Λαμπριάτικος ψάλτης

0
52

«…κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέ­πει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου»

Γιώργος Σεφέρης

«Θανάτου  εορτάζομεν νέκρωσιν», πάλι αυτά τα αλαζο­νείας πολύηχα αντι­φατικά της κυκλίου μας Σύναξης. Πώς τα καταφέρνει τούτος ο ελληνικός πολιτισμός, και μετατρέπει σε τριμμό – τριμμένο δρόμο πολυσύχναστο από όλους, λογί­ους κι αγραμμάτους, τέτοια σχήματα πολυδαίδαλα, που αλλού θεωρούνται προνόμιο των ολίγων; Αυτά, που εμείς τα ψάλλουμε «όλοι μαζί», «λαός και επώνυμοι άρχοντες», όπως λέει ο Σεφέρης, αλλού θεωρούνται άθλα πρωταθλητικά to the happty few…

Άκου, νέκρωσις θανάτου; Πώς τα επιταττικά οξύμωρα είναι σ’ εμάς από όλους αντιληπτά; Μα είναι απλό: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν».1 Τόσο απλό: σαν κατασκήνω­ση εφήβων ο Λόγος μέσα στο κορμί μας, έρως εκ της σαρκός μας. Γιατί εμείς, σε αντίθεση με άλλους, κατ’ επάγγελμα ή εκ φόβου δύσπιστους, εμείς αγκαλιάσαμε το θαύμα. Γι’ αυτό εμείς, παλλαϊκή δημοκρατία, κατανο­ούμε τα απρόσιτα και εκλαϊκεύουμε τα άριστα. Γιατί και το θαύμα δεν είναι μία παρά τον λόγον – παράλογη δεισι­δαιμονία, όπως πιστεύουν πενιχρώς οι μικρομεσαίοι της γραμμικής επιστημο­λογίας. Το θαύμα για τον διαχρονικό ελληνικό πολιτισμό είναι ένας κατά φύσιν – φυσιολογικός εξωραϊσμός της φύ­σης. Τόσο απλό: «κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου», το θαύμα, δηλαδή, «ο την φύσιν ωραΐσας του πα­ντός». Το θαύμα είναι αυτή η ομορφιά που, όλοι μας, Καινουργοί, πλαστουργούμε όταν αποφασίζουμε να ανατινάξουμε το καθημερινό μας καθωσπρέ­πει: οι συνετοί τη σωφροσύνη τους, οι φτωχοί το πενιχρό τους, οι πλούσιοι τον πλούτο τους κι οι αυτάρκεις την επάρκεια τους. Οπως τό ‘πε και τό ‘κανε, δηλαδή ο Χριστός. Για να γίνει όμως αυτή η ομορφιά, «πρέπει να σπεί­ρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων», μας διδάσκει ο Σεφέρης. Δύ­σκολες αλήθειες για μικρομεσαίους θετικιστές του Μάαστριχτ. «Η αλήθεια όμως μόνον έναντι θανάτου δίδεται»… έτσι δεν μας ξαναδίδαξε τον ορισμό του θαύματος, «ζωαρχική παλάμη» (δοτική)2, ο φαεσφόρος Ελύτης;

Βρίσκομαι ξανά, αυτές τις μέρες της δακρυχαρούς χαρμολύπης μας, κοντά στους τάφους των μισών μου προγό­νων. «Όλβιος τάφος»! Χαράς ευαγγέ­λια αυτό το Βραχάσι της Κρήτης, όπου εν «τάφω σμικρώ ξενοδοχείται» ο άχραντος πληγωμένος ναός της μνήμης μου. Η άλλη μισή μου μνήμη κείται, σε βαβυλώνιον αιχμαλωσία, εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου τα άλλα μου λείψανα περιμένουν, με περιμένουν, γιατί ξέρουν: «Βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει άδης του γένους των βροτών». […]

Ανεβοκατεβαίνω, όπως πάντοτε, από το Βραχάσι στο Σίσι, όπου συνάγεται συναγελασμός ετερο­χθόνων (ρουμ του λετ, Κρήτη to let και λοιπά σύμμεικτα νεκρωτικώς χαρωπά). Βλέπω λοιπόν στο «Καλημέρα Κρήτη», σ’ αυτό το καθημερινό θαύμα της κρη­τικής φιλοκαλίας, όπου ξενοδοχείται αρχοντικά το μεράκι, το φυσίζωον πεί­σμα και η κρητική ομορφιά, όλα αρετές της οικογένειας Μαντωνακάκη, πα­τρός και κόρης ως ήδιστα, βλέπω λοι­πόν ευπρεπείς Δυτικούς – μέρες του δι­κού τους Πάσχα – να εξακολουθούν να παραμένουν ευπρεπείς, λιάζονται – κουρνιάζουν – τρώνε – κοιμούνται ευ­πρεπείς. Κι όλες οι μέρες τους ίδιες. Όλα τους των δυτικών τουριστών ισοπεδωμένα, πολτοποιημένα. Κυριακή του μπάνιου τους – του Πάσχα τους ήθελα να πω – ίδια κι αυτή.

