«Θεολογική Αισθητική»: Η αναζήτηση της ομορφιάς στους πατέρες της εκκλησίας (β’ μέρος)

0
637

Για τον άγιο Διονύσιο, ολόκληρος ο κόσμος μετέχει στο Θείο Είναι, κατά χάριν βέβαια. Σ’ αυτό το Θείο Είναι μετέχουν ακόμη και τα ζώα, γιατί έχουν και αυτά το δώρο της ζωής, αλλά και τα άψυχα ακόμη όντα, επειδή βρίσκονται και τούτα μέσα στην ύπαρξη. Το Αγαθό μάλιστα έλκει, κατά παράδοξο τρόπο, ακόμη και το «μη ον», το οποίο θέλει με τη σειρά του να απολαύσει την ύπαρξη, γι’ αυτό και συμβαίνει να «φιλονικεί να βρεθεί … μέσα στο αγαθό το αληθινά υπερούσιο με την αφαίρεση των πάντων», όπως γράφει ο Διονύσιος, σε μια εντελώς αντι-χαϊντεγκεριανή αποστροφή. Καθώς όμως προχωρεί η «εκμετάλλευση» της νεοπλατωνικής επιστήμης εκ μέρους του ιερού πατρός, ο άγιος Διονύσιος φθάνει να περιγράψει τον έναστρο ουρανό με μια στ’ αλήθεια άκρως υποβλητική περιγραφή: «το αγαθό είναι αιτία και των ουρανίων αρχών και αποπερατώσεων της δίχως αύξηση και ολότελα αναλλοίωτης αυτής ουσίας και των αθόρυβων, αν πρέπει να πω έτσι, κινήσεως της πελώριας πορείας των ουρανών και των αστρικών χορών, της ουράνιας αρμονίας, των φώτων, της στασιμότητας, της πολύπλοκης κίνησης κάποιων άστρων και της περιοδικής αποκατάστασης των δύο φωστήρων… σύμφωνα με την οποία ορίζονται οι ημέρες και οι νύχτες…» (ΘΟ, Δ, iv).

Πρόκειται για μια περιγραφή, της οποίας η ισχύς διασώζεται απολύτως ως τις μέρες μας ατόφια στην ποίηση – όπως όταν π.χ. γράφει ο ποιητής για το «αλφαβητάρι των άστρων, που δύσκολα μπορείς να συλλαβίσεις», κάποια νύχτα με φεγγάρι. Για την αρχαία ελληνική επιστήμη, ο έναστρος ουρανός ήταν το κατεξοχήν πρότυπο της αρμονίας, της σοφίας και της μαθηματικής ακρίβειας- δεν είναι άραγε το ίδιο και για μας σήμερα, που εξαποστέλλουμε και κάμποσες εξερευνητικές αποστολές στο διάστημα; Όσο και αν είμαστε «εξελιγμένοι», εξακολουθούμε, ευτυχώς, να είμαστε «υπηρέτες» της πιο ευγενούς τέχνης, της Ποίησης. Και αν έτσι είναι ο αισθητός ουρανός, τι να πει κανείς για τον ίδιο τον Θεό, τον Ήλιο της  Δικαιοσύνης; Αυτό είναι που ρωτά ο Διονύσιος.

****************

Ο μυστικός θεολόγος προχωρεί λέγοντας για το ηλιακό φως, ότι «το φως προέρχεται από το αγαθό και είναι εικόνα της αγαθότητας. Γι’ αυτό και το αγαθό υμνείται με το όνομα του φωτός, επειδή το αρχέτυπο φανερώνεται στην εικόνα του» (ΘΟ, Δ iv). Κατά συνέπεια, υπάρχει αρχέτυπο, το Θείο Φως: ο ίδιος ο Θεός είναι Φως. Και συνεχίζει ο Αρεοπαγίτης, με μια «επιστήμη» του ηλιακού φωτός, το οποίο και μπορεί να φωτίζει, να διαπερνά τα πάντα, από τα πιο σημαντικά μέχρι και τα πιο ταπεινά πλάσματα. Μπορεί επίσης να ζωοποιεί και να συγκρατεί στην ύπαρξη όλα τα γήινα πλάσματα, να τα τρέφει, να τα κάνει να μεγαλώνουν, να τα καθαίρει, να τα τελειοποιεί και να γίνεται «μέτρο» όλων των αισθητών (πράγμα που φαίνεται στη βυζαντινή ζωγραφική, καθώς ό,τι διαπερνά το φως, αυτό και μόνον λαμβάνει εκεί μορφή).

