Θρησκεία και επιστήμη στην  Ελλάδα

Η συντομογραφία μιας αμφιθυμίας.[1]

0
228

Η σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη στην Ελλάδα, δεν ήταν – ούτε όφειλε να είναι – πάντοτε γραμμική, δηλαδή προβλέψιμη. Το θρησκεύειν, η Ορθοδοξία εν προκειμένω, ως ομολογία ζωής, αντικατοπτρίζει ένα βυζαντινόσχημο Ευρωπαίο, με μεταφυσικά ενδιαφέροντα, τα οποία υπόκεινται στις οντολογικές προτάσεις της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Συμπληρωματική παρουσία στις προτάσεις αυτές, συνιστά η διασταυρούμενη ιστορικότητα τους,  η μέριμνα για την προσωπική υπόσταση του άλλου, η ύπαρξη και οι ερμηνευτικές της εκδοχές καθώς και ο αποκλεισμός απόψεων για τον προκαθορισμό της ελεύθερης βούλησης. Ωστόσο, παρατηρούμε  ότι,  η στάση της Ορθοδοξίας ήταν αρχικά καχύποπτη έναντι των τάσεων εκείνων, που ευνοούν τη συνεργασία της με τις θετικές και τις κοινωνικές επιστήμες αλλά και τις ηθικές θεωρίες. Σήμερα όμως η στάση αυτή καθίσταται αρκετά διαλλακτική και συμβιβαστική. Κορυφαίοι ηθολόγοι και επιστήμονες της υγείας,  οι οποίοι διερευνούν – είτε άμεσα είτε έμμεσα –  τα βιολογικά θεμέλια της ηθικής, έχουν να καταθέσουν καρπούς αρκετών ετών εμπειρικής έρευνας.  Σημειωτέον ότι δεν μιλάμε  σε καμία περίπτωση, για την επίδειξη μιας διανοητικής προπέτειας, με το περίβλημα ενός επιστημονισμού, αλλά για σκαπανείς της επιστήμης, οι οποίοι διερευνούν πληρέστερα το φαινόμενο, που ονομάζεται ζωή. Σε όλα αυτά, στις μέρες μας, το εκκλησιαστικό σώμα, τείνει ευήκοον ους. Το γνωστικό πεδίο δηλαδή, μέσα από το οποίο ο παραπάνω  Ελληνοευρωπαίος συνάπτει σχέσεις με τη νεοελληνική, αλλά και ευρύτερη επιστημονική κοινότητα, διευρύνεται άρδην, τη στιγμή που, αναπότρεπτα, οι εισαγόμενες ιδέες, έχουν διαφορετική εκπόρευση και ερμηνευτική οπτική από τις εγχώριες. Αυτήν της επιβεβαίωσης ή της διάψευσης του εμπειρικού νοήματος μέσα από την επιστημονική τεχνογνωσία.

Αν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «θυμό» όλη την «ιερή αγανάκτηση» την οποίαν εξέφραζε η Ορθοδοξία, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, την στροφή  μας στις επιστήμες, αυτό μπορεί να αποδοθεί στο ότι ίσως διέβλεπε σε αυτές την ανάδυση μιας άλλης δυνητικής θρησκείας. Το πιο βασικό όμως είναι ότι εξ υπαρχής υπάρχει ριζική διαφορά ανάμεσα στην επιστημονική και τη θρησκευτική σκέψη. Η πρώτη, δεν διστάζει να προκαλέσει ρήξη με όλα τα δεσμά, που συνέχουν μια στατική, παραδοσιακή και οιονεί συμβατική θεώρηση για το γίγνεσθαι. Με τον τρόπον αυτόν, δημιουργείται ένα νέο Παράδειγμα, το οποίο καταλύει την πνιγηρή μονοτονία του προηγούμενου. Η δεύτερη, η θρησκευτική σκέψη, ερμηνεύει το φαινόμενο της οργανικής και κοινωνικής ζωής με βάση ένα μεταφυσικό άξονα, που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτόν του. Βαθμιαία όμως ο προϋπάρχων αυτός  «θυμός»  υποχώρησε σημαντικά εξαιτίας του ότι επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου όπως, μαθηματικά, φυσική, βιολογία, χημεία, κ. λπ., είχαν μια καλπάζουσα διασπορά στη χώρα μας και κυρίως επειδή τα πνευματικά και ηθικά μέτρα της σύγχρονης εποχής, συνέστειλαν την ευήθεια, η οποία χαρακτήριζε μέχρι πρότινος τους θεολογικούς νόες. Έτσι στο ίδιο το κοσμοθεωρητικό οπλοστάσιο της Ορθοδοξίας προστίθενται φιλοσοφικά επιχειρήματα και η ίδια οικοδομεί αρχιτεκτόνημα ιδεών με επιστημολογικό υπόβαθρο. Το παράδοξο είναι ότι τμήμα των επιστημών εκείνων, που συγκέντρωναν το μένος της, τώρα αποτελεί δομικό συστατικό στη νέα της σύνθεση.

