Ιστορίες Διανοουμένων, Υποψήφιων Ανθρώπων

0
5333

Η ζωή του διανοούμενου είναι ένα ελεγχόμενο συνειδητά φαινόμενο – είτε αποφασίζεται είτε εκ φύσεως καλλιεργείται – ένα ασταμάτητο ταξίδι, με ένα πλήθος διαβουλεύσεων, σε νησιά Σειρηνών, με τον ντόπιο πληθυσμό. Παντού οι Σειρήνες. Γιατί πλέον, βέβαια, οι Σειρήνες έχουν Internet – όλα (όσα χωρούν στην εγκεφαλικώς μεταδιδόμενη πληροφορία) είναι παντού συνέχεια. Ο διανοούμενος διαβάζει, μελετάει, συνδιαλλέγεται μέσω προσωπικής κλίσεως-ενδιαφέροντος-ευαισθητοποιήσεως τον «κόσμον» (λέξη του Πυθαγόρα). Το τέλειο (δηλαδή καταλυτικό) άνοιγμα, είναι η Ζωή κατά την οποία μεταστρέφει το νου του, δηλαδή μετανοέι. Αυτό μορφώνει το ώριμο κι ανθρώπινο βλέμμα, όπου οι κεντρικοί τομείς της κλίσης και της γνώσης του εν κόσμω είναι «άποροι» – «άστεγοι» – χωρίς αυτό το άνοιγμα. Αφήνει την ιστορία του να κριθεί υπό της Ιστορίας, η οποία προκύπτει, πάντα, από το γεγονός πως κάποτε Κάποιος Κόσμησε.

Το γεγονός πως υπάρχει Κοσμήτης κοστίζει στον διανοούμενο και στις διανοητικές του κλίσεις – πεδία ενασχόλησης, φακοί εξέτασης και μετοχής στα του κόσμου. Ουσιαστικά, το άνοιγμα στον Κόσμο ενός Κοσμήτη είναι το μόνο που μπορεί να προσθέσει (μεταμορφώνοντας, όχι αθροίζοντας) την έννοια του μετέχειν εν αληθεία στην πορεία του διανοούμενου, που «πολεμάει» να γίνει άνθρωπος: αυτός που «κοιτάει πάνω», ξέρει πως είναι Κάποιος παντού (όχι μόνο πάνω) κι αρχίζει να ανοίγει τα μάτια του και την καρδιά του προς τις συμπεριφορές Του, αρχίζει να δοκιμάζει τα δυνητικά πρότυπά του πάνω Του, αρχίζει να δοκιμάζει τον εαυτό του στον εαυτό Του, που ζητά ό,τι καλόν για κάθε εαυτό, για την ιστορία ολόκληρη, λογικώς.

Όσοι διανοούμενοι δεν ανθρωπεύονται και ανθρωπεύουν κατά αυτό το άνοιγμα (δεν είναι ειδικότητα), βρίσκονται ακόμα εν πορεία, η οποία θα αναδειχθεί ως ορθολογική κι αξιοΰπαρκτη μόνο κατά την ένωσή της με κάθε πορεία, κάθε όντος, στην Άμπελο αυτής της «προς Ζωήν αιώνιον» βουλήσεως. Η έννοια της αιωνιότητας είναι αυτονόητη μετ’ αυτής του Κοσμήτη, ο οποίος, λογικά, δεν θα μπορούσε να έχει τόσες απαιτήσεις από το «κόσμημά» του, ώστε να το αφήνει, ταυτοχρόνως, να καταποθεί υπό του μηδ-ενός. Όχι, το ένα είναι το δώρο και το δώρο είναι δικό μας. Η ευχαριστία μας ως ανταπόκριση θα είναι η άσκηση εναντίον της διαιρετότητας, της αποκοπής του ενός που είμαστε από το «ἓν» που «πάντα εἶναι» (Ηράκλειτος, fr. 50). Η ευχαριστία τί κάνει, εντέλει, γιατί είναι η ώριμη ανάδραση; Πάντως μία απόδειξη πως όντως είναι η ωριμότης είναι ότι αυξάνει και μεταδίδεται (τρώγεται απ’ τους άλλους) ζώντας. Και το ουσιαστικό είναι πως «η εὐχαριστία τοῦ λαμβάνοντος, ἐρεθίζει τόν διδόντα, τοῦ δοῦναι δωρήματα μείζονα τῶν προτέρων» (Αββάς Ισαάκ, Λόγοι Ασκητικοί/Β’ 1-2). Και συνέχεια μαθαίνεις κάτι, επανεπικυρώνοντας παράλληλα ότι δε ξέρεις τίποτα, και συνέχεια ευχαριστιέσαι κι ευχαριστείς, και παρακάτω δεν είναι για διανοούμενους, δεν είσαι διανοούμενος πια…