Έτσι και το ουράνιο φως, ο Κύριος ως Φως, δημιουργεί, συντηρεί και συνέχει τα πάντα. Η κοσμική ωραιότητα νοείται λοιπόν ως η συνεχής συντήρηση και διατήρηση του όντος, ως η τελειοποίηση και ζωοποίηση των πάντων, ως η κοινωνία όλων με το Φως, ως η σύγκραση συνεπώς και προσέγγιση των πάντων προς αυτό το Θεϊκό Φως. Αυτή είναι η αισθητική του Θείου. Ό,τι δεν φωτίζει η Θεία αστραπή, είναι ανυπόστατο, δεν υπάρχει. Και έτσι, με αυτή την έννοια, το θείο Φως είναι αληθώς το «μέτρον» των πάντων.

*************

Επιπρόσθετα, όπως το ηλιακό φως γυρίζει τα πάντα γύρω από τον εαυτό του, έτσι και για τον Θεό, για το νοητό φως, διαβάζουμε τα εξής σημαντικά: «η αγαθότητα τα γυρίζει όλα στον εαυτό της και είναι η αρχή της συγκέντρωσης όσων είναι σκορπισμένα, ως Θεότητα αρχή της ενότητας και ενοποιητική και που επιθυμεί όλα τα δικά της ως αρχής, ως συγκράτησης, ως τέλους» (ΘΟ Δ,iv). Ο Διονύσιος εδώ μιλά για την φύση του Αγαθού ως του συνεκτικού στοιχείου των πάντων, ως της κατεξοχήν συναγωγού αρχής. Μέσα στο Αγαθό συντηρούνται και διατηρούνται και συνέχονται και συγκρατούνται τα πάντα. Και αξίζει να δούμε, αντιστρόφως τώρα, αφού ξεκινήσαμε πρώτα από το Θείο φως, την αισθητική του γηίνου: «…στη φανερή εικόνα το φως συλλέγει και ξαναφέρνει στον εαυτό του όλα τα όντα, όσα βλέπουν, όσα κινούνται, φωτίζονται, θερμαίνονται, όσα συγκρατούνται αποκλειστικά από τις μαρμαρυγές του ∙ … και όλα τα αισθητά το επιθυμούν ή για να βλέπουν ή να κινούνται  και να φωτίζονται και να θερμαίνονται και γενικά να συγκρατούνται από το φως» (ΘΟ Δ,iv). Άλλη μια φορά πρέπει να πούμε ότι στοιχεία αυτής της νεοπλατωνικής κοσμολογίας της εποχής, διατηρεί και η σύγχρονη επιστήμη, τουλάχιστον στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί (επιβιώνουν στη φυσική, ως γνωστόν, λέξεις όπως «παγκόσμια έλξη», «ώση», «άπωση», «δύναμη» κλπ).

Ο Θεός, κατά τον ιερό συγγραφέα, λέγεται επίσης και «Φως» γιατί διώχνει την άγνοια απο τις ψυχές και με τη φωτιστική Του δύναμη «ως αρχίφωτη (ακτίνα) και υπέρφωτη (που είναι) … υπερέχει και προ-έχει και συνάγει όλα τα νοερά και λογικά (όντα) και τα συναθροίζει» (ΘΟ 4, vi). Η εκκλησιολογική συνείδηση του Διονυσίου στηρίζεται ακριβώς στη φωταύγεια και στην ενοποιητική δύναμη της Θείας λάμψης, καθώς αυτή έλκει, όπως ο αισθητός ήλιος, τα πάντα γύρω της και τα συνάγει εις εν. Η ενοποιητική δύναμη, ο πόθος για τη θεϊκή Αίγλη και Δόξα, είναι στην πραγματικότητα ερωτικό γεγονός – και ο έρωτας αποτελεί συστατικό στοιχείο της Θείας Αισθητικής. «Τούτο το ωραίο είναι που υμνούν οι ιεροί θεολόγοι ως ωραίο και ως ωραιότητα, ως αγάπη και ως αγαπητό και με όσα άλλα θεία ονόματα υπάρχουν, που αρμόζουν στην αξία της ομορφιάς και της όλο χάρη ωραιότητας» (ΘΟ 4, vii).

