Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, ένας άνθρωπος ευλογημένος από τον Θεό 


4
315

Με κλεισμένα τα εκατό του χρόνια έφυγε από τούτον τον κόσμο στις 25 Οκτωβρίου 2011 ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, ο τελευταίος της φοβερής πεντάδας των Ανδριανόπουλων· των θρυλικών παιδιών του Πειραιά, του Ολυμπιακού και της Εθνικής Ελλάδος.

Ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος τιμήθηκε απ’ όλη τη φίλαθλη Ελλάδα σαν πραγματικός θρύλος, μνημείο της ιστορίας  τού Ολυμπιακού. Νομίζω όμως ότι θα άξιζε να δούμε και μια άλλη όψη του όπως αναδύεται μέσα από τα παρακάτω αποσπάσματα που σταχυολόγησα από συνεντεύξεις του στον καθηγητή Γ. Κεντρωτή (πριν 15 χρόνια) και στους δημοσιογράφους Δ. Καπράνο (Καθημερινή, 21/1/2001) και Δ. Μώρο (Τα Νέα, 5/3/2011).

Η βάση εφορμήσεως (φτώχεια και μεγάλη πείνα): Δύσκολες εποχές – λέει στη συνέντευξή του στον Δημήτρη Μώρο. Να φανταστείτε ότι το δώρο σε κάθε παιχνίδι ήταν µία λεμονάδα στα δύο. Τη μοιραζόμασταν δύο ποδοσφαιριστές. Φτώχεια και μεγάλη πείνα.

Οι αδελφοί Ανδριανόπουλοι με τη φανέλα του Ολυμπιακού.
Ο Γιάννης, ο Γιώργος,ο Ντίνος, ο Βασίλης, και κάτω δεξιά ο Λεωνίδας.

Πάθος να κερδίσει τη ζωή: Οφείλω να ομολογήσω – έλεγε μιλώντας με τον καθηγητή Γιώργο Κεντρωτή – ότι ακολούθησα ποδοσφαιρική καριέρα μόνο για τα λεφτά. Μπορεί να μην έβγαζα δραχμή, όμως, γνώριζα καλά ότι στο μέλλον θα έπαιρνα το μερίδιο μου… Όταν παίζαμε (μακριά από την Αθήνα) και νικούσαμε, εγώ είχα μαζί μου δείγματα από το μαγαζί και σε χρόνο μηδέν πούλαγα καμιά δεκαριά κοστούμια. Όλη η αγορά με προτιμούσε. Δεν προλάβαινα να παίρνω παραγγελίες: “Λεωνίδα, θέλω αυτό το κασμίρι και άλλα δύο κοστούμια από εκείνο το δείγμα”…. Η ουσία είναι ότι ένιωθα λίγο έμπορος, πέρα από ενεργός ποδοσφαιριστής, κι αυτό μου γέμιζε τη ζωή.

 

Φόβος Θεού: Κάποια Σαββατοκύριακα – λέει σε άλλη συνέντευξή του, στον Δημήτρη Καπράνο – μέναμε στα ξενοδοχεία, είχε λεφτά τότε ο Μπαρμπαρέσος, εύπορος Πειραιώτης, χορηγός της ομάδας, ας πούμε, όπως και ο Ζαγοραίος. Μέναμε στο Χαλάνδρι, ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Οι αθλητές τρώμε συνήθως στις 11.30. «Τι θα φάμε;», ρωτάει ο Γιώργος σαν χαμένος τον προπονητή. «Μακαρόνια!», λέει αυτός. «Τρελάθηκες; Μακαρόνια Μεγάλη Παρασκευή;». Δημιουργήθηκε πρόβλημα και κλήθηκε… ο δεσπότης της περιοχής. «Ε!», λέει, τα παιδιά, δεν πειράζει, είναι αθλητές, πρέπει να κερδίσει και η ομάδα μας, μπορούν να φάνε και κρέας»! «Αποκλείεται, λέει ο Γιώργος. Μεγάλη Παρασκευή σπίτι μου, δεν είχε ούτε φακή η μάνα μου! Μια νερόσουπα το βράδυ, ούτε λάδι ούτε χαλβά! Ο ξενοδόχος έφερε κάτι φιλέτα. Πήγα να φάω κι εγώ. Ο Γιώργος θηρίο! «Πώς θα παίζω, ρε Γιώργο, φούτμπολ; Ώρες θα τρέχω. Μπορώ να κρατηθώ με τα μακαρόνια;». Έφαγα. Και στον αγώνα, σε μια διεκδίκηση της μπάλας, πέφτω πάνω στη δοκό και παθαίνω εσωτερική αιμορραγία! Έμεινα 20 μέρες στον «Ευαγγελισμό», ξάπλα! Από τότε, δεν μπαίνει κατσαρόλα σπίτι Μεγάλη Παρασκευή!

