει ο τελευταίος – μετά από ένα χρόνο κατάκοιτος – από πνευμονική λοίμωξη. Η Μαρία ζητάει να ξεθάψουν τον Πιερ, να ξαναθαφτεί πάνω από τον πατέρα του, έτσι ώστε όταν και η ίδια πεθάνει να είναι μαζί του.
– Η ζωή μετά τον Πιερ
Ως μητέρα δεν είναι υπερπροστατευτική. Ενισχύει τις κόρες της με τον δυναμισμό της – να μη φοβούνται το σκοτάδι και τις αστραπές ή τις επιδημίες, να ταξιδεύουν χωρίς συνοδό κτλ. Δεν τις βαπτίζει, γιατί δεν πιστεύει πια, αλλά τους ξεκαθαρίζει πως «εάν, αργότερα, νιώσουν την ανάγκη να αφοσιωθούν σε κάποια θρησκεία δεν πρόκειται να τους αποτρέψει με κανέναν τρόπο». Δεν είναι καθόλου τιμωρητική με την κλασική έννοια – δεν έχει ποτέ εκρήξεις είτε θυμού είτε χαράς. Μία φορά μονάχα σταμάτησε να μιλάει στην Ειρήνη για δύο μέρες. Επίσης, δεν έχει σκοπό να τους παραδώσει έτοιμη περιουσία αλλά να τις παρακινήσει να κερδίσουν μόνες τους τη ζωής τους. Θα δωρίσει, π.χ., στο εργαστήριο, το πολύτιμο μόριο που άξιζε περισσότερο από 1 εκατομμύριο χρυσά φράγκα.
Όσον αφορά στην εκπαίδευση των παιδιών είναι πολύ απογοητευμένη από τον θεσμικό παράγοντα. Θέλει κάτι εναλλακτικό: (Προς την Έλα) «[…]μερικές φορές μου φαίνεται πως θα ήταν καλύτερα να πνίγουμε τα παιδιά παρά να τα κλείνουμε στα σημερινά σχολεία». Θα σχεδιάσει, με άλλους επιστήμονες, ένα πειραματικό πλαίσιο εκπαιδευτικής κοινοπραξίας για καμιά δεκαριά παιδιά όπου παρακολουθούν ένα μάθημα τη μέρα με έναν διαφορετικό καθηγητή (χημεία, φυσική, φιλολογία, ιστορία, μαθηματικά, ξένες γλώσσες, γλυπτική, σχέδιο). Τα παιδιά θα παρακολουθήσουν το πρόγραμμα για δύο χρόνια.
1910 – δημοσίευση χιλιοσέλιδης Πραγματείας περί Ραδιενέργειας. Την ίδια χρονιά – ακολουθώντας τον άντρα της σε αυτό – αρνείται τον Σταυρό του Ιππότη. Η έρευνα και τα εργαλεία γύρω από αυτήν, περί Ραδίου, αναπτύσσονται. Το 1911 (44 ετών), για τις μετά-Πιερ εργασίες της, η Ακαδημία της Στοκχόλμης της απονέμει το Νόμπελ Χημείας – μοναδική περίπτωση στην ιστορία των συγκεκριμένων βραβείων για κάθε φύλου υποψήφιο. Το τελευταίο γεγονός ξεσηκώνει μένος εναντίον της στη Γαλλία – θα αρχίσουν απειλητικές επιστολές, συκοφαντίες κτλ. – που θα την φέρει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Έχει όμως και συμπαραστάτες.
Θα αρρωστήσει βαριά, θα φθάσει σε στάδιο ετοιμοθάνατου και θα παραμείνει με κλονισμένη την υγεία της για πολύ καιρό.
Διανοούμενοι συμπατριώτες της τής προτείνουν να μεταφερθεί στη Βαρσοβία και να διευθύνει ένα εργοστάσιο Ραδιενέργειας. Δέχεται την εξ αποστάσεως διεύθυνσή του.