Ο Θεός είναι η ακατάληπτη Ωραιότητα, ενώ τα κτίσματα είναι ωραία γιατί μετέχουν, κατά χάριν, στη Θεϊκή ομορφιά – τα κτίσματα ονομάζονται γι’ αυτό το λόγο «μετέχοντα». Η ίδια η Ωραιότητα ειναι όμως «μετεχόμενη», καθώς σε αυτήν  μετέχουν τα κτίσματα, και μπορούμε, στηριζόμενοι στη διονυσιακή φρασεολόγια, να σκεφθούμε το εξής: η αισθητή, η κτιστή ωραιότητα είναι το πρώτο «μετέχον» της Θείας Ωραιότητας, και κατόπιν, συμβαίνει τα κτίσματα να μετέχουν στην γήινη αυτή αισθητή ωραιότητα(την γνωστή ως «αφηρημένη ιδέα») , που αντανακλά όμως πάντα τη Θεία, η οποία και νοείται ως άκτιστη. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ορθόδοξη Θεολογία δεν ενδιαφέρεται να ανιχνεύσει το σαφές όριο, το ακριβές μεθόριο, όπου τελειώνει ο τόπος του κτιστού για να αρχίσει η περιοχή της Άκτιστης χάρης- αυτό το όριο είναι και πρέπει να παραμείνει αδιευκρίνιστο, γιατί δεν μας ενδιαφέρουν οι ποσοτικές μετρήσεις στη Θεολογία (μήπως άλλωστε μπορεί να ξέρει κάνεις πού ακριβώς αρχίζει και πού τελειώνει η Ποίηση;). Αυτά τα ξέρει μόνο ο Θεός. Για μας τους ανθρώπους, αρκετό είναι να ξέρουμε ότι το Άκτιστο χαριτώνει το κτιστό και ότι οι αφηρημένες κτιστές ιδιότητες (τα λεγόμενα φιλοσοφικά «καθόλου», που διερευνούσε ήδη ο Σωκράτης, π.χ. η αλήθεια, η ομορφιά, η δικαιοσύνη, η οσιότητα κλπ), όλα αυτά, ως κτιστές κατηγορίες, μετέχουν στα αντίστοιχα άκτιστα αρχέτυπά τους. Η Θεία Ωραιότητα λοιπόν έχει ως αντανάκλασή της τη γήινη, στην οποία και μετέχουν –πάντα με αναφορά τη Θεία- τα γήινα πράγματα, τα αισθητά όντα, τα οποία κατ’ αυτόν τον τρόπο κοινωνούν τον ίδιο τον Θεό. Το ωραίο επιμερίζεται έτσι σε αμέτρητα όμορφα κτίσματα, σε πάμπολλα ωραία όντα.

