Ιστορία και συνωμοσιολογία: Μια διαχρονικά επίκαιρη μυθοπλαστική δια-πλοκή

8
1350

Με αφορμή τη σύγχρονη αιφνίδια πανδημία, παρατηρούμε ότι εγείρονται συχνά φωνές, οι οποίες προσδίδουν στο φαινόμενο αυτό, αλλά και στις βραχυχρόνιες ή μακροχρόνιες επιπτώσεις του, συνωμοσιολογικές διαστάσεις. Το ιδιαίτερο όμως είναι ότι σήμερα εκφράζουν ή αναπαράγουν τις φωνές αυτές, όχι μόνο περιθωριακοί bloggers, ρεπόρτερ του «κίτρινου τύπου» ή γραφικοί προπαγανδιστές (δηλαδή ευάλωτοι αντίπαλοι), αλλά γνωστοί πολιτικοί, επιστήμονες, δημοσιογράφοι, πολιτειολόγοι κ.άλ.  Παρ’ όλα  αυτά, όπως τις τελευταίες δεκαετίες η έννοια του «ηθικού πανικού» (moral panic) χρησιμοποιήθηκε για να σωφρονίσει τους ηθικώς ανησυχούντες στις σύγχρονες κοινωνίες, καταγγέλλοντας ευθέως την ψυχοπαθολογία τους, έτσι και τώρα πολιτικοί επιστήμονες, ψυχίατροι, φιλόσοφοι, ιερωμένοι, πολιτικοί και επιχειρηματίες, δηλαδή επαγγελματίες ειδικοί του ορθολογικού συνετισμού, που πάντοτε «ξέρουν και φροντίζουν πριν από μας για μας», έσπευσαν με περισσή φροντίδα και φρόνηση να μας λυτρώσουν αυτή τη φορά από το «συνωμοσιολογικό πανικό» (είναι οι conspiracy panics, κατά τον J. Bratich). Είναι αυτοί που έχουν πάντα «θετική σκέψη», πρεσβεύοντας μάλιστα την «αδιάκοπη παραγωγή θετικότητας» μέσα στις κοινωνίες μας, αν και αυτό μπορεί να οδηγήσει εντέλει στη «λευχαιμία» του ρασιοναλιστικού μας κόσμου, κατά τον J. Baudrillard. Διότι, θα μας πει και ο P. Valéry, «στην ιστορία, όπως στο κάθε τι, ό,τι είναι θετικό, είναι διφορούμενο. Αλλά ό,τι είναι πραγματικό, προσφέρεται σε άπειρες ερμηνείες».

Οι πανικόβλητοι όμως της συνωμοσιολογίας είναι και εκείνοι που υπηρετούν και καλλιεργούν συστηματικά τη διαβόητη φοβο-φοβία του πολιτισμού μας: σε ένα κόσμο, στον οποίο έχουν καταρρεύσει σχεδόν όλα τα ταμπού, ο φόβος είναι (επιβάλλεται να είναι) το σύγχρονο ταμπού. Οφείλουμε λοιπόν να φοβόμαστε το φόβο, να μην του επιτρέπουμε καν να αγγίξει τις ζωές μας, πρέπει όλες οι ενέργειές μας, οι ασφάλειές μας, να τον εξοβελίζουν, αυτό διδασκόμαστε εδώ και χρόνια. Το ότι ο φόβος πάντοτε «φύλαγε τα έρμα», κατά την παροιμία, κατέστη όχι μόνο επικίνδυνο αλλά και ανήθικο, γιατί συνδέθηκε ακριβώς με το αν-ενοχικό σύνδρομο του σύγχρονου ανθρώπου. Το σύνδρομο ότι πρέπει σε όλα να αποδειχθώ αθώος… Αν λοιπόν ο G. Gorer, ήδη από τη δεκαετία του 1950, μιλούσε για μια «πορνογραφία του θανάτου», τώρα μπορούμε, πλήρως ενορχηστρωμένοι, να απολαμβάνουμε μια «πορνογραφία του φόβου»! Βεβαίως, η απόσταση από την κατασκευασμένη φοβο-φοβία στη διάχυτη παν-φοβία φάνηκε σήμερα πως είναι ένα μόνο βήμα. Διότι όσο περισσότερο φοβάσαι το φόβο, δαιμονοποιείς το φόβο, τον αποβάλλεις από τη ζωή σου, τόσο καθίστασαι έτοιμος να σε υποτάξει και μάλιστα πλήρως.

Μέσα στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της φοβο-φοβίας εντάσσεται και η σύγχρονη εναντίωση στη συνωμοσιολογία. Η συνωμοσιολογία (conspiracism), ένας όρος που εφευρέθηκε από τον D. Pipes και έγινε στη συνέχεια δημοφιλής από τον F. P. Mintz, εκφράζει έναν τρόπο και ένα σώμα σκέψης, μια κοσμοθεωρία, που θέτει τις θεωρίες συνωμοσίας στον πυρήνα της ίδιας της ιστορικής διαδικασίας, τις εκλαμβάνει ως την κινητήρια δύναμή της, συγκεντρώνοντάς τες κάτω από την ομπρέλα ενός «-ισμού» (Bratich). Έτσι, ερμηνεύει όλα τα ιστορικά γεγονότα ως καθοδηγούμενα από κακόβουλες ομάδες ή άτομα, που συνωμοτούν για να καταστρέψουν τη θρησκεία, τη δημοκρατία, την κουλτούρα, την παράδοση ή το «γενικό καλό» (common good). Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε προκαταβολικά ότι οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν μια μακρά ιστορία, που ξεκινά από την αρχαία Αίγυπτο, την Ελλάδα και τη Ρώμη, πολλαπλασιάζονται στο Μεσαίωνα, ανθίζουν μετά τη Γαλλική Επανάσταση για να υποστούν μια άνευ προηγουμένου διάδοση τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού και τις πρώτες του 21ου αιώνα.

