Λένιν και Αγία Βαρβάρα

0
170

Μία συζήτηση για τον τρόπο που εμείς οι ορθόδοξοι Χριστιανοί κατανοούμε την αγιότητα και την κοινή αντίληψη -καθιερωμένη-για τον επαναστάτη πρωτοπόρο, ο οποίος επιχειρεί την νέα πολιτισμική συγρότηση, στις  ιστορικά υπάρχουσες, μικρές ή μεγάλες, κοινωνικές συσσωματώσεις, φαίνεται να είναι επιβεβλημένη από τα καινοφανή δεδομένα, που εν μέσω κρίσης, επιδιώκουν να διαμορφώσουν το σύνολο της κοινωνικής μας ζωής. Τα ιστορικά πρόσωπα που έχουν επιλεγεί ενδιαφέρουν εν προκειμένω μόνο ως σύμβολα δύο θεωρητικών αντιλήψεων, οι οποίες παρά τις ριζικά διαφορετικές τους καταβολές έχουν κοινή τους επιδίωξη την αγάπη τους για τον άνθρωπο. Εννοώ την κολλεκτιβιστική άποψη, που με επιμονή επιλλέγει την πολιτική να πραγματώσει τους σκοπούς της και εκείνη η οποία ενώ δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα της προηγουμένης, προκρίνει, έστω και ως πρότυπο, την οδό της αγιότητας που προϋποθέτει την πίστη στον τριαδικό Θεό, Δημιουργό ορατών και αοράτων.  Να σημειώσουμε επίσης, ότι εις αυτές τις απόψεις υπήρξε και υπάρχει  έκδηλη η αφοσίωση πλήθους ανθρώπων με την απονομή τιμής  εις τα σκηνώματα των αγίων και των αρχηγών, που «διαβαίνει εις το πρωτότυπο».