*

Υπάρχουν κύκλοι διανοουμένων (οι περισσότεροι), οι οποίοι απλώς παρακολουθούν κι επεξεργάζονται την διανοητική πορεία της ανθρωπότητας – μέσα από ένα σύνολο πρισμάτων και καταρτίσεων – όπου τα όντα βρίσκονται κυρίως σε συνδιαλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους. Καλό αυτό, αλλά μόνο του, κακό. Λείπει το αλάτι: τρως το φαγητό και επιβιώνεις προσωρινά, δεν απολαμβάνεις το φαγητό, δεν απολαμβάνεις την απόλαυση, που είναι μαρτυρία αιωνιότητας. Έπειτα, αυτό που τρως, το τρως για να το φας, άσχετα που την θρεπιτική του αξία που είναι και η ουσία της λήψης τροφής (στην περίπτωσή μας είναι η πληροφορία για την πληροφορία, που δεν ενισχύει τη μία γνώση, τη γνώση του ενός, γύρω από την οποία έχει νόημα η κάθε «υπο-γνώση»). Έπειτα, οι πληροφορίες δεν θα ‘πρεπε να έχουνε το μέτρο τους κι αυτές; «Πάν πράγμα το μέτρον κοσμεί. Χωρίς γαρ μέτρου, και τα νομιζόμενα καλά είναι, εις βλάβην μεθίστανται» (ό.π., Α’ 170-171).

Ο Μονταίν σημείωνε τα περιστατικά, κατά τα οποία, συναντούμενος με τον καλό του φίλο, «αγκαλιάζονταν» μεταξύ τους «μόνο και μόνο προφέροντας ο ένας το όνομα του άλλου» (Δοκίμια/Για τη φιλία). Αυτή την συμπεριφορά και διάθεση, δεν την πυροδοτούν αυθαίρετες πληροφορίες, αυθαίρετων πραγμάτων (πραγματικοτήτων), αλλά μία πυρηνική μόρφωση, η οποία λαξεύεται στα χέρια της Ιστορίας της Αγάπης των Άλλων. Εν αυτή και υπό την Σκέπη αυτής της Αγάπης – που είναι και δίδει το χάρισμα της σκέπης των πάντων, «δικαίων και αδίκων» (Ματθ. 5,45) – ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος, συνάνθρωπος, φως εκ φωτός, που «παν άνθρωπον φωτίζει», είτε μνημονεύσει το γεγονός είτε όχι η μεμονωμένη από την Ιστορία ιστορία μας.

Η μεγάλη έκπληξη του Χριστιανισμού στα χρόνια της πολυδοξίας (άρα τα αρχαία και τα δικά μας), στα μάτια των αλλοδόξων, ήταν το ότι οι άνθρωποι της εκκλησίας αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, αγαπούσαν τον ξένο όπως ο ένας τον άλλο, αγαπούσαν τον Θεό και αγαπιόντουσαν απ’ τον Θεό, κάτι που δεν υπάρχει προ Χριστού∙ η σχέση ανθρώπων-θεών στην αρχαία μυθολογία έχει συνεργατικό, ευνοϊκό ή εχθρικό, φρόνημα. Το πιο κοντινό ίσως παράδειγμα σχέσης, που κλίνει να γίνει αγαπητική, είναι αυτή της Αθηνάς και του Οδυσσέα. «Η αγάπη προς τον θεό, αντίθετα, λείπει από το αρχαιότερο των λεξικών: η λέξη «φιλόθεος» εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη […]μονάχα η Αθηνά ενέπνευσε ένα αίσθημα που θα μπορούσε δικαιολογημένα να περιγραφθεί ως αγάπη […]«θα ήταν πολύ άτοπο», λέει ο Πλούταρχος στα Μεγάλα Ηθικά, να πει κάποιος πως αγαπά τον Δία» (Έρικ Ντοντς, Οι Έλληνες και το Παράλογο).

Ξαφνικά, στην ιστορία, κάποιοι άρχιζαν να ζουν και να πληθαίνουν υπό τη σιγουριά πως όλοι οι εαυτοί είναι Ένας Εαυτός (ως οικογένεια, όχι αναίρεση της ιδιοπροσωπίας) και όχι κοσμο-λογικοί εαυτοί που προτιμούν «εαυτούς εξ εαυτών»: ένας Κόσμος, ένας Κοσμήτης, ένας Εαυτός, μία Ζωή, μία Ιστορία. Ακόμα πιο συμπυκνωμένα και ιστορικά: «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Εφεσ. 4,5). Θεμέλιο ζωής, δράσης, σκέψης, πέψης του κόσμου μέσα σου, πως «η ζωή εφανερώθη» (Ιω. Α’, 1,2).