Αυτή η μακρά ιστορική διαδρομή μας υποβάλλει την ιδέα να διερευνήσουμε, εν οικονομία χώρου, το ζήτημα των σχέσεων ιστορίας και συνωμοσιολογίας, ξεκινώντας από μια απαραίτητη παραδοχή. Διότι καμιά έλλογη πραγμάτευση ή δια-πραγμάτευση δεν στερείται ρητών ή αρρήτων παραδοχών. Μια βασική λοιπόν προϋπόθεση αυτού του λόγου είναι ότι ο άνθρωπος είναι ένα όν μυθοπλαστικό. Μυθοποιεί από όλους τους πόρους του σώματος, της ψυχής και της διάνοιάς του. Ζει μυθοποιώντας και μυθοποιεί ζώντας. Ακριβώς η εγγενής ικανότητά του να λειτουργεί με σύμβολα, συνεπάγεται τη δυνατότητά του να μυθοποιεί, και αυτό δεν σημαίνει αποκλειστικά ότι ψεύδεται ή απατά. Πολύ συχνά αληθεύει μυθοποιώντας. Διότι η μυθοπλασία είναι ο αποκλειστικός τρόπος υπάρξεώς του, είναι η, εμβαπτισμένη μέσα στην προσωπική του οντολογία, αφηγηματική πλοκή με την οποία βιώνει και αναπαριστά τα πράγματα. Αυτή όχι μόνο κατεργάζεται την επιβίωσή του αλλά δημιουργεί και τον πολιτισμό του, τον πνευματικό και τον τεχνικό. Μια ένδειξη της υφιστάμενης μυθοπλασίας είναι ότι οι άνθρωποι, όντας «όντα της περίσσειας» (Μπατάιγ), συνεχώς υπερχειλίζουν από τον ίδιο τους το λόγο, από τις πράξεις τους, από τα οράματά τους. Οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες, οι ήρωες, οι άγιοι, οι ερωτευμένοι αλλά και οι τρελοί είναι τα κατ’ εξοχήν μυθοπλαστικά όντα, αυτοί που έκαναν την κοινόχρηστη μυθοπλασία παντιέρα, υπεραξία και δόγμα.

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν το ζήτημα της συνάφειας ιστορίας και συνωμοσιολογίας, προβαίνουμε στην εξειδίκευση της παραπάνω παραδοχής της μυθοπλασίας στο συγκεκριμένο πεδίο της ιστοριογραφίας. Η ιστοριογραφία, ως έργο ανθρώπων, ανθρώπων που ακατάπαυστα, αναπόφευκτα και συμφυώς μυθοποιούν, είναι κατ’ ανάγκη μυθοπλαστική. Οι ιστορικοί του παρόντος, στηριγμένοι στις πρωτογενείς ιστορικές πηγές, πηγές γραμμένες από ανθρώπους του εκάστοτε παρελθόντος, υποχρεωτικά μυθοπλάστες, μελετούν στη συνέχεια τις δευτερογενείς ιστορικές πηγές, που συνέθεσαν οι παρελθόντες ιστορικοί ή οι εν γένει συγγραφείς, επιχειρώντας με τη σειρά τους να συγκροτήσουν τη σύγχρονή τους ιστορική αναπαράσταση για το ένα ή το άλλο γεγονός ή εποχή.

Όλη αυτή η, πάντοτε κλασική, διαδικασία κατασκευής του ιστορικού λόγου θεμελιώνεται σε τρία κυρίως προ-απαιτούμενα: πρώτον στην «προ-απόφαση» του ιστορικού (R. Koselleck), στην πρωταρχική δηλαδή ιδεολογική ή κοσμοθεωρητική του τοποθέτηση, η οποία γεννιέται μέσα από την οντολογία του ή εκείνη της ομάδας του και με βάση την οποία ερμηνεύει τις ιστορικές πηγές, δεύτερον, στις προδιαγραφές του Πνεύματος της Εποχής (Zeitgeist) και τρίτον στο «καθεστώς αλήθειας» (M. Foucault) που κυριαρχεί σε αυτήν. Αυτή η τριπλή προϋπόθεση παραγωγής της εκάστοτε ιστοριογραφίας δεν προσφέρει κανένα χώρο ή τρόπο για να ισχύσει η περιλάλητη ή πολυπόθητη «αντικειμενικότητα της ιστορίας». Διότι (και) η ιστοριογραφία είναι τυπικά και ουσιαστικά σύνθεση ανθρώπινου λόγου. Και σε μια τέτοια γλωσσική σκηνοθεσία, η οποία κατασκευάζει (δηλαδή αναπαριστά) μοντέλα, σενάρια και εκδοχές για το παρελθόν, δεν μπορεί παρά να είναι μυθοπλαστική. Και για έναν επιπλέον λόγο ότι το παρελθόν αυτό όχι μόνο έχει ήδη παρέλθει ανεπιστρεπτί, αλλά ήταν, είναι και θα είναι έκτοτε αν-επίσκεπτο, «Μια ολόκληρη μυθολογία είναι εγκατεστημένη στη γλώσσα μας», θα ισχυριστεί και ο Wittgenstein.

Έτσι, κάθε απόπειρα απο-μυθοποίησης ενός παρελθόντος ιστορικού λόγου, όσο ειλικρινής ή εμβριθής και αν είναι (ή φαίνεται πως είναι), μετέχει υποχρεωτικά μιας συνεχούς ανα-μυθοποίησης. Διότι κατασκευάζεται από ανθρώπους, οι οποίοι, πολεμώντας άλλους ανθρώπους (διότι ο ρόλος/λόγος της απομυθοποίησης είναι πάντα πολεμικός και εικονοκλαστικός), αγνοούν ή υποκρίνονται ότι αγνοούν ή  παραβλέπουν πως και οι ίδιοι υπάρχουν και δημιουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον ακατάβλητης και αναπότρεπτης μυθοπλασίας, διαφορετικής, ενδεχομένως, από εκείνην του παρελθόντος, ή των αντιπάλων τους συγγραφέων, αλλά πάντως μυθοπλασίας. (Ποιος λ.χ. δεν αναγνωρίζει ότι ο κραταιότατος υπερ-μύθος της εποχής μας είναι ο καταναλωτικός και ο επιστημο-τεχνολογικός και ότι όλα τα ζητήματα σήμερα κρίνονται με κριτήριο αυτόν ακριβώς το μύθο;) Μυθοποίηση, απομυθοποίηση και αναμυθοποίηση λειτουργούν λοιπόν παράλληλα ή διαδοχικά μέσα σε ένα κόσμο, που θα τον αποκαλούσαμε επιγραμματικά κόσμο της «επι-μυθοποίησης»: είναι ακριβώς ο κόσμος μας, αλλά και ο κόσμος κάθε εποχής, κάθε κοινωνίας, ο οποίος πάντοτε ζει, παράγει και διαιωνίζεται αποκλειστικά μυθολογώντας και μυθοποιώντας. Βεβαίως, την εκάστοτε  κρυστάλλωση αυτών των μυθοπλασιών, από φόβο, ανάγκη ή επιβολή, την ονομάζουμε ορθολογική σκέψη, η οποία όμως για να επιβληθεί πρέπει πρωτίστως να περιβληθεί από εμπιστοσύνη, δηλαδή να εκμεταλλευτεί άλλη μια μυθολογική κατηγορία…