Α. Η κολλεκτιβιστική άποψη  

Σύμφωνα με την κολλεκτιβιστική άποψη η ύπαρξη και η ζωή του ατόμου στη κοινωνία στην οποία συμμετέχει ως μέλος καθορίζεται από τους  θεσμούς που εκφράζουν το συλλογικό συμφέρον  της.  Ανάλογα με το βαθμό ελευθερίας απέναντι στη «κοινή θέληση» των επί μέρους ατόμων αυτές διακρίνονται μεταξύ τους σε κατηγορίες, όπως οι αρχαίες κολλεκτιβιστικές κοινωνίες, οι ημι-κολλεκτιβιστικές κοινωνίες του μεσαίωνα και οι νεο-κολλεκτιβιστικές κοινωνίες του Κομμουνισμού και του Φασισμού. Υπάρχουν  βέβαια και οι σύγχρονες  Δημοκρατικές  κοινωνίες, όπου ενώ το συλλογικό πνεύμα εξακολουθεί να παραμένει  ισχυρό, αναπτύσσεται  συγχρόνως  η τάση της εξατομίκευσης  με χαρακτηριστικά από ήπια μέχρι ακραία. Τα τελευταία  εκφράζονται η με την άρνηση οιασδήποτε  πολιτικής  τάξης, θέση η οποία τελικά παραπέμπει σε πρωτόγονες κοινωνίες κολλεκτιβιστικού τύπου, η στη νεο-φιλελεύθερη  άποψη  που επιδιώκει  την κυριαρχία, μέσω της οικονομίας, σε παγκόσμιο επίπεδο.  Εις όλες πάντως τις μορφές οργάνωσης της κοινωνικής ζωής, εκτός ίσως της τελευταίας, η λειτουργία των θεσμών συγκροτεί εις ένα ανώτερο επίπεδο τον ηθικό κώδικα της συγκεκριμένης κοινωνίας.  Αυτός λοιπόν ο κώδικας, συνιστά «την τελεολογία του ηθικού», που χαράζει τα όρια  της ανθρώπινης δράσης, ώστε να εξουδετερώνονται οι θανάσιμοι  κίνδυνοι που απειλούν με την  εξαφάνησή της.  Πρόκειται για τις ανθρώπινες πράξεις που είναι συνδεδεμένες με δομικά στοιχεία του ανθρώπινου ψυχισμού.  Παράδειγμα ηθικού κώδικα  είναι ο δεκάλογος του Μωϋσή στον  οποίο η ακροτελεύτια εντολή του-«ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου,…….ούτε όσα τω πλησίον σου εστίν» -απαγορεύει την μιμητική επιθυμία στην προκτητική της εκδοχή.  Είναι γνωστά τα αποτελέσματα της προσκτητικής μίμησης: η καθολική σύγκρουση μεταξύ των μελλών της πρωτόγονης κοινότητας, η μεταβίβαση της βίας στο υποψήφιο  θύμα και τη τελική του εξόντωση.  Ακολουθεί, ως διά μαγείας η εμφάνιση του «από μηχανής Θεού», ο οποίος επιβάλλει τη θαυμαστή ειρήνη.  Πρόκειται για το δύστυχο θύμα, που αναδεικνύεται για την κοινότητα το πρώτο  «υπερβατικό σημαίνον», το ιερό.[1]  Θα επιχειρήσω την διαύγαση της σχέσης μεταξύ  ατομικού και συλλογικού ή με άλλη διατύπωση τη δικαιολόγηση της προτεραιότητας του δεύτερου στις αρχαίες ιστορικές κοινωνίες και όχι μόνο.  Προκειμένη των συλλογισμών είναι ο θυματικός μηχανισμός, τον οποίο αυτή τη φορά θα μεταγράψουμε από τον αινιγματικό τρόπο γραφής των μύθων.  Εις αυτούς λοιπόν τους μύθους  ο θυματικός μηχανισμός εικονίζεται μέσω της «δυαδικής  αντίστιξης» των τεκταινομένων: ο συλλογικός φόνος προσημαίνεται θετικά ενώ το θύμα στη πρώτη  φάση αρνητικά και στην επόμενη θετικά.  Τις ταυτότητες  συλλογικό=θετικό και ατομικό=αρνητικό αποδέχεται και ο Λεβί  Στρώς, ότι αποτελούν προκείμενες της «άγριας σκέψης», αν και επειδή του διαφεύγει η αλλαγή που παρατηρείται  στη δεύτερη ταυτότητα  απο αρνητικό σε θετικό εκτρέπεται σε ιδεοληπτικές ερμηνείες για τη γένεση της ανθρώπινης σκέψης και πολιτισμικής τάξης.[2]  Δείξαμε επομένως, γιατί η προτεραιότητα  του συλλογικού έναντι του ατομικού χαρακτηρίζει  τις πρωτόγονες κοινότητες και τις αρχαίες ιστορικές κοινωνίες.  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για τις μετά Χριστόν κοινωνίες, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, στις οποίες εμφανίζεται σε ποικίλους  βαθμούς η εξατομίκευσής τους.  Θα  παρουσιάσουμε την κατά τη γνώμη μας αιτία του κοινωνικού φαινομένου εις τη δεύτερη παράγραφο της μελέτης, περί αγιότητος.  Συνεχίζουμε με κάποιες σκέψεις που αφορούν την ξεχωριστή προσωπικότητα η οποία  αφιερώνεται στη μεταμόρφωση της κοινωνίας, εννοείται στη βάση  ενός σχεδίου, δικής του, ή συλλογικής  έμπνευσης.  Οι  ιστορικές μελέτες έχουν αποδείξει, ότι στη δημιουργική προσωπικότητα πρέπει να συνυπάρχη μαζί με τη σαφήνεια των ιδεών της η ορμή της αγάπης για την οποία ομίλησε ο Βergson. Mόνο τότε  η δράση του θα είναι καθοριστική για τη πρόοδο του κόσμου μας- «την καρδιά και και την διάνοια ο Θεός τα θέλει ενωμένα, ο διαχωρισμός τους είναι προβληματικός».[3]  Κατά συνέπεια, εάν αυτός που μεριμνά  για το καλό σου είναι άξιος της αγάπης και της εκτίμησής σου, τότε η απόδοση τιμών στα σκηνώματα, που έφεραν κάποτε το πνεύμα και την ζωϊκή ενέργεια αυτών των εκλεκτών ανθρώπων δεν αποτελεί ειδωλολατρεία, όπως κάποιοι σπεύδουν να τη χαρακτηρίσουν.  Αντίθετα είναι εκδήλωση τιμής και ευγνωμοσύνης, που επιστρέφει στο ανθρώπινο είδος, εις το οποίο ανήκεις και εσύ.  Την ύλη θεωρεί και σωστά η Εκκλησία μας δημιούργημα του Θεού και εις αυτό συμπίπτει απόλυτα με την επιστημονική έρευνα,σύμφωνα με την οποία ο κόσμος στο συνολό του, άρα και η ύλη,δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της πρωταρχικής κτιστής ενέργειας του Θεού, η οποία μετασχηματίζεται και εξελίσσεται στη βάση ενός καθολικού σχεδίου.[4] 