Και για το Θεϊκό ωραίο λέγονται τα εξής υπέροχα λόγια: «Ωραίο (το Θείο) λέγεται επειδή είναι πανώριο μαζί και πάνω από το ωραίο και είναι πάντοτε σύμφωνα με τον εαυτό του όμοια ωραίο, που μήτε γίνεται μήτε αφανίζεται, μήτε μεγαλώνει μήτε λιγοστεύει, μήτε είναι έτσι ωραίο και αλλιώς άσχημο, ούτε άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι, ούτε κοντά σ’ αυτό ωραίο και σ’ εκείνο άσχημο, ούτε εδώ ναι κι εκεί όχι, επειδή είναι γι’ άλλα ωραίο και γι’ αλλα άσχημο. Αλλά είναι αυτό καθεαυτό σχετικά με τον εαυτό του πάντοτε ένα και μόνο ωραίο κι έχει μέσα του κατά υπεροχή την ωραιότητα κάθε ωραίου και την προβάλλει. … Από αυτό το ωραίο έχουν όλα τα όντα τη δυνατότητα να ειναι ωραία, καθένα κατά την αναλογία του και χάρη στο ωραίο υπάρχουν οι συνάψεις όλων και οι φιλίες και οι σχέσεις» (ΘΟ, Δ vii). Μέσα σ’ αυτό το απόσπασμα, στο οποίο αντηχούν – υπερβαινόμενες πάντα- η φυσική και τα μαθηματικά της εποχής (και μια προσπάθεια επίσης να μαθηματικοποιηθούν οι αναλογίες που προξενούν την αίσθηση του ωραίου), προβάλλει ολοζώντανα μια υπέροχη εκκλησιολογία: η Εκκλησία, ως η κατεξοχήν «φιλία» και «σύναψη» των πάντων, ειναι μια κοινωνία την οποία γεννά το Ωραίο, καθώς άλλωστε λέγεται ότι το Ωραίο «ενώνει» τα πάντα». Τα πάντα εν τέλει τα περικρατεί και συνάγει το ωραίο: «το ωραίο ειναι η αρχή όλων ως αίτιο ποιητικό και ως αυτό που κινεί τα πάντα και τα συγκρατεί με τον έρωτα της ωραιότητάς του» (ΘΟ, Δ vii) . Εδώ ακούγεται η φωνή του Πλάτωνα, η φωνή του Συμποσίου, ακούγεται επίσης ένας λόγος όχι άσχετος με την αστρονομία και την σωματιδιακή θεωρία της εποχής, που όμως μεταμορφώνεται αβίαστα και παντελώς σύμφωνα με το βιβλικό πνεύμα σε χριστιανική θεολογία: ο Θεός έλκει με την άφατη ομορφιά Του τα πάντα- βιβλία όπως το «Άσμα Ασμάτων» και κάποιοι Ψαλμοί πρέπει να στήριξαν αυτήν την Θεολογία, με ενδιάμεσο σταθμό την σχολή της Αλεξάνδρειας και προπαντός τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. «Όλα επιθυμούν το ωραίο και το αγαθό… και δεν υπάρχει κανένα δημιούργημα που δε μετέχει το ωραίο και το αγαθό». Και λέγεται και το εξής εκπληκτικό: «θα τολμήσει και τούτο ο λόγος μου, ότι ακόμα και το μη ον μετέχει το ωραίο και το αγαθό, γιατί τότε είναι αυτό και ωραίο και αγαθό, όταν αναφέρεται υπερούσια μέσα στο Θεό με αφαίρεση των πάντων από αυτό» (ΘΟ, Δ vii). Και συνεχίζει ο Διονύσιος μιλώντας μας με τον γνώριμο τρόπο του, για τα όντα που μετέχουν στο αγαθό, δημιουργώντας ξανά όμορφες εικόνες μιας βαθιά εκχριστιανισμένης κοσμολογίας  (της οποίας υπηρέτες είναι και τα μαθηματικά, η μικροφυσική, η αστρονομία, επίσης η ιατρική της εποχής, ακόμη και η βιολογία κλπ).

                                 *******************

Προχωρώντας ο μυστικός θεολόγος περαιτέρω λέγει ότι κάθε είδους κίνηση στον κόσμο προέρχεται από το Ωραίο και το Αγαθό, κάθε στάση επίσης και κίνηση. Αξίζει να δούμε αυτή την υπέροχη απαρίθμηση: «από αυτό και μέσω αυτού προέρχεται κάθε ύπαρξη και κάθε ζωή του νου και της ψυχής και κάθε φύσης η μικρότητα και η ισότητα και το μέγεθος και κάθε μέτρο, οι αναλογίες των όντων, οι αρμονίες, οι συνοράσεις, τα σύνολα, τα μέρη, το οποιοδήποτε ένα και το πλήθος, οι συνδέσεις των μερών, οι ενώσεις καθενός πλήθους, οι ολοκληρώσεις των ολοτήτων, το ποιό, το ποσό, το πόσο μεγάλο, το άπειρο, οι συγκρίσεις, οι διακρίσεις, κάθε απειρία, κάθε πέρας, κάθε όριο, οι κατατάξεις, οι υπεροχές, τα στοιχεία, τα είδη, κάθε ύπαρξη, κάθε δύναμη, κάθε ενέργεια, κάθε έξη, κάθε αίσθηση, κάθε νόηση, κάθε λόγος, κάθε επαφή, κάθε επιστήμη, κάθε ένωση…» (ΘΟ 4, x). Τμήματα αυτής της επιστήμης εξακολουθούν στην πραγματικότητα να επιβιώνουν ακόμη και σήμερα. Και να ένα άλλο απόσπασμα που εξηγεί πώς από το ωραίο συνέχεται ο όλος κόσμος: «Σ’ όλους λοιπόν το ωραίο κι αγαθό ειναι ποθητό, αγαπητό, ικανοποιητικό κι εξαιτίας του και για χάρη του και τα κατώτερα ερωτεύονται τα ανώτερα με τάση επιστροφής και τα ομοταγή το ένα το άλλο με τάση κοινωνίας και τα ανώτερα τα κατώτερά τους με λόγο την πρόνοια και τα ίδια τον εαυτό τους για λόγους συνοχής, όλα επειδή επιθυμούν το ωραίο και το αγαθό είναι που θέλουν και που κάνουν όσα κάνουν κι όσα θέλουν» (ΘΟ 4, x). Και για τον Ύψιστο Θεο, τον Δημιουργό των πάντων, λέγεται και γι’ Αυτόν ότι εξαιτίας του έρωτά Του προς τα πλάσματά Του εξέρχεται από τον Εαυτό Του και προ-χωρεί προς τον κόσμο. «Δεν θα διστάσει να πει και τούτο ο ιερός λόγος, ότι και ο ίδιος ο αίτιος των πάντων από υπερβολή της αγιότητάς του ερωτεύεται τα πάντα, δημιουργεί τα πάντα, τελειοποιεί τα πάντα, συνέχει τα πάντα, ξαναφέρνει κοντά του τα πάντα και ο θεϊκός έρως ειναι έρως αγλαός του αγαθού για το αγαθό» (ΘΟ 4, x).  