Αυτές οι σκέψεις είναι, θεωρώ, απαραίτητες για να οικοδομηθεί (αλλά και να προ-οικονομηθεί) ένας λόγος που να συνδέσει την ιστορία με τη συνωμοσιολογία. Διότι η συνωμοσιολογία έχει εκληφθεί και παρουσιαστεί ως μια παρανοϊκή (ή, το λιγότερο, γραφική) υπερ-μυθοπλασία, σε πλήρη αντιπαράθεση με μια (φαντασιακά, βεβαίως) ορθολογική, επιστημονική και συνεπώς «έγκριτη» αντίληψη των πραγμάτων. Στο ιστορικό ειδικά επίπεδο, η τελευταία ιδέα προασπίζεται μια ουδέτερη και αντικειμενική ιστοριογραφία, γραμμένη από επαγγελματίες, ακαδημαϊκούς ή μη ιστορικούς. Οι τελευταίοι «ξέρουν καλύτερα από όλους τους άλλους» το παρελθόν και αναγορεύονται σε ιδιοκτήτες ή διαιτητές του, υπακούοντας και οι ίδιοι, αλλά καλώντας και εμάς να υπακούσουμε, στην υπερβάλλουσα σήμερα απήχηση του επαγγελματισμού. Η συνωμοσιολογία θεωρείται ότι είναι υποκείμενη στην εξοργιστική μυθοπλασία, γιατί συνθέτει σε μια συνεκτική αφήγηση ετερόκλητα στοιχεία με ένα συγκεκριμένο στόχο: να αποκαλύψει μια μυστική ή ημιδιαφανή επιχείρηση υπονόμευσης ή καταστροφής μιας κοινωνικής ομάδας, ενός έθνους ή της παγκόσμιας κοινότητας, προς όφελος αδιάγνωστων εισέτι «σκοτεινών δυνάμεων» με αξιώσεις μάλιστα οικουμενικής κυριαρχίας. Κι αυτός ο λόγος εκλαμβάνεται ως απατηλός αλλά και επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Επιπλέον, εδώ και δεκαετίες του έχουν αποδοθεί, και συνεχίζουν να του αποδίδονται, ψυχοπαθολογικά, παρανοϊκά χαρακτηριστικά (βλ. Richard Hofstadter, The Paranoid Style in American Politics, 1964).

Αλλά τι συνδέει άραγε αυτή τη φαντασιακή κατασκευή με την ίδια την ιστοριογραφία; Θα αποτολμήσουμε την συνοπτική αναφορά μερικών μόνο από αυτές τις συνδέσεις, οι οποίες βεβαίως είναι πολύ περισσότερες:

1. Η κεκρυμένη, ή ημιδιαφανής έστω, φύση των εν γένει ανθρώπινων πραγμάτων. Ο συνωμοσιολόγος θεωρεί ότι κάποια πρόσωπα ή ομάδες, με κρυφή ή και φανερή εξουσία, επιβουλεύονται, συνωμοτούν, δηλαδή συν-ομολογούν, για την ηθική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική, θρησκευτική κλπ. καταστροφή του. Συνθέτει λοιπόν διάσπαρτες ενδείξεις για να κατασκευάσει ένα συνωμοσιολογικό αφήγημα που να αποδεικνύει την «αλήθεια» του, περιμένοντας την έκβασή του. Το ίδιο όμως κάνει και ο ιστορικός. Θεωρεί κι αυτός ότι η φύση των παρελθόντων πραγμάτων είναι μυστική ή έστω ημιδιαφανής, συγκεντρώνει λοιπόν ενδείξεις, που τις ονομάζουμε ιστορικές πηγές, ως πραγματικός ντετέκτιβ (R. Collingwood), και τις συνθέτει, υπακούοντας στις τρεις θεμελιώδεις αρχές κατασκευής του ιστορικού λόγου που προαναφέραμε. Φτιάχνει στο τέλος κι αυτός ένα αφήγημα, το οποίο οι αντίπαλοι, βεβαίως, θα το αποκαλέσουν ιδεολόγημα, και στη συνέχεια αναμένει τη θέσμισή του από την πολιτική, οικονομική ή διανοητική εξουσία. Αν σε ένα πρώτο επίπεδο ο στόχος του συνωμοσιολόγου είναι καταστροφολογικός και ο στόχος του ιστορικού εποικοδομητικός, σε ένα βαθύτερο, δεύτερο επίπεδο οι ρόλοι είναι δυνατόν να αλλάξουν. Και ο ιστορικός δηλαδή αποδομεί τις ιστοριογραφικές εκδοχές των αντιπάλων του για να οικοδομήσει τη δική του, αλλά και ο συνωμοσιολόγος αποδομεί τους ηγεμονικούς λόγους με την εποικοδομητική πρόθεση διαφύλαξης των δικών του προτεραιοτήτων. Και οι δυο, πάντως, αναζητούν και μάλιστα εναγωνίως περισσότερη διαφάνεια, ανεξάρτητα αν μας ταιριάζει ο λόγος και ο τρόπος τους, αν μοιάζει τοξικός ή συνετός.

2. Οι συνωμοσιολόγοι εκφράζουν ένα λόγο αντι-θεσμικό και αντι-εξουσιαστικό. Είναι οι κατ’ εξοχήν αντιρρησίες: αντιτίθενται στον πολύ συχνά καθησυχαστικό, ηγεμονικό λόγο των κυβερνώντων (δηλαδή προσανατολισμένο προς μια ορισμένη κάθε φορά κατεύθυνση λόγου ή αποσιώπησης), αλλά και εκείνον των εργολάβων τους, δηλαδή των οργανικών διανοουμένων, οι οποίοι χρη(σιμο)ματοδοτούνται για να διασπείρουν στην ευρύτερη κοινωνία την «επιστημονική», δηλαδή την «αναμφισβήτητη», εκδοχή των πραγμάτων, επιτελώντας έτσι τη διαχείριση του πλήθους. Έχοντας πολλές αποδείξεις μέσα στην ιστορική εξέλιξη ότι ο λόγος της εκάστοτε εξουσίας παραμένει αποκλειστικά ιδιοτελής με στόχο τη διατήρησή της, οι συνωμοσιολόγοι είναι εξ αρχής πεπεισμένοι ότι ο κάθε λόγος που εκπέμπεται από αυτήν είναι κατ’ αρχήν ύποπτος.  Σε αυτό το σημείο λειτουργούν όπως οι ιστορικοί: είναι εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντι στις εγκυκλίους, στα διατάγματα και στις κυβερνητικές εφημερίδες και αναζητούν τη κρυμμένη ουσία των πραγμάτων λ.χ. στα ημερολόγια με τις εκμυστηρεύσεις τους ή στις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες. Ο λόγος είναι ότι εργάζονται ακριβώς «στα όρια των ισχυρών, συγκεντρωτικών στρατηγικών» που ασκούν οι εξουσίες (M. De Certeau).

3. Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι όμως προϊόντα μόνο των περιθωριακών, παρορμητικών, δεισιδαιμόνων ή ψυχοπαθών ανθρώπων, αλλά επίσης ανεκτίμητα εκβλαστήματα των ίδιων των εξουσιών. Επιλείψει με ο χώρος για να αναφέρω τις συνωμοσιολογικές διανομές των ποικίλων απολυταρχικών καθεστώτων της υφηλίου, αλλά και τις αντίστοιχες των διαφόρου ποιότητας δημοκρατιών κάθε εποχής και ειδικά των σημερινών, με την ιλιγγιώδη ανάπτυξη των τεχνολογιών επιτήρησης (B. Harcourt). Μέρος ακριβώς των ρητορικά επαναλαμβανόμενων στρατηγικών τους είναι οι καταγγελίες για τη «ριζοσπαστικοποίηση» τμημάτων του πληθυσμού και τον αντι-συστημικό τους λόγο, ο οποίος θεωρείται αυτόχρημα κινδυνολογικός αλλά και επικίνδυνος. Προβάλλουν μάλιστα υπέρμετρα την κοινωνική και ατομική ευθύνη, καθώς και την «αλληλεγγύη», ως τη μοναδική επιλογή όλων, δηλαδή ως τον υπέρτατο κανονιστικό λόγο, που είναι ο λόγος του καθεστώτος. Είναι όμως γνωστό πόσο αυτές οι προσκοπικές, ηθικολογικές διακηρύξεις αποκρύπτουν έντεχνα το γεγονός ότι μόνο με τον τρόπο αυτό, μιας soft power, κατασκευάζονται σήμερα οι συναινέσεις. Οι «εκ των άνω» (top-down) συνωμοσίες των εξουσιών θα μπορούσαν λοιπόν να αποτελούν το εύφορο έδαφος ανάπτυξης και των «εκ των κάτω» (bottom-up) συνωμοσιών, ως καθρεπτισμοί της συμβολικής ή πραγματικής βίας που ασκούν υπερβαλλόντως οι πρώτες. Δεν πρέπει να αποκλείουμε επίσης το γεγονός ότι ακόμη και η  συνωμοσιολογική σκέψη «μπορεί να δώσει ελπίδα, ενότητα και προσανατολισμό», μια αίσθηση κοινότητας στους αδύναμους αυτού του κόσμου,  στους εγγενώς αποκλεισμένους από τις αποφάσεις του (R. A. Goldberg). Επιπλέον, μέσα στο πλαίσιο της μυστικοποίησης που συνέχει το όλο ζήτημα από κάθε πλευρά, θα μπορούσε εύλογα να υποθέσει κανείς ότι οι πλέον extreme εκδοχές των θεωριών συνωμοσίας αποτελούν συγκεκριμένες κατασκευές των εξουσιών, ώστε στη συνέχεια η πλήρης, δημόσια απαξίωσή τους να συμπεριλαμβάνει και τις περισσότερο ευλογοφανείς συνωμοσίες. Από την άλλη μεριά, η ίδια η, διαχρονικά ισχυρή, ύπαρξη των μυστικών υπηρεσιών κάθε κράτους, αλλά και των διπλωματικών υπηρεσιών του, οι οποίες υποχρεούνται να λειτουργούν με αδιαφανή μέσα για να εκπληρώσουν τους στόχους των κυβερνώντων, αποτελεί επίσης το πλέον εύλογο περιβάλλον για την ανάπτυξη της συνωμοσιολογίας αλλά και της ίδιας της ιστοριογραφίας. Και στις δυο περιπτώσεις προκαταβάλλεται μια εντονότατη κρίση εμπιστοσύνης, η οποία πρέπει εξίσου να αποκτήσει μερίδιο στην ερευνητική μας μέριμνα. 

4. Τέλος, ένας ακόμη δεσμός της συνωμοσιολογίας και της ιστοριογραφίας είναι η γλώσσα. Πολύ συχνά οι συνωμοσιολόγοι αφίστανται του ακαδημαϊκού λόγου και χρησιμοποιούν μια ανορθολογική, φανατική ή λαϊκότροπη γλωσσική έκφραση, που μοιάζει να στοχεύει στο συναίσθημα, σαν διαφημιστές εμπορικών προϊόντων. Με αυτήν συνδέουν ενδείξεις που μοιάζουν κάποιες φορές α(κατά)νόητες για τον κοινό νου, τον εθισμένο από την εκπαίδευσή του να συντάσσει την «αλήθεια» αποκλειστικά με τον ορθολογικό λόγο. Αντίθετα, οι αντι-συνωμοσιολόγοι (οι conspiracy panics) χρησιμοποιούν πάντοτε μια ήρεμη, ψύχραιμη, ορθολογική γλώσσα, γεμάτη από παραπομπές σε επιστημονικές «αυθεντίες». Τότε μόνο εκτρέπονται από αυτήν, όταν υποχρεωθούν να στοχεύσουν κι εκείνοι στο συναίσθημα και να επιτελέσουν αφ’ υψηλού το συνήθη συναισθηματικό εκβιασμό, τον οποίο σε τόσα ζητήματα βλέπουμε σήμερα να ενεργείται, εγκαινιάζοντας μια ανηλεή εφόρμηση στους αντιπάλους τους και ζωγραφίζοντάς τους ως μισαλλόδοξους, φανατικούς, οπισθοδρομικούς, δεισιδαίμονες, ατομιστές και οπωσδήποτε ψυχοπαθείς. Οι ιστορικοί όμως, ως φορείς και θιασώτες λόγου είναι εκπαιδευμένοι στο να επιτελούν ακριβώς διακρίσεις λόγων χωρίς προκαταβολικό αξιολογικό χρωματισμό (αυτό είναι, βεβαίως, το ιδεατό!). Είναι καταρτισμένοι διαρκώς να αμφιβάλλουν, να μην απορρίπτουν κανένα ύφος λόγου, ούτε να το δέχονται επειδή μοιάζει λ.χ. νηφάλιο ή ουδέτερο. Έτσι, ως «ενοχλητικές αλογόμυγες» για τον εκάστοτε ηγεμονικό λόγο, (θα πρέπει να) είναι ικανοί, να ξεχωρίζουν τις προϋποθέσεις, τις προθέσεις, το περιβάλλον, τις συγκυρίες, τα πρόσωπα, τις ιστορίες τους, τις πιθανές ή δυνατές εξακτινώσεις των ατομικών ή ομαδικών ενεργειών, διαστέλλοντας την προθετικότητα από την τυχαιότητα τους, πριν προσφέρουν εντέλει την, εξάπαντος μεροληπτική, εκδοχή και κρίση τους. Διότι οι ποικίλες διασυνδέσεις μέσα στην ιστορική εξέλιξη είναι πάντα χαοτικές, δεν είναι απλές σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος. Θα πρέπει λοιπόν οι ιστορικοί να γίνουν επιτέλους ικανοί να αποβάλλουν τη δικαιολογημένη εναντίον τους ρετσινιά ως των πιστών (και έμφοβων) χρονικογράφων του …κάθε μεσαιωνικού βασιλιά. 