Το 1913 διασχίζει με τα πόδια την Ανγκαντίν παρέα με τις κόρες της και διάφορους άλλους εκδρομείς, ανάμεσά τους και ο Αλβέρτος Άινσταϊν, ένας χρόνιος φίλος που μπορεί να μοιραστεί, με την Κιουρί και την σπάνια κατάρτισή της, τις ανησυχίες του γύρω από την «Σχετικότητα» που επεξεργάζεται. Τα κορίτσια θυμούνται την κωμικοφανή ομολογία του Άινσταϊν που προσπαθεί να καταλάβει «τί συμβαίνει στους επιβάτες ενός ασανσέρ που πέφτει στο κενό».
Οι τιμητικές διακρίσεις και δωρεές συνεχίζονται (από Αγγλία, Βρυξέλες, Αμερική, Γαλλία). Ιδρύεται το Ινστιτούτο Ραδίου στην οδό «Πιερ Κιουρί» με δύο τμήματα – ραδιενέργειας (στο οποίο είναι διευθύντρια) και βιολογικών ερευνών και «Κιουριθεραπείας» (ιατρική μέθοδος γύρω από την θεραπεία του καρκίνου μέσω Ραδίου) – το οποίο ολοκληρώνεται το 1914.
Τον Αύγουστο του ιδίου έτους οι Γερμανοί εισβάλουν στη Γαλλία. Τα παιδιά είναι στη Βρετάνη και η Μαρία αποκλεισμένη – εθελουσίως – επικοινωνεί μαζί τους μέσω αλληλογραφίας. Η Μαρία φοβάται για το μόριο του Ραδίου που κατέχει και το μεταφέρει στο Μπορντό για ένα περίπου χρόνο.
Προσπαθεί να συμβάλει στον αγώνα. Επεξεργάζεται το ακτινολογικό υλικό της χώρας και τρόπο να ενισχύσει την περίθαλψη των τραυματιών. Κάποια νοσοκομεία όμως δεν έχουν καν ηλεκτρικό ρεύμα, απαραίτητο για τις ακτινολογικές συσκευές. Έτσι, με έξοδα της Ένωσης Γυναικών της Γαλλίας, δημιουργεί το πρώτο ακτινολογικό όχημα (θα ονομαστεί Κιουράκι), ένα αυτοκίνητο με ένα δυναμό και την συσκευή Ρέντγκεν (Ακτίνες Χ). Περιοδεύει όλο το Παρίσι κι εξετάζει ανθρώπους, ενώ στη συνέχεια μαζεύει όσα περισσότερα αυτοκίνητα μπορεί (20) για να τα επιστρατεύσει στον αγώνα. Ένα εκατομμύριο ασθενείς υπολογίζεται ότι περιέθαλψαν οι 200 (+) ακτινολογικές μονάδες που η Κιουρί εγκατέστησε επισκεπτόμενη περίπου 400 νοσοκομεία σε Γαλλία και Βέλγιο κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Οργανώνει, επίσης, με άδεια της κυβέρνησης, κέντρο ακτινολογικής εκπαίδευσης το οποίο στεγάζει στο Ινστιτούτο της. Διδάσκει η ίδια, η κόρη της Ειρήνη και η Μάρθα Κλάιν και εκπαιδεύουν 150 νοσοκόμες-ακτινολόγους (1916-18).
Κατά τις προσπάθειες του κράτους να κρατήσει στον πόλεμο, ζητείται από τους ιδιώτες της χώρας να καταθέσουν το χρυσάφι τους. Η Μαρία δίνει το διαθέσιμο εκ μέρους της καθώς και τα μετάλλιά της προς χύτευση, μιας και της είναι «τελείως άχρηστα». Τα τελευταία δε θα γίνουν δεκτά από την Τράπεζα της Γαλλίας.
Υποστήριξε, με τη δράση της στον πόλεμο, πως και οι διανοούμενοι οφείλουν να στρατεύονται στις κρίσιμες καταστάσεις. Ήταν με τον Ουίλσον και το εγχείρημα της Κοινωνίας των Εθνών (πρώιμα Ηνωμένα Έθνη που αργότερα θα την αναγορεύσουν σε μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Πνευματικής Συνεργασίας και στη συνέχεια Αντιπρόεδρό της), όπως, έως ένα σημείο, ήταν κι ο Άινσταϊν (Α. Einstein, Πώς Βλέπω Τον Κόσμο). Πάντως «αρνείται να παραιτηθεί από τον τίτλο του καθαρού επιστήμονα για να ριχτεί σε ιδεολογικές διαμάχες […]ποτέ δεν προσυπέγραψε ούτε το πιο ανώδυνο μανιφέστο».