                                     ***************

Σχολιάζοντας τη θεολογία του αγίου Διονυσίου, σε μια του πολύ ωραία εργασία, ο π. Δανιήλ Pupaza, λέγει πως για τον ιερό πατέρα «ο Θεός είναι ταυτόχρονα ακατονόμαστος και ατέρμονα ονομαστός, αβυσσαλέος γνόφος και φως ξεχειλισμένο σε ακατάσχετες παροχές, αμέθεκτος και μεθεκτός ακόμα και από το τελευταίο άτομο της ύλης»[i]. Και διευκρινίζει: «από την αμέθεκτη αιτία προβάλλονται ως μετοχή οι αρχές ή αυτομετοχές, θείες δυνάμεις, οι οποίες εργάζονται τα πάντα στη κτίση, μεταδίδοντας όλη την αγαθότητα και ωραιότητα, όλη την ύπαρξη, τη ζωή, τη σοφία, συνοδευόμενες από όλες τις υπόλοιπες αγαθοπρεπείς δωρεές»[ii]. Σχολιάζοντας όλα αυτά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αρχικά ο Θεός, στρέφοντας με μια παναρμόνια κίνηση το Πρόσωπό Του -που είναι φύσει το Κάλλος- προς την κτίση, αυτοπροβάλλεται ως η πρώτη άκτιστη Ωραιότητα και ακατάληπτη Ομορφιά ∙ αυτοπροβάλλεται ως Κάλλος πάνω από κάθε κάλλος και Ζωή πάνω από κάθε ζωή και Σοφία πάνω από κάθε σοφία. Προηγούνται δηλαδή τα «αμέθεκτα ιδιώματα», αυτό που είναι ο Θεός καθεαυτόν στην υπεράγνωστη ουσία Του, και ακολουθεί, χωρίς ο Ύψιστος να μειώνεται, η ακατάληπτη πρωταρχή της Θείας στροφής προς τον κόσμο, οπότε και τελικά μετέχονται από τα πλάσματα, μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών, όλα αυτά που είναι ο Κύριος.

Ο ιερός πατήρ, θυμίζουμε, διαχωρίζει τις «ενώσεις» (=τα θεία ιδιώματα καθεαυτά) απο τις «διακρίσεις» (=άκτιστες Θείες ενέργειες, ο Θεός προς τα έξω). Θυμίζουμε ότι γράφει και τα εξής: «Θείες ενώσεις (είναι) οι αμετάδοτες υπερθεμελιώσεις της υπεράρρητης και υπεράγνωστης μονιμότητας. Διακρίσεις καλούν τις πρέπουσες στη θεία αγαθότητα προχωρήσεις και φανερώσεις» (ΘΟ Β, iv). Όπως είπαμε, υπάρχουν τα άρρητα και αμέθεκτα ιδιώματα του Θεού, ο ίδιος ο Θεός όπως ειναι «ad intra» (ως προς τον Ίδιο Του τον Εαυτό) ∙ υπάρχουν όμως και οι άκτιστες θείες ενέργειες, ο Ζων Θεός, όπως Αυτός είναι προς τα εξω («ad extra»). Πρόκειται για τον ίδιο Θεό, μόνο που τώρα δημιουργεί και συνδιαλέγεται με την κτίση. Ο διάλογός Του ειναι μια παναρμόνια μελωδία. Παράλληλα, γίνεται λόγος στον Διονύσιο- κατά μια ίσως πιθανή ερμηνεία – και για την παράδοξη εκείνη πρωταρχή της φανερώσεως του Θεού προς τον κόσμο, για το σημείο εκείνο, αν μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο, που ο Θεός, τρόπον τινά, πρωτο-κενώνει τον Εαυτόν Του και γίνεται καταληπτός από τα όντα. Είναι αυτή η υπεράρρητη πρώτη κένωση, χάρη στην οποία όλες οι υπόλοιπες δωρεές καθίστανται δυνατές. Ο Κύριος ερωτεύτηκε τον κόσμο.