Στην παρέμβασή μου αυτή προσπάθησα να αρθρώσω μερικούς μόνο από τους λόγους με τους οποίους είναι δυνατόν να συνδεθεί η ιστοριογραφία με τη συνωμοσιολογία. Το ζήτημα είναι τεράστιο και άκρως επίκαιρο, διαχρονικά επίκαιρο, και είναι άξιο ενός ενδελεχούς διαλόγου για να διευρυνθεί το πεδίο του προβληματισμού μας. Και στις δυο περιοχές, το ζητούμενο δεν είναι η προκαταβολική και δηλητηριώδης απαξίωση, αλλά η ενεργοποίηση μιας διαδικασίας διαψευσιμότητας των υποθέσεων, όσο αυτό είναι δυνατόν βεβαίως. Διότι η μέχρι σήμερα αντιπαράθεση συνωμοσιολόγων και αντι-συνωμοσιολόγων, ως διαμάχη ψυχοπαθών και υγιών, από την οποία πρέπει μάλιστα να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού η κοινωνική μας ειρήνη και ευμάρεια, αποδείχθηκε άγονη. Ο πολιτικο-κοινωνικός υγειϊνισμός της προωθεί απλώς την ατζέντα ενός καθεστωτικού, «ομο-ηγεμονικο-ποιητικού» (J. Derrida), ανεξέταστου δηλαδή λόγου καταναγκαστικής υπακοής. Ίσως λοιπόν θα μπορούσε να εκληφθεί αυτή η σημερινή πραγματικότητα της παν-φοβίας ως μια ακόμη ευκαιρία να συζητηθούν σε μεγαλύτερο βάθος οι λόγοι και οι πράξεις των ιστορικών προσώπων που είμαστε, εντέλει, όλοι μας, είτε το ξέρουμε και το θέλουμε, είτε όχι…

Υ.Γ. Περισσότερα πάνω στη σχέση μυθοπλασίας και ιστοριογραφίας βλ. στο βιβλίο μου: Η Ιστορία ως επιπτύχωση: Από μια ιστοριογραφία βουλιμική σε μια υδροκεφαλική Διδακτική της Ιστορίας, Αθήνα: Γρηγόρης, 2020 (σσ. 158-216). 

* αναπλ. καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας, Παν. Θεσσαλίας

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Σκηνές δρόμου υπό απειλή”, 1984) είναι έργο του Χαράλαμπος Βασιλόπουλου.

8 Σχόλια

  1. Καλημέρα.
    Το άρθρο του κου Σμυρναίου, ενώ κάνει μερικές πολύ σωστές παρατηρήσεις, καταλήγει και σε πολύ “περίεργα” συμπεράσματα. Όντως, οι Θεωρίες Συνομωσίας (ΘΣ) βρίσκουν υποστήριξη σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού. Και ο λόγος, βέβαια, γι’ αυτό δεν είναι ότι οι απλοί άνθρωποι είναι ανόητοι, όπως θα ήθελαν οι “από πάνω” να μας κάνουν να πιστεύουμε, αλλά ότι οι ΘΣ εκφράζουν, όπως σωστά επισημαίνει ο αρθρογράφος, μια αμφισβήτηση προς τις “επίσημες” θεωρίες γύρω απ’ τα ζητήματα της επικαιρότητας. Οι περισσότεροι άνθρωποι εκφράζουν, λέει ο κος Σμυρναίος, και ορθά, μια ισχυρή αμφιβολία και δυσπιστία για τις ειδήσεις που τα ΜΜΕ μας ταΐζουν. Μπουχτισμένοι απ’ τα άπειρα ψέμματα και την απόκρυψη στοιχείων σε σχέση με την επιδημία που έχει αποδεκατίσει χιλιάδες, πολλοί συμπολίτες μας επιλέγουν μιαν “άλλη” ερμηνεία, που συνήθως εμπλέκει κρυφούς κύκλους εξουσίας, παντοδύναμους κροίσους που κινούν τα νήματα κλπ, κλπ. Ως εδώ καλά.
    Την ίδια στιγμή ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η ιστοριογραφία, ή καλύτερα ο λόγος του ιστορικού (όπως λέει), “θεμελιώνεται… στην πρωταρχική ιδεολογική ή κοσμοθεωρητική του τοποθέτηση”. Κοινώς, οι ιδεολογικές συμπάθειες του ιστορικού επηρεάζουν το πως καταγράφει τα γεγονότα και πως τα ερμηνεύει. Πολύ σωστά. Και ως γνωστόν, οι ιδεολογικές και πολιτικές συμπάθειες ΔΕΝ αιωρούνται στο κενό, δεν είναι τυχαίες αλλά καθορίζονται από την ταξική θέση του καθενός μας, με ποια πλευρά διαλέγει κανείς να είναι σε μια κοινωνία ταξικά διαιρεμένη. Συμπαθείς πιο πολύ τους εκμεταλλευτές ή τα θύματα της εκμετάλλευσης της εργασίας; Αυτό φτιάχνει και τον τρόπο που “μιλάς” για τα πράγματα. Όμως, σε μια κοινωνία εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο το δίκιο ΔΕΝ είναι ισομοιρασμένο. ΔΕΝ έχουμε όλοι από λίγο. Το δίκιο το έχουν αποκλειστικά τα θύματα της εκμετάλλευσης.
    Εδώ κάνει και το λάθος ο κος Σμυρναίος. Ολισθαίνοντας στις απόψεις του μεταμοντερνισμού, μας λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι δεν υφίσταται “…η περιλάλητη ή πολυπόθητη «αντικειμενικότητα της ιστορίας».”. Κοινώς, ανάλογα με τις συμπάθειές του ο καθένας γράφει τη δική του εκδοχή των γεγονότων και καθεμιά απ’ αυτές τις “εκδοχές” έχει ισότιμη αξία με τις υπόλοιπες. Όλα είναι αληθινά, ανάλογα με την οπτική σου γωνία. Επίσης, μας λέει ότι κάθε ιστοριογράφος, που επιχειρεί να “απομυθοποιήσει” τους προηγούμενους απ’ αυτόν ιστορικούς, αναπόφευκτα κάνει κι αυτός τη δική του “ανα-μυθοποίηση”, γράφει κι αυτός δηλαδή μια ακόμα “υποκειμενική” εκδοχή των γεγονότων. Αν, όμως, όλα είναι υποκειμενικά, τότε πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας. Για να δούμε πόσο λανθασμένη είναι αυτή η πρόταση, ας κοιτάξουμε το κλασικό παράδειγμα του Ολοκαυτώματος. Θα τολμούσε να πει κανείς ότι η “υποκειμενική αφήγηση” για τα 8 εκατομμύρια Εβραίων, Ρομά, Πολωνών, Ρώσων, γκέι κλπ που χάθηκαν στο Άουσβιτς είναι εξίσου αληθινή με τα παραμύθια των αρνητών του Ολοκαυτώματος;; Όσοι, με αδιάσειστα τεκμήρια, καταρρίπτουν τις χυδαιότητες των διαφόρων φιλοναζιστών γύρω απ’ τη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ου αιώνα κάνουν κι αυτοί μια “ανα-μυθοποίηση”;; Λένε, κοινώς, τη δική τους ιστοριούλα; Δε νομίζω.
    Το ότι ανάλογα με την ταξική και ιδεολογική τοποθέτηση περιγράφεις αλλιώτικα τα πράματα είναι πέρα για πέρα σωστό. Όμως, τα πράγματα έχουν μια συγκεκριμένη φύση. ΔΕΝ είναι σα τη γάτα του Σρέντιγκερ, τη μια στιγμή ζωντανή, την άλλη νεκρή. Τα πράγματα είναι ή άσπρα ή μαύρα. Απλά οι ιστοριογράφοι της αστικής τάξης είναι τυφλοί. ΔΕΝ θέλουν να δουν. Γι’ αυτό τα “λένε” αλλιώτικα. ΔΕΝ αλλάζουν τα ίδια τα γεγονότα, ο παραμορφωτικός φακός της ταξικής ματιάς τους τα βλέπει “στραβά”.
    Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι οι ΘΣ ενδεχομένως να “πουλάνε” επειδή πολλοί άνθρωποι μισούν τις μονόπλευρες εξηγήσεις των αστών πολιτικών, αποτελούν, την ίδια στιγμή, κομμάτι του προβλήματος. Κι αυτό επειδή μας “δείχνουν” ως ενόχους τον τάδε ή τον δείνα μεμονωμένο πολιτικάντη, τον τάδε πάμπλουτο καπιταλιστή (πχ Σόρος) ή κρυφά δίκτυα ισχυρών ανθρώπων (πχ Μασονία, λέσχη Μπίλντερμπεργκ κλπ). Πολλές φορές δε, αναπαράγουν το ρατσιστικό δηλητήριο, όπως οι πρόσφατες ΘΣ του Τραμπ για τους απολίτιστους Κινέζους που τρώνε ποντίκια ή ξαμολάνε ιούς φτιαγμένους στα εργαστήρια τους για να μας εξοντώσουν. Ο πραγματικός ένοχος, όμως, είναι ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ως σύστημα και όχι ως μεμονωμένα προσωπα, που αν άλλαζαν θα καλυτέρευε η κατάσταση. Το πρόβλημα είναι το ΣΥΣΤΗΜΑ της εκμετάλλευσης και όχι οι εκάστοτε εκπρόσωποί του.