Β. Η Αγιότητα

Ούτε τα περιθώρια μίας μικρής εργασίας επιτρέπει την εκτενή αναφορά μας σε μία τόσο κορυφαία ιδιότητα, που σημαίνει  η λέξη αγιότητα, κυρίως όμως γιατί,για  το περιεχομενό της  μόνο άγιοι είναι αρμόδιοι να ομιλούν.  Ζητώ κατά συνέπεια συγνώμη για τις σκέψεις που θα εκθέσω, τις οποίες και θέτω στην αυστηρή κρίση των επαϊόντων.

Αρχίζω με την υπενθύμηση της παραβολής  του Τελώνη και του Φαρισαίου,γιατί μου δίνεται αμέσως  η δυνατότητα να διακρίνω το επίπεδο του «γενικού», που όπως είπαμε διέπεται από την «τελεολογία του ηθικού», απο  το επίπεδο της αγιότητας εις το οποίο χωρίς αμφιβολία επικρατεί με απόλυτο τρόπο η πίστη και η αγάπη στον αιώνιο Δημιουργό του παντός. Ο φαρισαίος, ως γνωστόν, παρουσιάζεται να εκκλησιάζεται, να προσεύχεται, να μελετά τις γραφές, να ελεεί τους φτωχούς, δηλαδή με ηθικά άψογο τρόπο, όμως τελικά να μη σώζεται.  Γίνεται αμέσως φανερό, ότι η προσήλωσή του στον ηθικό κώδικα της κοινωνίας του, μία ιδεοληπτική εμμονή με χρηστικό περιεχόμενο από την οποία απουσιάζει η πίστη που έχει μεταποιηθεί σε σχέση με τον πανάγαθο Θεό, δεν αρκεί να σώσει τον άνθρωπο.  Αντίθετα ο τελώνης, που είναι φταίχτης, άδικος,αμαρτωλός με ένα λόγο παραβάτης της ηθικής, σώζεται, επειδή μετανοεί ειλικρινά, άρα πιστεύει στο Θεό του, εις τον οποίο απευθύνεται με συντριβεί να τον συγχωρήσει.  Δεν αρνείται βέβαια ο τελώνης τον κώδικα ηθικής της κοινωνίας του, έχει όμως κατανοήσει πως σ’ ένα άλλο επίπεδο -εκείνο που το πλημμυρίζει η Χάρις του ζώντος Θεού,η οποία και κάνει δυνατή τη σχέση του με τον Αιώνιο – του παρέχεται η άφεση να επιστρέψει σώος εις  το επίπεδο του «γενικού», όπου εις το εξής  η δράση του, γεμάτη αγάπη για τους συναθρώπους του εμπνέεται από την αγάπη του στο Θεό, πατέρα όλων μας.  Την επιστροφή από τη «γή την  υψηλή»  εις  τον κόσμο των περιορισμών και των απαγορεύσεων  μας την αφηγείται η ιστορία του Αβραάμ με τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία,ότι η πίστη είναι «επιδίωξη» παράδοξη, όχι γιατί είναι εμπιστοσύνη σε παράλογες αξιώσεις του Απόλυτου, αλλά διότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή δόξα του «γενικού».[5] 