Από την άποψη της Θεολογικής Αισθητικής, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να πούμε ότι ο Διονύσιος βλέπει αυτές τις προς τα έξω ενέργειες, «προόδους» ή «προχωρήσεις» του Θεού, με αισθητικό τρόπο, σαν παναρμόνια φώτα, που είναι αξεχώριστα γιατί λάμπουν όλα μαζί, όπως το φως πολλών λυχναριών σε έναν οίκο, αλλά και όλα ταυτόχρονα διακρίνονται μεταξύ τους, γιατί το καθένα έχει το δικό του φως. «Είναι όπως τα φώτα λυχναριών … μέσα σε ένα σπίτι, ενώ όλα συνυπάρχουν μέσα στο σύνολο όλων τους, διατηρούν ωστόσο και ακριβή τη διάκριση που υπάρχει μεταξύ τους. Έτσι και ενωμένα είναι στη διάκριση τους και ωρισμένα στην ένωσή τους. Βλέπομε λοιπόν μέσα σε ένα σπίτι να φωτίζουν πολλές λυχνίες κι όλων τα φώτα να ενώνονται σε ένα και να αναδίνουν μια αξεχώριστη λάμψη και δε θα μπορούσε κανένας να ξεχωρίσει το φως αυτής της ορισμένης λάμπας από το φως των άλλων μέσα στο χώρο που περιέχει όλα τα φώτα και να δει το ένα χωρίς το άλλο, καθώς είναι όλα τα φώτα σε μια ασίγητη σύγκραση». (ΘΟ Β, iv). Αυτή η εύτακτη και αρμονική φωτοχυσία, με αδιάκριτη πλην διακριτή σύγκραση όλων των επιμεριζομένων στη κτίση φώτων, είναι ο Θεός – Κύριος  Αυτοπροβαλλόμενος «ad extra».

*************

Ο Θεός ειναι ο μυστικός Ήλιος, που φωτίζει όλα τα όντα, που μυστικά και με τρόπο ακατανόητο, από έρωτα εκστατικό προς αυτά, πληθύνει τον Εαυτό του:  «Πρέπει να τολμήσουμε να πούμε για χάρη της αλήθειας και τούτο , ότι και ο ίδιος ο αίτιος όλων εξαιτίας του ωραίου και αγαθού έρωτα προς όλα από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας γίνεται έξω εαυτού με τις πρόνοιές του προς όλα τα όντα και είναι σαν να νιώθει ότι θέλγεται από αγαθότητα, αγάπη και έρωτα» (ΘΟ, Δ, xiii). Και ειναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι, όπως όλα τα γήινα πλάσματα και όντα, τρόπον τινά υπάρχουν μέσα στον φυσικό ήλιο, γιατί από αυτόν παίρνουν ομορφιά, δυνατότητα να αλλάζουν, να γίνονται ο εαυτός τους, μετά να μεταμορφώνονται σε κάτι διαφορετικό και ξανά πάλι, ανακαινισμένα, να επιστρέφουν σε ό,τι ήταν πριν,  έτσι και μέσα στο Θεό, τον νοητό ήλιο, «προϋπάρχουν… όλα τα παραδείγματα  των όντων σε μια υπερούσια ένωση ∙ γιατί παράγει και ουσίες κατά την έξοδο Της από την ουσία (η πηγή των πάντων, που είναι η θεία Ύπαρξη)» (ΘΟ, Ε, viii).

