Κοινωνικά απόβλητα; Μία ποιμαντική προσέγγιση

0
54

«Παπάδες, μπάτσοι, δικαστές, πολιτικοί, στρατιωτικοί/ Όλοι αυτοί είν’ ένορκοι και στο εδώλιο εμείς» (Γενιά του Χάους, από τη Γενιά του Χάους, LP Δικαίωμα Διάβασης, 1985)

Είναι αλήθεια ότι έχει δίκαιο ο Baudrillard που υποστηρίζει ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, η επιταχυνόμενη κυκλοφορία των αντικειμένων με τη σφραγίδα της μόδας καταλήγει να υποδεικνύει μία κοινωνική κινητικότητα που δεν υφίσταται στην πραγματικότητα [1]. Τα νεανικά, μουσικά κινήματα είναι κατεξοχήν μορφές έκφρασης μίας εικονικής κινητικότητας και κοινωνικής σύγκρουσης. Στην περίπτωση της χώρας μας, η λεγόμενη πανκ σκηνή, που χρονικά καλύπτει κύρια τις δεκαετίες του 1980 και 1990, αποτέλεσε την πιο ριζοσπαστική και ακραία εκδοχή καταγγελίας της μικροαστικής, μεταπολιτευτικής ευωχίας. Και ως τέτοια πιστώνεται την προφητικής της ικανότητα.

Σε μία εποχή απόλυτης καταναλωτικής μακαριότητας δεν ήταν λίγο πράγμα να ουρλιάζουν οι πάνκηδες, αυτός ο «ανθός της ελληνικής νεολαίας» (όπως οι ίδιοι κάποια στιγμή αυτοσαρκάζονταν). Ο γράφων δεν υπήρξε άμοιρος της σχετικής άγριας γοητείας των 80’s. Όμως αυτό δεν ενδιαφέρει. Το σημαντικό είναι ότι τέτοιες οριακές καταστάσεις κοινωνικής έκρηξης έχουν να πουν πολλά όχι μόνο για το σύστημα που καταγγέλλουν αλλά και για το εν γένει αδιέξοδο μέσα στο οποίο κυοφορούνται και αναπτύσσονται.

Ποιο είναι λοιπόν το πεδίο ανάπτυξης; «Την εποχή της αποβιομηχανοποίησης, όσον αφορά τις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού, ο ρόλος του πολιτισμού στην οικονομική παραγωγή αυξάνεται και η αξία του hip και του cool πολλαπλασιάζεται […]» ακόμα δε περισσότερο, καθώς «οι εταιρείες αναζητούν όχι οργανωτικούς υπαλλήλους αλλά δημιουργικά μυαλά που να μπορούν να σκέφτονται εκτός πλαισίου» [2]. Η καθημερινή επανάσταση λοιπόν στην υπηρεσία του συστήματος που καταγγέλλεται από αυτήν. Αυτός είναι ο «σχιζο- μητροπολιτικός προλετάριος», ο νεαρός πάνκης «φετίχ αλλά και εξεγερμένος, εμπόρευμα αλλά και καταστροφέας του εμπορεύματος, εν δυνάμει αυτόχειρας αλλά και φονιάς» [3].

Σε μία εποχή λοιπόν που η βιομηχανία του θεάματος είναι έτοιμη να επενδύσει σε κάθε ιδιαιτερότητα, γούστο και βίτσιο- όσο προκλητικό και αν είναι τόσο το καλύτερο- ο χριστιανός δεν μπορεί ούτε να καταγγέλλει ηθικιστικά αλλά ούτε και να αρκείται σε μία ψυχική «συμφιλίωση των αντιθέτων», ερμηνεύοντας με τον δικό του, χριστιανικό ή βιβλικό τρόπο, τα σημαίνοντα που εκπέμπονται από το κάθε κίνημα μόδας ή μουσικής. Είναι μία παγίδα στην οποία όλοι μας πέφτουμε. Παλαιότερα με τους μητροπολιτικούς «περιθωριακούς» του γούστου, σήμερα με τους πρόσφυγες και τους επαναστατημένους αλληλέγγυους του «ούτε κράτη, ούτε πατρίδες».

Οι πάνκηδες δεν αμφισβητούσαν την μικροαστική, ευσεβιστική ηθική του κράτους και των θεσμών του, όπως τουλάχιστον εμείς θέλαμε να ερμηνεύουμε για να ικανοποιούμε την προσωπική πίστη της Ορθοδοξίας. Όταν «καμία από τις οικογένειες των πάνκηδων δεν αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης» [4], και όταν μαρτυρείται ότι «είναι πανκς γιατί η αστυνομία (σύμφωνα με την αφήγηση του Τάκη) τους ‘έχει ψοφήσει στη σφαλιάρα’- γι’ αυτό ‘πετούν μία πέτρα στο κεφάλι’ των αστυνομικών, όποτε τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία. Είναι πανκς γιατί σαν τους καλικάντζαρους πριονίζουν τα στηρίγματα του συναινετικού κοινωνικού οικοδομήματος. Επίσης, είναι πανκς γιατί έχουν ρίζες στους ‘νεκρούς και κατατρεγμένους’ αντάρτες του ΚΚΕ- και όλη η επίσημη Αριστερά- ξεπούλησε με αντάλλαγμα ‘δημοκρατική πολιτική υπεραξία’» [5], γίνεται αντιληπτό ότι δεν μπορεί κανείς να «δουλέψει» αποτελεσματικά με τέτοια «ιδεολογικά» μείγματα. 

Αυτή η πολυσήμαντη ασάφεια είναι αποτέλεσμα βαθύτερων οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών των δυτικών κοινωνιών, που μόνο η ανάδειξή τους και η κριτική αμφισβήτηση αυτών θα βοηθήσει σε μία σύγχρονη Ποιμαντική- δυστυχώς η συμπάθεια, η γοητεία και η κατανόηση δεν αρκούν.

[1] Η αναφορά από το βιβλίο του Γιάννη Κολοβού, «Κοινωνικά Απόβλητα»;. Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015, εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα: 2015, σ. 398- το εν λόγω βιβλίο αποτέλεσε και την αφορμή για τις σκέψεις του παρόντος άρθρου.

[2] Γιάννης Κολοβός, ό.π., σ. 453.

[3] Γιάννης Κολοβός, ό.π., σ. 451.

[4] Εννοείται των πληροφορητών/τριών του ερευνητή, Γιάννης Κολοβός, ό.π., σ. 272.

[5] Γιάννης Κολοβός, ό.π., σ. 319.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Εδουάρδου Σάκαγιαν.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here