Με ανάλογο πνεύμα ομιλεί και ο Χριστός, όταν προτρέπει τους ανθρώπους να διευθετούν τις σχέσεις τους  με τους ανθρώπους  σύμφωνα με το χρέος τους προς τον Θεό πατέρα και όχι υπακούοντας  σε ανθρώπινες ηθικές προτροπές.[6]  Ο Λουκάς εκφράζεται με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό σε βαθμό  που δίνει την εντύπωση, πως  πρέπει κανείς να μισήσει  τα περισσότερο προσφιλή του πρόσωπα προκειμένου να επιτελέσει το χρέος του στο Θεό.  Δεν είναι βέβαια καθόλου έτσι,αλλά απλώς ο Λουκάς με τη χρήση του ρήματος μισώ επιδιώκει να μας μεταφέρει την ασυμβίβαστη θέση του Χριστού, για τις υποχρεώσεις του ανθρώπου προς τον Δημιουργό του.  Το κλειδί της ερμηνείας του Ευαγγελικού εδαφίου ευρίσκεται στην αρχική του φράση: «ει τις έρχεται προς με….», που σημαίνει, ότι κατέχεται από το πάθος να συνάψει σχέση με τον άπειρο Θεό.  Πρόκειται για το πάθος της πίστης, το οποίο πυροδοτείται από Εκείνον εις ένα κρεσέντο εκδήλωσης της αγάπης Του προς τον άνθρωπο.  Το χρέος που αναλαμβάνεται είναι δυσθεόρατο και η αφοσίωση που απαιτείται ολοκληρωτική, επομένως ακόμη και η ελάχιστη ενόχληση από το «γενικό» θα του προκαλέσει αποστροφή και εχθρότητα, άρα χωρισμό και μίσος, προς εκείνους που  το εκπροσωπούν. Κατά συνέπεια το πάθος της πίστης οδηγεί τον άνθρωπο σε ψυχικές καταστάσεις, που τον θέτουν αντιμέτωπο με τις συνηθισμένες επιλογές της τελεολογίας του «γενικού».  Αν όμως το απόλυτο χρέος του ανθρώπου προς το Δημιουργό, επιβάλλει μία συμπεριφορά αντίθετη στον ηθικό κώδικα της ανάγκης, κατά κανένα τρόπο δεν θα πάψει αυτός να αγαπά-γιατί θα αγαπά από τον άλλο  δρόμο, της αγάπης του Θεού για τα δημιουργήματά Του.[7]    