******************

Μόλις αναφερθήκαμε στο περιφημότερο χωρίο του Διονυσίου, όπου και γίνεται αναφορά στους «λόγους των όντων». Τι είναι όμως αυτά τα παραδείγματα, οι «λόγοι των όντων»;. Διαβάζουμε: «Παραδείγματα λέμε πως είναι οι λόγοι που προϋπάρχουν ενιαία μέσα στο Θεό και δίνουν την ουσία στα όντα. Αυτούς η θεολογία τους αποκαλεί προορισμούς και αγαθά θεϊκά θελήματα, που ορίζουν και δημιουργούν τα όντα, με τους οποίους αυτός που είναι πάνω από ουσία και προόρισε και δημιούργησε όλα τα όντα» (ΘΟ 5, viii). Με άλλα λόγια, ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα καλλιτέχνημα του Θεού, ο οποίος έγινε σύμφωνα με το θεϊκό σχέδιο, που επιμερίζεται μάλιστα σε ένα ειδικότερο σχέδιο, «θέλημα» του Θεού για κάθε ον ξεχωριστά. Αυτό ονομάζεται «λόγος του επιμέρους αυτού όντος»- η πραγματικότητα είναι όμορφη γιατί είναι διαπερασμένη από αυτή την Υπερούσια λογικότητα. Ο Θεός έχει τα δικά Του θελήματα για τα όντα, και, αν αυτά τα τελευταία ανταποκριθούν στον προορισμό τους -με βασικό συντονιστή της όλης κτίσης τον βασιλέα άνθρωπο-, τότε η δημιουργία θα αποβεί ένα «ενεργεία» (και όχι «δυνάμει») καλλιτέχνημα. Αυτό το έργο απεργάζεται ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, που προσάγει τα πάντα στον Πατέρα, ως ο μονογενής Υιός του Θεού, Θεός και Αυτός κατά φύση. Για τους λόγους των όντων ο π. Δανιήλ ερμηνεύει:  «Πρόκειται για έναν άκτιστο νοητό ‘‘κόσμο’’, τον κόσμο των άκτιστων θείων δυνάμεων, που παριστάνει το προς την κτίση στραμμένο πρόσωπο του Θεού»[iii].

***************

Μπορούμε να ξαναδούμε το στοιχείο με το οποίο αρχίσαμε, την Αγαθότητα. Αυτή είναι η αρχέγονη πρόοδος του Αγαθού Θεού, αυτό που πρώτο προβάλλει όταν ο Κύριος στρέφει το πρόσωπό Του σε μας. Μαζί με την αγαθότητα ο Θεός όμως εμφανίζεται και ως κάλλος. Γράφει ο ιερός πατήρ: «Αυτοείναι και αυτοζωή και αυτότητα ονομάζομε ως αρχή, θεότητα και αιτία τη μία υπεράρχια και υπερούσια αρχή και αιτία των πάντων. Ως μετεχόμενα πάλι αναφέρομε τις προνοητικές δυνάμεις, που ξεκινάνε από τον αμέθεκτο Θεό, την αυτοουσίωση, την αυτοζώωση, την αυτοθέωση ∙ αυτές μετέχοντές τις τα όντα ανάλογα το καθένα και είναι και τα λέμε όντα και ζώντα και ένθεα. Και τα άλλα ομοίως. Γι’ αυτό και ο αγαθός Θεός λέγεται πως είναι αυτός που δίνει υπόσταση και σ’ αυτά τα πρώτα, στο σύνολό τους ή κατά μέρος κι έπειτα σ’ όσα τα μετέχουν συνολικά ή κατά μέρος. Και τι χρειάζεται να μιλήσομε γι’ αυτά;  Είναι γνωστό ότι.. και στην αυτοαγαθότητα και τη θεότητα υπόσταση έδωσε ο υπεράγαθος και υπέρθεος, εξηγώντας ότι αυτοαγαθότητα και θεότητα ειναι η αγαθοποιός και θεοποιός δωρεά που ήρθε από το Θεό»  (ΘΟ ΙΑ, vi). Με άλλα λόγια ο Θεός, ως ανώτερος και από τα ιδιώματά Του, ιδρύει, τρόπον τινά αυτά, καθώς είναι υπεράνω και από τη ζωή και το είναι και αυτός υποστασιάζει όλες Του τις αμέθεκτες ιδιότητες. Ωστόσο, από μια άλλη άποψη, οι πιστοί μετέχουν στην άκτιστη χάρη, καθώς μετέχουν με την άκτιστη θεία ενέργεια στην ίδια την θεοϊδρυση, στο ίδιο το αυτοείναι και την αυτοζωή του Θεού. Ο Θεός τους παρουσιάζεται ως η αυτοθεμελίωση και οι πιστοί, κατά θεία συγκατάβαση, βλέπουν την Θεία απειρία. Και όλα αυτά γίνονται γιατί ο Θεός πρωτίστως εμφανίζεται ως η αυτοαγαθότης, αλλά επίσης και ως το αυτοκάλλος. Το αγαθό ειναι όμορφο και το όμορφο αγαθό, αυτή ειναι η Αισθητική της μυστικής Θεολογίας: «…Αυτοκάλλος ειναι η αυτοκαλλοποιός διάχυση…. Και μιλάνε για γενική ομορφιά ή μερική ομορφιά και γενικά έμορφα και μερικά έμορφα και για όλα όσα έχουν λεχτεί και θα λεχτούν με τον ίδιο τρόπο και δηλώνουν πρόνοιες και αγαθότητες που μετέχονται από τα όντα και ξεκινούν από τον αμέθεκτο Θεό με αναβρυστική και άφθονη διάχυση, για να είναι ο αίτιος όλων ολότελα πέρα από όλα ….» (ΘΟ ΙΑ, vi).