    • Αγαπητέ κ. Γιαννόπουλε, ευχαριστώ για τα σχόλιά σας.
      Αρχικά επιτρέψτε μου να τονίσω ότι σκοπός της παρέμβασής μου ήταν η
      αμφισβήτηση του κυρίαρχου σήμερα ιδεολογήματος ότι η σχέση
      συνωμοσιολόγων και αντισυνωμοσιολόγων είναι σχέση παθολογίας και
      υγείας. Αυτό προσπάθησα να το δείξω μέσω της οδού ενός προβληματισμού
      για την ιστοριογραφική μυθοπλασία.

      Ο πυρήνας όμως του σχολιασμού σας βρίσκεται στην αμφισβήτηση από εμένα
      (και άλλους) της αντικειμενικότητας της ιστορίας και της αποδοχής της
      από μέρους σας (και άλλων) μέσω συγκεκριμένου ιστοριογραφικού
      παραδείγματος.
      Το ζήτημα είναι τεράστιο και όλοι γνωρίζουμε ότι έχει χυθεί και
      χύνεται πολύ μελάνι, αλλά και …αίμα, όταν η αντικειμενική θεώρηση
      της ιστορίας επιδιώκει να επιβληθεί από ιδιάζουσες κάθε φορά
      υποκειμενικότητες.
      Αυτή είναι και η τραγωδία της ιστορίας!

      Υποστηρίζω λοιπόν ότι χρειάζεται μια εξαντλητική διερεύνηση των όρων
      που γεννούν κάθε ιστοριογραφική εκδοχή πριν αποφανθούμε για την
      “αλήθεια” της. Στην ιστοριογραφία δεν (πρέπει να) ρωτάμε μόνο τι
      έγινε, αλλά ποιος δίνει τις μαρτυρίες, πότε, με ποιο σκοπό, σε ποιο
      κοινό απευθύνεται, τι θέλει να διαμορφώσει με αυτό κλπ. και στη
      συνέχεια ποιος είναι ο ιστορικός που θα συνθέσει και θα ερμηνεύσει
      όλες αυτές τις μαρτυρίες, ποια είναι η οντολογία του, η ιδεολογία του,
      η ομάδα του, οι δεσμεύσεις του κλπ., δηλαδή όλα όσα συγκροτούν την
      υποκειμενικότητά του, την, αναπόφευκτα ανθρώπινη, μυθοπλαστική του
      ιδιότητα.

      Αυτό δε σημαίνει ότι όλες οι υποκειμενικότητες έχουν την ίδια ισχύ,
      ικανότητα, βαρύτητα, ηθική κλπ. Ούτε ότι όλα είναι ισόκυρες
      “ιστοριούλες”, όπως θα ήθελε μια ακραία μορφή μεταμοντερνισμού.
      Υπάρχουν προσεγγίσεις και ποσοστώσεις “αλήθειας” ή ψεύδους, αφέλειας,
      ευπιστίας κλπ. σε πλήθος υποκειμενικές εκδοχές των πραγμάτων, την
      αποδοχή των οποίων δεν καθορίζει τόσο η αποδεικτικότητα όσο η
      εμπιστοσύνη με την οποία τις περιβάλλουμε, δηλαδή η δική μας
      μυθοπλαστική πρόσληψη.

      Όλοι λειτουργούμε σε ένα περιβάλλον “επι-μυθοποίησης”, όπως το
      αποκάλεσα, γιατί είμαστε όντα συμβολικά και γλωσσικά, όχι ορθολογικά
      ρομπότ, ούτε θεοί. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον αληθεύουμε ή
      απατούμε… Αυτή είναι η πρωταρχική μας ιδιότητα.