Η αγιότητα  επομένως, κυρίως ως σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης, σηματοδοτεί μία πορεία προσωπική του ανθρώπου να απαντήσει στη κλήση που του απευθύνει ο Δημιουργός του.  Η προσωπική και αδιαμεσολάβιτη σχέση, την οποία συνάπτει μαζί Του, είναι το μεγάλο Ναι του ανθρώπου που εκφράζει την εμπιστοσύνη του σε Εκείνον. Αυτή η εμπιστοσύνη –η πίστη- είναι όρος  απαράβατος  της αληθινής σχέσης με το Θεό- και με τον άνθρωπο- που γεμίζει με νόημα τη ζωή του ανθρώπου και «εκ των ων  ουκ  ανευ», το κορυφαίο χαρακτηριστικό της αγιότητας.  Μαζί με τη πίστη, ή καλύτερα λόγω αυτής, ένα πλήθος άλλων χαρισμάτων κοσμούν την αγιότητα,και μόνο ένα μέρος από αυτά κάθε φορά διαφορετικό, χαρακτηρίζουν  την αγία η τον άγιο.  Η πανσθενουργή Θεία Χάρη δεν αναιρεί το ανθρώπινο πρόσωπο και ο μυροβόλος συναξαριστής έχει πλήθος παραδείγματα αγίων από Ανατολή και Δύση με χαρακτηριστικά που ποικίλουν, άνδρες και γυναίκες,επιστήμονες και αγράμματοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, έγγαμοι και άγαμοι, κληρικοί η λαικοί. Η αγιότητα κατά συνέπεια δεν υπόκειται σε προδιαγραφές, όπως και δεν συνδέεται με την υπερβολή και την εξωπραγματικότητα.  Παρ’ όλα αυτά γίνεται αμέσως αισθητή με τη γοητεία της, το δέος και το σεβασμό που προκαλεί στον απλό και ανεπιτήδευτο άνθρωπο.  Πηγή της, το επαναλαμβάνουμε, είναι ο Χριστός –ο μόνος Αγιος, εις δόξαν Θέου πατρός –και το Άγιο Πνεύμα,είναι απολύτως εσφαλμένη η άποψη,ότι αποτελεί ανθρώπινο  κατόρθωμα.  Μόνο αποδέκτης, με υπακοή και ενέργεια θαυμαστή, των χαρισμάτων του Άγίου Θεού ειναι ο Άγιος, χριστοφόρος και φωτόμορφο τέκνο της Εκκλησίας.[8] Η αγιότητα αναγνωρίζεται απο το λαό του Θεού και επικυρώνεται από την Εκκλησία των πρώτων Χριστιανών, γι’αυτή το μόνο που ενδιαφέρει είναι η ορθοδοξία του μάρτυρα, ή του ομολογητή.  Το νέφος των αποστόλων, των μαρτύρων, των οσίων και των ομολογητών έχει ομόφωνα γίνει αποδεκτό από το λαό του Θεού, ως αυτονόητη αποδοχή των Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος που ενσαρκώνουν.  Η Αγία Βαρβάρα, μάρτυρας Χριστού, που ομολόγησε τη πίστη της ενώπιον των ισχυρών του κόσμου ετούτου και σφαγιάσθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα ανήκει στα μυροβόλα άνθη του Παραδείσου. Εις  Αυτήν απονέμονται σήμερα οι τιμές από το λαό του Θεού της πατρίδας μας.  Πρόκειται για τις εκδηλώσεις αγάπης και θαυμασμού που εκφράζουν οι απλοί άνθρωποι όλων των κατηγοριών στη νεανίδα κόρη, που πυρπολήθηκε από την αγάπη της στο Χριστό, αυτές τις οποίες  κάποια σοφά πνεύματα τις χαρακτήρισαν ειδωλολατρικές ή άκαιρες στο ζοφερό τοπίο της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας. Ο αντίλογος σ’ αυτού του είδους τις αντιρήσεις με προέλευση τις εμμονές ενός πολιτικοφιλοσοφικού  παρελθόντος, που έχει τεθεί οριστικά στο περιθώριο, είναι απλός και συνοψίζεται στην ακόλουθη φράση: Γιατί όχι; εφ’ όσον ο λαός του Θεού, προκειμένη των πράξεών του, έχει τη πίστη του. 

Τίθεται αμέσως το ερώτημα σε σχέση και με την κοσμοσυροή που παρατηρείται πάντοτε κατά την απόδοση τιμής στα ιερά λείψανα των αγίων. Εμφορείται πράγματι το πλήθος αυτών των ανθρώπων από πίστη, ελπίδα και αγάπη προς τον πανάγαθο Θεό και Δημιουργό του παντός, ή οι εκδηλώσεις τιμής ακόμη και προσκύνησης, είναι απο-νενοημένες ενέργειες με σκοπό την ακούφιση από την αγωνία της μοίρας και του θανάτου, της ενοχής και της καταδίκης, ή την πλήρωση ενός κενού από την έλλειψη νοήματος;  Ή ακόμη να είναι ένας τρόπος διαφυγής από την κατάσταση απελπισίας  στην  οποία  οι περιστάσεις της ζωής, εύκολα εγκλωβίζουν τον άνθρωπο; [9]