Ρωτώ: – Ρε συ, κανείς τους δεν ζήτη­σε να βρει καμιά δική τους εκκλησιά, να ρωτήσει για καμιά τελετή τους; Νη­στεύει κανένας τους; – Πλάκα μας κάνεις; Ποια νηστεία, τώρα… Ό,τι προ­βλέπει το πακέτο τους. Κρέας και μουζάκα, μουζάκα και κρέας και κρέας και κρέας. Σπογγώδεις…

Σκέφτομαι, τόσα χρόνια που τους παρατηρώ τουρίστες στην Κρήτη, εκεί δηλαδή που βγάζουν τον πιο ελεύθερο εαυτό τους, τον έξω από την ανάγκη και την πίεση… Τους γνώρισα, άλλω­στε, και επί ένα τέταρτο αιώνος, ως πα­ραγωγικούς, στην έδρα τους: Τι στο καλό έφταιξε και κατρακύλησαν οι Δυτι­κοί σε τούτη τη σπογγώδη εγκεφαλίτιδα, όλα πολτοποιημένα σαν τον ανθρώ­πινο πλακούντα και τα ανθρώπινα νεο­γνά, που τα κάνουν άλφιτα για βόδια, γιατί έφτασαν να μην ξεχωρίζουν κα­μιά μέρα τους, από την προηγούμενη και την παράλλη τους; Και σκέφτομαι: μα δεν πρόσεξες πως οι Δυτικοί, σ’ όσους τους έμεινε ένα χριστιανικό χνά­ρι αλλά και στην εκ Χριστού εμπορευ­ματοποίηση της ζωής τους, όλοι τους γιορτάζουν πιο πολύ τα Χριστούγεννα και λιγότερο το Πάσχα; Γιατί; Μα, διό­τι η γέννηση τους φαίνεται πιο φυσιο­λογική από την Ανάσταση. Αμαθείς, πεζολογικοί και πρωτόβγαλτοι του Λό­γου, τους ήταν πιο εύκολη η Γέννηση. – Αντε, να χάψουμε ότι γεννιέται ο Θεός. Όχι όμως κι ότι ανίσταται εκ νε­κρών, άμα τύχει και πεθάνει… –: δυτι­κός σπογγώδης ορθολογισμός.

Όντως, έχει δίκιο ο θεηγόρος Γιαν­ναράς: θέλει μεγάλο πολιτισμό, χρειά­ζεται λαός φονουργός, φθονουργός, αλάστωρ αλλά και αριστοκρατικός, για να κατανοήσει και να ψάλλει το αυτο­νόητο: «Ανηρέθης, αλλ’ ου διηρέθης, Λόγε, ής μετέσχες σαρκός· ει γαρ και λέλυταί σου ο ναός εν τω καιρώ του πά­θους, αλλά και ούτω μία ην υπόστασις της Θεότητος και της σαρκός σου…». Όλη η ελληνική φιλοκαλία επιστήμης και πολιτεύματος σε τρεις γραμμές. Αλλά προπόνηση άχρι αιώνος στο θαύ­μα, δηλαδή στο φυσικό του ανθρώπου.

1.Κατά Ιωάννην, α’ 1-17

2.Επειδή η «Ελευθεροτυπία», πα­ρά τις δουλοπρεπείς μου ικεσίες, δεν εννοεί να κρεμάει μια υπογε­γραμμένη στη δοτική, ενδοτική ού­σα στο μονότονο, κι επειδή, έτσι, η φράση  δείχνει  σαν παστουρμάς από το Μάαστριχτ ή χατζηαβάτικη Μεγάλη Εβδομάδα Γιοχάννες γαρ πατσά τύπου Μεγάρου Μουσικής, διά ταύτα και η εντός παρενθέσεως μνεία…

 Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 17 Απριλίου 1996

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

πηγή κειμένου: www.antifono.gr

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here