      Μάλιστα όταν όλα αυτά αναφέρονται στο ανεπίστροφο και ανεπίσκεπτο
      πλέον ιστορικό παρελθόν, τότε οι επιφυλάξεις (πρέπει να) είναι ακόμη
      περισσότερες. Αν ούτε στο παρόν πολλές φορές δεν μπορώ να βρω την
      “αλήθεια” των πραγμάτων (λ.χ. για να έρθουμε στην επικαιρότητα: πρέπει
      να φοράμε μάσκα στο super market ή όχι; Ακόμα το ψάχνουν οι
      ειδικοί…), είμαι βέβαιος άραγε ότι μπορώ, ακόμη κι αν ψάξω καλά, να
      τη βρω στο παρελθόν; Μόνο προσεγγίσεις μπορώ να κάνω.

      “Δεν μπορώ να προχωρήσω πέρα από την αλήθεια του μάρτυρα”, θα
      υπογραμμίσει ο Γάλλος ιστορικός Ζωρζ Ντυμπύ.

      Όσο για τον καπιταλισμό συμφωνώ απόλυτα ότι είναι εχθρός, αλλά με την
      υποσημείωση ότι αφενός δεν είναι ο μόνος και αφετέρου είναι κι αυτός,
      όπως όλα, έργο ανθρώπων. Όσον αφορά “τις χυδαιότητες των διαφόρων
      φιλοναζιστών” επίσης συμφωνώ απόλυτα και χωρίς υποσημειώσεις! Αυτή δεν
      ήταν εξάλλου μια από τις τεράστιες τραγωδίες της ιστορίας, όπου
      εγκληματικές υποκειμενικότητες επέβαλλαν, ευτυχώς για λίγο, μια
      απαίσια, παγκόσμια “αντικειμενικότητα” πολέμου και καταστροφών;

      Ίσως το κεφάλαιο του βιβλίου μου, στο οποίο παραπέμπω, να ξεκαθαρίζει
      ακόμη περισσότερα αυτά τα, έτσι κι αλλιώς, αντικειμενικά δυσχερή
      προβλήματα.

      Αντώνης Σμυρναίος

  2. Καλημέρα σας.
    Κε Σμυρναίε, ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου για την εκτενέστατη απάντησή σας. Πολύ κατατοπιστική.
    Στην τρίτη παράγραφο της απάντησής σας μιλάτε για “…εξαντλητική διερεύνηση των όρων που γεννούν κάθε ιστοριογραφική εκδοχή πριν αποφανθούμε για την αλήθεια της”. Απόλυτα σωστό! Ένας υπεύθυνος ιστορικός αυτό ακριβώς οφείλει να κάνει, πέρα από (κατανοητές) συμπάθειες.
    Στην τέταρτη παράγραφο (“Αυτό δε σημαίνει ότι όλες οι υποκειμενικότητες…”) εξηγείτε υποδειγματικά τις (λανθασμένες) απόψεις του μεταμοντερνισμού και μιλάτε για “διαφορετικές ποσοστώσεις αλήθειας ή ψεύδους, αφέλειας, ευπιστίας κλπ” που υπάρχουν μεταξύ αντίπαλων αφηγήσεων πάνω σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Συμφωνώ απόλυτα. Κοινώς, (αν σας ερμηνεύω σωστά) όσο κι αν καμία ερμηνεία της Ιστορίας δεν μπορεί να κομπάσει ότι έχει την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη Άλήθεια, παρ’ όλ’ αυτά δεν απέχουν όλες το ίδιο απ’ την Αλήθεια: Κάποιες είναι πιο κοντά.
    Στην έκτη παράγραφο (“Μάλιστα όταν όλα αυτά αναφέρονται…”) έχω μιαν αντίρρηση. Μιλάτε για τις διαφωνίες μεταξύ επιστημόνων για το ζήτημα της μάσκας και την αβεβαιότητά μας για το τι πρέπει να κάνουμε. Όμως, αυτό αποτελεί διαφωνία πάνω στο “δέον γενέσθαι” κι όχι πάνω στο ιστορικό γεγονός. Το ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη μας επέβαλε SMS για να βγαίνουμε απ’ τα σπίτια μας είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, άσχετα αν κάποιοι συμφωνούμε με την κυβερνητική απόφαση και κάποιοι όχι.
    Μιας και είστε καθηγητής Νέας ελληνικής Ιστορίας γνωρίζετε (καλύτερα από μένα) τις τεράστιες διαφωνίες γύρω απ’ τη στάση του ΚΚΕ στον Εμφύλιο: έκανε καλά που άργησε να φτιάξει τον ΔΣΕ ή όχι; Έκανε καλά όταν, το Γενάρη του 1949, κατέλαβε το Καρπενήσι ή όχι; Όμως, καμία διαφωνία δεν υπάρχει γύρω απ’ τα ιστορικά γεγονότα.
    Δεν αμφιβάλλω ότι ακόμα και ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας μπορεί να δώσει αναξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με κάποιο γεγονός. Μπορεί να μη βοηθάει η μνήμη μετά από πολλές δεκαετίες ή να είναι πολύ φορτισμένος συναισθηματικά. Όμως, κάποιοι μάρτυρες είναι πιο αξιόπιστοι από κάποιους άλλους.
    Τέλος, (και συγγνώμη που επαναλαμβάνομαι) το μεγάλο πρόβλημα των αντι-συνομωσιολόγων είναι η απύθμενη περιφρόνηση και η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση των πλατιών μαζών που “χάφτουν ό,τι τους σερβίρει ο κάθε αδαής”. Δεν τίθεται ζήτημα για το ποια “αφήγηση” (των συνομωσιολόγων ή των αντι-συνομωσιολόγων) είναι η αληθινή και αξιόπιστη σε σχέση με την υποτιθέμενη συνομωσία. Μ’ αυτό δε θέλω να πω ότι οι αντι-συνομωσιολόγοι δεν διαπράττουν φρικτά ολισθήματα. Προσπαθούν, πολλές φορές, να μας πείσουν ότι “οι αντι-εμβολιαστές λένε ανοησίες γιατί σκοπός των φαρμακοβιομηχανιών είναι η προαγωγή της Δημόσιας Υγείας και γι’ αυτό δε θα έβαζαν σε κίνδυνο τους ασθενείς”. Ψέμμα! Σκοπός των φαρμακοβιομηχανιών είναι το κέρδος και πολλάκις έχουνε θέσει σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών με φάρμακα όπως η θαλιδομίδη. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα (των εμβολίων) οι συνομωσιολόγοι έχουν δίκιο (“τα εμβόλια, γενικά, σκοτώνουν”).
    Η αναζήτηση της αλήθειας, όπως το επισημαίνετε κι εσείς, είναι πολλές φορές ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού. Αξίζει να φτάνουμε όσο πιο κοντά γίνεται.