Το νόημα που παίρνουν οι ιστορίες μας εμφαίνεται στη σχέση τους με την Ιστορία. Εχθρός του νοήματος είναι οι πράξεις που δεν έχουν νόημα, που δεν γίνονται και κρίνονται ενώπιον της ιστορίας, που έχει ως αποτέλεσμα την ψευδαίσθηση της μετοχής στην όντως Ιστορία. Η ψευδαίσθηση αυτή: μία πολυφάγα Σκύλλα, μία βιολογική -και μόνο – εξωτερική, πολυκέφαλη θεότητα, ένα σύνολο υπο-θεών και μηχανισμών (άνθρωποι, μάζες, φήμη, χρήμα, ιδέες).

Η πληροφορία που η φύση μας κυνηγάει δεν είναι συγκεκριμένη αλλά συνδετική, δεν αθροίζεται στο σύνολο των πληροφοριών μας αλλά τους βάζει φώτια, τις καταλαμβάνει, κι ό,τι μείνει όρθιο μπροστά της (ευλογημένα έμεινε). Η λέξη μου είναι ο «εγκλωβαπεγκλωβισμός».

Φυλετικά είμαστε απόγονοι μερικών. Διανοητικά – και γι’ αυτό είναι μεγάλος πειρασμός η «διανόηση για την διανόηση» – είμαστε απόγονοι όλης της ιστορίας της σκέψης των άλλων. Πνευματικά είμαστε όλοι απόγονοι όλων. Πνευματικά βρισκόμαστε σε οικογενειακή κατάσταση∙ όλο το νόημα κρύβεται σε «αυτό» που «πολεμάει» να μας δένει (βρισκόμαστε υπό το δυϊκό κράτος της Φιλότητος και του Νείκους, καταλήγει ο Εμπεδοκλής), από πάντα. Ένα πρωτόλειο ερώτημα για τον διανοούμενο είναι το τί οικογενειακοποιεί και τί εχθρεύει, τί αγριεύει και βαρβαρεύει τους νοήμονες μεταξύ τους. Κάθε διανοούμενο απασχολεί αυτό σε κάποια φάση, τον αρχαίο και τον νέο.

Όταν ακούς πως ο τάδε ασκητής Πυθαγόρειος στη μία άκρη της Μεσογείου, πληροφορήθηκε ότι στην άλλη άκρη υπάρχει ένας Πυθαγόρειος σε βιοτική δυσμένεια, και ταξιδεύει (μεγάλο πράγμα την εποχή εκείνη) για να τον υποστηρίξει – πολλά τα παρόμοια περιστατικά μεταξύ Πυθαγορείων (μέχρι και εγγυητής ζωής έμπαινε κάποιος για κάποιον – βλ. Δάμων και Φιντίας) – πληροφορείσαι για μία οικογενειακή κατάσταση. Εν αυτή υπάρχει κάτι το πολύτιμο: αναγνωρίζει τί το πολύτιμο και το διασώζει, το διαδίδει, το ενσωματώνει, και το οποίο το θαυμάζουνε (να το θαυμάζει ο άνθρωπος) όλοι οι αιώνες. Τόσο όσο και τα πρωτόλεια ερωτήματα της προηγούμενης παραγράφου. Οι αιώνες κρατάνε τους εν αληθεία αγώνες της ανθρωπότητας∙ δεν τους ενδιαφέρει η επιδερμίδα των γεγονότων.

Κάθε άνθρωπος, θέλοντας και μη, μετέχει ενός φωτός που ταξιδεύει την ιστορία. Η ευχαρίστηση – για την οποία έπεσαν σε πολλές και διάφορες διατυπώσεις, ως στόχο και τελεία ωρίμανση του ανθρώπου, ήδη οι Προσωκρατικοί (βλ. Δημόκριτο κατά προτίμηση) – είναι η συνειδητή μετοχή – ενύπαρξη – στο ταξίδι του φωτός. Κι αυτή η πορεία, προς την ανάπαυση της σιγουριάς του πανταχού φωτός, δε μοιάζει σαν βαρκάδα από «νησί σε νησί» στην «εξωτική Ελλάδα», π.χ., ούτε μοιάζει να είναι έκγονο κάποιας επαγγελματικής ή ιδεολογικής καταρτίσεως. Μοιάζει με πουλάκι που κελαηδάει κι ομορφαίνει τον κόσμο. Κι αυτό φθάνει: κελαηδάει μία εδώ, μία εκεί – όλα είναι «παντού» εδώ, ακόμα και το Internet… – δι’ Ενός, σε όλους, στο «Εν» και στο – και προς δόξαν του – «Ίνα…Εν».

Ζωγραφική Αλέκου Φασιανού.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here