Αγάπη για τον «εχθρό»: Αγαπούσαμε τον Παναθηναϊκό και ο Παναθηναϊκός εμάς – λέει στη συνέντευξη στον Γ. Κεντρωτή. Να φανταστείτε ότι σε κάποια χρονιά που οι Πράσινοι είχαν μπλεξίματα και έπρεπε να ψηφίσουμε για το αν θα πρέπει να υποβιβαστούν, ο αδελφός μου ψήφισε κατά. Δεχτήκαμε πολλές απειλές και αποδοκιμασίες από φιλάθλους και εγώ με τη σειρά μου ρώτησα το Γιώργο, γιατί έκανε κάτι τέτοιο. Ξέρετε τι μου απάντησε; Ρε Λεωνίδα, αν υποβιβασθεί ο Παναθηναϊκός με ποιον θα παίζουμε;

 

Το αποτέλεσμα: Έχω κερδίσει καταξίωση και σεβασμό. Έρχονται παιδιά και µου φιλάνε το χέρι…

 

Ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, που οι φίλαθλοι τον ήξεραν και σαν Λιόλιο ή Στραβοσουγιά, γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1911. Έπαιξε στην πρώτη ομάδα του Ολυμπιακού πιτσιρικάς, το 1927, και σταμάτησε το 1935, μόλις 24 ετών, για να ασχοληθεί με το εμπόριο. Στο διάστημα αυτό συμμετείχε σε 11 αγώνες της Εθνικής ομάδας στους οποίους έβαλε 2 γκολ. Ήταν γεννημένος αθλητής. Έτρεχε τα 100 μέτρα σε 11 δεύτερα και πηδούσε άλμα εις ύψος 1,85. Στο ποδόσφαιρο τον παρέσυραν τα   αδέλφια του. Το  όνειρό µου, έλεγε, ήταν να γίνω ολυμπιονίκης στο τριπλούν. Μου άρεσε πολύ ο στίβος.  Το μετάνιωσα που εγκατέλειψα τον κλασικό αθλητισμό.

Το μυστικό της μακροζωίας: Προσέχεις τι τρως, προσπαθείς να μη βάζεις μαράζι για τίποτα, δεν έχεις κακία για κανέναν και η ζωή συνεχίζεται…

 

Αν βάζατε έναν τίτλο στο βιβλίο της ζωής σας, ποιος θα ήταν, τον ρωτούν: Ένας άνθρωπος ευλογημένος από τον Θεό – απαντά ο κυρ Λεωνίδας.

Αισθάνομαι την ανάγκη να υποκλιθώ στον Λεωνίδα Ανδριανόπουλο. Όχι μόνο στο ζωντανό θρύλο του αθλητισμού, αλλά και σ’ έναν απ’ τους τελευταίους εκπροσώπους της παραδοσιακής ελληνικής μέσης τάξης. Έναν απ’ αυτούς τους λαϊκούς αρχοντάνθρωπους που μαζί με όλα τα πάθη και τα όποια λάθη τους, άφηναν να κυλά στο αίμα τους ως κοινός τόπος η σύνεση και η ευσέβεια που ύφαναν τον ψυχικό και κοινωνικό ιστό του σύγχρονου ελληνικού έθνους – πράγματα πλέον ανεπανόρθωτα χαμένα.

πηγή: Αντίφωνο

4 Σχόλια

  1. Απορώ, τι νόημα είχε αυτή η ειδική αναφορά του Αντίφωνου στον Λεωνίδα Αδριανόπουλο. Δεν κατάλαβα, από το άρθρο σας, γιατί ο αποβιώσας ήταν ευλογημένος από το Θεό. Ούτε έστω εάν προσέφερε κάτι σε αυτόν τον τόπο. Απογοήτευση.