Κάτι που χρειάζεται η Μαρία, για να συνεχίσει τις έρευνές της, είναι ένα γραμμάριο Ραδίου (δεν της ανήκει κανένα, ενώ η Αμερική έχει αρκετά από αυτά τα πανάκριβα μόρια). Μία Αμερικανίδα δημοσιογράφος θα διοργανώσει έρανο στις ΗΠΑ ώστε να της προσφερθεί αυτό που ποθεί. Συγκεντρώνονται τα χρήματα και η Κιουρί προσκαλείται στην Αμερική να το παραλάβει. Διστάζει αλλά θα το πραγματοποιήσει παρέα με τις κόρες της. Η υποδοχή τους είναι κάτι παραπάνω από θερμή και τα βιώματα του ταξιδιού τους – που περιστρέφονται όλα γύρω από τη σημαντικότητα της Μαρίας – θα κάνουν τις κόρες της να ανακαλύψουν «[…]ξαφνικά τί αντιπροσωπεύει για την οικουμένη αυτή η τόσο χαμηλών τόνων γυναίκα που δίπλα της μεγάλωσαν». Στις 20 Μαΐου του 1921, στον Λευκό Οίκο, η επιστήμων θα παραλάβει το πολύτιμο μόριο που η ίδια ανακάλυψε αλλά η τσέπη της – μετά την προσφορά της περιουσίας της στις υπηρεσίες της δεύτερης πατρίδας της – δε σηκώνει (κόστιζε 200 χιλιάδες δολάρια). Το προηγούμενο βράδυ, η Μαρία, θα έχει εξασφαλίσει τη δωρεά του μορίου στο εργαστήριο ώστε να μην περάσει στα χέρια ιδιωτών (τις κόρες της). Θα βρουν έναν δικηγόρο άρον άρον γιατί «[…]μπορεί να πεθάνει σε λίγες ώρες». Το ταξίδι της στην Αμερική την ενισχύει στο να επισκεφθεί κι άλλα μέρη του κόσμου.
Έχει μία μόνιμη ανησυχία για το γεγονός του θαψίματος του επιστημονικού ταλέντου των ανθρώπων των κατωτέρων τάξεων: «[…]ένας σπάνιος θησαυρός που είναι εγκληματικό και παράλογο να τον αφήσουμε να χαθεί […]». Ανάμεσα στις δράσεις της είναι και το ανάλογο Ινστιτούτο Ραδίου που ιδρύει στη Βαρσοβία μέσω εράνου που διεξάγεται στην Πολωνία (εγκαινιάζεται το 32′). Η Αμερική της προσφέρει ξανά ένα μόριο Ραδίου και η Μαρία ανταποδίδει τα ευχαριστήριά της με άλλη μία επίσκεψη το 1929.
Θα παραμείνει ερωτευμένη με την επιστήμη της, ανίκανη να εργαστεί μόνο για λίγες ώρες μες στη μέρα. Γράφει πραγματείες, άρθρα, την βιογραφία του Πιερ κ.ά. Ζαν Περέν: «Η κ. Κιουρί δεν είναι μόνο μία ονομαστή Φυσικός. Είναι ο ικανότερος διευθυντής εργαστηρίου που γνωρίζω». Από το 1919 έως το 1934, 483 επιστημονικές ανακοινώσεις (34 διπλωματικές εργασίες και διδακτορικά) δημοσιεύονται από τους επιστήμονες του Ινστιτούτου της. 31 ανακοινώσεις είναι δικές της. Η Ιατρική πτέρυγά τους – υπό την διεύθυνση του καθηγητή Ρεγκό – από το 1919 έως το 1935, θα περιθάλψει 8419 ασθενείς κι εκπαιδεύσει 200 γιατρούς από όλο τον κόσμο.