  3. Το άρθρο του κου Σμυρναίου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μια προσέγγιση που δεν έχει παρουσιαστεί ξανά στον ελληνικό χώρο για να μην πω και στον διεθνή. Εξαιρετικά.

  4. Αγαπητέ Κ. Σμυρναίε,

    Ευχαριστίες και συγχαρητήρια για την καθαρότητα της ανάλυσης που μας προσφέρατε.
    Όσο καταλαβαίνω, το επίκεντρο του προβληματισμού σας είναι ή ανάδειξη του κοινωνιολογικοψυχολογικού αντιθετικού φαινομένου “συνωμοσιολογίας” – “αντι-συνωμοσιολογίας” σ’ ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο, που αναδεικνύει το στοιχείο της απομάκρυνσης από την αυθεντικότητα της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας και των δύο.

    Με αφορμή το κείμενό σας, ας μου επιτραπεί μια παράλληλη υποσημείωση για την “συνωμοσία” στον χώρο της Τεχνοεπιστήμης. Με βάση την προσωπική μου ιστορία στην σύγχρονη έρευνα, αλλά και τα δεδομένα της κοινωνιολογίας και την ιστορίας της Τεχνοεπιστήμης, η “συνωμοσία” είναι ένα μείζον θέμα στην σύγχρονη χρήση της Τεχνοεπιστήμης. Συνυπάρχει ως στοιχείο στην αδιαφάνεια μεγάλου μέρους της Τεχνοεπιστημονικής λειτουργίας, που γίνεται εν ονόματι της ασφάλειας του πολίτη, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος τη ύπαρξή της και χωρίς να έχει δώσει την συναίνεσή του. Ο σύγχρονος πολίτης μάλλον το υποψιάζεται: Άλλος, λιγότερο ή περισσότερο, γνωρίζει.

    Η αντίθεση “συνομωσιολογίας” – “αντι-συνομωσιολογίας” είναι η καφενειακού επιπέδου προσέγγιση μείζονος πραγματικού πολιτικού προβλήματος. Τόσο πραγματικού όσο και η ατομική βόμβα. Αλλά ο προβληματισμός για την σχέση Κοινωνίας-Πολιτικής-Οικονομίας-Τεχνοεπιστήμης, είναι αντριστρόφως ανάλογος της σοβαρότητάς του.

    Το σχόλιο μου είναι ασφαλώς διαφορετικό, αλλά και συγγενές με το θέμα που αναπτύσσετε στο παρόν άρθρο σας. Μου δώσατε αφορμή, διότι ο προβληματισμός αυτός είναι πολύ ισχνός κοινωνιολογικά και σχεδόν αδύνατος στην χώρα μας (και αλλού), έως και επικίνδυνος. Ομιλώντας γενικευτικά, η άρνηση της “συνωμοσίας” στην χρήση της Τεχνοεπιστήμης θα ήταν ένας ισχυρισμός ισοδύναμος με τον ισχυρισμό της άρνησης της υπάρξεως του ιστορικού κακού.

    Η “συνωμοσία” στην χρήση της Τεχνοεπιστήμης είναι, κατά την γνώμη μου, και θέμα εξόχως πνευματικό και, βεβαίως, θεολογικό.

    π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος
    Καθηγητής Διαστημικής ΔΠΘ

  5. Αγαπητέ π. Γεώργιε, ευχαριστώ πολύ για την εκτίμησή σας.
    Ακριβώς, η προκαταβολική, δημόσια άρνηση της “συνωμοσιολογίας” θα έπρεπε να υποδεικνύει ευθέως τη χειραγώγηση που επιτελούν οι εκάστοτε εξουσίες προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.
    Αντίθετα, όμως, η άρνηση αυτή, που λειτουργεί πλέον ως “καραμέλα”, θεωρείται ορθολογική και ρεαλιστική…
    Αλλά και μόνο η “κατασκευασμένη” αντίστιξη ορθολογικού και ανορθολογικού, καθώς και η εφαρμογή της σε όλα τα πεδία, είναι εξόχως προβληματική…
    Το ζήτημα είναι πολύπλευρο και βεβαίως πνευματικό και θεολογικό. Ζητά τους σχολιαστές του…

    Αντώνης Σμυρναίος

    • Σκέφτεται κανείς: Αφού τόσα καλα έχουν δει οι άνθρωποι από τις επιστήμες και τις αγορές (πχ βλεπε “Πρόοδος” του Johan Norberg), τι κάνει τόσους πολλούς να αισθάνονται τόση ελλειψη εμπιστοσύνης και για τις κρυφές ακόμα επιλογές όσων άρχουν; Πώς και δεν αφήνουμε τους ειδικούς να αποφασίσουν για εμάς;

      Πως και δεν πειθόμαστε οτι ειναι “για το καλό μας”; Μας ξεσηκώνουν διαρκώς δημαγωγοί; Είναι η φυσική αγνωμοσύνη των ανθρωπων; Είναι οτι ψάχνουμε κατι που να υλοποιεί τώρα τις προβλέψεις καταστροφών της Αποκάλυψης ; Είναι οτι νοιωθουμε οτι “η ζωη ειναι αλλού” (στα μεγαλα κεντρα της Δυσης και της Ανατολής) και φθονούμε και ψάχνουμε να καταδικάσουμε αυτους που μας αφηνουν απέξω απο το πάρτι;
      Είναι οτι και στις καλές εποχές νοιώθουμε να έχουμε προδόσει κάτι και προβάλουμε τη δική μας προδοσία σε άλλους;

      Ή ειναι οτι όντως έχουμε καλούς λόγους να νοιώθουμε ανασφάλεια με όσους μας άρχουν (και ας τους επιλέγουμε -σε κάποιο βαθμό-); Οτι κάτι εχει αλλάξει πολυ βαθιά στη δική τους στάση; (το τελευταιο προτεινει ο Λατουρ στο “Που θα προσγειωθούμε;”)

      Και πώς ειναι διαφορετικές οι απαντησεις αν ζει κανεις στην Νεα Υόρκη, στην Αθηνα, στην Τεχεράνη, στο Πεκινο;

  6. Το Άρθρο/Μελέτη του Πανεπιστημιακού κ. Αντώνη Σμυρναίου δεν είναι εύκολο!
    Απευθύνεται σε μια Τάξη Ανθρώπων που θα την χαρακτήριζα: “Αγαθόν εν ανεπαρκεία πλέον”! Εκείνων που Διαβάζουν/Μελετούν έστω και μεγάλα σε έκταση Κείμενα, ακολουθούν τους Προβληματισμούς του Συγγραφέα, Σκέπτονται, Κρίνουν και, εν τέλει, Δέχονται ή Απορρίπτουν ή Διαμορφώνουν δική τους Γνώμη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here