Είπαμε πως η πίστη έχει πηγή της τον άπειρο Θεό και αν αναρωτηθούμε για το περιεχόμενο της ουσίας της, αυτή θα πρέπει να υπάγεται εις την ενέργεια εκείνη-την κτιστή-η οποία αποτέλεσε το εναρκτήριο σάλπισμα του Θεού Λόγου να δημιουργηθεί ο κτιστός κόσμος μας.  Είναι κατά συνέπεια η πίστη ο μετασχηματισμός μέρους της αρχικής ενέργειας, όταν το σχέδιο της  Δημιουργίας επέβαλλε, αυτός ο μετασχηματισμός να ενδυναμώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, κορωνίδα και εντελέχειά της(σκοπός της).  Άρα η πίστη, ως θάρρος της υπάρξεως, επιτελεί το θαύμα  «της αυτοκατάφασης της ύπαρξης, σε πείσμα των δυνάμεων που θέλουν να την αναιρέσουν-των δυνάμεων του μηδενός-αποτελεί εμπειρία δύναμης του Θεού και έχει το στοιχείο της καθολικότητας, εμφανίζεται δηλαδή ως γενικό ενέργημα των ανθρώπων».[10] Δεν πρέπει επομένως να μας ξενίζει η κοσμοσυροή, γιατί σ’αυτό το πλήθος όπως και σ’ όλους τους ανθρώπους εγκατοικεί εις τα μύχια της ύπαρξής τους  η δύναμη της πίστης –θάρρος της υπάρξεως – και ανάλογα με τη δεξίωση και την ανταπόκριση που της επιφυλλάσει η ανθρώπινη ύπαρξη-όπως και με την έκτακτη άκτιστη χάρη, που της χορηγεί ο Δημιουργός της- φτάνει αυτή να συστήσει προσωπική σχέση μαζί Του, δηλαδή εισέρχεται στο πεδίο που καθορίζεται από τα όρια της αγιότητος.

Μένει η εκρεμμότητα μίας απάντησης στο ερώτημα που έχει, ήδη, διατυπωθεί, από τη πρώτη παράγραφο της εργασίας μου: Γιατί οι μετά Χριστόν κοινωνίες εμφανίζουν μία προϊούσα εξατομίκευση των μελών τους; Οι Άγιοι αποτελούν την κατ’ εξοχήν απόδειξη της προσωπικής σχέσης που συνάπτει ο πανάγαθος Θεός με τον άνθρωπο και όπως φαίνεται και σ’αυτή τη διαπίστωση, εκτός από τα τρία πρώτα εδάφια του Ιωάννειου Ευαγγελικού Λόγου, αρθρώνει ο Άγιος Μάξιμος τη θεωρία του για τον υπέρτατο Λόγο, από τον οποίο εκπορεύονται οι άλλοι πολλοί λόγοι.[11]   Γίνεται επομένως κατανοητό, πως η συνειδητοποίηση  εκ μέρους του ανθρώπου της ετερότητάς του προ-έβλεπε το από καταβολής κόσμου μυστήριο της Θείας ενανθρώπισης, μία διαπίστωση που αναδεικνύει αυτή την ετερότητα-ατομικότητα σε ισότιμο μέλος του διπόλου «συλλογικό-ατομικό».  Πρόκειται για την σχέση που συνιστά το κέντρο της Οντολογίας του προσώπου, που ανέδειξαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.[12]

Παραπομπές και σημειώσεις
[1] Κώστας Ν. Μπαραμπούτης- Η Ογδοη ημέρα της Δημιουργίας, Α’Τόμος,σελ 50-61
[2]                                  »                                                                Α’ Τόμος,σελ 316-326
[3] Arnold Townbee –Σπουδή της Ιστορίας,Επιτομή υπό Σόμερβελλ,σελ 499
[4] Την ενέργεια την εννοούμε στην Επιστημονική,Φιλοσοφική και Θεολογική της διάσταση,
όπως την αναλύει στο σχετικό του δοκίμιο ο Λουκάς Χριστοφόρου της Ακαδημίας Αθηνών.
[5] Κώστας Ν.Μπαραμπούτης-Η Όγδοη ημέρα της Δημιουργίας, Β’ Τόμος,σελ 401
[6] Λουκ.14,26
[7] Κώστας Ν.Μπαραμπούτης-Η όγδοη ημέρα της Δημιουργίας, Β’ Τόμος,σελ.406
[8] Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου-Αγιότητα και Αγιασμός.
[9] Κώστας Ν.Μπαραμπούτης-Η Όγδοη ημέρα της Δημιουργίας, Β’ Τόμος,σελ.318-335
[10] Πάουλ Τίλλιχ-Το Θάρρος της Υπάρξεως, σελ.174-180
[11] Κώστας Ν.Μπαραμπούτης-Η Όγδοη ημέρα της Δημιουργίας, Β’ Τόμος,σελ.573

[12]                                  »                                                               Β’ Τόμος,σελ.438-479

Ο ζωγραφικός πίνακας  είναι έργο του Θανάση Μπακογιώργου.   
πηγή: Aντίφωνο

                                                                                         

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here