Η Κιουρί, από το 1920 περιμένει μια επικείμενη τύφλωση που θα δημιουργήσει ο διπλός καταρράκτης στα μάτια της. Μέχρι να πάρει την απόφαση της επέμβασης κρύβει επιδέξια το κώλυμά της ενώ οξύνεται. Οι κοντινοί της συμμαχούν στην απόκρυψή του. Θα χρειαστούν 4 επεμβάσεις έως το 1930. Έχει επίσης έναν ρευματισμό στον ώμο και βουητά στα αυτιά που την εμποδίζουν αλλά και όχι…
Επί 35 χρόνια περιεργάζεται το Ράδιο και εισπνέει την απορροή του. Τα 4 χρόνια του πολέμου εκτίθεται αδιάκοπα στις ακτινοβολίες των συσκευών που χρησιμοποιεί. Το 1933 της βρίσκουν μεγάλη πέτρα στην χοληδόχο κύστη. Ασθενεί χωρίς να έχει ακριβή γνωμάτευση (γρίπη, βρογχίτιδα, υποτροπή της παλιάς φυματίωσης, κακοήθης αναιμία). Κανείς γιατρός, ποτέ του, δε δέχθηκε αμοιβή από την Κιουρί. Η ίδια «αποφεύγει σταθερά να αποκτήσει προσωπικό ιατρό, […]είναι τόσο αντιδραστική απέναντι στις ιατρικές φροντίδες όσο μια χωριάτισσα».
Θα κοιμηθεί στις 4 Ιουλίου το 1934.
*
Αγάπησε την απλότητα της ζωής, χωρίς να πιστεύει πως είναι άξια να την εκπροσωπήσει (θεωρούσε κάπως αφύσικη την ίδια): «Αυτό που εύχομαι στις νέες γυναίκες, στις νέες κοπέλες, είναι μια απλή οικογενειακή ζωή και μια δουλειά που να τις ενδιαφέρει». Έχει και μία χαρακτηριστική αποστροφή προς τις τάσεις της μόδας όπως, π.χ., το μακιγιάζ ή τα «ξυλοπόδαρα» (έτσι λέει τα τακούνια). Αποστρέφεται και τις τιμές αν και θα λάβει πάρα πολλές από αυτές: δώρα, επιχορηγήσεις, μετάλλια, τίτλους διδάκτορα, επαφές με βασιλικά πρόσωπα κι αρχηγούς κρατών, τους μεγαλύτερους των επιστημόνων κτλ.
Τί αντιλαμβάνεται για την ίδια και τον άνθρωπο γενικότερα; Προς Ειρήνη και Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί, 1928: «Όσο γερνάει κανείς, τόσο περισσότερο νιώθει πως το να ξέρεις να χαίρεσαι το παρόν είναι ένα πολύτιμο δώρο, κάτι σαν θεία χάρη». Η φύση είναι κάτι που η επιτυχία της – και τα απαιτούμενα ταξίδια που συνεπάγονταν – της επέτρεψε να απολαμβάνει αυτό το  θείως παρεχόμενο παρόν στα τελευταία της χρόνια.
Πώς κινήθηκε και προτρέπει και τους άλλους να κινηθούν; Προς Άννα Στσαλάι, 1913: «[…]σε κάθε εποχή μπορεί κανείς να ζήσει μια ζωή ενδιαφέρουσα και χρήσιμη. Αρκεί να μην την σπαταλήσεις και να μπορείς να πεις «έκανα ό,τι μπορούσα» […]το μόνο που μπορούμε να απαιτήσουμε από τον εαυτό μας και να μας δώσει λίγη ευτυχία […]καθένας από εμάς, αγαπημένη μου Άννα, ας πλέκει το κουκούλι του χωρίς να ρωτά γιατί και για ποιο σκοπό» (εμπνεόμενη από τους μεταξοσκώληκες που εξέτρεφαν οι κόρες της την άνοιξη: «[…]ανήκω κι εγώ στην δική τους ράτσα, παρότι όχι τόσο οργανωμένη όσο εκείνες στη δουλειά»).
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Χρήστου Γαρουφαλή. Από την ενότητα “Ανθρώπων βλέμματα” (2009).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here