  2. Η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται για μια, όντως, ενδιαφέρουσα προσκόμιση στοιχείων, από πλευράς Βασίλη Ξυδιά.
    Ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, στα δικά μου μάτια, προσέφερε σε αυτό τον τόπο ό,τι και ολόκληρη η γενιά του: Μια Ελλάδα που δημιουργούσε ενώ, συνάμα, κατανάλωνε μονάχα τον τόκο (επιγέννημα) του ιδρώτα της – μια Ελλάδα που δεν σερνόταν για «μεγαλεία»… δανεισμένα από τον ιδρώτα των άλλων.

    Αν τυχόν ήταν “λίγο” αυτό, σκέφτομαι, τότε θα μπορούσαν να το αξιώνονται και οι δικές μας γενιές.

  3. Προβληματίστηκα αν θα έπρεπε να απαντήσω στην κριτική του Κωνσταντίνου, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχω να πω κάτι περισσότερο απ’ όσα ήδη λέω στο κείμενο. Ας τα επαναλάβω όμως μια ακόμα φορά, προσθετικά σε όσα αναφέρει παραπάνω ο Γ. Καστρινάκης, αφού πρώτα διευκρινίσω πως για τον Λ. Ανδριανόπουλο δεν ήξερα απολύτως τίποτα πέρα απ’ το ότι ήταν ένας από τους πέντε Ανδριανόπουλους του Ολυμπιακού. Με εξέπληξαν όμως και με συγκίνησαν οι συνεντεύξεις του που τις πρόσεξα με την αφορμή του θανάτου του. Είδα στα λόγια του αυτό που αναφέρω στον επίλογο του κειμένου μου. Έναν απλό άνθρωπο του λαού, ίσως όχι καλύτερον από πολλούς άλλους της εποχής του, αλλά που γι’ αυτό ακριβώς έχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε την αξία του τώρα που το “είδος” αυτό έχει πλέον χαθεί. Είδα στον άνθρωπο αυτό μια ανεπιτήδευτη σύνεση και ευσέβεια, ταυτόσημη στα δικά μου μάτια με την αρχοντιά. Και θεώρησα σκόπιμο να μην προσθέσω τίποτα δικό μου, παρά μόνο να υπογραμμίσω τα δικά του λεγόμενα (με τους μικρούς μεσότιτλους όπως “φόβος Θεού”, “αγάπη για τον εχθρό” κλπ). Η δε έκφραση “ένας άνθρωπος ευλογημένος από τον Θεό” είναι, αν το προσέξατε, δική του. Την αναφέρει ο ίδιος ως σύνοψη της ζωής του. Πόσοι από μας αισθανόμαστε πως έχουμε την ευλογία του Θεού (πάντων ένεκεν); Δεν ξέρω … Ίσως ο αγαπητός Κωνσταντίνος να έχει δίκιο. Μπορεί ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος να μην ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Κι ο ίδιος άλλωστε κάπως έτσι πρέπει να αισθανόταν, και γι’ αυτό ξαφνιαζόταν όταν τα μικρά παιδιά τον κυνηγούσαν για να του φιλήσουν το χέρι. Αυτό όμως είναι που εμένα με συγκίνησε και αισθάνθηκα την ανάγκη γι’ αυτό το “αντιφωνικό” μνημόσυνό του εν είδει προσκυνήματος στη χαμένη πνευματικότητα της παλιάς λαϊκής μέσης τάξης. Λίγο με νοσταλγία, λίγο με την ελπίδα της μελλοντικής επανεύρεσής της … εν ετέρα μορφή. ΒΞ

  4. Τον καιρό ετουτο όπου τα εξέχοντα πρόσωπα της πολιτικής σκηνής πραγματοποιούν ενώπιον διεθνούς κοινού αθλητικής προελεύσεως υπερβάσεις , κρύβοντας την μπάλλα σαν να ήταν πάντα δική τους ,η φωτογραφία του σεβάσμιου γέροντα ο οποίος ασπάζεται την ερυθρόλευκη σημαία σαν εικόνισμα μακρυά απο τα χάι-λαιτς των προτοσέλιδων μοιάζει με φιλί της ζωής μεσα στο χιόνι.
    Ένα ζεστό φιλί σ αυτό το λιγοστό μερτικό που μας ανήκει ως μοίρα κι ως επιλογή ,σε αυτό που ελκύοντας και αντιμαχόμενο το αντίθετό του συνθέτει ώστε να φιλιώσει με τους ανθρώπους ,με τον κόσμο.Όπως το κατόρθωσε εξ άλλου και ο Βασίλης που άν εξαιρέσεις την κιθάρα του παραμένει πράσινος βαθύς.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here