Ο Θεός αυτοκαθιδρύεται ως Κάλλος, και κατόπιν, όταν στρέφει το Πρόσωπο Του προς τον κόσμο, καταδέχεται να γίνει νοητός ως το πραγματικά πλήρες και απερινόητο Κάλλος, στο οποίο μετέχουν και τα πολλά όμορφα πράγματα. Και έτσι, κατά συγκατάβαση, ενώ άκτιστο και κτιστό δεν έχουν καμία αναλογία, ο Θεός καταδέχεται τελικά να μετέχουν τα όντα και στην αυτοκαλλοποιητική Του διάχυση και άρα να Τον εικονίζουν.

****************

Σταματάμε εδώ την ανάλυση της «Θεο-αισθητικής» του αγίου Διονυσίου, που βρήκε συνέχεια στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ενώ από άλλη άποψη, η ορθόδοξη Αισθητική γνώρισε μεγάλη άνθηση από τους μεγάλους θεωρητικούς του αγώνα κατά της Εικονομαχίας: τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό και τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη. Την θεωρητική τεκμηρίωση, μαζί και ανάπτυξη πολλών θέσεων του αγίου Διονυσίου, έδωσε αρκετά αργότερα ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, με την υπεράσπισή του των «ιερώς ησυχαζόντων». Ο τελευταίος ίσως μεγάλος της ορθόδοξης Αισθητικής ύπαρξε ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, με τη «Φιλοκαλία» του και τα λοιπά φιλόκαλα έργα του, ενώ, ως τις μέρες μας ακόμη, όσιοι πατέρες σαν το γέροντα Αιμιλιανό της Σιμωνόπετρας, εξακολουθούν να φιλοκαλούν, πλουτίζοντας με ομορφιά την Εκκλησία, σκορπίζοντας γύρω τους τη χάρη σε μια εποχή που είναι πυκνό το σκοτάδι.

Σημείωση: Η μετάφραση είναι του Ιγνατίου Σακκαλή, από το βιβλίο «Διονύσιου Αρεοπαγίτου Άπαντα», Εκδ. Παναγιώτη Πουρναρά, Θεσ/κη 2008. Τα βιβλία για τον Άγιο Διονύσιο που έχω εδώ υπόψη μου είναι του π. Δημητρίου Δ. Στανιλοάε («Η περί Θεού Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία», Αρμός 2011, με πολλές αναφορές στον ιερό Πατέρα) και του π. Ι. Ρωμανίδη (Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου «Εμπειρική Δογματική π. Ιωάννου Ρωμανίδη», τόμοι Ι-ΙΙ, εκδ. Ι.Μ.Γενεθλίου της Θεοτόκου, που επίσης αναφέρεται συχνά στον Αρεοπαγίτη), καθώς και η μονογραφία του π. Δανιήλ Pupaza, «Η Θεολογία του Καλού και του Αγαθού στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη», Εκδ. Ι.Μ. Βατοπεδίου, Αγ. Όρος 2015). Πλειάδα άλλων έργων για τον Διονύσιο, γραμμένα ειδικά από ετεροδόξους συγγραφείς, αποτυγχάνουν δυστυχώς να διακρίνουν και να διαχωρίσουν την περί προσώπου διδασκαλία του Ιερού Πατρός από το νεοπλατωνικό στοιχείο.

[i] «Η Θεολογία του Καλού και του Αγαθού στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη», Εκδ. Ι.Μ. Βατοπεδίου, Αγ. Όρος 2015, σελ. 175

[ii] ό.π. σελ. 176

[iii] ό.π. σελ. 176

 

Δείτε εδώ το α’ μέρος

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, ψηφιδωτό απ’ τη Ραβέννα (6ος αι.)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here