Παρόλα αυτά, η υποχώρηση του εκκλησιαστικού «θυμού», δεν ισοδυναμεί με εξαφάνισή του. Εξισώνεται με άμβλυνση. Μια   άμβλυνση, που πυροδότησε μια αμφιθυμία. Η αμφιθυμία αυτή, η οποία περιέχει θετικά και αρνητικά συναισθήματα ταυτόχρονα , εκφράζει πλέον και τα δύο μεγέθη: επιστήμη – φιλοσοφία και Ορθοδοξία.  Αμφότερα ενώνονται και απωθούνται με πνεύμα συνέργειας αλλά και αμοιβαίας καχυποψίας. Η καχυποψία έγκειται στην ετοιμότητα του καθενός να διατρανώσει τη διαψευσιμότητα της ισχύος του άλλου. Η συνέργεια φαίνεται από τη σύμπραξή τους για μια ολιστική εξήγηση των ανθρώπινων πράξεων. Όσο ωστόσο καταφεύγουμε στη νοητική αναγωγή για να περιγράψουμε τα κοινωνικά και τα φυσικά συμβάντα άλλο τόσο την αποφεύγουμε για να δώσουμε σάρκα και οστά σε έναν αποφατισμό – εργαλείο, το οποίο θα χρησιμεύσει ως μεταφυσική κατηγορία. Αρκετές φορές μάλιστα βλέπουμε ότι δεν υπάρχει σήμερα ευδιάκριτο όριο που χωρίζει την επιστημονική σκέψη καθεαυτήν από την επιστημονική σκέψη, η οποία έχει ενσωματωθεί στις Ορθόδοξες πεποιθήσεις. Ενώ δηλαδή παλαιότερα η Ορθοδοξία έτεινε να επιτιμά καυστικά  τις επιστημονικές απόψεις για να υπερασπίσει τον εαυτόν της, τώρα τις προσλαμβάνει και τις ενσωματώνει αυτούσιες στη γνωσιοθεωρία της.

Εάν προβεί κανείς σε μια συναφή εξέταση των απόψεων των Ελλήνων επιστημόνων, φιλοσόφων και φιλοσόφων της θρησκείας, θα διαπιστώσει ότι είναι σχεδόν αδύνατον να εξαντληθούν σε όλη τους την έκταση. Ταυτόχρονα όμως βλέπουμε πως αυτές, προπαντός με αποχρώσεις περιορισμού αλλά και με ρευστότητα εννοιών ή «διαφωτιστικές ανοησίες», αγγίζουν εξειδικευμένα θέματα όπως είναι: η ευθανασία, η ευγονική, η επιγενετική, κ. λπ. Για τον λόγον αυτόν, η επιλογή μας, επιβάλλεται να στηριχθεί σε πρόσωπα και κείμενα, τα οποία, στο πέρασμα του χρόνου, αξιώθηκαν να εκφέρουν βαρύνουσα αντίληψη στο θέμα της θρησκείας και της επιστήμης στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση εξυφαίνεται ένας λόγος πανοραμικός και προοπτικός, μέσα από τον οποίο συνειδητοποιούμε ότι η Ορθοδοξία εμπλουτίζεται με νοηματικό διεπιστημονισμό και η επιστήμη να διευρύνεται με το απόσταγμα του θεολογικού στοχασμού.

[1] Διασκευή του «Προλόγου», του Πέτρου Φαραντάκη, από το βιβλίο του: Θρησκεία και Επιστήμη στη Νεοελληνική Διανόηση. Από τον Θυμό στην Αμφιθυμία, Αρμός, Αθήνα, 2019.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here